ergobenakivasikow.jpg
Τα πιο σπουδαία, δηλαδή τα θεμελιώδη, της ζωής βρίσκονται μπρος στα μάτια μας, πλάι μας, σε απόσταση μιας αγκαλιάς. Είναι ο άνθρωπός μας, κουρασμένος και εξαίσιος, είναι μια ορισμένη θέση στο τραπέζι της κουζίνας, είναι το ατίθασο τσουλούφι του έφηβου, το αινιγματικό βλέμμα του γάτου, η αυγινή τρίλια του κότσυφα.

Κι άλλα. Τέτοια.

Αυτά τα σπουδαία τρίβονται, σαν βότσαλα ο καιρός τα λειαίνει, και κάποτε χάνεις την αίσθηση της αξίας τους. Γέρνεις στα γρέζια, γδέρνεσαι, ματώνεις, αφήνεις σάρκες και ψυχή· η απαλότητα του λειασμένου βγαίνει εκτός πεδίου οράσεως, και καθώς απομακρύνεσαι απ’ το ακροθαλάσσι με τα βότσαλα, απομακρύνεσαι απ’ την ψυχή σου, από την τοπωσιά των κυττάρων σου.

Το Κόμητο, δειλινό. Οι Περσείδες λούζουν τη Χώρα. Μυρωδιά σαπουνιού και ακονυζιάς. Μυρωδιά εσπρέσο στη Σκουφά. Αντηλιά απ’ την Καστέλα, στον 5ο όροφο.

Γλυμμένα χουλάκια, γλιστρούν απ’ τις αδύναμες χούφτες, σταλάζουν στον χρόνο που αφήνεις πίσω.

Γδέρνεσαι. Και γερνάς. Αφήνεις κομματάκια σάρκας εδώ κι εκεί, σκορπάς τα ψίχουλά σου. Πας κι έρχεσαι. Τα θεμελιώδη, ό,τι ο ποιητής ονομάτισε στερνά χρειώδη, είναι πάντα εκεί, λεία κι αγαπημένα· αλλά καθώς κυλάει ο καιρός, ζητούν κι αυτά το χάδι τους για να παραμείνουν λεία. Ζητούν το βλέμμα και τ’ αγκάλιασμα.

Καθώς γερνάς, γυρνάς.

Η θέση στο τραπέζι δεν άλλαξε. Ούτε η τρίλια – μπορεί ν’ άλλαξε ο κότσυφας. Ούτε τ’ άλλα αλλάζουν· μεγαλώνουν, ωριμάζουν, γλυκαίνουν, βλέμματα, τσουλούφια, αγκαλιές. Γδαρμένος, αποθέτεις το σώμα σου στα γνώριμα βλέμματα, στα παντοτινά χέρια, στις θερμές αγκαλιές – μια Πιετά.

Επιστρέφεις, αιώνια επιστρέφεις. Γυρνάς στα μόνα χρειώδη, στα μόνα, σ’ αυτά που γλύκανε ο χρόνος και ο συγχρωτισμός, σ’ αυτά που αγίασαν καθώς γερνούν, απ’ το αθάνατο άνυσμα της νιότης ώς τον δίκαιο καταποντισμό της μέσης ηλικίας.

Ολα όσα πόθησες, όσα κυνήγησες, όσα ονειροκρούστηκες, όσα φαντάστηκες, όσα διάβασες πάμφωτη νύχτα του Φλωμπέρ στην Καρχηδόνα αναζητώντας την Τανίτ, όσα περιπλανήθηκες με το φανάρι του Μπένγιαμιν στις γκαλερίες της φαντασμαγορίας, με μελανοφορεμένους, με σπρέι και αδρελανίνη, όλα, όλα, βρίσκονται εδώ, από καταβολής, στην αορίστως ίδια θέση στο τραπέζι της κουζίνας, στα κλαριά της βαριάς λεμονιάς, στο βλέμμα, στ’ αγκάλιασμα, απαράλλαχτο με του δώματος τ’ αγκάλιασμα, νύχτα μπλακ-άουτ και νεροποντής. Ολος ο κόσμος γυρνά εδώ, σε μια ορισμένη ελάχιστη θέση, σε ένα σημείο αμετακίνητο, σ’ ένα κοσμικό συμπύκνωμα ― κι ο δάσκαλος του ζεν αχνομειδιά, ίσως και να ’μαθες.

«Στο μικρό περιβόλι δέκα δρασκελιές μπορείς να ιδείς το φως
του ήλιου να πέφτει σε δυο κόκκινα γαρούφαλα σε μιαν ελιά
και λίγο αγιόκλημα.
Δέξου ποιος είσαι.
Το ποίημα μην το καταποντίζεις
στα βαθιά πλατάνια
θρέψε το με το χώμα
και το βράχο που έχεις.
Τα περισσότερα – σκάψε στον ίδιο τόπο να τα βρεις».

(Γ. Σεφέρης, Θερινό Ηλιοστάσι Ζ΄)

[Στα νιάτα μου ήμουν αισθητής, είπε ο Α. τινάζοντας τη στάχτη απ’ το καρέλια. Κοσμοπολίτης, άνθρωπος της Οξφόρδης, της Σορμπόν, homme des lettres, ήξερε να διαλέγει σαμπάνια και να σιγορουφάει Πάουντ και Σελίν. Ανθρωπος πονεμένος και περήφανος, μονάχος, κάποτε έφτασε να μιλάει μόνο με τα φαντάσματα των μεγάλων βιβλίων. Υστερα ξέχεσε τον αισθητισμό, κι άφησε τον πόνο να λειάνει τις προεξοχές, το ’γραφε σε επιστολές κομψών παραπόνων, και σε ποιήματα όλο γωνίες, συνήθισε στα υπαίθρια καφενεία, να πίνει απανωτούς ριστρέτο και να αποθαυμάζει τα κορίτσια να περνούν, και τίναζε λεπταίσθητα τη στάχτη απ’ τα καρέλια. Δεν χρειαζόμαστε πολλά, φίλε μου, τίποτε δεν χρειαζόμαστε, όλα τα έχουμε εδώ.]

Ολα. Δηλαδή, το χρειώδες το ελάχιστο. Πυκνώνει και σταλάζει εδώ. Πάντα εδώ. Ενα θαύμα, μόλις ορατό.

[Προσμένω το βράδυ του αγκαλιάσματος (SMS)]

Ένα βλέμμα, Καθημερινή 09.03.2008

Ζωγραφική: Βασίλης Βλασταράς (γκαλερί Νέες Μορφές, έως 15.03.07)

buzz it!

Advertisements