Πόσο βαθύτερα βρίσκεται ο πάτος; Πόσο πιο δύσθυμη και στρεβλή θα φανεί η δημοκρατία; Πόσο καχεκτική και παθητική είναι η πολιτική κοινωνία; Πόσο πιο μοιρολάτρες και άβουλοι είναι οι πολίτες που παρακολουθούν σαν ριάλιτι τον ολοσχερή εξανδραποδισμό τους; Πόσο περισσότερο πεσιμιστές αντέχουμε να είμαστε ενώπιον της διαρκούς έκπτωσης;

Η νοσηρή συζήτηση περί ροζ dvd, που μπορεί και να μην είναι ροζ, για αγγελιαφόρους χωρίς όνομα και αποδέκτες με απόρρητο, η ανταλλαγή υπαινιγμών και απειλών, οι ράθυμοι χειρισμοί της δικαιοσύνης, η καφενειακή διαχείριση μιας θλιβερής κοινοτοπίας, όλα μαζί καταδεικνύουν πάλι και ξανά το πλαίσιο της μόνιμης, της δομικής κρίσης: ο δημόσιος βίος εν Ελλάδι παράγει παρακμή.

Η πολιτική είναι ύλη μεσημεριανών εκπομπών, ύλη κουτσομπολιού και ελαφρολαϊκής συνωμοσιολογίας. Και υπεύθυνοι γι’ αυτόν τον ευτελισμό του πολιτικού λόγου, για την απαξίωση της πολιτικής πράξης, για τη συρρίκνωση του δημόσιου χώρου, την έκπτωση της πολιτικής κοινωνίας εντέλει, δεν είναι υπεύθυνοι μόνο οι ανάξιοι ή μικροί πολιτικοί – οι προφανείς αυτουργοί. Υπεύθυνοι είναι και δικαστικοί λειτουργοί και δημοσιογράφοι και ακαδημαϊκοί, υπεύθυνοι είναι και οι πολίτες. Την παρακμή την παράγουμε όλοι όσοι τη βιώνουμε, την υφιστάμεθα παθητικοί και αδιάφοροι, και δεν αντιδρούμε.

Το kitsch δεν είναι αισθητικό· είναι κατ’ εξοχήν πολιτικό και ηθικό. Η κυβέρνηση κρύφτηκε πίσω από έναν μετακλητό υπάλληλο, ο οποίος επικαλείται την ανύπαρκτη δημοσιογραφική του ιδιότητα για να μην αποκαλύψει στον ανακριτή κάποιον «δημοσιογράφο» που του ενεχείρισε μια ροζ ταινία, προϊόν υποκλοπής, προϊόν εγκλήματος. Αυτό το σερί γελοίων λεπτομερειών, φυτεμένο στην καρδιά της πολιτικής εξουσίας, αναπαραγόμενο σε σκανδαλοθηρικές φυλλάδες και μεσημεριανές εκπομπές, ανακυκλούμενο σε καφενεία και ταβέρνες, αυτός ο βόρβορος εκβιασμών είναι το kitsch. Μέσα του βυθίζεται όχι μόνο ο δημοσιογράφος-βαποράκι, όχι μόνο οι παρ’ ολίγον αυτόχειρες και η εκβιάστρια για μια θέση στο Δημόσιο, όχι μόνο ο άνθρωπος του πρωθυπουργικού γραφείου, αλλά όλη η χώρα.

Μέσα στο kitsch αντικρίζουμε τη δύσθυμη δημοκρατία, τους αδύναμους ή και γελοίους πολιτικούς, την άβουλη μάζα, τους μαζάνθρωπους που έχουν εκχωρήσει την πολιτική τους υπόσταση σε ανάλογους άβουλους ηγέτες. Οι πεπτωκότες μαζάνθρωποι ψευδοδιοικούνται από μαζάνθρωπους· άβουλοι όλοι, αγελαίοι, πτωχαλαζόνες, χωρίς κρίση, χωρίς ηθικό πυρήνα. Κοινό χαρακτηριστικό τους, η απώλεια του μέτρου, της μετριοφροσύνης και της μετριοπάθειας, η έλλειψη σεβασμού έναντι των θεμελιωδών αξιών της πολιτικής κοινωνίας. Η νεοελληνική μάζα φθονεί τους επιτήδειους, τους αναρριχώμενους, τους πρίγκιπες του μαύρου χρήματος, την παραεξουσία· χλευάζει τους έντιμους, τους ειλικρινείς, τους ευφυείς, τους ευαίσθητους. H λατρεύουσα το kitsch μάζα χλευάζει την verecundia, την μετριοφροσύνη και αιδημοσύνη του Κικέρωνα, άνευ της οποίας ουδέν· χλευάζει την virtu, την πολύσημη πολιτική αρετή του Μακιαβέλι· γκρεμίζει ό,τι δεν τη βολεύει. Και κυριαρχεί.

Πόσο περισσότερο πεσιμιστές αντέχουμε να είμαστε ενώπιον της διαρκούς έκπτωσης; Ο πεσιμισμός τώρα μπορεί να είναι δημιουργικός. Ο σπουδαίος φιλελεύθερος οικονομολόγος Βίλχελμ Ρέπκε, αναλύοντας την κρίση του δυτικού κόσμου το σκοτεινό έτος 1942, ξεκινούσε το φωτισμένο του δοκίμιο με την φερόμενη ως ρήση του Λουδοβίκου 16ου όταν ανέβαινε στο ικρίωμα: «Ολα τούτα διαφαίνονταν εδώ και δέκα χρόνια. Τι με οδήγησε στον εφησυχασμό;» («Η κρίση της εποχής μας», εκδ. Ροές)

Ο πεσιμισμός μπορεί να είναι εποικοδομητικός, ισχυρίζεται ο Ρέπκε: «Επιδιώκει να αφυπνίσει και ταυτόχρονα να ωθήσει σε δράση. Επομένως, δεν είναι αντίθετος μόνο σ’ έναν επιφανειακό οπτιμισμό, αλλά και στη βαθιά παγανιστική, παρακμιακή μοιρολατρία όσων αποδέχονται, αποκαμωμένοι, το αναπότρεπτο πεπρωμένο…»

Ετσι είναι, έτσι θα είναι, έτσι ήταν πάντα – αυτή η κουρασμένη παραδοχή δεν περιέχει καμιά σοφία, περιέχει μόνο υποδούλωση. Ιδια υποδούλωση περιέχει η ψευδής υπόσχεση ενός καλύτερου μέλλοντος, η διασπορά του τυφλού ντετερμινισμού: όλα θα πάνε καλύτερα, μόνα τους, διότι η πρόοδος είναι διαρκής και αναπόφευκτη. Οχι, η πρόοδος είναι εξίσου πιθανή με την καταστροφή. Κι ο φόβος αξεχώριστος απ’ την ελπίδα. Αυτό που μπορεί να τα διαχωρίσει είναι μόνο η απόφαση.

Μια αρρώστια πλανάται πάνω απ’ την Ελλάδα, με πολλά συμπτώματα: παραίτηση, αθυμία, φόβος, κυνισμός, μοιρολατρία, αγελαία συμπεριφορά, απώλεια της κοινότητας, έκλειψη του μέτρου και της προσωπικής ευθύνης, κατάρρευση του αιτήματος για αυτονομία.

Προς τα πού θα γείρει το παρόν; Στον πάτο – αν το αφήσουμε να κυλάει, παθητικοί και αδιάφοροι. Προς το φως – αν η ανησυχία γίνει απόφαση και δράση, δηλαδή πολιτική.

Καθημερινή, 13.01.2008

buzz it!

Advertisements