Ο νέος Αρχιεπίσκοπος, τραυματισμένος στο παρελθόν από τον φατριασμό και τη δημόσια διαμάχη, τρωθείς από το παραεκκλησιαστικό κύκλωμα, καλείται τώρα όχι να ανατρέψει ή να συγκρουστεί, αλλά να θεραπεύσει και να ανασυγκροτήσει. Καλείται όχι να ιδεολογήσει ή να πολιτευθεί, αλλά να θεολογήσει και να ποιμάνει. Αυτό φαίνεται να περιμένουν και το σώμα των πιστών και η πολιτική κοινωνία.

Η ταχεία και ήσυχη εκλογή Αρχιεπισκόπου την περασμένη Πέμπτη διέψευσε όσους περίμεναν συγκρούσεις και τηλεμαχίες. Δεν θα μπορούσε να συμβεί αλλιώς: η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος έχει πληγεί βαρύτατα στο πρόσφατο παρελθόν από παραεκκλησιαστικά σκάνδαλα και τηλεοπτικές αποκαλύψεις. Αρα είχε κάθε λόγο να προφυλαχθεί, να οικονομήσει τον λόγο της, να σιωπήσει και να συγκεντρωθεί στο έργο της.

Η καθαρή και αδιαμφισβήτητη εκλογή του Ιερώνυμου Β΄ κινήθηκε επίσης προς αυτήν την κατεύθυνση: της ηρεμίας και της ανασυγκρότησης. Η Εκκλησία, υπό την ηγεσία του θερμού ρήτορα Χριστόδουλου, κέρδισε πόντους στο κοινωνικό πεδίο, που τους είχε ανάγκη· βγήκε από τους ναούς και ανοίχτηκε στη νεολαία και στις λαϊκές μάζες, εκσυγχρόνισε τον λόγο της, αλλά υπέστη ήττες άλλου είδους. Υπέστη ήττες στο ιδεολογικό και το πολιτικό πεδίο, αλλά και στο αμιγώς εκκλησιαστικό. Και υπέστη ήττες ακριβώς διότι διεκδίκησε ιδεολογικό και πολιτικό λόγο, ως μη όφειλε, και χωρίς να της ζητηθεί. Αξίωσε κυρίαρχο λόγο στην κοσμική σφαίρα και παραμέλησε τον θεολογικό, πνευματικό και ποιμαντικό της ρόλο.

Στο ιδεολογικό-πολιτικό πεδίο η Εκκλησία διά του Αρχιεπισκόπου Χριστόδουλου, την περασμένη δεκαετία, παρουσίασε ένα εθνοκεντρικό πρόσωπο, ξαναζεσταίνοντας το σχήμα του ελληνοχριστιανισμού, πηγή καπηλείας και ταλαιπωρίας για πολλούς πολίτες στη μεταπολεμική ιστορία. Το ελληνοχριστιανικό ιδεολόγημα, κατ’ ουσίαν εσωστρεφές και αμυντικό, προβλήθηκε επιθετικά σε κρίσιμες συγκυρίες, όπως η μάχη των ταυτοτήτων, αλλά και με κηρύγματα μίσους από ιεράρχες κατά την ιδιόμορφη διένεξη με τα Σκόπια για την ονομασία του γειτονικού κράτους. Ο εθνοκεντρισμός πρόβαλε επιθετικός σε πρώτη ανάγνωση, αλλά κατά βάθος ήταν αμυντική, απεγνωσμένη κίνηση για συσπείρωση του χριστεπώνυμου πλήθους γύρω από μια κατασκευή, όταν ο κόσμος άλλαζε ραγδαία κι όταν μεταβαλλόταν βαθιά η δημογραφική σύνθεση των κατοίκων του ελλαδικού χώρου, προκαλώντας θεμιτές ανησυχίες στα πλήθη.

Και ακριβώς τα πλήθη των μη προνομιούχων, ιδίως όσοι είχαν κάθε λόγο να αισθάνονται απειλούμενοι ή δυνάμει αποκλεισμένοι, έτειναν ευήκοον ους στον ιδιότυπο εθνοκεντρισμό με αντιιμπεριαλιστικές αποχρώσεις, που εξέπεμψε η Εκκλησία ως παραμυθία ταυτότητας. Κατ’ αυτό το σχήμα η Εκκλησία λειτούργησε ως άτυπη αντιπολίτευση στον απειλητικό, και πάντως ασαφή, εκσυγχρονισμό που ευαγγελίζονταν οι εγχώριες και διεθνείς ελίτ· υποδύθηκε το κόμμα των φτωχών.

Κι όμως όλη η Εκκλησία δεν ασπάσθηκε αυτό τον εθνοκεντρισμό, ούτε έστρεψε τα νώτα στους οικονομικούς μετανάστες και στους αναγκεμένους που συνέρρευσαν στον ελλαδικό χώρο. Ούτε όλη η Εκκλησία ήταν σύμφωνη για τη μετωπική σύγκρουση με το κοσμικό κράτος, παρότι αυτές οι φωνές δεν ακούστηκαν ευρέως.

Ο νέος Αρχιεπίσκοπος, τραυματισμένος στο παρελθόν από τον φατριασμό και τη δημόσια διαμάχη, τρωθείς από το παραεκκλησιαστικό κύκλωμα, καλείται τώρα όχι να ανατρέψει ή να συγκρουστεί, αλλά να θεραπεύσει και να ανασυγκροτήσει. Καλείται όχι να ιδεολογήσει ή να πολιτευθεί, αλλά να θεολογήσει και να ποιμάνει. Αυτό φαίνεται να περιμένουν και το σώμα των πιστών και η πολιτική κοινωνία.

Η Εκκλησία διασύρθηκε και πληγώθηκε από τα σκάνδαλα· η επαγγελθείσα μεταρρύθμιση δεν έγινε, και αυτό κόστισε. Ο νέος Αρχιεπίσκοπος καλείται από την ιστορική συγκυρία να προβεί σε προσεκτικές μεταρρυθμίσεις – όσα δεν έγιναν τα περασμένα κοσμογονικά χρόνια, για αντικειμενικούς λόγους ή υποκειμενικές αδυναμίες. Καλείται λόγου χάριν να αναθεωρήσει τη θέση των άγαμων και έγγαμων κληρικών εντός του εκκλησιαστικού σώματος: γιατί να μην εκλέγονται επίσκοποι οι έγγαμοι κληρικοί και να μετατρέπονται οι αρχιμανδρίτες σε πραιτωριανούς; Καλείται να αναβαθμίσει ουσιαστικά την εκκλησιαστική εκπαίδευση, χωρίς να ανταγωνίζεται το πανεπιστήμιο και χωρίς να διεκδικεί την ίδρυση μεντρεσέδων. Καλείται να αναβαθμίσει τον ρόλο των λαϊκών, ανδρών και γυναικών, στο σώμα της Εκκλησίας.

Καλείται εντέλει να αποκαταστήσει σχέση διαρκούς αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ κοσμικού κράτους και Εκκλησίας. Προς τούτο έχει ένα πλεονέκτημα: την παράδοση. Ο ελληνικός λαός δεν αντιδικεί με την Εκκλησία· συχνά καταφέρεται επιπολαίως και αορίστως εναντίον «των παπάδων που χαλάνε τη θρησκεία», αλλά ο ίδιος αυτός λαϊκός δεν θα ισχυριστεί ότι είναι άθεος και σίγουρα θα έχει στο περιβάλλον του κάποιον «καλό παπά» που εκτιμά. Αυτό δεν είναι παράδοξο, παρότι ακούγεται αντιφατικό: η Ορθοδοξία είναι ισχυρότατο στοιχείο ταυτότητας για τον Ελληνα, πολιτισμικό και ψυχολογικό, ακόμη κι όταν δεν είναι ευλαβής ή τυπικός. Οι πιο φωτισμένοι και ρεαλιστές από τους ιερείς το γνωρίζουν αυτό και πορεύονται εν οικονομία και αγάπη. Ιδού, αυτά τα ανεκτίμητα μπορεί να προσφέρει η Εκκλησία στη χώρα σήμερα: οικονομία λόγων και έργων, οικονόμηση του χρόνου, παρόντος και ιστορικού, δηλαδή πραγματισμό. Και αγάπη, δηλαδή υπέρβαση και όραμα. Αυτό θα ήταν το ιδεώδες. Ισως συμβεί.

Καθημερινή, 10.02.2007

Advertisements