You are currently browsing the monthly archive for Νοέμβριος 2007.

Οπουδήποτε στην Αθήνα, στις κεντρικές, τις ιστορικές συνοικίες. Στο Παγκράτι, στη Νεάπολη, στα Πατήσια, στον Αγιο Παντελεήμονα Αχαρνών. Αργά το βράδυ. Μια νέα γυναίκα, τριάντα κάτι, αποχωρεί από το σπίτι φίλων της και πάει στο αυτοκίνητό της. Κάτω από το φως των λαμπτήρων νατρίου ψάχνει στην τσάντα το κλειδί.

Μια σιδερένια γροθιά την τραντάζει. Ο πόνος δεν την αγγίζει ακόμη, αλλά ο τρόμος την καταλαμβάνει ακαριαία: πίσω της στέκονται δυο άντρες, ψηλοί, βουβοί. Πιάνουν την τσάντα της, αυτή σαν αυτόματο την προτείνει: Πάρτε την! Δέχεται κι άλλο χτύπημα, θολώνει, είναι σιδερογροθιά· κι άλλο, κι άλλο, πέφτει στα γόνατα. Απομακρύνονται βουβοί, όπως πλησίασαν.

Τώρα νιώθει το αίμα να πλημμυρίζει στυφό το στόμα, δεν νιώθει στόμα, δεν νιώθει γνάθους, μόνο αίμα. Φωνάζει βοήθεια. Ανοίγουν μπαλκονόπορτες, βλέπει εσωτερικά φώτα, φιγούρες ανθρώπων στα μπαλκόνια. Κοιτούν, δεν μιλούν, δεν κινούνται. Φωνάζει χωρίς δυνάμεις. Μια γυναίκα της πετάει ένα πακέτο χαρτοπετσέτες. Σκουπίζει το αίμα. Στην τσέπη του μπουφάν ψαύει το κινητό. Δεν φωνάζει πια. Τηλεφωνεί στους φίλους της, στην παραδίπλα πολυκατοικία.

Στο νοσοκομείο, διαγνώσθηκαν τρία κατάγματα της κάτω γνάθου. Ενας αστυνομικός της είπε, λίγο πατρικά, λίγο ενοχλημένα: Μα τι τα ‘θελες κι εσύ να νυχτοπερπατάς, σε τέτοιο μέρος;

Το μέρος: Αθήνα, κεντρική συνοικία. Η οδός Πιπίνου, φερ’ ειπείν· αλλά κι η Κόνωνος, κι η Βουλγαροκτόνου.

Η αίσθηση: Φόβος. Τυφλός, άλογος, απάνθρωπος. Πιο πολύ κι από τη σιδερογροθιά πονούν οι ανοιχτές, βουβές μπαλκονόπορτες. Οι φοβισμένοι άνθρωποι που κοιτούν και δεν μιλούν, δεν δρουν, δεν συντρέχουν. Μένουν άπρακτοι, μακριά, πιασμένοι στη μέγγενη του φόβου. Η γειτονιά τους είναι εχθρική και ανοίκεια, είναι το Φαρ Ουέστ, είναι το Χάρλεμ και το Μπρονξ, είναι η πηγή του φόβου τους.

Βουτηγμένος στο φόβο, ο άνθρωπος της ιστορικής αθηναϊκής γειτονιάς, χάνει την ανθρωπινότητά του, παύει να δρα σαν άνθρωπος εν κοινωνία, αλληλέγγυος και συμπονετικός, μένει πλάσμα έντρομο, βουβό, σκοτεινό και παγωμένο. Αγρίμι βουβό, στο μπαλκόνι. Ο Σμήαγκολ εκπίπτει σε Γκόλουμ.

Ομως: Στη μητρόπολη που ζούμε, άγρια και προσφιλή μαζί, αύριο, μεθαύριο, κάποιος από μας θα βρεθεί στα γόνατα. Για να σηκωθούμε, χρειαζόμαστε ένα χέρι· για να μείνουμε άνθρωποι, χρειάζεται κάτι παραπάνω από ένα πακέτο χαρτοπετσέτες.

Καθημερινή, 30.11.2007

Advertisements

Η τίγρις της Κρεμόνα μεγαλώνει στην εργατική Ιταλία του ’50-’60, μεθάει με το ροκ-εν-ρολ και την τζαζ, και γίνεται Η Φωνή των χρόνων του ηδονισμού και της χειραφέτησης, τραγουδώντας όχι την εξέγερση αλλά το πάθος, το σμίξιμο, τον χωρισμό, το τριπ του έρωτα.

Τραγουδάει τον ερωτικό παραδομό σε λαμπρά τηλεοπτικά στούντιο, φουτουριστικά και kitsch, σαν ντεκόρ του Gattaca ή του Solaris, τραγουδάει τα ultima melo, τύφλα να ‘χει η Στρέιζαντ και η Μινέλι, είναι ’60s και ’70s, τραγουδάει στα σκηνικά της RAI με ορχήστρες 400 ατόμων και 130 χορωδούς, κρουνάρει την μεταπολεμική αισιοδοξία, λίγο προτού ξεσπάσει ο ιταλικός εμφύλιος.
Mina Mazzini.

Il cielo in una stanza, 1960

(το βίντεο: live, Νάπολι, 1968)
Ο ουρανός μπήκε στην κάμαρα

Quando sei qui con me
questa stanza non ha piu’
pareti ma alberi
alberi infiniti…
Quando sei qui vicino a me
questo soffitto viola
no non esiste piu’.
Io vedo il cielo sopra noi
che restiamo qui
abbandonati
come se non ci fosse piu’
niente, piu’ niente al mondo.
Suona un’ armonica
mi sembra un organo
che vibra per te e per me
su nell’immensita’
del cielo
per te, per me, nel ciel…

Suona un’armonica
mi sembra un organo
che vibra per te e per me
su nell’immensita’
del cielo.
Per te, per me nel ciel»

Σαν είσαι εδώ μαζί μου
ετούτη η κάμαρα δεν έχει
τοίχους πια μα δέντρα
δέντρα ατελείωτα…
Σαν είσαι εδώ στο πλάι μου
ετούτη η μωβ σοφίτα
πάει δεν υπάρχει πιά
βλέπω τον ουρανό πάνω από μας
που μένουμε εδώ
παραδομένοι
λες δεν υπάρχει
τίποτα τίποτα πια στον κόσμο

Μια φυσαρμόνικα ακούγεται
μού μοιάζει όργανο εκκλησίας
που δονείται για σένα και για μένα
ψηλά στο άπειρο
τ’ ουρανού.
Για σένα, για μένα, στον ουρανό…

* Η μετάφραση από τον Sensualmonk, που του το θύμισα, και μου το χάρισε. Τον ευχαριστώ.

picture_12.jpg

drog_a_tek + a piece of tape @ Κύτταρο

Kυριακή 25 Νοεμβρίου, Ηπείρου 48 & Αχαρνών, 22.00, €10

Στο δικό μου γραμματοκιβώτιο το μέιλ προωθήθηκε από μια ζωγράφο, που το είχε λάβει από αναισθησιολόγο του ΕΚΑΒ, που το είχε λάβει κ.λπ. O τίτλος δεν φαινόταν ολόκληρος, ήταν κάτι σαν «**Σημαντικό** Εγκατάλ-» το υπόλοιπο κοβόταν. Η πρώτη αντίδρασή μου ήταν να το προωθήσω στα σκουπίδια· σκέφτηκα ότι θα προειδοποιεί για κανα ιό, πιθανότατα φαρσοϊό, ή κάποιο ανέκδοτο για τα Ζωνιανά, καμιά ανακυκλούμενη ευχή, τέτοια πράγματα. Μηχανικά, το άνοιξα.

Το μήνυμα είχε περάσει από πολλά χέρια, προτού φτάσει σ’ εμένα. Και ήταν ένα σύντομο κείμενο, δραματικό. Τις πρώτες ώρες της 17ης Νοεμβρίου, Πέτρου Ράλλη και Αγ. Αννης, ένα κόκκινο Σιτροέν χτύπησε θανάσιμα ένα νέο άνδρα και τον εγκατέλειψε. Ο αδελφός του, αλαφιασμένος, 28 ώρες μετά το θανατικό, έριχνε ένα μπουκάλι στο διαδίκτυο, μήπως βρεθεί ο ασυνείδητος, ο εγκληματίας.

Το μπουκάλι ταξίδεψε ακαριαία, από φόρουμ σε φόρουμ, από μπλογκ σε μπλογκ, κι από μέιλ σε μέιλ, και μέσα σε δύο εικοσιτετράωρα βρέθηκε στον Τύπο και την τηλεόραση. Τώρα, φαίνεται να μην υπάρχει οδός διαφυγής για τον δειλό που εγκατέλειψε το θύμα του τροχαίου.

Το περιστατικό έρχεται λίγους μήνες μετά το εξομολογητικό-καταγγελτικό μπλογκ της καρκινοπαθούς Αμαλίας, που ευαισθητοποίησε την κοινή γνώμη για την ασυνειδησία μερίδας γιατρών. Και λίγους μήνες μετά τις «βουβές» διαδηλώσεις των μπλογκ και των SMS αμέσως μετά τις μεγάλες πυρκαγιές του καλοκαιριού.

Η δύναμη του διαδικτύου ― ιδού ο πρώτος συνειρμός από αυτό το αυθόρμητο κύμα επικοινωνίας. Σωστά. Ο παγκόσμιος ιστός υπό την παρούσα μορφή του, του Web 2.0, καυχιέται ήδη για τα κοινωνικά δίκτυα που αναπτύσσονται εντός του, για τη δυναμική του ως social medium. Ας μείνουμε όμως στο πρώτο συνθετικό: στο κοινωνικό. Παρά τις Κασσάνδρες και τους στερεοτυπικούς θρήνους περί ολικής αποξένωσης, ή το αντίστροφο ισοδύναμο που παραδίδεται από τη λαίδη Θάτσερ, («δεν υπάρχει κοινωνία αλλά άτομα, άνδρες και γυναίκες…»), φαίνεται ότι κοινωνία υπάρχει. Η κοινωνία των ανθρώπων. Που νοιάζονται, συμμερίζονται τον πόνο, συμμερίζονται ηθικές αρχές, στέκονται σεβαστικοί ενώπιον του θανάτου, στέκονται αλληλέγγυοι στον άγνωστο διπλανό, συντρέχουν όπως μπορούν. Στέκονται μαζί, εν κοινωνία.

Ακόμη κι αν χρειάζεται ένα κόκκινο Σιτροέν, μια Αμαλία, μια Πάρνηθα, για να ξυπνήσουν.

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 23.11.2007

Εικον.: Μάκης Θεοφυλακτόπουλος, χωρίς τίτλο, 2007. Από την έκθεσή του στην γκαλερί Ιλεάνα Τούντα (22 Νοε. – 12 Ιαν.)

buzz it!

Οι μεγάλοι κατασκευαστές καλλυντικών διαπιστώνουν ραγδαία αύξηση της κατανάλωσης προϊόντων ειδικών για άνδρες. Οχι είδη ξυρίσματος και άφτερ-σέιβ Ολντ Σπάις, αλλά άκρως εξειδικευμένα προϊόντα περιποίησης προσώπου, ενυδατικές κρέμες, αντιγηραντικές μάσκες, βάλσαμα για τα μάτια, προϊόντα αποτρίχωσης, βαφές μαλλιών. Σχεδόν δεν υπάρχει είδος που κυκλοφορεί για γυναίκες, που να μην κυκλοφορεί και για άνδρες. Μάλιστα, η πρωτοποριακή εταιρεία του Σαν Φρανσίσκο Nancy Boy (γκέι προελεύσεως και μετροσέξουαλ διασποράς πλέον), με φυσικά προϊόντα περιποίησης μόνο για άνδρες, διαβεβαιώνει τις γυναίκες πελάτισσες ότι τα προϊόντα της είναι ανώτερα από τα ειδικά γυναικεία…

Εξ όνυχος τον λέοντα. Είναι προφανές ότι δεν μιλάμε πια απλώς για το grooming του τζέντλεμαν, αλλά για αλλαγή παραδείγματος: μιλάμε για τον καλλωπισμό του μετροσέξουαλ. Ο όρος μετροσέξουαλ είναι περιεκτικός: ο άνδρας μας είναι μανιώδης του στυλ, φροντίζει σχολαστικά την εμφάνισή του, γνωρίζει φίρμες, υλικά και τεχνικές, αφιερώνει χρόνο και χρήμα. Αυτή η αφοσίωση στο στυλ και την ευεξία δεν τον καθιστά κατ’ ανάγκην θηλυπρεπή, κάθε άλλο: ο μετροσέξουαλ χτίζει το νέο πρότυπο ανδρισμού, ελκυστικό προπάντων στους άνδρες, και ίσως και στις γυναίκες. Επίσης δεν είναι κατ’ ανάγκην γκέι. Πώς άλλωστε; Από τον καιρό των Village People στα τέλη των ’70s, η γκέι κοινότητα είχε επεξεργαστεί μορφές του νεο-macho, ανατρέποντας τα στερεότυπα και εγκαθιδρύοντας άλλα: το leather macho, τη λατρεία των μυώνων, τους αρκούδους κ.λπ.

Μια πρώτη εμφάνιση του μετροσέξουαλ μπορεί να εντοπιστεί στον γιάπη του ’80, για τον οποίο ο καταναλωτισμός γίνεται υποκατάστατο της κοκαΐνης. Ο Μπρετ Ιστον Ελλις είχε αποδώσει αυτή τη φρενίτιδα στο μυθιστόρημά του American Psycho (1991), μ’ ένα παραλήρημα: παρέθετε ονόματα και μοδάτες φίρμες, ετικέτες και brand names· η κατανάλωση ήταν η αναδυόμενη θρησκεία, και νέα θεότητα ήταν ο Εαυτός. Λίγα χρόνια αργότερα, στα μισά των ’90s, ο Βρετανός δημοσιογράφος Mαρκ Σίμπσον έριξε τον όρο «μετροσέξουαλ» στην εφημερίδα Indepedent και η συζήτηση κρατάει αναμμένη έκτοτε.

Μπορούμε ήδη να ανιχνεύσουμε τον ψυχοκοινωνικό πυρήνα του σημερινού μετροσέξουαλ: τον ναρκισσισμό. Ο μέτρο- δεν είναι μόνο γιάπης, είναι μια πολύ ευρύτερη κατηγορία, χωρίς πάγια δημογραφικά χαρακτηριστικά. Δεν ανήκουν σε μια τάξη στελεχών ή κερδοσκόπων, όπως οι γιάπηδες των ’80s, δεν είναι κατ’ ανάγκην υψηλού μορφωτικού επιπέδου, δεν προέρχονται από ένα ορισμένο προαστιακό γένος. Ο,τι συνδέει τους μετροσέξουαλ είναι η συμπεριφορά, το ήθος, το habitus, μια στάση έναντι του εαυτού. Υπό μία έννοια, ο μετρο- είναι αυθεντικός εκφραστής μιας διάχυτης κουλτούρας ναρκισσισμού, και όχι μόνο του lifestyle του ναρκισσισμού. Ο,τι προδιέγραφαν θεωρητικά ο Μαξ Βέμπερ πριν από έναν αιώνα, και ο Κρίστοφερ Λας, πριν από τρεις δεκαετίες, σήμερα είναι διακριτός κοινωνικός τύπος, ένας ιδιότυπος με ανάγλυφους χαρακτήρες και ξεχωριστή συμπεριφορά: παντού γύρω μας.

Τέκνο της μητρόπολης, του αστικού χώρου, των μίντια και των σικ μαγαζιών, τέκνο κάποιων παραφυάδων του ρομαντισμού, ο μετροσέξουαλ έχει μακρινό πρόγονο τον δανδή του Μπωντλέρ και του Οσκαρ Ουάιλντ, τους νεορομαντικούς του ’70 και του ’80· κάποτε μπορεί να θυμηθεί αμυδρά τον λόρδο Μπάιρον. Ο,τι κυριαρχεί όμως στην παρούσα συνθήκη είναι η κατανάλωση· κατανάλωση εμπορευμάτων, στυλ, κάλλους, εαυτού.

 

Stewart Granger, Oscar Wilde, Beau Brummell

Ο μετρονάρκισσος αντλεί απόλαυση από τον εαυτό του, ως αυτό που είναι, που μπορεί να ήταν, που ποθεί να γίνει. Το σεξ, το φλερτ, η ζωική ορμή, η έλξη του άλλου, είναι δευτερεύουσες ή ασήμαντες παράμετροι σε αυτό το συγκείμενο. Η απόλαυση του μετρο- δεν αντλείται από το άλλο σώμα. Η σεξουαλικότητα μπορεί να προκαλεί δυσφορία ή απώθηση, εφόσον αναγκαστικά περιέχει τον άλλο, εφόσον είναι ανταλλαγή υγρών και βασάνων.

Το νέο ανδρικό πρότυπο προβλέπει άνδρες που ζουν αυτάρκεις και ασίγαστοι καταναλωτές, εντός του λατρευόμενου εαυτού, περιβαλλόμενοι από ομοίους ασέξουαλ, ιδανικά πλούσιους, τεκνούς, αυτοερωτιζόμενους, αιώνια αγόρια στοιχειωμένα από Πίτερ Παν και Ντόριαν Γκρέι. Στη ζωή τους η γυναίκα είναι bimbo, είναι bitch, είναι αδερφομάνα, είναι φιλενάδα και συνάδελφος, αλλά ποτέ ερωμένη και μούσα, ποτέ σύντροφος.

Αναγνωρίζετε δικές σας πλευρές, δικούς σας ανθρώπους; Είναι φυσικό. Δείτε το, ψαύστε το, απενοχοποιηθείτε. Αλλά μη μείνετε μόνο στον νάρκισσο εαυτό σας.

Ένα βλέμμα, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 1811.2007

buzz it!

― Πού πας καημένε; Το μάτι σπίθιζε, ειρωνικό ήδη.
― Μ’ έχουν καλέσει να φάμε να τα πούμε, δίστασα.
― Πού;
― Στην ταβέρνα Φ. ― οπισθοχωρούσα βήμα-βήμα.
― Α! Στα τηγανόλαδα!
― Παρντόν;
― Στα τηγανόλαδα, βρε! Στα νεοταβερνεία σε τρέχουν, με τα τηγανιτά προκατατεψυγμένα, με το χύμα κρασί το τανικό, με τα γιουβετσάκια και τα σαχανάκια… Τι θα πιεις εκεί, βρε γκουρμέ; Και τι θα φας, στομαχικέ; Θα βογγάς ολονυχτίς απ’ τις καούρες!

Κλονίστηκα. Η παρέα ήταν εκλεκτή, αλλά το ταβερνείο πρόβαλλε τώρα απειλητικό για τη χρόνια γαστρίτιδα, την οισοφαγίτιδα και τον ουρανίσκο μου μαζί. Ράγισε ο γκουρμές εντός μου. Αλλά επρόκειτο για πρόσωπα αγαπημένα, αδύνατον να κάνω πίσω. Πήγα.

Το κρασί ήταν το γνωστό ακαθόριστο ερυθρό σε πήλινα κανατάκια, τανικό και κουρασμένο. Το λευκό, ελαφρώς οξειδωμένο, σερβιριζόταν χλιαρόθερμο σε θερμοκρασία δωματίου, 25 βαθμούς…Το φαγητό… Το φαγητό στις νεοταβέρνες της επικράτειας επηρεάζεται κυρίως από δύο παράγοντες: μια σταθερά και μια μεταβλητή. Η σταθερά είναι οι κατάλογοι των προμαγειρευμένων βαθείας καταψύξεως: το φαγάκι πάει από τη βαθεία στον φούρνο ή στον microwave κι από κει στο τραπέζι. Εξ ου και οι πληθωρικοί κατάλογοι εδεσμάτων σε μαγαζιά με λιλιπούτειες κουζίνες και σκιώδεις ή ανύπαρκτους μαγείρους.

Η μεταβλητή είναι το κόνσεπτ του μαγαζιού. Τι μαγαζί είναι; Κουλτουριάρικο; Αλτέρνατιβ; Μικρομεσαιοψαγμένο; Νεορουστίκ; Μάντρα του Αττίκ; Ολα μαζί; Το κόνσεπτ διαμορφώνει το ντεκόρ του χώρου και εν μέρει το μενού: παστέλ ή πλακάτα χρώματα, ψευδοροφές και γύψινα (ευτυχώς μπαίνει και κανένας καλός εξαερισμός), κανα αγκρίκολα στοιχείο στους τοίχους ανέμελα ριγμένο να υπαινίσσεται το χωριό στον έπηλυ θαμώνα, και φωτισμοί είτε της τσίμπλας είτε ανατομείου.

Aπό τον καιρό που ο Δειπνοσοφιστής περιέγραφε βιτριολικά την ταβέρνα με το ψυγείο τοτέμ, τη ρώσικη-με-πέτσα, την ασβεστολιθική φέτα, τα μαραμένα μήλα και το βιβλιάριο ενσήμων ΙΚΑ μέσα στο ψυγείο, έχουν αλλάξει πολλά. Το ασυνάρτητο νεοταβαρνείο δεν έχει βλοσυρό ψυγείο, έχει πάσο-μπαρ· δεν έχει τζουκ-μποξ, έχει δορυφορικά ηχεία στις ψευδοροφές. Αλλαξαν πολλά στο ντεκόρ, άλλαξε το επιπολής κόνσεπτ, δεν άλλαξε τίποτε σχεδόν στο φαί, στην πρωταρχική λειτουργία της ρημαδοταβέρνας.

Η μεταβλητή «κόνσεπτ» μετατόπισε απλώς τον ομφαλό του μαγαζιού: από το ψυγείο, στο σύμπλοκο καταψύκτης-microwave. Ο μετασχηματισμός αυτός εκφράζεται στο τραπέζει με πληθώρα ίδιων, απαράλλαχτων προκάτ εδεσμάτων, που υποδύονται ότι είναι ταυτοχρόνως παραδοσιακά-χωριάτικα και αστικά. Μυζηθροπιτάκια, σαχανάκια, γιουβετσάκια σφηνωμένα μέσα σε σπηλαιώδη πήλινα, μελιτζάνες (χειμώνα-καλοκαίρι) που κολυμπούν ύπτιο σε σκοτεινά λάδια. Προκάτ, προβλέψιμα, άνοστα (και ολέθρια για στομαχικούς).

Και το επιδόρπιο: γιαούρτι made in EU, από κουβά, με ταγκισμένα καρύδια και βουλγάρικο μέλι, ή παγωτό από κουβά. (Ωιμέ! Τέτοιο καϊμάκι παγωτό από κουβά, καθ’ ομολογίαν του σέφ, σέρβιρε προ τριετίας κορυφαίο ρεστωράν με αστέρι Μichelin…)

Τι είναι εντέλει το περιγραφέν γένος της Νεοταβέρνας; Είναι οι άνθρωποι που συχνάζουν εκεί· πάνε εκεί για να «βγουν», όχι για να φάνε. Δεν θέλουν να φάνε. Εξ ου η νεοταβέρνα δεν είναι ρεστωράν, δεν είναι μαγέρικο, δεν έχει κουζίνα, δεν έχει μάγειρα, δεν έχει επαγγελματίες σερβιτόρους, γενικά ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ. Ορίζεται αποφατικά. Και λατρεύεται από ευλαβείς νεοέλληνες, νεοαστούς, νεο-something, με συγκεχυμένη εικόνα της παράδοσης και ραγισμένη εικόνα εαυτού εν τω παρόντι χρόνω.

(Οι παρέες όμως… Πώς θερμαίνουν!)

εικον.: Μαν. Ζαχαριουδάκης

buzz it!

Διάβαζα προσεκτικά ένα άρθρο σε κυριακάτικη εφημερίδα («Τέχνη και χρήμα (πολύ)»), για την τέχνη και το χρήμα. Ο συντάκτης του υποστηρίζει λίγο-πολύ ότι δεν υπάρχει εικαστική δημιουργία, τέχνη, εκτός αγοράς. Φέρνει παραδείγματα από το διεθνές παζάρι έργων τέχνης, στο οποίο διακινούνται δισεκατομμύρια και πλάθονται υπεραξίες, ταυτίζει την αγορά με την οικονομία, συμπεραίνει ότι η τέχνη δεν νοείται εκτός οικονομίας/αγοράς, για να καταλήξει ότι όσοι μιλούν για μια τέχνη εκτός αγοράς το κάνουν από μια επίμονη πίστη, μια ηθική στάση, με ιουδαιοχριστιανική μάλλον ρίζα.

Σκέφτομαι το ίδιο γυρισμένο απ’ τη φόδρα. Διακρίνω στο άρθρο καλή γραφή και αιχμηρό στυλ, μια κομψή υπεράσπιση του κυρίαρχου· αλλά πίσω από την κομψή πρόζα, διακρίνω επίσης σύγχυση ορισμών, μερίκευση εννοιών, αναγωγισμό, ταυτολογίες – εντέλει μια απολογητική του κυρίαρχου ως μοναδικού, ως του μόνου πραγματικού, με ταυτόχρονη απόκρυψη ή άγνοια του πολύπλοκου και πλούσιου τοπίου του 21ου αιώνα.

Ο αρθρογράφος Α. Ζενάκος κατ’ αρχάς ορίζει την τέχνη ως εικαστική, και μάλιστα τέχνη αντικειμένων που πωλούνται ακριβά, μια τέχνη προϊόντων commodities. Ετσι όμως στενεύει υπερβολικά το πεδίο· τίθεται εκτός ιστορικής προοπτικής, μάλιστα της προοπτικής του μοντερνισμού, ο οποίος μίλησε και μιλάει για μια τέχνη πέραν του αντικειμένου, για το πνευματικό και το υπερβατικό στην τέχνη (Κλέε*, Καντίνσκι, Μάλεβιτς) ή και το ξεπέρασμα της ίδιας της τέχνης (dada, situationnistes). Και φαίνεται επίσης να αγνοεί την τρέχουσα αναθεμελιωτική συζήτηση για το τι είναι καλλιτεχνικό προϊόν στην εποχή του ΥouTube, των peer to peer ανταλλαγών και των άπειρων μικροπαραγωγών που αναδιευθετούν και μετασχηματίζουν το παραδεδομένο καλλιτεχνικό υλικό με sampling και mashups – ως υποδειγματικοί μεταμοντέρνοι οικοτέχνες.

Εκτός του μοντερνιστικού παραδείγματος και εκτός της ζέουσας πραγματικότητας λοιπόν. Μα η τέχνη χωρίς τη σχέση της με την παράδοση (αμφίθυμη ή και πατροκτόνο σχέση), και χωρίς την καινοτομία, χωρίς τη διαπίδυση με τις επιστήμες και την τεχνολογία, ασφαλώς είναι commodity, είναι κάτι που θάλλει εντός αγοράς και μόνον εκεί, ουσιοκρατικά. Αλλά είναι τέχνη;

Η kitscherella του Κουνς ή του Χιρστ εμπεριέχει ειρωνικές χειρονομίες, εμπεριέχει το Λας Βέγκας και την Μπάρμπι, είναι ποπ φαντασμαγορία, ενδεχομένως παράγει υπεραξίες για τα funds των επενδυτών, αλλά δεν είναι τέχνη σήμερα. Ή, τουλάχιστον, είναι πολύ λιγότερο δραστική –η kitscherella– και επιδραστική και εμπορική, από τα δικτυακά βίντεο γκέιμ και τα mashups και τις ροκ συναυλίες. Σε σχέση με τη μαζικά διακινούμενη τέχνη της ψηφιακής ποπ σφαίρας, αυτή η τέχνη των εικαστικών σταρ είναι μικροσκοπικό niche market, είναι εκτός αγοράς… Είναι εκτός της πλανητικής δικτυακής διανομής.

Γυρνώ στον μοντερνισμό, στο αίτημά του για πνευματικότητα και υπέρβαση. Παρ’ όλο τον εγγενή μεσσιανισμό τους, τα αιτήματα αυτά φέρουν και απελευθερωτικό περιεχόμενο. Εντάσσονται σε ένα πολιτικό φιλοσοφικό σχέδιο που αναζητεί τα θεμελιώδη: μια κοινωνία χωρίς διαχωρισμό πνευματικού-υλικού, μια ζωή που βιώνεται σαν τέχνη, μια τέχνη που χορταίνει την υπαρξιακή και ψυχική δίψα. Το σχέδιο είναι ουτοπικό, μα όχι και αδρανές ή μη παραγωγικό· παρήγαγε και παράγει καινοτομίες, ρήξεις, επαναφορές· μετασχηματίζει συνειδήσεις και νοοτροπίες.

Η αγορά ακολουθεί την καινοτομία, σπεύδει να καλύψει το κενό από τη ρήξη, δεν παράγει. Ο τραπεζίτης Ροκφέλερ κατά τη σύσταση του Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης παίρνει για σύμβουλο τον Καντίνσκι: ο αρχιερέας του πνευματικού συλλαμβάνει το κόνσεπτ του καθεδρικού των αστών για τον ύστερο 20ό αιώνα· ο πάπας του εννοιολογισμού Ντυσάν συμβουλεύει την Γκουγκενχάιμ για τη συλλογή της, η οποία παντρεύεται τον ντανταϊστή-σουρεαλιστή Ερνστ και τον εντάσσει στην αυλή με τα σκυλάκια της· η Βάντερμπιλτ Γουίτνεϊ χολιασμένη αγοράζει κοψοχρονίς όλους τους Χόπερ και στήνει το δικό της μουσείο. Οι σχέσεις είναι αμφίδρομες και αντινομικές, συχνά αυτοϋπονομευμένες, αλλά παραγωγικές· και πάντως δεν στήνουν μουσεία και συλλογές με όρους αγοράς των hedge funds. Μάλιστα, οι συλλογές αυτές συγκροτούνται για να καταστούν δημόσιες, για να διαχυθούν στη δημόσια σφαίρα· οι μεγιστάνες δεν κερδοσκοπούν με την τέχνη, αλλά με μετοχές, πετρέλαιο και χάλυβα.

Βάζω άνω τελεία. Υπάρχει και άλλη οικονομία εκτός της κυρίαρχης αγοράς· η οικονομία των δικτυακών ανταλλαγών και του Open Source, λ.χ., μορφώματα καινοφανή και ριζοσπαστικά. Και υπάρχει τέχνη εκτός αγοράς, εντός της παράλληλης καινοφανούς οικονομίας: ενδεχομένως, η πιο καινοτόμος και ενδιαφέρουσα. Πνευματικά.

Ένα βλέμμα, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 11.10.2007

εικον.: Δ. Χανιώτη

* «Δεν περιορίζομαι στο εδώ και τώρα – ανήκω τόσο στους νεκρούς, όσο και στους αγέννητους. Πιο κοντά στην καρδιά της δημιουργίας από τους περισσότερους, όχι όμως και αρκετά κοντά ακόμη.»Paul Klee, Ημερολόγια.

Further reading:

Χωρίς λεφτά ― με χαρά.

Φονικό από άγνοια.

Warning: Out of Memory (pdf, σελ. 24).

FUTURA blog: «Πολύ χρήμα, μικρό καλάθι (αξιών)».

Παραπέρα further:
Μια νύχτα στην εξοχή.

Η Αθήνα – στερεότυπα.

Περί τέχνης, αργά τη νύχτα.

Ο Αγριόγατος των Πεταλιών.

Καρδιά ξεγυμνωμένη.

buzz it!

H αυτόνομη περιοχή των Ζωνιανών προσφέρει την πιο ακραία εκδοχή της ανομίας και της βίας: τα προσφέρει ως θέαμα, ένα kitsch υβρίδιο Αγριας Συμμορίας, Αστερίξ και Ζορμπά. Από τα καταγωγικά θεάματα όμως το ριάλιτι Ζωνιανά κρατά μόνο τις γραφικές λεπτομέρειες, ό,τι μυθολογείται ως μαγκιά και λεβεντιά· και απορρίπτει το ρίσκο, τη θυσία, την ειλικρίνεια, την ολιγάρκεια, την απόγνωση ή τον οίστρο. Το ριάλιτι Ζωνιανά είναι εντέλει ένα Pulp Fiction: η βία αισθητικοποιείται, κρύβει τα ειδεχθή της κίνητρα, και εμμέσως αποθεώνει την απληστία, τον ατομικισμό του πιστολά και την οργάνωση ανά φυλές μπρατσωμένων.

To ιδιόρρυθμο αυτό ριάλιτι ωστόσο, παρότι ακραίο, δεν είναι μεμονωμένο. Δείχνει κάτι για τη γενικευμένη ροπή προς ανομία και περιφρόνηση του δημόσιου χώρου. Ο καθημερινός λόγος είναι γεμάτος από μαφίες; Μαφία του πετρελαίου, μαφία των χωματερών, μαφία των νεκροταφείων, μαφία των ταξί, των παρκαδόρων, των οικοπεδοφάγων, των λατομείων, των νυχτερινών κέντρων, των δουλεμπόρων. Και παραλλήλως οι διεφθαρμένοι του κρατικού μηχανισμού που εξυπηρετούν και συγκαλύπτουν: στις εφορείες, στις πολεοδομίες, στην αστυνομία, στα δικαστήρια. Ποιος αμφισβητεί ότι υπάρχουν και δρούν τέτοια κυκλώματα;

Ασφαλώς δεν υπάρχει τέλεια κοινωνία. Απαιτούμε όμως δημοκρατική και ευνομούμενη κοινωνία, βιώσιμη. Με πολίτες που συμβιώνουν βάσει συνομολογημένων κανόνων, με κοινά αποδεκτό ένα μίνιμουμ παραδοχών. Οταν η κοινωνία αποσκιρτά από τα αυτονόητα και τα συνομολογημένα, όταν το κοινό αξιακό σύστημα (το μίνιμουμ…) καταρρέει, όταν ο ισχυρός ή ο καταφερτζής εμφανώς παρακάμπτει το νόμο, τότε και η υπόλοιπη κοινωνία, απογοητευμένη ή ματαιωμένη, πάντως ανίσχυρη και σίγουρα λαμβάνουσα το νέο μήνυμα, αναζητεί άλλες μορφές οργάνωσης, άλλη από την κοπιώδη δημοκρατία της ευθύνης, της τιμής και της διαφάνειας. Τότε η κοινωνία οργανώνεται ανά φυλές και μαφίες, ανά οικογένειες και κλαν· δίκαιο παράγουν το χρήμα και το όπλο.

Ασφαλώς τα Ζωνιανά, τα όποια Ζωνιανά, δεν τα παράγει ευθέως η κρατούσα πολιτική τάξη. Αλλά αυτή τα ανέχεται, δεν τα θέτει εντός του πεδίου οράσεως· και η ανοχή εν τοιαύτη περιπτώσει ενθαρρύνει. Εκτρέφει. Ως εκ τούτου, η εντός νομιμότητας κοινωνία, οι πολίτες που πληρώνουν φόρους και ιδρώνουν καθημερινά, δικαιούνται να αναρωτηθούν και να ζητήσουν ευθύνες. Αναρωτιούνται για την πολιτική τάξη, που οργανώνεται κι αυτή σταδιακά σαν συντεχνία, σαν ιδιότυπο κλαν· αναρωτιούνται για την τροπή του δημόσιου βίου προς την γενικευμένη περιφρόνηση. Και αναζητούν ευθύνες πια και από τους εαυτούς τους.

buzz it!

Να πώς εμφανίζεται το μπλογκ vlemma.wordpress.com στους χρήστες Διαδικτύου στην Τουρκία:

Access to this site has been suspended in accordance with decision no 2007/195 of T.C. Fatih 2 Civil Court of First Instance.

censor.jpg

What’s going on? Τι τρέχει;

UPDATE: Τρέχει αυτό, από κάποιον Τούρκο απατεώνα αντι-εξελικτικιστή Adnan Oktar, με κατάληξη τέτοια, και ελληνικά μπλογκ ήδη μπλοκαρισμένα. Το στορι, συνοπτικά στα ελληνικά.

buzz it!

Μιλούσα με τον φίλο μου, ενός είδους αδελφοποιτό. Δεν μιλάμε συχνά, αλλά κάθε φορά συνεχίζουμε μια διακεκομμένη ανασκαφή, σε μεγαλύτερο βάθος, χωρίς προλόγους και εισαγωγές. Αρχίσαμε να μιλάμε για τους έφηβους γιους μας και καταλήξαμε στους έφηβους εαυτούς μας.

Μιλούσαμε διακεκομμένα και ελλειπτικά, μα χωρίς χάσματα. Οδηγηθήκαμε στο συμπέρασμα «να μιλάμε, ν’ ακούμε, αλλά και με κάθε αυστηρότητα» ― τι συμπέρασμα, δηλαδή, μάλλον λήψις ζητουμένου. Κι έπειτα;

Το ζητούμενο είναι το όριο της ελευθερίας και ο χρόνος: ο δικός μας χρόνος που περνά και φυραίνει, και ο χρόνος των παιδιών που έρχεται και φουσκώνει. Τι λέμε στους φουρτουνιασμένους έφηβους για την πολιτική, την ελευθερία, την ευθύνη, τη δουλειά, τη μόρφωση, τον έρωτα, τη φιλία, τη σύγκρουση, τη δικαιοσύνη; Πώς αφηγούμαστε το δικό μας παρελθόν, τη μικροϊστορία μας; Πώς μιλιούνται η ουτοπία και η ματαίωση, οι μικρομάχες και οι συμβιβασμοί;

Υπήρξαμε τρελόπαιδα, ερωτευμένα με στίχους και ιδέες, μεθυσμένα από ζωή, αφηνιασμένα από ορμόνες. Πρόσφατα… Ημασταν οι διαδάξαντες τις καταλήψεις πανεπιστημίων ― σαν υπαρξιακή μέθη μάλλον, παρά σαν πολιτικό σχέδιο. Εκεί φτιάξαμε συνείδηση ομάδας και φυλής, εκεί πήξαμε ατομικότητα. Τώρα όμως δεν καταλαβαίνω τις καταλήψεις των λυκείων.

Τις κάνουν οι τελειόφοιτοι για να πάρουν ανάσα από τον βρόχο σχολείο-φροντιστήριο, μου εξήγησε ο φίλος. Δεν το ‘χα σκεφτεί έτσι. Μια χωματερή: το σχολείο ― μουρμούρισα. Χωματερή, νταμάρι άξενο, ένας διάδρομος για το πανεπιστήμιο, πέρασμα. Και το πανεπιστήμιο; Αλλο νταμάρι. Κι έπειτα;

Αλλαξαν όλα. Μέσα σε δύο δεκαετίες το πανεπιστήμιο έγινε λύκειο και το λύκειο τίποτε. Μορφωτικά, πνευματικά, επαγγελματικά και κοινωνικά. Είμαστε απ’ τις τελευταίες γενιές που κάπως σεβάστηκε το σχολείο, ακόμη κι όταν το πετροβολούσε ή το καταλάμβανε· που κάτι αποκόμισε: ολίγα γράμματα, αίσθηση του ανήκειν.

Λίγο το σεβαστήκαμε, πολύ το πετροβολήσαμε. Δεν αξιολογώ, περιγράφω. Το σχολείο ήταν η κολυμπήθρα της πολιτικής. Κι ήταν ο κυματοθραύστης: πάνω του έσκαγαν οι υπαρξιακές μας περιπέτειες, οι πυρετοί. Γύρω από το κλειστό πεδίο του σχολείου ανοίγονταν κάμποι και ακρογιάλια, πειρασμοί, άρχιζαν οι λαβύρινθοι της ενηλικίωσης. Κι έπειτα;

Παραμείναμε πεισματικά έφηβοι. Ως τα τριάντα και τα σαράντα. Παλινδρομούντες ανάμεσα σε φαντασιώσεις, ναρκισισμούς, προδοσίες και ματαιώσεις. Παντρευόμασταν, μπαίναμε σε καριέρες, κάναμε παιδιά, κι ακόμη δεν το παίρναμε απόφαση: ο Ρεμπώ και ο Τζιμ Μόρισον στοίχειωναν την ολοένα πιο πεζή καθημερινότητα, τα νοίκια, τις δόσεις, τα δίδακτρα, τα επαχθή ωράρια της εργασίας. Κι έπειτα;

Επειτα, άλλοι έφηβοι, ολοζώντανοι και απαιτητικοί, ψήλωσαν απότομα κι άρχισαν να μας σπρώχνουν. Ηταν οι όντως έφηβοι, με το χνούδι και τη βραχνή φωνή, αναγνωρίσαμε τον πυρετό στα μάτια, τις μεταπτώσεις και την ποιητική μελαγχολία, ό,τι πια έλειπε σε μας από χρόνια πολλά. Οι όντως έφηβοι. Οι άλλοι. Αυτοί μάς τέλειωσαν την εφηβεία αρχίζοντας μιαν άλλη.

Τι να του πεις τώρα αυτού του αθάνατου με το μπλαζέ βλέμμα; Τι να τον κανοναρχήσεις; Τι λουρί να του βάλεις; Κατά βάθος τον ζηλεύεις· τον καμαρώνεις και τον ζηλεύεις, λαχταράς τη γεύση του χρόνου του του απέραντου, μια κουρασμένη αρτηρία σφύζει αιφνίδια και σε ζαλίζει.

Τι να του πεις; Για το ’79 και το ΄81; Για την πυρπόληση της αδρεναλίνης; Τους στίχους και τα τυπογραφεία; Για τις μυήσεις ηδυτάτης ματαιότητας στο Μπράιτ Σου και το Βιτόφσκι, τις καταδύσεις επέκεινα της ρωγμής, την ντεκαντάνς των λόφων, το μπλέ βελούδο; Για την κλινοπάλη των σεισμών;

Δεν τα λες ― έτσι. Ο καθείς φλέγεται απ’ τη δική του εφηβεία, και η καθεμιά είναι πιο γοητευτική, πιο ριψοκίνδυνη απ’ την προηγούμενη. Καίει. Μόνο αφουγκράζεσαι, πατέρας και ληγμένος έφηβος, ματαιωμένος Ρεμπώ και σώφρων μεσήλιξ. Αφουγκράζεσαι νύχτα τη σκάλα να τρίζει, το κλειδί στην κλειδαριά. Αφουγκράζεσαι πάνω απ’ τ’ ανταριασμένα κρεβάτια. ‘What then?’ sang Plato’s ghost. ‘What then?’

Τώρα μπορείς ν’ ακούσεις γλυκόπικρα το τραγούδι του Γιέιτς, να το αποδεχθείς:

«Το έργο μου επιτεύχθηκε», σκέφτηκε όταν γέρασε
«Σύμφωνα με το σχέδιο το νεανικό,
Ας εξεγείρονται οι ανόητοι, ποτέ δεν παρεκτράπηκα,
Την τελειότητα άγγιξα.»
Ομως το φάντασμα του Πλάτωνα πιο δυνατά τραγούδησε: Κι έπειτα;

Ένα βλέμμα, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 04.11.2007

Μετάφραση W. B. Yeats: Μαρία Αρχιμανδρίτου

Γιατί κάνετε καταλήψεις; Ρώτησα τον δεκαεπτάχρονο της Β’ Λυκείου.― Για πολλούς λόγους, τους εξής…Ηταν διαβασμένος. Ελα, μίλα μου ειλικρινά…― Μα ναι, ειλικρινά θα μιλήσω: Καταρχάς, στα μισά ή και περισσότερα σχολεία γίνεται κατάληψη για χαβαλέ.Δηλαδή;― Ε, τι δηλαδή, για χαβαλέ… Ολοι θέλουν ένα διάλειμμα, να περάσουν χαλαρά…Δεν υποκινούνται;― Αυτά είναι κουταμάρες.Μα στο συντονιστικό έχει επιρροή η ΚΝΕ.― Ναι, επηρεάζουν λίγο, αλλά δεν μπορούν να υποκινήσουν τόσες πολλές καταλήψεις.Ποια είναι τα αιτήματα;― Αύξηση δαπανών για την παιδεία, κατάργηση της βάσης 10 στις πανελλήνιες, διορισμός καθηγητών, διανομή βιβλίων, κτίρια.Για το άρθρο 16 τι λένε;― Κάτι λένε εδώ κι εκεί, εμένα όμως δεν με πειράζει να ιδρυθούν ιδιωτικά πανεπιστήμια. Ετσι χάλια που είναι τα δημόσια… Είδαμε ότι οι καθηγητές με τα χρήματα του πανεπιστημίου παίρνανε Πόρσε…Γιατί να καταργηθεί η βάση 10;―Γιατί, τι πρόσφερε; Εβαλαν εύκολα θέματα, γελοία, για να μη μείνουν κενές θέσεις, όλοι έγραψαν καλά, και πάλι πολύ λίγοι πέρασαν στις καλές σχολές. Με τόσο γελοία θέματα στις πανελλήνιες όλοι γράφουν, και στις καλές σχολές περνάνε πια οι πιο τυχεροί, όχι οι καλύτεροι.Γιατί δεν κάνουν καταλήψεις στα ιδιωτικά;―Γιατί δεν υπάρχει άσυλο. Αν υπήρχε, θα κάνανε όλοι κι εκεί. Για τον χαβαλέ…Οι απαντήσεις του 17χρονου μου έδωσαν να καταλάβω πολλά περισσότερα για τις καταλήψεις απ’ όσες εξηγήσεις δίνουν κυβέρνηση, αντιπολίτευση, συνδικαλιστές και αναλυτές. Κατάλαβα ότι το δημόσιο σχολείο όχι μόνο καταρρέει διαρκώς, αλλά τώρα πια χλευάζεται: σαν τόπος κενός, χωρίς νόημα, χωρίς σκοπό, που δεν προσφέρει άνοιγμα, ούτε στον κόσμο ούτε στη γνώση ούτε στη χαρά ούτε καν στην αγορά εργασίας. Μόνο κατειλημμένο το σχολείο προσφέρει κάτι: χαβαλέ ― ιδού ένα μέγεθος, μια σταθερά του νεοελληνικού βίου.Δεν μεμψιμοιρώ για την αγραμματοσύνη των επερχόμενων γενεών, όχι, καθόλου, θα μάθουν γράμματα αλλού, αλλιώς. Ανησυχώ όμως για τη συρρίκνωση του δημόσιου χώρου, για την εγκληματική αμέλεια και τη δειλία της πολιτείας, για τη στρουθοκαμηλική δημαγωγία των πολιτικών, για τον τυφλό ατομικισμό της μεσαίας τάξης: τα παιδιά μας μπαίνουν στη ζωή μαθαίνοντας να περιφρονούν ένα δημόσιο αγαθό, απ’ τα πολυτιμότερα.

Ένα βλέμμα, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 2.11.2007

 

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

Twitting

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 989,804 hits
Αρέσει σε %d bloggers: