You are currently browsing the monthly archive for Μαρτίου 2008.

cairo.jpg

Ο οριενταλισμός είναι ακόμη κραταιός στην Εγγύς Ανατολή, δυο αιώνες μετά τους περιηγητές, τους ποιητές και τους ζωγράφους της Ευρώπης, τριάντα χρόνια μετά τον ρηξικέλευθο «Οριενταλισμό» του Εντουαρντ Σαΐντ. Μόνο που τώρα ο οριενταλισμός πουλιέται στον Δυτικό άνθρωπο, ως τουρισμός· και ο Δυτικός τουρίστας αντικρίζει με αυξανόμενη απορία αυτή την πωλούμενη Ανατολή, δεν μπορεί να καταλάβει τη ραγδαία αστικοποίηση, τη σκανδαλώδη ανισοκατανομή πλούτου, την κατίσχυση του τσαντόρ, τους φελάχους με κινητό, τα παιδιά που ζητιανεύουν κάτω από διαφημίσεις πολυεθνικών. Δεν μπορεί να καταλάβει.

Στα ξακουστά ξενοδοχεία του Λούξορ και του Ασουάν, πρώην παλάτια Ισμαηλιτών βασιλέων στον Τροπικό του Καρκίνου, τα λόμπι κοσμούνται από ζωγραφιές και φωτογραφίες τυπικά οριενταλιστικές: κατά τον τρόπο που οι Δυτικοί καλλιτέχνες είδαν κι αισθάνθηκαν την Ανατολή. Στο κομψό Winter Palace του Λούξορ, πάνω από τα βαριά βελούδα και τα μπροκάρ της εισόδου, πάνω από το θρονί του λούστρου και τις πορσελάνες, ένας μεγάλος ρομαντικός που λάτρεψε την Ανατολή, ατενίζει τον εμβρόντητο τουρίστα με τα σορτς: ο Λόρδος Μπάυρον, στη γνωστή προσωπογραφία του Τόμας Φίλιπς, με στολή Αρβανίτη πολεμιστή.

portraitoflordbyron.jpg

Αυτή η εικόνα σημαδεύει το νου μου. Αυτή η εικόνα λέει τόσα πολλά για την ανάδρομη πρόσληψη του οριενταλισμού, για το πώς οι άνθρωποι της Ανατολής είδαν τον εαυτό τους μες στις απεικονίσεις των Δυτικών, και πώς αυτό το διαθλασμένο καθρέφτισμα έφτιαξε συνειδήσεις, στερεότυπα, συμπεριφορές. Αναπόφευκτα θυμάμαι τον οριενταλισμό των δικών μας ζωγράφων, θυμάμαι το ταξίδι προς ανατολάς των Γύζη και Λύτρα, τη νεοελληνική ηθογραφία να πλάθεται βάσει των γαλλογερμανικών προτύπων, τη νεοελληνική συνείδηση να βλασταίνει αξεδιάλυτα πάνω σε πραγματικότητες και στερεότυπα, τους Ελληνες-Ρωμιούς-Γραικούς να πλάθουν εικόνες εαυτού εκ διαθλάσεως και εξ αντανακλάσεως.

Επιστρέφω. Οσο βλέπω παλάτια βασιλέων και λαμπρά ίχνη αποικιοκρατίας, όσο βλέπω τους απόηχους Ντελακρουά και Ενγκρ στους τοίχους, όσο παρατηρώ τις βαθύτατα αισθαντικές φωτογραφίσεις φελάχων και εφήβων, σκέφτομαι πώς κατάφερε να αναδυθεί ο αραβικός εθνικισμός, πώς το κίνημα του Νάσερ έδωσε μια πατρίδα στους ακτήμονες, στους άκληρους και νομάδες, και τους ξανάδωσε τον ποταμό, μαζί με μια τεράστια λίμνη. Κουτσός σήμερα αυτός ο εθνικισμός, ο κοσμικός αραβισμός· μια στρατοκεντρική ελίτ νέμεται την εξουσία και τον πλούτο, χτίζει πολυτελείς περίκλειστες συνοικίες, και ο ισλαμισμός μιλάει στη φτωχολογιά, την παρηγορεί και της φοράει μαντίλα ευσεβείας και εσωστρέφειας.

ellines.jpgellines_2.jpg

Στους τοίχους ταφικών μνημείων, λαξευμένων σε αμμόλιθους πανάρχαιων λατομείων και σε γρανίτες των τροπικών, βλέπω ελληνικές επιγραφές, από το 1880: Τοις Ελλησι χαίρειν. Ποιοι Ελληνες κατέβηκαν ώς εδώ; Ασφαλώς όχι περιηγητές, όχι τουρίστες. Ηρθαν για δουλειές, για εμπόριο, εδώ στη λιπαρή γη πέριξ του Νείλου, άφησαν τις Κυδωνίες και ρίζωσαν εδώ για ένα-δυο αιώνες. Από την Ανατολή στην Ανατολή, εντός του ίδιου κόσμου, Χριστιανοί του Λεβάντε, φορείς αρχαίας γλώσσας, παθιασμένοι γκράφικερ που σκαλίζουν κοραϊσμούς στον φαραωνικό αμμόλιθο, σαν τον Ηρόδοτο, σαν τους Πτολεμαίους. Ο Ελλην εκ Κυδωνιών ακούει τα ονόματα, Ερμούπολις, Θήβαι, Ηλιούπολις, και ξαναβρίσκει γνώριμο τόπο να προκόψει.

Πλάι τις μεγαλόπρεπες πέτρες των ναών, στους πυλώνες και στους οβελίσκους πέντε και έξι χιλιάδων ετών, πλάι στον Ωρο, τον Ανουβι και την Ισιδα, 70 εκατομμύρια άνθρωποι συνωστίζονται γύρω από τον ποταμό. Τα ποταμόπλοια ανεβοκατεβαίνουν, τα αεροπλάνα μεταφέρουν Ιάπωνες και Ευρωπαίους, μυριάδες αστυνομικοί και στρατιώτες φυλάνε άγρυπνοι τη βιομηχανία του τουρισμού, κι ένα ακοίμητο σιγαλό πλήθος τριγυρνά τους τουρίστες: σαν τα αμέτρητα πουλιά του ποταμού, ερωδιοί και στρουθία, προσδοκούν να μαζέψουν τροφή και ψίχουλα. Ζητούν, δεν ζητιανεύουν: μια λίρα, πενήντα πιάστρα, ένα ευρώ. Ο,τι είναι ασήμαντο για τον αμέριμνο καταναλωτή ιερογλυφικών και θεογονίας, είναι ζωτικό και σωτήριο για τον λαό του ποταμού και της ερήμου. Δεν ζητιανεύουν, ζητούν κάτι απ’ όσα η αποικιοκρατία, παλιά και καινούργια, ή τα εγχώρια καθεστώτα, τους παίρνουν – το βαμβάκι, το ρύζι, τη ζάχαρη, τη διώρυγα, τα λιμάνια, τα περάσματα, τα εργατικά χέρια. Κι όλα με καρτερία, πρώτα ο Θεός: Ινσαλάχ.

— Σαλάμ! Γιουνάν; Φρεντ, λοβ, Μισρ – Γιουνάν! Γιούρο, ουάν γιούρο! Σούκραν… Σούκραν…

Σούκραν Μισρ – Ευχαριστώ Αίγυπτο, για την ελάχιστη αστραπή αρχοντιάς που πρόλαβα να δω.

dscf1035.jpg

Ένα βλέμμα, Καθημερινή, 30.03.2008

buzz it!

Advertisements

tibet-photo_19_0171.jpg

Η πολιτεία των μοναστηριών, η «πύλη του κόσμου», μπορεί να μην κερδίσει την αυτοδιάθεσή της τώρα, σίγουρα όμως ο χρόνος κυλάει υπέρ της, υπέρ της βελούδινης δύναμης. Και η αντιπαράθεση αυτή διδάσκει όλους τους υπόλοιπους.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

lena.jpg

Η Λένα Πλάτωνος ήταν η μούσα της ενηλικίωσής μας. Μια κοπέλα της γενιάς μας, που έβαλε τον λυρισμό των σύνθι της πλάι στους Clash και τους Birthday Party, πλάι στον Σκριάμπιν, και μας έβαλε ν’ ακούσουμε την Αθήνα, την Ελλάδα, τους εαυτούς μας.

Το Σαμποτάζ του ’81, με τα απίστευτα φωνητικά του Παλαμίδα, ο Καρυωτάκης, οι Μάσκες του Ηλιου του ’84, αποκάλυπταν μιαν Ελλάδα μοντέρνα και ακομπλάριστη, πονεμένη και ερωτευμένη, κοσμοπολίτισσα και αυτοφυή. Νιώσαμε περήφανοι, ευάλωτοι, πλούσιοι, νιώσαμε εμείς.

Η Λένα Πλάτωνος με τον electronica λυρισμό της, η έγκλειστη της Αλεξάνδρας, μια οπτασία, μια ζεν μούσα, η πολυφίλητη των φυλών και των γενεών, από το ’80 έως σήμερα, η νεράιδα μιας καλαμένιας ντισκοτέκ*.

Την λατρέψαμε τότε, όταν μαζί ενηλικιωθήκαμε, αργά και βασανιστικά. Την αγαπάμε το ίδιο και σήμερα: είναι το ίδιο τρυφερό λαμπερό ανυπόκριτο πλάσμα.

Καλώς ήλθες πάλι, Λένα. Καλοτάξιδη. Σε προσμένουμε στο Ηρώδειο, στις 28 Ιουλίου.

[περίπου όσα είπα τη βραδιά της 18ης Μαρτίου 2008, στον Ιανό, οργανωμένη από την Οδό Πανός για τον καινούργιο δίσκο της Λ. Π. «Ημερολόγια» ― *καλαμένια ντισκοτέκ: του Ερρίκου Σ.]

pegasus_large_t_1581_671930_type11442.jpgthere-will-be-blood.jpg

Και οι δύο ταινίες που σάρωσαν τα Οσκαρ φέτος μιλούν για βία, ερήμωση, μοναξιά, χρήμα, ωμή δύναμη, αποξένωση, θάνατο. Το «Καμιά πατρίδα για τους μελλοθάνατους» των αδελφών Κοέν, και το «Θα χυθεί αίμα» του Π. Τ. Αντερσον, σκιαγραφούν ανθρώπους θηρία, ανθρώπους στη μεθόριο, αντιμέτωπους με ακραίες καταστάσεις, αντιμέτωπους με τους άλλους και τους εαυτούς τους: εναντίον όλων.

Είναι αδύνατον να δεις αυτές τις ταινίες, και να μη σκεφτείς τις αλληγορικές αιχμές τους. Είναι αβάσταχτες, ιδίως το «Καμιά πατρίδα». Σκέφτεσαι ότι οι Κοέν και ο Αντερσον μιλούν για την Αμερική σήμερα. Αλλά μιλούν και για την υπόλοιπη Δύση: το χρήμα, η βία, η ξένωση είναι οι συνθήκες της. Ισως όχι με τον τρόπο του Τεξανού λούζερ και του ψυχάκια φονιά, όχι με την απόλυτη δίψα του πετρελαιοθήρα, πάντως με αναλόγως ωμή λατρεία του χρήματος και της δύναμης.

Ο ζόφος των ταινιών διαφέρει: πιο υπαρξιακός στο Αίμα, πιο σωματικός στο Καμιά πατρίδα. Αλλά και οι δύο αντλούν αφηγήσεις, χαρακτήρες και εικόνες από την κινηματογραφική και λογοτεχνική παράδοση του 20ού αιώνα.

Tο μυθιστόρημα του σοσιαλιστή Απτον Σινκλέρ (1878-1968), που κινηματογραφεί μινιμαλιστικά ο Αντερσον, σκιαγραφεί έναν πρωτοκαπιταλιστή, ένα στοιχειό της φύσης, ερμηνευμένο ιδανικά από τον Ντάνιελ Ντέι Λιούις. Η χωρίς διδακτισμό αφήγηση του Σινκλέρ, για την απληστία και για την αποθηρίωση, φέρνει στο νου έναν άλλο σπουδαίο συγγραφέα, τον Γερμανό αναρχικό Mπ. Τράβεν (ή Ρετ Μαρούτ)· δύο από τα πιο σκοτεινά πολιτικά έργα του σφράγισαν το σινεμά: Ο «Θησαυρός της Σιέρα Μάντρε» (1948) και το «Πλοίο των νεκρών» (1959). Το στόρι απληστίας και ματαιότητας του Θησαυρού, φιλμαρισμένο στεγνά πυρετικά από τον Τζον Χιούστον, αναπαράγεται συμμετρικά και από τον Αντερσον και από τους Κοέν.

treasure4.jpg «Θησαυρός της Σιέρα Μάντρε»

Ο αβάσταχτα κακός Αντον Σιγκούρ (ερμηνευμένος εφιαλτικά από τον Χαβιέ Μπαρδέμ) στην ταινία των Κοέν, συνεχίζει κι αυτός την παράδοση των κακών του αμερικανικού σινεμά, κυρίως των ψυχικά, των ανεξήγητων και απόλυτα κακών. Δεν μπορείς εδώ παρά να θυμηθείς τις ανυπέρβλητες ερμηνείες του Ρόμπερτ Μίτσαμ σε δύο ζοφερές ταινίες: «The night of the hunter» (1955), τη μία και μόνη σκηνοθεσία του Τσαρλς Λώτον, και «Cape Fear» (1962) του Τζ. Λη Τόμπσον.

9421_0012.jpg«The night of the hunter»

Ελάχιστες ταινίες μπορούν να συγκριθούν με το ανεξήγητο και απόλυτο κακό που ενσαρκώνεται στο πρόσωπο του πρώην κατάδικου Χάρι Πάουελ, του ιεροκήρυκα που κυκλοφορεί στο «The night of the hunter» με τις λέξεις Μίσος και Αγάπη χαραγμένες στα χέρια του – και σίγουρα όχι τα ψυχο-σπλάτερ με δολοφόνους σαν τον Χάνιμπαλ Λέκτερ. Ο Πάουελ σκοτώνει για να ζήσει, χωρίς ηδονή και χωρίς σκοπό, όπως ο Σιγκούρ στο «Καμιά πατρίδα»· μόνο που ο Λώτον ζωγραφίζει δραματικά, εξπρεσιονιστικά τον κακό του, ενώ οι Κοέν γέρνουν προς το απειλητικό παράδοξο και την τρομακτική γυμνότητά του. Αυτή η διαφορά απηχεί μια διαφορά καλλιτεχνικής ιδιοσυγκρασίας, ασφαλώς, αλλά και μια αλλαγή στην εικόνιση του κακού, από το 1955 έως το 2008. Ο κακός σήμερα δεν φέρει καν το εξπρεσιονιστικό σκοτάδι του Πάουελ ή τη μανία του βιαστή Μαξ Κάντυ (στο Cape Fear) που φλέγεται για εκδίκηση, για καταστροφή της εφησυχασμένης και κρυπτοένοχης μεσαίας τάξης. Ο Σιγούρ δεν μανιάζει, δεν φλέγεται, δεν το κάνει καν για τα λεφτά, το κάνει για να νιώσει τη δύναμη του θύτη· σκοτώνει σιωπηλά, τεχνικά, με μια συσκευή εκδοροσφαγέα. Κι είναι πιο έρημος, πιο γυμνός από όλα τα θύματά του. Είναι ό,τι δεν μπορεί να κατανοήσει ο κανονικός άνθρωπος, ο σερίφης διώκτης του· ό,τι δεν χωράει στο νου του σκληροτράχηλου θηράματός του· ό,τι δεν χωράει ούτε στο νου του «νορμάλ» ανθρωποκυνηγού – για όλους αυτούς η ζωή έχει μια αξία.

5772_0008.jpg Cape fearcapefear-61.jpg


«Τέλειωσα», λέει στο φινάλε ο φονιάς πετρελαιοθήρας. Μα δεν υπάρχει τέλος. Ουτε στο «Καμιά πατρίδα» υπάρχει τέλος: το θηρίο συνεχίζει στο πουθενά, με το σπασμένο κόκαλο να χάσκει. Καμιά ελπίδα. Σε αυτό το σημείο, το σινεμά του 2008, γυμνό, σπαρακτικό, ερημωμένο, συναντά την πικρή κινηματογραφική παράδοση των ’70s· ανασυστήνει τη μοναξιά, την πίκρα και την καταληκτήρια κατατονία του «Σκιάχτρου» (1973), την ερημιά και τη διάψευση του «Καουμπόη του μεσονυκτίου» (1969), όταν η Αμερική κοιτούσε πικρά τον εαυτό της.

Ο κινηματογράφος αφηγείται το ίδιο σκοτάδι. Χωρίς τέλος.

Ένα βλέμμα, Καθημερινή 16.03.2007

tsolis_1.jpg

Oι συνεχιζόμενες απεργίες για το ασφαλιστικό, αναπόφευκτα, αναστατώνουν την κανονικότητα της καθημερινής ζωής. Και γύρω από αυτήν την αναστάτωση γίνεται πολύς λόγος για δικαιώματα, συντεχνίες, ευθύνη έναντι του συνόλου κ.ο.κ.

Η ταλαιπωρία οδηγεί στη δυσφορία, διότι ο ταλαιπωρημένος πολίτης, ήδη φορτωμένος με πολλά βιοτικά προβλήματα, στρέφεται εύκολα, αυτόματα, εναντίον των απεργών που του κάνουν τη ζωή ακόμη πιο δύσκολη· εναντίον λ.χ. των απεργών της ΔΕΗ, που τον αφήνουν νυχτιάτικα χωρίς φως.

Αυτός ο δύσθυμος πολίτης βρίσκεται σε πολλαπλή συσκότιση· αδυνατεί να κατανοήσει τις απεργίες, ίσως διότι δεν έχει απεργήσει ποτέ, διότι δεν ανήκει καν σε σωματείο, είτε λόγω της φύσεως της εργασίας του είτε λόγω φόβου είτε λόγω καχυποψίας έναντι του συνδικαλισμού.

Αυτός ο ταλαιπωρημένος και δύσθυμος συχνά είναι όμηρος ποικίλων κοινοτοπιών και δοξασιών, εν πολλοίς αβάσιμων: οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι τεμπέληδες, οι τραπεζικοί είναι προνομιούχοι, οι σκουπιδιάρηδες είναι εκβιαστές, οι γιατροί παίρνουν φακελάκια, οι ταξιτζήδες είναι κλέφτες κ.λπ. Αυτή η ισοπεδωτική γενίκευση, η συνάθροιση ολόκληρων επαγγελματικών και κοινωνικών ομάδων κάτω από δυσφημιστικές και διόλου τεκμηριωμένες ταμπέλες, κυριαρχεί στις αναπαραστάσεις του κοινωνικού, στον τρόπο που προσεγγίζει την κοινωνική δυναμική μέγα μέρος του πληθυσμού. Ακόμη και οι δημοσιογράφοι, παρότι πλήττονται και αυτοί από τους ισοπεδωτικούς χαρακτηρισμούς, συχνά παρασύρονται από περιρρέουσες δοξασίες και προκαταλήψεις και δεν υποβάλλουν τις εντυπώσεις τους στη δοκιμασία της πραγματικότητας. Το έχουμε διαπράξει και εμείς το ατόπημα.

Οταν όμως οι πολίτες αντιλαμβάνονται μερικευμένα, αποσπασματικά, στερεοτυπικά και διαστρεβλωμένα την πραγματικότητα, τα υποσύνολα, τις συγκρούσεις, τη δυναμική της κοινωνίας εντέλει, όταν αντιλαμβάνονται την κοινωνική δυναμική μέσα από τηλεοπτικές σκιαμαχίες, κραυγές και ξόρκια, τότε πράγματι υπονομεύεται η κοινωνική συνοχή, όλοι στρέφονται εναντίον όλων και γι’ αυτό δεν φταίνε μόνο οι στερεοτυπικά κακοί, οι σκληροί απεργοί ή οι φθαρμένοι συνδικαλιστές· τότε φταίνε και όλοι όσοι αδυνατούν να καταλάβουν τις πραγματικές πηγές της δυσφορίας τους – αυτοί ίσως περισσότερο απ’ όλους.

Μια κερματισμένη κοινωνία, έρμαιο στερεοτύπων, δοξασιών, άγνοιας, προπαγάνδας και προκάτ σχημάτων, αδυνατεί να κατανοήσει και τις συγκρούσεις, και τις απεργίες, και τη δυναμική των συμβάντων, και τον εαυτό της τον ίδιο: αυτόν πάνω απ’ όλα.

Καθημερινή 14.03.2008

ζωγραφική: Κώστας Τσώλης, Θύτες και θύματα, 2007. Λάδι και χρώμα αλουμινίου σε καμβά, 160 Χ 140 εκατ. (γκαλερί Μπαταγιάννη, έως 19.04.08)

buzz it!

ergobenakivasikow.jpg
Τα πιο σπουδαία, δηλαδή τα θεμελιώδη, της ζωής βρίσκονται μπρος στα μάτια μας, πλάι μας, σε απόσταση μιας αγκαλιάς. Είναι ο άνθρωπός μας, κουρασμένος και εξαίσιος, είναι μια ορισμένη θέση στο τραπέζι της κουζίνας, είναι το ατίθασο τσουλούφι του έφηβου, το αινιγματικό βλέμμα του γάτου, η αυγινή τρίλια του κότσυφα.

Κι άλλα. Τέτοια.

Αυτά τα σπουδαία τρίβονται, σαν βότσαλα ο καιρός τα λειαίνει, και κάποτε χάνεις την αίσθηση της αξίας τους. Γέρνεις στα γρέζια, γδέρνεσαι, ματώνεις, αφήνεις σάρκες και ψυχή· η απαλότητα του λειασμένου βγαίνει εκτός πεδίου οράσεως, και καθώς απομακρύνεσαι απ’ το ακροθαλάσσι με τα βότσαλα, απομακρύνεσαι απ’ την ψυχή σου, από την τοπωσιά των κυττάρων σου.

Το Κόμητο, δειλινό. Οι Περσείδες λούζουν τη Χώρα. Μυρωδιά σαπουνιού και ακονυζιάς. Μυρωδιά εσπρέσο στη Σκουφά. Αντηλιά απ’ την Καστέλα, στον 5ο όροφο.

Γλυμμένα χουλάκια, γλιστρούν απ’ τις αδύναμες χούφτες, σταλάζουν στον χρόνο που αφήνεις πίσω.

Γδέρνεσαι. Και γερνάς. Αφήνεις κομματάκια σάρκας εδώ κι εκεί, σκορπάς τα ψίχουλά σου. Πας κι έρχεσαι. Τα θεμελιώδη, ό,τι ο ποιητής ονομάτισε στερνά χρειώδη, είναι πάντα εκεί, λεία κι αγαπημένα· αλλά καθώς κυλάει ο καιρός, ζητούν κι αυτά το χάδι τους για να παραμείνουν λεία. Ζητούν το βλέμμα και τ’ αγκάλιασμα.

Καθώς γερνάς, γυρνάς.

Η θέση στο τραπέζι δεν άλλαξε. Ούτε η τρίλια – μπορεί ν’ άλλαξε ο κότσυφας. Ούτε τ’ άλλα αλλάζουν· μεγαλώνουν, ωριμάζουν, γλυκαίνουν, βλέμματα, τσουλούφια, αγκαλιές. Γδαρμένος, αποθέτεις το σώμα σου στα γνώριμα βλέμματα, στα παντοτινά χέρια, στις θερμές αγκαλιές – μια Πιετά.

Επιστρέφεις, αιώνια επιστρέφεις. Γυρνάς στα μόνα χρειώδη, στα μόνα, σ’ αυτά που γλύκανε ο χρόνος και ο συγχρωτισμός, σ’ αυτά που αγίασαν καθώς γερνούν, απ’ το αθάνατο άνυσμα της νιότης ώς τον δίκαιο καταποντισμό της μέσης ηλικίας.

Ολα όσα πόθησες, όσα κυνήγησες, όσα ονειροκρούστηκες, όσα φαντάστηκες, όσα διάβασες πάμφωτη νύχτα του Φλωμπέρ στην Καρχηδόνα αναζητώντας την Τανίτ, όσα περιπλανήθηκες με το φανάρι του Μπένγιαμιν στις γκαλερίες της φαντασμαγορίας, με μελανοφορεμένους, με σπρέι και αδρελανίνη, όλα, όλα, βρίσκονται εδώ, από καταβολής, στην αορίστως ίδια θέση στο τραπέζι της κουζίνας, στα κλαριά της βαριάς λεμονιάς, στο βλέμμα, στ’ αγκάλιασμα, απαράλλαχτο με του δώματος τ’ αγκάλιασμα, νύχτα μπλακ-άουτ και νεροποντής. Ολος ο κόσμος γυρνά εδώ, σε μια ορισμένη ελάχιστη θέση, σε ένα σημείο αμετακίνητο, σ’ ένα κοσμικό συμπύκνωμα ― κι ο δάσκαλος του ζεν αχνομειδιά, ίσως και να ’μαθες.

«Στο μικρό περιβόλι δέκα δρασκελιές μπορείς να ιδείς το φως
του ήλιου να πέφτει σε δυο κόκκινα γαρούφαλα σε μιαν ελιά
και λίγο αγιόκλημα.
Δέξου ποιος είσαι.
Το ποίημα μην το καταποντίζεις
στα βαθιά πλατάνια
θρέψε το με το χώμα
και το βράχο που έχεις.
Τα περισσότερα – σκάψε στον ίδιο τόπο να τα βρεις».

(Γ. Σεφέρης, Θερινό Ηλιοστάσι Ζ΄)

[Στα νιάτα μου ήμουν αισθητής, είπε ο Α. τινάζοντας τη στάχτη απ’ το καρέλια. Κοσμοπολίτης, άνθρωπος της Οξφόρδης, της Σορμπόν, homme des lettres, ήξερε να διαλέγει σαμπάνια και να σιγορουφάει Πάουντ και Σελίν. Ανθρωπος πονεμένος και περήφανος, μονάχος, κάποτε έφτασε να μιλάει μόνο με τα φαντάσματα των μεγάλων βιβλίων. Υστερα ξέχεσε τον αισθητισμό, κι άφησε τον πόνο να λειάνει τις προεξοχές, το ’γραφε σε επιστολές κομψών παραπόνων, και σε ποιήματα όλο γωνίες, συνήθισε στα υπαίθρια καφενεία, να πίνει απανωτούς ριστρέτο και να αποθαυμάζει τα κορίτσια να περνούν, και τίναζε λεπταίσθητα τη στάχτη απ’ τα καρέλια. Δεν χρειαζόμαστε πολλά, φίλε μου, τίποτε δεν χρειαζόμαστε, όλα τα έχουμε εδώ.]

Ολα. Δηλαδή, το χρειώδες το ελάχιστο. Πυκνώνει και σταλάζει εδώ. Πάντα εδώ. Ενα θαύμα, μόλις ορατό.

[Προσμένω το βράδυ του αγκαλιάσματος (SMS)]

Ένα βλέμμα, Καθημερινή 09.03.2008

Ζωγραφική: Βασίλης Βλασταράς (γκαλερί Νέες Μορφές, έως 15.03.07)

buzz it!

dscn1688_2.jpgdscn1692_2.jpgdscn1680_2.jpgdscn1682_2.jpgdscn1685_2.jpg

Η αναστάτωση στην αστική ζωή των τελευταίων ημερών, με την απρόβλεπτη και επαναλαμβανόμενη συσκότιση, με τους δημόσιους οργανισμούς να ημιλειτουργούν λόγω διακοπών ρεύματος, με τα σκουπίδια να απειλούν να κατακλύσουν τους δρόμους, με το αθηναϊκό κέντρο μονίμως σε αποκλεισμό ή συμφόρηση, προσγειώνει τη σκέψη στην καθημερινότητα. Η αναγκαστική προσγείωση σε κάνει να δεις την πόλη που ζεις, τη ζωή που πρέπει να κατορθώσεις, την κοινωνία που σε περιβάλλει. Τα διαδοχικά βλέμματα οδηγούν αναπόφευκτα στη δυσθυμία.

Ο αστικός βίος στην Ελλάδα, στην Αθήνα πολύ περισσότερο, είναι δοκιμασία σωματική και ψυχική, είναι δοκιμασία πολιτικού ήθους. Με τις απροειδοποίητες διακοπές ηλεκτροδότησης, λ.χ., ακόμη και ο πιο καλοπροαίρετος αναρωτιέται: Με ποιο δικαίωμα ένας κλάδος εργαζομένων σε οργανισμό κοινής ωφέλειας, διά της αποχής από το καθήκον του, τιμωρεί συλλήβδην την κοινωνία; Τον ασθενή, τον ανήμπορο γέροντα, τον ανάπηρο, τη μωρομάνα, τον μικροεπιχειρηματία; Δεν είναι καθήκον μόνο, είναι και εργασία – θα αντέτεινε ο συνδικαλιστής της ΔΕΗ.

Σύμφωνοι. Αλλά είναι και καθήκον, είναι εργασία με ευθύνη έναντι του συνόλου: Κάθε επαγγελματίας που διαχειρίζεται κοινά αγαθά ασκεί κοινωνικό λειτούργημα, έχει αυξημένη, εντοπισμένη κοινωνική ευθύνη – το νοσοκομείο, η πυροσβεστική, το λιμάνι, το αεροδρόμιο, η αποκομιδή σκουπιδιών, η ύδρευση, η ενέργεια, δεν είναι ψιλικατζίδικο ή μπουτίκ, δεν είναι καφέ–μπαρ ή μεζεδοπωλείο, για να κλείσουν τα ρολά και να αναρτήσουν σημείωμα «επιστρέφω τάχιστα». Αν ανασταλούν αυτές οι εργασίες, αναστέλλεται η λειτουργία του κοινωνικού οργανισμού. Εξ ου και η θεσμοθετημένη πρόνοια για προσωπικό ασφαλείας, σε περίπτωση απεργίας. Αλλά για πόσο μπορεί να λειτουργεί εύρυθμα μια κοινωνία με προσωπικό ασφαλείας;

Η διαφύλαξη των εργασιακών κεκτημένων είναι επιβεβλημένη· είναι ιερή στις σύγχρονες δημοκρατίες, προστατεύεται από νόμους, προστατεύεται και από το Σύνταγμα. Η εργασία, κατ’ εξοχήν υλική και διανθρώπινη σχέση, βρίσκεται στον πυρήνα του κοινωνικού συμβολαίου. Και η ιστορία του εργατικού κινήματος στους νεωτερικούς χρόνους είναι εν πολλοίς η ιστορία των δημοκρατικών κοινωνιών· χάρη σ’ αυτό θεωρούμε σήμερα αυτονόητα το πενθήμερο, το οκτάωρο, τις πληρωμένες διακοπές, την ασφάλιση, ό,τι δηλαδή θεμελιώνει την υλική βάση του καθημερινού βίου. Η συνδικαλιστική παράδοση, από τα μισά του 19ου έως το πρώτο τρίτο του 20ού αιώνα, ήταν το εκκολαπτήριο των μεγάλων κοινωνικών μεταρρυθμίσεων και των μεγάλων (κάποτε και μοιραίων) πολιτικών ουτοπιών. Στο τελευταίο τρίτο του 20ού αιώνα μάλιστα, ο υστερομοντέρνος εργατισμός ασχολήθηκε όχι με τη αύξηση των μισθών, αλλά με έναν ριζικό μετασχηματισμό της εργασίας ως προς τη ζωή, με την ιχνηλάτηση της ουτοπικής δυνατότητας: Για μια ζωή χωρίς την εργασία ως καταναγκασμό.

Στην παρούσα συγκυρία ωστόσο ο τρέχων συνδικαλισμός, εδώ και τώρα, συχνά ξεχνά αυτή την απελευθερωτική και κοινωνιστική παράδοση του νεωτερικού εργατισμού, και ρέπει προς έναν προνεωτερικό συντεχνιασμό. Κάποιες ομάδες εργαζομένων σε νευραλγικούς τομείς, όπως λ.χ. η ενέργεια, οι μεταφορές κ.λπ., αυτονομούνται από το συνολικότερο εργατικό κίνημα, κερδίζουν προνόμια και αγωνίζονται όχι για το κοινό καλό, αλλά πρωτίστως για τη διατήρηση των προνομίων και για την αυτοαναπαραγωγή της κλειστής συντεχνίας. Στην Τράπεζα της Ελλάδος, λ.χ., προσλαμβάνονται προνομιακά τα τέκνα των ήδη εργαζομένων, ενώ η σύνταξη του τεθνεώτος υπαλλήλου της μπορεί να μεταβιβαστεί στην ανύπαντρη θυγατέρα. Στον Οργανισμό Λιμένος Πειραιώς, οι λιμενεργάτες κατάγονται κυρίως από τη Μάνη και κάποιες άλλες περιοχές και αυτοαναπαράγονται, βαζοντας στη συντεχνία τα δικά τους παιδιά και ορίζοντας μόνοι τους τις υπερωρίες τους κ.λπ. Κάτι αντίστοιχο συνέβαινε έως πρόσφατα με τους τυπογράφους των εφημερίδων, τους εφημεριδοπώλες, τους συμβολαιογράφους και ούτω καθεξής. Αυτή η, οιονεί μεσαιωνική, κλειστή δομή συντεχνίας δεν είναι βέβαια αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο ούτε τωρινό· τα μεγάλα λιμάνια, ας πούμε, ιστορικά και σε όλο τον κόσμο, αποτελούν πεδίο συγκρούσεων για τον έλεγχό τους από συντεχνίες, λόμπι και μαφίες.

Βρισκόμαστε άρα ενώπιον ενός παράδοξου αναχρονισμού: Μια οιονεί προνεωτερική δομή δρα αυτόνομη σε ένα νεωτερικό περιβάλλον, οικονομικά και κοινωνικά. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι όσοι έχουν τη δυνατότητα να μπλοκάρουν κάποια κοινωνικά αγαθά ή ζωτικές λειτουργίες, μπορούν να το κάνουν προς ίδιον όφελος και εις βάρος του συνόλου. Και αυτό συμβαίνει συχνά. Οπως και σε άλλα πεδία της δημόσιας σφαίρας, στην εποχή της παγκοσμιοποίησης και των αυτορρυθμιζόμενων αγορών, προνεωτερικοί θύλακοι, όπως οι συντεχνίες και οι κερδοσκόποι, ορίζουν εν πολλοίς τον βηματισμό των νεωτερικών κοινωνιών…

Στις αυτονομούμενες και ενίοτε αντικοινωνικές συντεχνίες δεν μπορεί βέβαια να αντιπαρατεθεί η αδιαφοροποίητη και ποικίλη κοινωνία· η δυσαρέσκειά της δεν μπορεί να εκφραστεί πρακτικά. Απέναντι στις αυθαιρετούσες συντεχνίες μπορεί να βρεθεί μόνο το κράτος, το δημοκρατικό κράτος που εκφράζει την πολιτική κονωνία και όχι τα λόμπι. Πώς αντιπαρατίθενται;

Κι εδώ μπαίνουμε στην καθ’ ημάς πραγματικότητα. Δηλαδή στη μαζική δημοκρατία του κορπορατισμού και των λόμπι, στην πελατειακή διαχείριση της εξουσίας, στον αμοιβαίο εκμαυλισμό πολιτικών και συνδικαλιστών, στον εκμαυλισμό εντέλει των πολιτών: Οι οποίοι διεκδικούν όχι ισοπολιτεία, όχι βελτίωση της εργασιακής συνθήκης (πόσω μάλλον απελευθέρωση από την ξενωτική και απεχθή εργασία), αλλά ένταξη σε μια συντεχνία. Εναν διορισμό… Ιδού. Οταν το κράτος δεν εκφράζει την πολιτική κοινωνία, αλλά ποδηγετείται από λόμπι και ομάδες πίεσης, τότε οι απροστάτευτοι πολίτες αναζητούν ομπρέλα και ένταξη σε προνεωτερικά υποσύνολα: σε μια συντεχνία, σε ένα κλαν…

Σε αυτό το πεδίο συγκρουόμενων συμφερόντων, κυριαρχίας και αλλοτρίωσης, πρέπει να εξετάσουμε την αυτονόμηση των συντεχνιών και τη διάρρηξη της κοινωνικής συνοχής· για να αντιληφθούμε και την ασυνάρτητη, κατακερματισμένη καθημερινότητα.

Καθημερινή 09.03.2008
Ζωγραφική: Timothy Sarson, «Nexus» (γκαλερί Astra, έως 12.03.08)

buzz it!

[Διαβάζεται, ακούγοντας αυτό*: ]

03_-_Taximi_Athinaiko_Kai_Zeimpekiko.mp3
Η πόλη δεν είναι μία. Υπάρχουν πολλές πόλεις μέσα της, η μια πλάι στην άλλη, πλεγμένες, αξεδιάλυτες. Στον ίδιο δρόμο, σε απόσταση ελάχιστων τετραγώνων, συνυπάρχουν ο πλούτος, η λάμψη, η ομορφιά, ο πόνος και ο ζόφος. Και πουθενά αλλού στην Αθήνα αυτή η ανθρώπινη συνύπαρξη δεν είναι πιο δραματική όσο στο ιστορικό εμπορικό κέντρο. Από την οδό Αθηνάς έως την Πειραιώς και από την Ομόνοια ώς τη Στουρνάρη και τη Βάθης, πλάι ακριβώς στις επιβλητικές τράπεζες, στα λαμπρά πολυκαταστήματα, τις ακριβές μπουτίκ, τα νοικοκυρεμένα μαγαζιά για τη μεσαία τάξη, τα λουσάτα καφέ στους πεζόδρομους, εκεί δίπλα ακριβώς, στις πιο πολυσύχναστες εστίες της μεγαλούπολης, βρίσκονται οι πιο φρικτές χωματαρές για ανθρώπινα συντρίμμια.

Πάρτε την οδό Σοφοκλέους απ’ την αρχή, από τη Σταδίου των τραπεζών, των μεγάλων εμπορικών και των βιβλιοπωλείων. Περάστε από το παλιό χρηματιστήριο, το κεντρικό της Εμπορικής Τράπεζας, το κομψό κτίριο της Εθνικής σχεδιασμένο από τον Μπότα· διασχίστε την πεζοδρομημένη κομψή Αιόλου, ζήστε τον παλμό της Βαρβακείου Αγοράς, πιάσατε πια τη βουερή Αθηνάς, στην άκρη της αγγίζετε ήδη την Ακρόπολη.

Διασχίστε την Αθηνάς. Καθώς κατηφορίζετε προς τη Σωκράτους, μπήκατε πια στη ζώνη του λυκόφωτος. Στα επόμενα λίγα τετράγωνα μέχρι την Πειραιώς, ξεχνάτε από ποιον κόσμο έρχεστε. Εδώ βασιλεύει η μυρωδιά της πρέζας και της νόσου, αγριεμένα πρόσωπα, ανθρωπομελίσσια από φυλές διάφορες, νταγκλαρισμένοι μετεωρίζονται μπρος στα παρμπρίζ των διερχομένων – ζωή ανάκατη με θάνατο. Μέχρι την Κουμουνδούρου. Στα μισοσκότεινα στενά ένα αρρωστάκι ξεψειρίζει ένα άλλο, σχεδόν τρυφερά. Δεν προχωρούν πιο μέσα· πιο μέσα είναι η μικροντίσνεϊλαντ του Ψυρρή, τους κυνηγάνε οι μαγαζάτορες.

Στη ζώνη του λυκόφωτος, στα σπλάχνα της πόλης, δεν περιπολούν αστυνομικοί, δεν κόβουν κλήσεις σε απείθαρχες μοτοσικλέτες, εδώ ισχύουν άλλοι νόμοι, άλλο Σύνταγμα, εδώ είναι η επικράτεια του ζόφου. Εδώ μαζεύονται παράδοξα υπόλοιπα, ανθρώπινα ρετάλια, παράπλευρες απώλειες, σαρώνονται σκουπίδια κάτω από την άκρη του χαλιού. Και το χαλί στολίζει όπως όπως το σαλόνι.

Δεν έχω εύκολη λύση, δεν ξέρω αν υπάρχει καν λύση. Το φως εναλλάσσεται με το σκοτάδι. Ξέρω όμως τι βλέπω, και βλέπω την πόλη να εποικίζεται με θύλακους ζόφου, με όλο και πιο φανερό σκοτάδι. Πλάι σε ό,τι λέμε φως.

Καθημερινή 07.03.2008

buzz it!

[*soundtrack: Φανταστικοί ήχοι. Κόπι-πέιστ από το μπλογκ του M. Hulot, thanx tasso bro.]

pbook_lit_small.jpg

Μια αμφιλεγόμενη περίπτωση δημοσιογραφικού μπλογκ αρκούσε για να αμαυρώσει την -μάλλον υπερβολικά ειδυλλιακή- εικόνα για τα μπλογκ που εκαλλιεργείτο στα παραδοσιακά μήντια. Από τους ύμνους για τη «δημοσιογραφία των πολιτών» και τις καλοκαιρινές διαδηλώσεις των σιωπηλών, περάσαμε με την ίδια ευκολία στον αναθεματισμό του μπλόγκινγκ και στην ηλεκτρονική εγκληματολογία. Η πραγματικότητα βέβαια δεν βρίσκεται ούτε στην εξιδανίκευση ούτε στη δαιμονολογία και την αστυνόμευση – προπάντων όχι στην αστυνόμευση. Στα μπλογκ βρίσκεις διαμάντια και στάχτες. Βρίσκεις σοβαρούς και υπεύθυνους μπλόγκερ, ανεξαρτήτως του αν είναι επώνυμοι ή ανώνυμοι· βρίσκεις και ανεύθυνους, κίτρινους και χυδαίους: καθρέφτης της κοινωνίας είναι κι αυτή η μορφή επικοινωνίας, αυτή η πλατφόρμα έκφρασης.

Ο καλύτερος τρόπος ρύθμισης των διαδικτυακών τόπων είναι η αυτορρύθμιση των ίδιων των παραγωγών περιεχομένου και η ενημέρωση επισκεπτών και χρηστών – κι ίσως είναι και ο μόνος εφικτός τρόπος.

Η διαδικτυακή επικοινωνία δεν είναι πλέον προνόμιο ειδικών, δεν είναι μόνο τεχνολογία· είναι μέρος του σύγχρονου νοικοκυριού, σαν το τηλέφωνο και την τηλεόραση, σαν το SUV· είναι τόπος ψυχαγωγίας και ενημέρωσης, είναι το οικιακό στόμιο των αγωγών από και προς την πλανητική database. Τίποτε λιγότερο, τίποτε περισσότερο. Αλλά αυτό είναι ήδη πολύ.

Δυστυχώς η πλειονότητα όσων διοικούν και νομοθετούν σήμερα έχει συντριπτική άγνοια για τη φύση και τη δυναμική του μέσου· εξ ου και είναι επιρρεπείς σε θεμελιώδεις παρανοήσεις και επιρρεπείς στην εύκολη καταστολή, την ίδια ώρα που πλήθος συμβατικών παραβιάσεων τελούνται κάτω από τα μάτια τους, και την ίδια ώρα που όλοι τους μιλούν για την ανάγκη ψηφιακών υποδομών και την ανάπτυξη μιας διαδικτυακής κουλτούρας.

Ασφαλώς η ανωνυμία προσφέρει κάποιον μανδύα προστασίας για τον λιβελλογράφο, τον συκοφάντη, τον κίτρινο, τον αφελή διασπορέα ψευδολογιών. Ωστόσο η επισκεψιμότητα, άρα και η επιρροή, αυτών των «κίτρινων» μπλογκ ή σάιτ, είναι πεπερασμένη: το ψέμα έχει βραχύ βίο, η ατιμία διαρκεί περισσότερο… Τα επώνυμα και έγκυρα μπλογκ είναι αυτά που μακροπρόθεσμα προσελκύουν περισσότερους και σταθερότερους επισκέπτες. Τα άλλα, τα ευκαιριακά και κίτρινα, ξεμένουν απλώς στις ακατέργαστες εκφορτώσεις του Google.

Ας σκεφτούμε επίσης σε πόσα κυκλοφορούντα συμβατικά μέσα, έντυπα και ηλεκτρονικά, φιλοξενούνται καθημερινώς βαριά υπονοούμενα, κανιβαλισμοί προσώπων και βίων, ροζ λεπτομέρειες, μόλις καλυμμένοι εκβιασμοί… Κι ας σκεφτούμε επίσης πώς και πόσο τελέσφορα έχει ρυθμιστεί το ραδιοτηλεοπτικό τοπίο μετά την υποτιθέμενη απελευθέρωση του 1989.

Δεν φαίνεται λοιπόν πως το Διαδίκτυο ή ένας ανώνυμος μπλόγκερ απειλούν τα δημοκρατικά και επικοινωνιακά ήθη – εφόσον βέβαια δεν τελούνται αποδεδειγμένα εγκληματικές πράξεις.

Η βούληση άρα για πάταξη του εγκλήματος δεν πρέπει επ’ ουδενί να συνοδευτεί από μια αντιδημοκρατική και αφιλοσόφητη σπουδή για περιορισμό των επικοινωνιακών και πολιτικών ελευθεριών.

Διαφορετικά, θα οδηγηθούμε σε φαιδρά αλλά κυρίως επικίνδυνα φαινόμενα: να απαγορεύεται λ.χ. νομοθετικά η χρήση ηλεκτρονικών παιχνιδιών (Ελλάδα, 21ος αιώνας), ή κάποιος φανατικός να προκαλεί δικαστικές απαγορεύσεις εναντίον ολόκληρης πλατφόρμας με εκατομμύρια μπλογκ διεθνώς (αντιδαρβινιστής ισλαμιστής φανατικός απέκλεισε τη WordPress από την Τουρκία). Τα μπλογκ δεν θα είναι ίδια, σε πολύ λίγο χρόνο από τώρα· το Διαδίκτυο αλλάζει ραγδαία. Ποιος νόμος μπορεί να προβλέψει και να προκαθορίσει αυτό που κάθε μέρα ξεπερνά και τη μυθοπλασία επιστημονικής φαντασίας;

Καθημερινή, 02.03.2007

Ενα σχετικό Βλέμμα, εδώ.

buzz it!

quality_blogs.jpg
Πρόπερσι, τα μπλογκ ήταν καμιά δυο χιλιάδες, όχι όλα ενεργά. Μερικά από αυτά έχτιζαν ήδη το μικρό κοινό τους, αντάλλασσαν λινκ και φιλοφρονήσεις, μια ορισμένη άμιλλα θέρμαινε τα γραψίματα και τον σχεδιασμό των templates – σαν να άνθιζε μια μικρή κοινότητα.

Πέρυσι, τα μπλογκ ήταν κάμποσες χιλιάδες, οι φωνές πολλές, μερικές δυνατότερες, άλλες μετακόμιζαν από τη γραφή HTML στον έντυπο λόγο, βγήκαν βιβλιαράκια με μπλογκοκείμενα, φτιάχτηκαν οι πρώτοι σταρ. Επεσαν πάνω τους τα μίντια. Μερικοί αυτοσυστήνονταν στα μικρόφωνα ως «μπλόγκερ», χωρίς άλλη περαιτέρω εξήγηση· δήλωναν επάγγελμα «μπλόγκερ». Κεχηνότες οι δημοσιογράφοι αποδέχονταν την αυτόκλητη αυθεντία του «επαγγελματία μπλόγκερ» και ανακάλυπταν το αναδυόμενο πολιτικό υποκείμενο και τις καινοφανείς μιντιακές περσόνες.

Κάπου εκεί, παραμέρισα για λίγο την ακαταμάχητη γοητεία που μου ασκούσε το μπλόγκινγκ και πήρα μια βαθιά ανάσα. Είναι αλήθεια ότι το μπλόγκινγκ μού χάρισε και μου χαρίζει εμπειρίες και μικροχαρές· διεύρυνε την αντίληψή μου για το γράψιμο και την επικοινώνηση των κειμένων· μου γνώρισε ενδιαφέροντες ανθρώπους· με ξανάνιωσε. Στην αρχή του περασμένου καλοκαιριού, όμως, το είδα κι αλλιώς. Είδα ότι το ογκούμενο κύμα των ελληνόφωνων μπλόγκερ δεν συνιστούσε κοινότητα. Το ότι διαφορετικοί εντελώς άνθρωποι μοιράζονταν την ίδια πλατφόρμα Blogspot ή WordPress και κάποιες μίνιμουμ κοινές συμβάσεις δεν τους καθιστούσε σύνολο με κοινά χαρακτηριστικά, σύνολο που μοιράζεται κοινή συμπεριφορά ή κοινή στάση. Νόμιζω ότι ο κοινός παρονομαστής είναι ο ελάχιστος, και είναι τεχνικός: είναι η πλατφόρμα, το εργαλείο, το μέσον, το οποίο υπαγορεύει μια φόρμα ανάρτησης κειμένων, εικόνων, βίντεο, μουσικών. Από ’κεί και πέρα, παρόμοιο είναι μόνο το κέλυφος. Το περιεχόμενο καθορίζει τα υπόλοιπα, δηλαδή όλα.

Η υπόθεση της Αμαλίας, που προκάλεσε την αντίδραση αρκετών μπλόγκερ, μαζί με τις κινητοποιήσεις των SMS που οδήγησαν στις «βουβές διαδηλώσεις» για το περιβάλλον και τις πυρκαγιές, δημιούργησαν την εντύπωση ότι τα μπλογκ είναι η έκφραση του κινήματος των σιωπηλών. Δεν είναι ακριβώς έτσι. Πολλοί, ίσως οι περισσότεροι, απ’ όσους κατέβηκαν στο Σύνταγμα για τις διαδηλώσεις, δεν έχουν μπλογκ, κι ίσως δεν τα διαβάζουν καν. Ολοι όμως είχαν κινητό· το SMS ήταν το medium των «σιωπηλών»…

Τα μπλογκ όμως είχαν μπει πια στην πρώτη σελίδα. Και αβγάτιζαν. Τροφοδοτούσαν τα μίντια με φρέσκο υλικό· μάλλον, με υλικό που έμοιαζε φρέσκο. Διότι μεγάλο μέρος των ελληνικών μπλογκ ανακυκλώνει την εγχώρια μιντιόσφαιρα: τι έγραψαν οι εφημερίδες, τι είπε ο Λαζόπουλος, τι έκραξαν στα παράθυρα. Λίγη είναι η πρωτότυπη ύλη, λίγες είναι οι διαυγείς, καλές πένες, κι αυτές κυρίως σχολιαστικές, αναλυτικές ή λογοτεχνικές. Μάλιστα, καθώς τα μπλογκ πληθαίνουν, η γενική ποιότητα αραιώνει – για να μην πούμε βιαστικά ότι πέφτει. Αναμενόμενο: τα μπλογκ δεν υπερβαίνουν την κοινωνία που τα παράγει, την καθρεφτίζουν μάλλον.

Επιπλέον, πίσω από την παρωνυμία και την ανωνυμία, ο καθείς μπορεί να ασκήσει τον λόγο του δοκιμάζοντας τα όρια αντοχής, τα δικά του και των δυνητικών αναγνωστών. Ο κιτρινισμός, η αναπαραγωγή φημών, τα υπονοούμενα, οι ατεκμηρίωτες αποκαλύψεις, η βωμολοχία, ακόμη και η συκοφάντηση, τελούνται εύκολα από το άυλο και απρόσωπο μπλογκ. Και συχνά αυτό ακριβώς το υλικό φέρνει τους περισσότερους επισκέπτες, σκοράρει τα υψηλότερα νούμερα στα στατιστικά. Παράδειγμα: από τον καιρό που η «Χρυσή Αυγή» ανακάλυψε τα μπλογκ, βρίσκεται συχνά–πυκνά στην κορυφή επισκεψιμότητας της πλατφόρμας WordPress.

Με την υπόθεση του press-gr το εκκρεμές πήγε στο άλλο άκρο. Τα μπλογκ, με την ίδια βιασύνη και άγνοια που βαφτίστηκαν εκφραστές του Νέου Καιρού, τώρα καταδικάζονται ως φωλεές εκβιαστών και συκοφαντών… Ο,τι πιο ανόητο. Και επικίνδυνο. Τώρα αρχίζουν να μιλούν για «ρύθμιση», για tracing, για ηλεκτρονικό έγκλημα, για ανάγκη νέων νόμων που θα περιορίζουν και θα ελέγχουν. Με την ίδια επικίνδυνη γελοιότητα που απαγορεύτηκαν νομοθετικά τα διαδικτυακά και ηλεκτρονικά παιχνίδια στα Ιντερνετ καφέ (χωρίς να μπορεί να εφαρμοστεί έκτοτε η απαγόρευση), για να πληγούν τα «φρουτάκια» και ο δικτυακός τζόγος (που δεν επλήγησαν), τώρα κάποιοι ψιθυρίζουν για περιστολή της «ασύδοτης χρήσης» του Ιντερνετ…

Η παιδική ηλικία των μπλογκ τέλειωσε.

Ένα βλέμμα, Καθημερινή 02.03.2007

Συπληρωματικό op-ed, εδώ.

 

buzz it!

Η δημόσια επιστολογραφία του Μίκη Θεοδωράκη τον τελευταίο καιρό είναι αξιοσχολίαστη ποικιλοτρόπως. Κατ’ αρχάς εντυπωσιάζει ο τρόπος που επιλέγει για να κοινοποιήσει τις απόψεις του σε ό,τι απασχολεί την κοινή γνώμη: τις σκέψεις του και τα διαγγέλματά του ο εκλεκτός μουσικοσυνθέτης τα απευθύνει σε τηλεοπτικές εκπομπές υψηλής τηλεθέασης. Τις προάλλες, λ.χ., στη φούντωση των «ζαχοπουλικών» απηύθυνε επιστολή του στον Μάκη Τριανταφυλλόπουλο («αγαπητέ Μάκη» κ.λπ.) με παράπονα για την επιχορήγηση της ορχήστρας του. Προχθές πάλι, για το κάπως σοβαρότερο θέμα της ονομασίας των Σκοπίων, απηύθυνε σχετική επιστολή-διάγγελμα στον Λάκη Λαζόπουλο, στο καυτό πράιμ-τάιμ μιας σατιρικής τηλεοπτικής εκπομπής.

Είναι προφανές ότι ο δημοφιλής συνθέτης ξέρει πού κατασκηνώνουν τα μεγάλα ακροατήρια, οι μάζες, τα πλήθη. Ξέρει επίσης πώς να αναμιγνύει το εθνικό με το ωφέλιμο, το γενικό με το ατομικό. Και είναι προφανές ότι θεωρεί καθήκον του να λέει την εκάστοτε γνώμη για τα μείζονα θέματα, εθνικά και κοινωνικά.

Θεμιτό. Και αποδεκτό ώς ένα βαθμό. Ωστόσο, από ένα ιστορικό πρόσωπο, όπως ο Μίκης Θεοδωράκης, θα περιμέναμε λίγο βαθύτερη κατανόηση της συγκυρίας και λίγη παραπάνω αίσθηση του ιστορικού διακυβεύματος. Οι προτροπές «ας κλείσουμε λοιπόν τα σύνορα» και «αφού το παιχνίδι είναι έτσι κι αλλιώς χαμένο, τότε ας πέσουμε με το κεφάλι ψηλά», «να είμαστε τουλάχιστον ωραίοι, περήφανοι και χαρούμενοι» δεν βοηθούν κανέναν, ούτε πρακτικά ούτε ψυχικά. Καμιά εθνική υπόθεση δεν κερδίζεται με ηρωικές πτώσεις, με τον αυτοχειριασμό του «μόνου κι έντιμου»· μετά την πτώση, γράφεται μόνο το τέλος, αλλά υπάρχει τέλος στην Ιστορία; Αντιθέτως, η επιμονή, το πείσμα, η σκληρή διαπραγμάτευση, το να μένεις όρθιος και να αντιστέκεσαι, κάπου οδηγούν: επιζείς και ελπίζεις, προχωράς.

Η καλλιτεχνική ιδιοσυγκρασία του προσφιλούς Μίκη προφανώς τον οδηγεί σε μια συναισθηματική, δραματική προσέγγιση καταστάσεων, οι οποίες, ωστόσο, απαιτούν ψυχρό αίμα και ένστικτο θηρευτή, όχι στάση ηρωικού θύματος. Ας ξανασκεφτεί: δεν καλείς έναν λαό να πέσει υπερήφανος· τον καλείς να μείνει όρθιος και υπερήφανος, γιατί μετά την πτώση μένουν μόνο συντρίμμια. Και καλείς τους ηγέτες να μείνουν όρθιοι, αυτοί κυρίως να πράξουν με υπερηφάνεια και ιστορική ευθύνη.

Aλλιώς, κάνουμε και την Ιστορία ατάκες για την τηλεόραση.

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

Twitting

  • Σήμερα στην Ολομέλεια για τον προϋπολογισμό 2018: Να επιστρέψει στους πολίτες η αυτοπεποίθηση, να δώσουμε στους νέο… twitter.com/i/web/status/9… 14 hours ago
  • Χτες στο @Radiofono247 για πόθεν έσχες δικαστών: Η στάση τους προσφέρει εξόχως ένα πολιτικό παιδαγωγικό παράδειγμα.… twitter.com/i/web/status/9… 1 day ago
  • Τώρα έρχεται ξανά η στιγμή που μπορούμε να παίξουμε έναν πολύ σοβαρό και καταλυτικό ρόλο στην βαλκανική και δεν θα… twitter.com/i/web/status/9… 2 days ago
  • Η Ελλάδα είναι το τελευταίο διάστημα αναβαθμισμένη γεωστρατηγικά. Την ωφελεί και επιβάλλεται να είναι εξωστρεφής κα… twitter.com/i/web/status/9… 2 days ago
  • Από άποψη εθνικής στρατηγικής βλέπουμε μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα τα οφέλη από την επίσκεψη Ερντογάν και την α… twitter.com/i/web/status/9… 5 days ago
  • Πολιτικός στόχος της κυβέρνησης το επόμενο διάστημα θα πρέπει να είναι η κατοχύρωση της προστασίας των λαϊκών A' κα… twitter.com/i/web/status/9… 1 week ago

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 991,161 hits
Αρέσει σε %d bloggers: