You are currently browsing the monthly archive for Απρίλιος 2008.

Του είχε πει του πράκτορα, να μη βγάλει εισιτήριο εφτά το πρωί. Σχόλασε μεσάνυχτα, ήπιε λαίμαργα τέσσερα ουίσκια με τον Δημήτρη, είδε κι ένα άνιμαλ πλάνετ, πήγε τρεις. Χτύπησε το ξυπνητήρι, το ’κλεισε, χτύπησε το κινητό, το ’κλεισε. Τα ξανάκλεισε δυο φορές. Την τρίτη φορά, ανασηκώθηκε ζαλισμένος και αφυδατωμένος. Ηταν παρά είκοσι. Το αίμα ανεβοκατέβηκε έμβολο, είχε χάσει το πλοίο. Επεσε αποκαμωμένος.

Ηταν Μεγάλη Παρασκευή. Από το πρακτορείο ήταν σαφείς: Δεν υπήρχε καμία θέση έως τη Δευτέρα. Το τσιγάρο επέτεινε το φαρμάκωμα. Την Τρίτη έπιανε δουλειά.

Μόνος, στην πόλη, στο βουβό σπίτι, με την οικογένεια –τις οικογένειες– στα νησιά. Πότε είχε ξεμείνει στην πόλη Πάσχα; Πριν από δεκαπέντε χρόνια, αλλά όχι μόνος· όταν γεννήθηκε ο μεγάλος. Πήγε για Ανάσταση στο παρεκκλήσι του λόφου.

Είχε να ξεκουκκίσει τέσσερα εικοσιτετράωρα γιορτής χωρίς το αποκούμπι της οικογένειας, της εργασίας, της ρουτίνας. Πώς να κυλήσουν; Προτού κυλήσει το πρωινό, ένιωθε ήδη τις ώρες να τον βαραίνουν στο στήθος.

Τάισε τη γάτα, έφτιαξε καφέ, άλλαξε νερό στα χρυσόψαρα, έκανε μια ώρα διάδρομο, ιδρωκόπησε ακούγοντας τα Πάθη στα ακουστικά. «Εγώ εις τούτο γεγένημαι και εις τούτο ελήλυθα εις τον κόσμον, ίνα μαρυτυρήσω τη αληθεία. Πας ο ων εκ της αληθείας ακούει μου της φωνής. Λέγει αυτώ ο Πιλάτος· τι εστίν αλήθεια;» Τι εστίν; Τριγύρισε στα άδεια δωμάτια των παιδιών, σαν κλέφτης. Ανοιξε το μέιλ, τίποτε, άδειο, ψόφια τα μπλογκ. Μέχρι να ανοίξουν τα μαγαζιά, βυθίστηκε στην μπανιέρα.

Βγήκε στους δρόμους. Βούιζε η πόλη, τα τελευταία ψώνια, φορτωμένα γιώτα-χι, φοιτήτριες με σακ βουαγιάζ, δώρα της τελευταίας στιγμής. Ηπιε καφέ στο βιβλιοπωλείο των φίλων, κάτι ξεμείνηδες περνούσαν και άφηναν ευχές. Προσώρας ένιωσε οικεία, ανακύκλωνε μια καθησυχαστική ρουτίνα.

Πήρε τους δρόμους. Ελισσόμενος ανάμεσα σε βιαστικούς, σκέφτηκε να πάει το βράδυ στο Χαλάνδρι για τον Επιτάφιο. Πλάι στη ρεματιά βρίσκεται η μόνη ενορία που γνωρίζει. Ανακουφίστηκε. Το αττικό δειλινό τον τύλιξετούλι μελαγχολικό. Μέθυσε. «Οξος εποτίσθης και χολήν», «Ιωσήφ κηδεύει μετά του Νικοδήμου νεκροπρεπώς τον Κτίστην» ― ο Επιτάφιος τον έριξε, χάθηκε ανάμεσα σε ανθρώπους που είχαν φίλους και προορισμό. Γλίστρησε διακριτικά από γνωστούς και κατέβηκε αργά την Κηφισίας. Εβλεπε τα φώτα της, γνώριμα και μαζί απόμακρα. Στους Αμπελόκηπους πρόλαβε έναν καφέ στα Σταρμπακς. Μπήκε στο ίντερνετ καφέ: κλείνουμε, κύριε. Εφυγε πτοημένος. Ολα έκλειναν. Στο μαγέρικο της λεωφόρου, παράγγειλε χόρτα.

Το σπίτι βουβό. Στο νησί θα οργίαζε το χαμομήλι. Τέτοια μέρα έτρωγαν κουκιά και βλαστάρια. Ονειρεύτηκε Πάσχα στον Μαραθώνα, τους μπαξέδες με τις αγκινάρες, τα δισκάκια του Τσιτσάνη, τους άντρες να ψήνουν αρνιά.

Το Μεγάλο Σάββατο ξημέρωσε βαρύ. Η Σόλωνος βιαζόταν, η Πανεπιστημίου χαλάρωνε, στη Φειδίου πίνανε ρακές, η Χαρ. Τρικούπη κουβαλούσε λεωφορεία.
Μες στη λιακάδα του πρωινού αταβιστικά τράβηξε προς τη θάλασσα. Περπάτησε στην τσιμεντωμένη παραλία. Περπάτησε χιλιόμετρα κλωτσώντας χαλίκια, απέφευγε να κοιτάει τον ορίζοντα. Το μεσημέρι βρέθηκε στη γενέθλια γειτονιά. Σχεδόν αγνώριστη. Μικρές πολυκατοικίες και γιώτα-χι με δόσεις. Ακούγονταν τραγούδια.

Το φως άλλαζε ώρα με την ώρα, κι ο άνθρωπος ήταν πια αντιμέτωπος μόνος με την Ανάσταση. Ποιον θα φιλούσε;

 

 

 

 

 

 

«Ιωσήφ;» «Ναι, ποιος;» «Ελα, ο Πέτρος» «Ο Πέτρος; Ρε συ!» «Πού είσαι;».

Μέχρι το μεσημέρι τους είχε μαζέψει, όσους είχαν ξεμείνει. Ο Ιωσήφ είχε κάνει λεφτά στις κατασκευές, τα ‘χασε, τα ξανάκανε, έμπλεξε με μια μικρή, χώρισε με τη Μαρία, τον έδιωξε κι η μικρή. Ο μεγάλος στο Πολυτεχνείο, η κόρη Λύκειο. Τα παιδιά, τι κάνουν τα παιδιά; Τρώμε μαζί κάθε δεκαπέντε (Σκοτείνιασε ο Ιωσήφ ο τζέντλεμαν, ο άνετος, ποτέ δεν κώλωσε ο Ιωσήφ, όλα του τρέχανε, και τώρα στέρεψαν, στέγνωσες, φίλε μου. Χαμογελάει θαμπά ο Ιωσήφ ― όλα ξαναφτιάχνουν, φίλε, όλα, μόνο τα χρόνια δεν ξανάρχονται, δεν κολλάνε όλες οι ραγισματιές.)

Ο Σίμος το κεφάλι, ο μαθηματικός, άσπρισε, μάδησε, καπνίζει ήρεμα, τα γκρίζα του μάτια αδιαπέραστα. Η Ιωάννα; Πάει η Ιωάννα… Πάει, παντρεύτηκε έναν μικροαστό και μένει στα προάστια. Εσύ; Τι εγώ; Εγώ εδώ, με βλέπεις. (Σε βλέπω Σίμο, ήσουν ο καλύτερος, ο πιο λαμπερός, ο αγαπημένος, το μυαλό και το χάδι, ήσουν ο έμπιστος μας, ο αλάνθαστος, ο διαυγής, σε βλέπω τώρα σκυφτό, πάντα ήρεμο, αλλά τα μάτια σου σαν τζάμια, δεν γυρίζουν τίποτε, Σίμο.)

Νικόδημε, πώς ξέμεινες πασχαλιάτικα; Οπως κι εσείς, μ’ άφησαν οι γυναίκες. (Εσένα, Νικόδημε γόη και ταξιδευτή; Πάντα μες στους ανθρώπους ήσουν, ο ποθητός και πολυφίλητος των γυναικών, με θαλασσιά πουκάμισα ιστιοπλόος.) Τους τ’ αφησα όλα, σπίτια, μαγαζιά, ενοίκια, κοιμάμαι στο σκάφος, μόνο την κόρη βλέπω πότε πότε. (Μυρίζεις πάντα Vetiver, Νικόδημε, ήσουνα αισθητής και πάντα ολιγαρκής, δεν αλλαξες κολώνια, δεν αλλαξες τα χακί παντελόνια και τα τσιγάρα ντάνχιλ, ο ίδιος, μόνο τα καστανά μαλλιά σου άσπρισαν κι αραίωσαν.) Δεν είναι, ρε, τα σκάφη όπως τα θυμόσαστε, έχουν κομφόρ, ανώτερα από τη μεζονέτα του Ιωσήφ…

Πετράν; Πού είναι η Μαγδαληνή; Στο νησί, με τα παιδιά, τα ‘παμε. Καλά το Μαγδάκι; Καλά… Ήταν η καλύτερή μας, πώς σε αντέχει ακόμη; (Δεν με αντέχει, κλαίει.)

Ενας νεαρός τους πλησίασε, στα 20-22, χλωμός, με μακριά μαλλιά πιασμένα αλογοουρά. Αφησε στο τραπέζι ένα χαρτί σιωπηλά, κι απομακρύνθηκε χωρίς να τους κοιτάξει. Ηταν τυπωμένο ερασιτεχνικά και στις δύο όψεις.

Διάβασε μεγαλοφώνως: «Τα πάντα εγένετο από του χοός, και τα πάντα επιστρέψει εις τον χουν. Kαί τις οίδε το πνεύμα υιών του ανθρώπου, ει αναβαίνει αυτό άνω, και το πνεύμα του κτήνους, ει καταβαίνει αυτό κάτω εις την γην;»

Και στην άλλη: «Πάρε ένα χαρτί Α4. Το διπλώνεις στη μέση, πιάνεις τις δύο πάνω γωνίες και τις φέρνεις εμπρός και κάτω. Σχηματίζεται έτσι ένα τρίγωνο και κάτω απ’ αυτό πρέπει να περισσεύει χαρτί (πάνω από 2 εκ.). Τα δύο αυτά χαρτάκια (μπρός και πίσω) τα ανεβάζεις για να καλύψεις τη βάση του τριγώνου. Στη συνέχεια ανοίγεις το τρίγωνο πιάνοντάς το από την βάση σχηματίζοντας ένα τετράγωνο, τσακίζοντας…και τα λοιπά και τα λοιπά… Ανοίγεις τις πάνω μύτες και έχεις το καραβάκι σου».

Για σένα το ‘φερε, Πέτρο, σε οσφρίστηκε ο παρμένος.

Τι κάνουμε; Πίνουμε. «Εμίσησάν με δωρεάν» ― Ασ’ το, Πέτρο… Λέγανε. Κι ήρθαν μαζί τους στο μαρμάρινο τραπέζι και πίνανε κορίτσια με κορδέλες, ηλεκτρικά μπλουζ, γάμοι, παιδιά, ναυάγια, η Μαρία, η Ιωάννα, η Μαγδαληνή, γυναίκες π’ αγάπησαν, γυναίκες που άφησαν, κόρες που έφυγαν, χάδια που λιγόστεψαν και σβήνουν, σαράντα-πενήντα χρόνια που στέγνωσαν και σουρώνουν, σουρώνουν μισοδάκρυα στις κόχες απ’ το πιοτό και την ώρα, τέσσερις άντρες πασχαλιάζουν μόνοι, περήφανοι κι αυτάρκεις, αβάσταχτοι.

«Η λύπη υμών εις χαράν γενήσεται» ― εντάξει, Πέτρο, εντάξει, πάμε να φύγουμε τώρα, πάμε στο σκάφος, στη μαρίνα…

«Βγάλτε τα παπούτσια σας». Ο Νικόδημος τούς μοίρασε φούτερ και αντιανεμικά, έφερε ούίσκι και πάγο, τσιπς. Στρώθηκαν στην πρύμνη, κοιτούσαν τον Πειραιά να μακραίνει, τραβούσαν νότια, ακουγόταν μόνο η μηχανή και το νερό. Κοιτάζανε παράλληλα, ο καθένας μόνος, τα πρόσωπα σκιασμένα, μόνο οι κάφτρες λαμπύριζαν. Ενιωσε το πρόσωπο του να μουσκεύει αλμυρό.

― Χάσαμε την αγάπη, είπε βραχνά.

Κανείς δεν αντέδρασε, όλοι κοιτούσαν μόνοι τους, ακίνητοι. Ακουγε την ανάσα του, ο λαιμός του πονούσε.

― Την πίστη χά-… χάσαμε… τους δικούς μας… Η φωνή έσπασε.

Γύρισαν αργά και τον κοίταξαν. Ολα τα πρόσωπα είχαν φως. Ο Σίμος μίλησε αργά, ψιθυριστά.

―Ναι, τη χάσαμε. Δεν αγαπάμε… Βουλιάζουμε.

Τράβηξαν πάλι τα βλέμματα, ο χρόνος είχε πήξει.

Ο καπετάνιος έσβησε τη μηχανή. Το σκάφος λικνιζόταν, πίναν σιωπηλοί ώσπου στο βάθος, πάνω απ΄την πόλη, είδαν τον ουρανό ν’ αναβοσβήνει. Σηκώθηκαν ταυτοχρόνως, αυθόρμητα, «Χριστός Ανέστη» πνιχτά, έσμιξαν ανάσες αρμύρας κι αλκοόλ, το Vetiver, τρίφτηκαν αξύριστα τα μάγουλα, φιλήθηκαν τρυφερά. Οι αγκαλιές ήταν σφιχτές.

Εμειναν ένα φωτεινό σημάδι μονάχο στη μελανή επιφάνεια και πέρα η φωτοχυσία.

Καθημερινή, Πάσχα 2008

Ζωγραφική: Ξενοφών Μπήτσικας
Advertisements

«Αν είναι κρεμασμένα αρκετά μακριά στο μουσείο, γίνονται αληθινά». Κάπως έτσι περιγράφει τα αριστουργηματικά πλαστά του έργα ο διάσημος πλαστογράφος Elmyr de Hory στην ταινία του Ορσον Ουέλς «F for Fake», το κορυφαίο ντοκιμαντέρ για τον περίφημο Ούγγρο ζωγράφο και παραχαράκτη, αλλά και μια ανυπέρβλητη σπουδή για την αλήθεια και το ψέμα, την τέχνη και τις αναπαραστάσεις της, το πώς ορίζεται η αξία του έργου τέχνης. Θυμήθηκα την ταινία, με αφορμή τις αποκαλύψεις της «Κ» για τα πλαστά που φιγουράρουν λουσάτα στους καταλόγους των μεγάλων δημοπρασιών, κι από κει, έναντι μερικών εκατοντάδων χιλιάδων, βρίσκονται κρεμασμένα σε τοίχους επαύλεων, «αρκετά μακριά», ώστε να γίνονται αληθινά.

Και δεν μπορώ να θυμηθώ πια πόσες φορές με έχουν ρωτήσει για πλαστά, για «κελεπούρια», για φτηνά έργα που θα πάρουν αξία στο μέλλον, για επενδυτικές ευκαιρίες, για το αν αξίζει να αγοράζεις από γκαλερί ή από δημοπρασίες, για το πώς αποφεύγεις τους «μεσάζοντες» κ.ο.κ. Η περιέργεια για τις τιμές και για τα πλαστά ξεπερνιέται μόνο από την αντίστοιχη απορία για το τι είναι τέχνη, ιδίως στα δύσβατα τοπία της contemporary: Μα είναι τέχνη αυτό το πράγμα;

Εχω υποκύψει κάμποσες φορές στον πειρασμό να εξηγήσω –μάλλον, να περικυκλώσω– το τι είναι τέχνη σήμερα, και ποια είναι η εμπορική αξία των έργων. Σχεδόν ποτέ δεν έχω καταφέρει να απαντήσω ευθέως –μόνο περικυκλώσεις σκαρώνω, με υπαρξιακές και μεταφυσικές παρεκβάσεις, ατελέσφορα…

F for Fake

Μα κι ο Ουέλς ερωτήσεις θέτει, αδυσώπητα: «Είναι ωραίο, μα είναι τέχνη; Πώς αποτιμάται; Η αξία εξαρτάται από μια γνώμη, η γνώμη εξαρτάται από έναν ειδικό, ένας πλαστογράφος σαν τον Elmyr βγάζει ανόητους τους ειδικούς – άρα ποιος είναι ειδικός; Και ποιος ο πλαστογράφος;»

Ο Elmyr de Hory ζωγράφιζε δεξιοτεχνικά Πικάσο και Ματίς, Ρενουάρ και Μοντιλιάνι, μα δεν αντέγραφε έργα, αντέγραφε τρόπο, ζωγράφιζε με τον τρόπο των μαέστρων καινούργια έργα, τόσο δεξιοτεχνικά που ξεγελούσε επί δεκαετίες τους ειδικούς στον Πικάσο, τα μουσεία και φυσικά τους άπληστους συλλέκτες που πάντα αναζητούν «ευκαιρίες». Ο de Hory πρόσφερε ευκαιρίες σε αυτούς που τις είχαν ανάγκη, μάλιστα αριστοτεχνικά φτιαγμένες και χωρίς ποτέ να βάζει υπογραφή.

Ενας συλλέκτης, ο σημαντικότερος Ελληνας συλλέκτης εν ζωή, μου είπε προ ετών για τις ευκαιρίες: «Δεν υπάρχουν σπουδαία έργα σε τιμή ευκαιρίας. Ποτέ δεν υπήρχαν. Ποτέ η καλή τέχνη δεν ήταν φτηνή. Και ποτέ ένα καλό έργο δεν ανεβάζει την τιμή του όσο άλλες αξίες. Πριν από 40 χρόνια ένας καλός Παρθένης κόστιζε όσο ένα μεγάλο διαμέρισμα στην περιοχή των Ανακτόρων –σήμερα το διαμέρισμα κοστίζει δύο ή και τρεις φορές παραπάνω από το έργο».

Αυτή η κουβέντα ξεκαθάρισε μέσα μου το τι είναι «ευκαιρία», τι είναι τιμή ενός έργου, πώς διαμορφώνονται οι φούσκες, οι προσδοκίες, η ζήτηση, η προσφορά που καλύπτει τη ματαιόδοξη, την άπληστη ζήτηση. Κι έτσι καταλαβαίνουμε πόσο πολύ η αγορά τέχνης στηρίζεται στην ψυχολογία, όπως και το χρηματιστήριο: η ζήτηση κατασκευάζεται, η προσφορά ακολουθεί. Στα Greek Sales το φρέσκο χρήμα γυρεύει να αγοράσει, στα γρήγορα, συμβολικές αξίες, αναζητεί το γρήγορο πατινάρισμα, έναν old master να κοσμεί το σαλόνι – κρεμασμένος αρκετά μακριά ώστε να είναι αληθινός. Αληθινός, παλιός, αξιοσέβαστος, να διαχέει το κύρος του και την πατίνα. Μια θαλασσογραφία του Βολανάκη προσθέτει παρελθόν στο νεοναυτιλιακό χρήμα – μια ηθογραφία προσκομίζει αστική καταγωγή – ένας μοντέρνος δίνει λούστρο κουλτούρας.

Η τέχνη αποσπασμένη από τις ζωτικές της συμφράσεις (από τον υπαρξιακό-μεταφυσικό πυρήνα που λέγαμε, από τις οργανικές συμφύσεις της με τη ζωή, με τους ανθρώπους κ.λπ.), απολήγει έτσι σε δημοπρατούμενο commodity, σε αντικείμενο κερδοσκοπίας. Εργα θέλουν; Εργα θα έχουν. Κι αν δεν αρκούν όσα υπάρχουν; Θα φτιάξουμε άλλα. Η προσφορά ποτέ δεν σταματά.

Δευτεράντζες, λανθάνοντα, αμφιβόλου προελεύσεως, καταφανώς πλαστά, όλα βαφτίζοντα property of a gentleman, ξεπλένονται σε μια μισοέκθεση, σε μια δημοπρασία, και βρίσκουν τη νέα θέση τους: από μακριά, όλα είναι αληθινά.

Ένα βλέμμα, Καθημερινή 20.04.2008

buzz it!

Δεν χρειάζεται να συμβαίνει κάποια διαδήλωση για να πάθει συμφόρηση η Αθήνα· τελεί μονίμως εν αποπληξία. Η εικόνα της πρωτεύουσας εδώ και πολλούς μήνες είναι εικόνα τριτοκοσμικής μητρόπολης, μείον τον εξωτισμό. Η κυκλοφορία είναι μαρτυρική, για εποχούμενους και πεζούς. Τα στενά πεζοδρόμια είναι κατειλημμένα και ρημαγμένα. Οι δρόμοι αδιάβατοι. Και στις παρυφές επικρατεί βρωμιά.

Η αναγκαστική διέλευση από το αθηναϊκό κέντρο κατακλύζει άγχος τον πολίτη· κάνει ότι δεν το σκέφτεται, λειτουργεί σαν αυτόματο για να γλιτώσει λίγο στρες, περιμένει καρτερικά το φορτηγό να ξεφορτώσει εμφιαλωμένα στην Ακαδημίας, κορνάρει διακριτικά, ελίσσεται ανάμεσα σε λακούβες και κάδους, σφίγγει τα δόντια, έως ότου περάσει η δοκιμασία. Ετσι θωρακισμένοι κι αναίσθητοι κυκλοφορούμε στην πόλη, κι έτσι δεν βλέπουμε πια τον παραλογισμό, την αυθαιρεσία, την ακηδία και την περιφρόνηση του δημόσιου χώρου, από όλους, αλλά κυρίως από τους δημοτικούς άρχοντες, από τις αστυνομικές αρχές και από την πολιτική ηγεσία.

Είναι ντροπή. Ελάχιστα τετράγωνα από τη Βουλή των Ελλήνων, το πρωθυπουργικό μέγαρο και το Δημαρχείο, κυβερνά η ανομία. Στους κεντρικότερους δρόμους, Σόλωνος, Σκουφά, Ακαδημίας, Ιπποκράτους, Συγγρού, παντού, ΙΧ παρκάρουν παρανόμως, SUV διπλοπαρκάρουν με θράσος, φορτηγά ξεφορτώνουν ολημερίς με αναίδεια, μοτοσικλέτες, περίπτερα, ψυγεία και τραπεζοκαθίσματα εξαφανίζουν τα πεζοδρόμια, συνεργεία ξεκινούν εργασίες καταμεσήμερο κι αφήνουν πίσω τους συντρίμμια. Και παντού σκουπίδια, ασάρωτες γωνιές, ρημαγμένες πλάκες, διαλυμμένα ρείθρα, ανασκαμμένοι δρόμοι.

Είναι ντροπή. Αυτή η ασυδοσία, η βαριά δυσλειτουργία, η τόση νοσηρότητα, είναι ντροπή για όλους. Αυτό το χάλι είναι εικόνα του πολιτικού μας πολιτισμού· αυτό το χάλι δείχνει πώς αντιλαμβάνεται την πόλη του ο εκλεγμένος Δήμαρχος, δείχνει πώς εκτελεί το καθήκον του ο Αρχηγός της Αστυνομίας, δείχνει πόσο πονάνε τον τόπο οι τόσοι συναρμόδιοι υπουργοί. Ντροπή τους και ντροπή μας.

Ας απαγορευτεί καθολικά η κυκλοφορία ΙΧ στον ιστορικό δακτύλιο· ας εφαρμοστούν διόδια· ας γενικευτεί η ελεγχόμενη στάθμευση, ας κατάσχονται οι άδειας κυκλοφορίας των παρανομούντων. Ας γίνουν όλα μαζί και ταυτοχρόνως, ας γίνει κάτι άλλο, πιο ριζοσπαστικό. Αλλά ας γίνει κάτι, τώρα, επειγόντως, αμέσως. Γιατί έτσι όπως ζούμε βγάζουμε τα μάτια μας. Γιατί η πόλη είναι αβίωτη, μας βαραίνει, μας λιώνει.

Η πόλη έγινε η ντροπή μας.

Καθημερινή 18.04.2008

buzz it!


Πριν από χρόνια, όταν η μάνα του τριπλοχρυσωμένου Πύρρου Δήμα ρωτήθηκε τι θα ευχόταν για τον γιο της, αν το θυμάμαι καλά, είχε πει μεταξύ άλλων:«Να μην πονάει το παιδάκι μου…» Τόσο απλά. Η μάνα ήξερε κάτι βαθύτερο για τους αγώνες του παιδιού της, το ουσιωδέστερο: τον πόνο του πρωταθλητισμού.

Κι άλλοι ήξεραν. Πολλοί, πάρα πολλοί. Και όλοι βλέπαμε: ρεκόρ, πόνους, εξαφανίσεις, επανεμφανίσεις. Κι όλοι –σχεδόν– μετρούσαμε μετάλλια, χωρίς να μετράμε τον πόνο και την υποκρισία.

Αφού όλοι έτσι κάνουν… Ναι έτσι διεξάγεται η θήρα μεταλλίων. Με υποκρισία, με ντόπα, με υπέρβαση των ορίων, με πόνο. Κι έτσι ακριβώς οι στίβοι, τα κολυμβητήρια, τα γήπεδα, οι παλαίστρες, τα παρκέ και τα ταπί, έγιναν αρένες με θηρία. Εφεδρίνη, αναβολικά, κόκα, συμπληρώματα διατροφής, ενισχυτικά δύναμης – οι ουσίες δεν έχουν σημασία, σημασία έχει η υποκατάσταση: ο αθλητισμός έγινε πρωταθλητισμός, και ο πρωταθλητισμός έγινε σόου στην αρένα, και η αρένα τροφοδοτεί έναν τρελό χορό εκατομμυρίων. Οι Ολυμπιακοί δεν διαφέρουν πια από το ΝΒΑ, άλλωστε επαγγελματίες σόουμεν συγκροτούν πια τις ολυμπιακές ομάδες κι όλοι οι αθλητές σε αυτές τις κατηγορίες είναι επαγγελματίες που αγωνίζονται για τη φανέλα του σπόνσορα, όπου σπόνσορας είναι πια αξεδιάλυτα η κρατική μηχανή πολιτικής προπαγάνδας και η βιομηχανία.

Η ντόπα είναι το λίπασμα της πλανητικής σπορ-μπίζνες, όπως η κόκα είναι η συνεκτική ουσία στη σόου μπιζ. «Δείξε μου ένα οποιοδήποτε μεγάλο δίσκο του ροκ και θα σου πω πόση κόκα βρίσκεται από πίσω του», είχε πει προ πολλών ετών μια κορυφαία καλλιτέχνις του ροκ, η Τζόνι Μίτσελ. Οι ρομαντικοί ήρωες του ροκ, αυτοί που πέθαναν νέοι, πήγαν όλοι από overdose, λυγισμένοι από τη φήμη, την ταχύτητα και το ξέφρενο φλερτ με τα όρια. Κι ήταν όλοι προικισμένοι.

Στην υστερονεωτερική σφαίρα της ποπ κουλτούρας, των μαζικών συνευρέσεων, του μαγευμένου θεατή, των μητροπολιτικών υποκειμένων, του απεγνωσμένου ατομικισμού, της διασκέδασης μέχρι θανάτου, οι ουσίες είναι θεμέλια, δομικοί λίθοι και συνδέουσα ύλη.

Τα οπιούχα και τα ψυχοδηλωτικά είναι το εισιτήριο για την παγανιστική εμπειρία του ροκ, για το ρομαντικό παρανάλωμα επί σκηνής, για το ποπ βεγγαλικό· από τα αθώα και ιδεολογικά ’60s έως τα dj sampling των ημερών μας. Η ντόπα είναι η μυητήρια ουσία για τις μεγάλες επιδόσεις, για τα χρυσά, για την αρένα· μόνο με αυτή μένεις μέσα στο παιχνίδι. Και στις δύο περιπτώσεις, επιδιωκόμενο είναι η διεύρυνση· διεύρυνση της ευαισθησίας, της αντίληψης, της δύναμης, της αντοχής. Λύσσα για τη σκηνή, γιατί εκτός σκηνής δεν είσαι τίποτε.

Αυτός ο καλλιτέχνης–σταρ, αυτός ο αθλητής–τσάμπιον, είναι δραματικά πρόσωπα, παίζουν τους διεσταλμένους εαυτούς τους, ανθρώπους πέρα απ’ το όριο. Κι είναι σκοτεινοί ρομαντικοί ήρωες, αλλά και ενεργούμενα, μονομάχοι που κατεβαίνουν στην αρένα για να σκίσουν σάρκες, τις δικές τους. Στις αφετηρίες και στο φίνις, στους πανηγυρισμούς με τις σημαίες, στα μπιζ και στα ανκόρ των σταδίων, χαιρετούν σιωπηρά: «Ave Caesar, morituri te salutant». Καίσαρ είναι το πλήθος, το καλωδιωμένο πλήθος του πλανήτη, Καίσαρ είναι η τηλεθέαση, οι σπόνσορες, η βιομηχανία, οι ατζέντηδες, η ροή του προγράμματος, η οικονομία του θεάματος, Καίσαρες είμαστε εμείς. Οι μελλοθάνατοι ζητούν παράταση χρόνου και προσφέρουν μυώνες, δύναμη, πόνο, ιδρώτα, τέχνη, συγκίνηση, το σώμα τους και την ψυχή τους. Ολα.

Σε αυτή την αρένα, σε αυτή τη συνθήκη global ανθρωποθυσίας, αν κάποτε στάξει μια ουσία, οι Καίσαρες αποστρέφουν το βλέμμα από τον Μίστερ «ένοχο δείγμα», από την Μις Λιώμα Γουάινχαουζ, και τους αφήνουν βορά στις ύαινες της υποκρισίας. Οι Καίσαρες, εμείς, και ο καισαρο-ποπ κόσμος μας δεν θέλουν να ξέρουν τίποτε πάρεξ σπιντ και θέαμα. Και αίμα.

Σαν την τέχνη του Kοσταρικανού καλλιτέχνη Guillermo «Habacuc» Vargas με το σκυλί που εκτίθεται πεθαίνοντας: το σοκ του θανάτου. Σ’ ένα κοινό βαριά εθισμένο στην τέχνη–σοκ, στην οπτικοακουστική τεκμηρίωση της βίας και του πόνου, σε ανατριχιαστικά βίντεο, η τέχνη γίνεται snuff, ο θάνατος γίνεται live show, αισθητικοποιείται. Kαι αρέσει.

Ένα βλέμμα, Καθημερινή 13.04.2008

buzz it!

Μπορείς να παρακολουθείς μια σύγκρουση και να μην πάρεις το μέρος κανενός; Ο πρόσφατος καβγάς περί ελληνικότητας, με αντίπαλους τον Κ. Γεωργουσόπουλο, αφενός, και τους Β. Λαμπρόπουλο, Αντ. Λιάκο, Στ. Γουργουρή, αφετέρου, με αμφίπλευρες λοιδορίες και πλούτο πολεμικής, μας ξανάβαλε σε ένα πεδίο παρόμοιο με το πεδίο του ατελέσφορου καβγά για το βιβλίο Ιστορίας της ΣΤ΄ Δημοτικού. Σχεδόν. Ελληναράδες εναντίον κοσμοπολιτών, πατριώτες εναντίον γραικύλων, παλαιομοντέρνοι εναντίον μεταμοντέρνων, ελυτόφρονες και σεφερολάγνοι, καβαφιστές γκέι και καβαφιστές στρέιτ, ήταν ο Σολωμός Ελλην ή Εβραίος; Είναι μεταμοντέρνοι ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου και ο Γιάννης Αγγελάκας;

Παρακολουθείς τη διαμάχη τσαλαβουτώντας σε λύματα και σβουνιές, εννοιολογήσεις, ουσιοκρατίες και αμοιβολόγια, λεξικογραφήματα, κι ανάμεσά τους ξεπροβάλλουν τόσο δα και μερικές νύξεις σε πραγματικά κείμενα, σε έργα, σε πρόσωπα και στοχαστές, που μίλησαν για ελληνικότητα, που έστησαν σχήματα αισθητικά και ιδεολογικά, μεταφυσικά και ενορατικά, που προσπάθησαν να βυθιστούν στον καιρό τους και να βρουν ζύγια, που συζήτησαν και συγκρούστηκαν, ξεπροβάλλουν ο Κ. Θ. Δημαράς και η Βακαλό, ο Λορεντζάτος κι ο Εγγονόπουλος, ο Στρατής Δούκας και ο Πεντζίκης, ο Πικιώνης και ο Παπαλουκάς, ο Θεοτοκάς και ο Παπατσώνης, ο Σεφέρης και ο Καπετανάκης, ο Ζαμπέλιος και ο Παπαρρηγόπουλος, ο Παπαδιαμάντης και ο Παλαμάς.

Και ναι, δεν θέλεις να ταυτιστείς με κανέναν από τους συγκρουόμενους – όχι μόνο γιατί δεν συμμερίζεσαι τα επιχειρήματα ή το ύφος τους, αλλά κυρίως γιατί διαισθάνεσαι ότι η πραγματική συζήτηση, η μόνη παραγωγική, είναι η ουσιώδης επαναπραγμάτευση της ελληνικότητας, η μετέξέλιξή της ίσως, αλλά όχι η αυτάρεσκη ισοπέδωσή της ή η φονταμενταλιστική της υπεράσπιση.

Μέση οδός; Οχι – άλλη οδός. Η προγονοπληξία είναι νόσος, η ακλόνητη ουσιοκρατία είναι παρακμή: Οι αιώνιες αξίες που μεταπίπτουν σε στερεοτυπικές βεβαιότητες. Αλλά ανάλογη νόσος είναι η ποζάτη προγονοφαγία, ο εύκολος σχετικισμός, η στείρα προσκόλληση στο δόγμα: Ολα είναι κατασκευές, όλα αναθεμελιώνονται κατά τις κρατούσες δόξες.

Αλλη οδός. Η ελληνικότητα ασφαλώς σχηματίστηκε, αλλά όχι σαν ιδεολογικό πασπαρτού. Μάλλον εξέφραζε την αναζήτηση ταυτότητας των πιο οξυδερκών στοχαστών, την αναζήτηση γενεαλογίας των πιο ανήσυχων δημιουργών, που ζούσαν παραγωγικά στις ακμές των συναντήσεων: Ανατολή, Δύση, μεσαίωνας, αρχαιότητα, Μεσόγειος, Βαλκάνια, γλώσσα, συνείδηση, έθνος, κοσμοπολιτισμός, εδαφική πατρίδα, διασπορά, δημώδες και νεωτερικό. Η ελληνικότητα της γενιάς του ’30 είναι εφαρμοσμένος ρομαντισμός, είναι η ζεύξη του λαϊκού με το μοντέρνο, η συνάντηση του μεσαιωνικού και δημώδους με το έντεχνο και το υψηλό, είναι η επαναφορά των συζητήσεων του ρομαντικού 19ου αιώνα στο πεδίο του συγκρουσιακού και αιματηρού 20ού αιώνα, όταν η Ελλάδα ανασυγκροτείται εδαφικά και φαντασιακά.

Αυτή η ρομαντική – μοντέρνα ελληνικότητα δεν είναι σχήμα και εργαλείο, αλλά αισθαντικότητα, τρόπος να βλέπεις δυναμικά τον εαυτό και το περιβάλλον, να βλέπεις τη συγχρονία με ρήξεις και συνέχειες. Ασφαλώς υπέστη ιδεολογικές χρήσεις, ιδίως στη δραματική εποχή του μετεμφυλίου και του Ψυχρού Πολέμου. Η ίδια η ελληνικότητα, αισθητικά και ιδεολογικά, χρησιμοποιήθηκε αριστερόστροφα και δεξιόστροφα, εναλλάσσοντας πρόσημα: Αλλοτε ελληνοχριστιανικά κι άλλοτε ελληνολαϊκά. Αλλοτε την επεκαλείτο η ευσεβιστική «Ζωή» για να προβάλει τη νέα Ελλάδα που απέληξε στην επταετία, και για να πλήξει συνοδοιπόρους και μιάσματα· κι άλλοτε την επεκαλείτο η κομμουνιστική ορθοδοξία, για να πλήξει τον παρακμιακό Καβάφη, για να εξοντώσει τους δικούς της αιρετικούς και να φτιάξει το εικονοστάσι του σοσιαλρεαλιστικού άκαμπτου λαϊκού. Ισαμε τη μεταπολίτευση.

Λίγοι στοχαστές μελέτησαν αυτή την παράδοξη παραλληλία, του Τσιριντάνη και της Επιθεώρησης Τέχνης, τις καταχρήσεις και την αλλοίωση της ελληνικότητας, από μοντέρνο πρόταγμα σε κούφιο δόγμα· η Ελένη Βακαλό, ο Μανόλης Λαμπρίδης, ο Δ. Ραυτόπουλος, ο Δ. Πάλλας, η παρέα των «Σημειώσεων», προσκόμισαν ολίγα πολύτιμα, καθώς θυμάμαι πρόχειρα τώρα. Και ακολουθούν τώρα οι νεότεροι ιστορικοί, σκαλίζοντας αρχεία.

Η ελληνικότητα, ως ποιητική και ευαισθησία, ως δυναμική αυτογνωσία, ως τρόπος να βλέπουμε τον τόπο και να μυθολογούμε δημιουργικά τα νησιά και τους λερούς φουστανελάδες, ως τρόπος εντέλει να γειώνουμε με το εδώ, και να γεφυρώνουμε το εδώ με τα εκεί, αυτή η ελληνικότητα άνθησε και κάρπισε. Κι ίσως είναι η πιο ενδιαφέρουσα πνευματική σύνθεση στην Ελλάδα του 20ού αιώνα. Αυτής της ελληνικότητας, πυρηνικά δραματικής και ζωντανής ακόμη, δεν της αξίζει σήμερα μια τέτοιου είδους συζήτηση.

Ένα βλέμμα, Καθημερινή 06.04.2008

Οι διπλωματικές εξελίξεις της περασμένης εβδομάδας, με το ελληνικό βέτο στη Σύνοδο του ΝΑΤΟ και ό,τι προηγήθηκε, προσφέρουν αφορμές για να δούμε λίγο βαθύτερα, λίγο πιο έκκεντρα, τους εαυτούς μας.

Καταρχάς ας θυμηθούμε τον υστερικό τρόπο που αντιμετωπίσαμε στη δεκαετία του ’90 το Μακεδονικό· το λόγο που αρθρώθηκε τότε σε μακεδονοφάγες διαδηλώσεις, με αυτοκόλλητα και επιγραφές σε μπουγατσάδικα, χαλβάδες, κοκορέτσια και κεμπάμπ, όλα εδέσματα ελληνοπρεπή. Και πώς λατρέψαμε τις ανασκαφές στη Βεργίνα και το Δίον, πώς προεκτείναμε τον βασιλικό χρυσό και τα κτερίσματα μέχρι τις αίθουσες του ΟΗΕ. Και πώς πετύχαμε μια αναβολή, την ενδιάμεση συμφωνία, και μια υβριδική ονομασία. Τότε ήμαστε εμείς οι εγκλωβισμένοι στον ιστορικισμό και την ονοματολαγνεία· όμηροι υπεροξυμένων αμυντικών ανακλαστικών, αναδελφικών συνδρόμων και μιας μοιραίας καθυστέρησης: είχαμε καθυστερήσει να αντιληφθούμε πόσο ραγδαία και πόσο δραματικά άλλαζαν τα Βαλκάνια, διότι τότε το έθνος ήταν απασχολημένο με κάθαρση σκανδάλων, αλλεπάλληλες εκλογές και ιστορικές συγκυβερνήσεις.

Ο καιρός κύλησε. Η Γιουγκοσλαβία τεμαχίστηκε σε κρατίδια και προτεκτοράτα, αφού πρώτα πνίγηκε στο αίμα και βομβαρδίστηκε ανθρωπιστικά. Τώρα εγκλωβισμένοι στην ονοματολαγνεία βρέθηκαν οι Σλαβομακεδόνες γείτονές μας, καθώς δεν είδαν εγκαίρως εντός και εκτός των συνόρων τους το αλβανικό στοιχείο να διαστέλλεται, αφέθηκαν στον αμερικανικό πατερναλισμό, πείσμωσαν, έμειναν αμετακίνητοι σε ένα κράμα κρατικιστικού τιτοϊσμού και ατλαντικής υποταγής. Η νεοπαγής δημοκρατία, η FYROM, δεν κέρδισε τον χρόνο, δεν ωρίμασε πολιτικά. Το όνομα και ο φαντασιακός αλυτρωτισμός των Αιγαιομακεδόνων της διασποράς τους έγιναν ναρκωτικό και τροχοπέδη.

Αντιθέτως η Ελλάδα σιγά σιγά πέρασε την παιδική ασθένεια των ’90s, πέρασε κι από άλλες δοκιμασίες αυτογνωσίας κι από άλλες συγκρούσεις, ανέμισε λάβαρα και ξόρκια, οργίστηκε με τα Ιμια, ντράπηκε με τα Οτσαλανικά, καβγάδισε για την αναγραφή θρησκεύματος στις ταυτότητες – συζήτησε τέλος πάντων. Πάνω απ’ όλα, οι Ελληνες γεύτηκαν τους γλυκείς καρπούς κάποιων επιτυχιών: Η είσοδος στη ζώνη του ευρώ, τα Ευρωπαϊκά Κύπελλα ποδοσφαίρου και μπάσκετ, οι Ολυμπιακοί Αγώνες του 2004, το καθένα με τον τρόπο του, το καθένα με τους περιορισμούς και τις αντιφάσεις του, πρόσφεραν αυτοπεποίθηση και συγκίνηση, ομοψυχία και περηφάνια. Δεν θέλει πολλά περισσότερα ένας λαός ατομικιστών και αισθηματιών για να ομοθυμήσει και να βγει στους δρόμους.

Το 2008 η Ελλάδα ήταν πια έτοιμη να διαπραγματευθεί μια σαφή ονομασία με τη γείτονα χώρα, και να επιμείνει στην πρότασή της, παρά τις πιέσεις και τις έμμεσες απειλές από τον αμερικανικό παράγοντα. Οπως περίπου έπραξε στην περίπτωση του Σχεδίου Ανάν. Και τότε και τώρα, διαμεσολαβητές και επιδιαιτητές, αγγλοσαξονικής κυρίως προελεύσεως, επέσειαν τον κίνδυνο της διεθνούς απομόνωσης και της καταστροφής, σε περίπτωση που οι Ελληνες αψηφούσαν τα σχέδια και τις υποδείξεις. Και στην καταστροφολογία αυτή συμμετείχαν και πολλοί Ελληνες πολιτικοί και αναλυτές, άλλοτε με καλές προθέσεις αλλά αδύναμα εργαλεία κι έλλειψη ρεαλισμού, άλλοτε από ιδεολογικές εμμονές όπου μια σχολική ορθοφροσύνη υπαγορεύει διπλωματική και ιστορική αυτοχειρία, κι άλλοτε από μειωμένη αντίληψη και αυξημένη εθελοδουλεία. Ναι, συχνά βλέπουμε τμήματα της ηγεμονεύουσας ελίτ να δρουν μυωπικά και δουλικά, κάποτε και με ιδιοτελή κίνητρα, και πάντα σχεδόν χωρίς να προσπαθούν να εξαντλήσουν τα περιθώρια ελιγμών. Σύνδρομο Χατζηαβάτη.

Καμιά καταστροφή δεν συνέβη μετά την καταψήφιση του Σχεδίου Ανάν από το 76% των Ελλήνων της Κυπριακής Δημοκρατίας. Και καμιά καταστροφή δεν υπέστη η Ελληνική Δημοκρατία μετά το βέτο στη Σύνοδο του ΝΑΤΟ. Κάθε διπλωματική επιτυχία είναι προσωρινή· διαρκεί έως ότου αλλάξουν τα δεδομένα και μεταβληθεί η ισορροπία δυνάμεων. Η Ελλάδα μπορεί και πρέπει τώρα να βοηθήσει τη FYROM να ωριμάσει πολιτικά και να εγκαταλείψει την άγκυρα του φαντασιακού μακεδονισμού, να αφήσει πίσω την υπαρξιακή αγωνία του μοναδικού ονόματος· η Ελλάδα έχει βιώσει τέτοια τραύματα επί του φαντασιακού και μπορεί να δείξει κατανόηση.

Οι Ελληνες μπορούν και οφείλουν να βοηθήσουν προς το συμφέρον τους: Μια σταθερή και αξιοπρεπής «Ανω Μακεδονία», χωρίς τραύματα και απωθημένα, είναι μια κάποια εγγύηση στην κερματισμένη και ρέπουσα στην αστάθεια Βαλκανική. Και αφού μιλάμε, καταχρηστικά ίσως, με όρους συνειδήσεων, αισθημάτων και συλλογικών αναπαραστάσεων, ας δούμε και την υλικότατη και καθημερινή βάση, ας σκεφτούμε ότι οι άνθρωποι των Σκοπίων είναι πολύ κοντινοί μας, είναι συγγενείς: μιλούν ελληνικά, μπαινοβγαίνουν στη χώρα μας, ακούνε τα τραγούδια μας, ψωνίζουν στα μαγαζιά μας, εργάζονται σε ελληνικές επιχειρήσεις. Τι μας χωρίζει; Ενα όνομα, ούτε καν: ένα πρόθεμα. Και σε λιγότερο από μια γενιά, ίσως κανείς δεν θα θυμάται το πείσμα, κι από τις δυο πλευρές των συνόρων. Μάλλον τα σύνορα τότε δεν θα είναι καν όπως τα σημερινά. Ισως δεν θα υπάρχουν.

Καθημερινή 06.04.2008

buzz it!


Το βέτο της Ελλάδας στην προχθεσινή σύνοδο του ΝΑΤΟ δεν στρέφεται κατά της FYROM, στρέφεται κατά της αδιαλλαξίας και της πολιτικής μυωπίας των ηγετών της γείτονος χώρας, οι οποίοι διαστέλλουν το εθνικιστικό φαντασιακό των συμπολιτών τους, αγνοώντας τη βούληση και τη διάθεση συνεργασίας του όμορου λαού.

Η παγωνιά που επικράτησε στα Σκόπια, μετά την επ’ αόριστον αναβολή εισόδου της χώρας στο ΝΑΤΟ, δείχνει πόσο πεισμένοι ήταν εκεί οι άνθρωποι από τις ιδιοτελείς παροτρύνσεις των ΗΠΑ, αλλά δείχνει και την ανωριμότητα της ηγεσίας τους. Πίστευαν ότι η αμερικανική πολιτική στα Βαλκάνια, πολιτική αποσχίσεων και αυτονομήσεων, μπορούσε να κάμψει κάθε αντίσταση, κάθε άλλη φωνή. Ωστόσο, οι ΗΠΑ σήμερα δεν μπορούν να επιβάλουν ό,τι θέλουν σε οποιαδήποτε γωνιά του πλανήτη· το κύρος τους έχει τρωθεί από τη δυσμενή εξέλιξη του πολέμου στο Ιράκ και τη συνεχιζόμενη οικονομική κρίση στο εσωτερικό τους.

Η συμβολική ήττα στο Βουκουρέστι μπορεί να σημάνει το τέλος των ψευδαισθήσεων και την απαρχή μιας ωρίμανσης στη γειτονική μας χώρα. Να δουν ότι η Ελλάδα δεν είναι εχθρός, απεναντίας· αλλά ζητεί απλώς μια ακριβή γεωγραφική ονομασία, που δεν θα τρέφει ανιστόρητους αλυτρωτισμούς ή μεγαλοϊδεατισμούς, σε καμία πλευρά των συνόρων. Η από κοινού αναζήτηση λύσης δεν θα οδηγήσει μόνο στην αποδεκτή ονομασία που θα αποτυπώνει την πραγματική εικόνα της περιοχής, αλλά κυρίως θα διευρύνει τους δρόμους συνεργασίας και ανάπτυξης, θα εδραιώσει τους ήδη υπάρχοντες.

Αυτό πρέπει να είναι το επόμενο βήμα της Ελλάδας, μετά τη λύση: μια επίθεση φιλίας και συνεργασίας. Τα Σκόπια χρειάζονται την Αθήνα και η Αθήνα χρειάζεται τα Σκόπια. Οι λαοί ζούν μαζί, αιώνες τώρα, τους ενώνουν πολλά περισσότερα απ’ όσα τους χωρίζουν. Η ομαλή και δημιουργική συνύπαρξη, με αμοιβαίο σεβασμό των ιδιαίτερων φυσιογνωμιών και με ανάδειξη των κοινών χαρακτήρων, είναι η μόνη βιώσιμη οδός στην ιδιόμορφη περιοχή της Βαλκανικής. Τα υπερεθνικιστικά ποντίκια που βρυχώνται, οι τάσεις απόσχισης και δημιουργίας προτεκτοράτων, οι Μεγάλες Ιδέες, η εγκληματικότητα στις νεκρές ζώνες, ενθαρρύνονται ή και πυροδοτούνται από παράγοντες εκτός Βαλκανικής.

Η σύνοδος του Βουκουρεστίου μπορεί και πρέπει να σημάνει την επαναπροσέγγιση, με ειλικρίνεια και ρεαλισμό, χωρίς επιδιαιτητές και δόλιες μεσολαβήσεις. Ας ακουστούν τα χάλκινα της κοινής παράδοσης.

Kαθημερινή 04.04.2008

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

Twitting

  • Να αλλάξει η βαθιά νοοτροπία διαφθοράς που διέπει τη δραστηριότητα γύρω από τη δόμηση -η ομιλία μου στην Ολομέλεια xydakis.gr/?p=9938 16 hours ago
  • Έχουμε το ανθρώπινο δυναμικό, τον τόπο, το κλίμα, παραγωγική βάση, ας κοιτάξουμε μπροστά-στην «Πρώτη Είδηση» το πρωί xydakis.gr/?p=9932 19 hours ago
  • Η αυθαίρετη δόμηση στο παρελθόν έγινε ανεκτή -αν δεν προστατεύθηκε κιόλας- αφήνοντας αρνητικό αποτύπωμα στη φύση, την οικονομία & νοοτροπία 19 hours ago
  • Τώρα στην Ολομέλεια: Οι στρατηγικές κινήσεις απαιτούν χρόνια να ωριμάσουν, το άνοιγμα στην Κίνα ξεκίνησε δέκα έτη πριν και αποδίδει σήμερα 19 hours ago
  • Πριν από λίγο στο Ράδιο Κρήτη 9,84 και τον Γιώργο Σαχίνη για τα μακροχρόνια οφέλη της επίσκεψης του ΠΘ στις ΗΠΑ crete-news.gr/%CE%BD%CE%BE%C… 20 hours ago
  • Η βόμβα διασποράς που κατακερματίζει το πολιτικό σκηνικό κυοφορείτο χρόνια πριν, από τα χρόνια της ευφορίας... xydakis.gr/?p=9927 20 hours ago

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 989,826 hits
Αρέσει σε %d bloggers: