H ιλαροθλιβερή κατάληξη του βιβλίου Ιστορίας της ΣΤ΄ Δημοτικού δείχνει ορισμένες όψεις του πολιτικού παιχνιδιού, όπως διεξάγεται στην Ελλάδα σήμερα. Δείχνει τα φανερά όρια των κυβερνώντων και όσων τους αντιπολιτεύονται: ούτε δεξιά ούτε αριστερά, ούτε πίσω ούτε μπρος – πουθενά.

Δείχνει το φαιδρό πλαίσιο εντός του οποίου βουλιάζει συνήθως η οποιαδήποτε δημόσια συζήτηση: μια πολεμική κουφών φωνακλάδων. Δείχνει όψεις συντηρητισμού και φόβου ενώπιον του νέου ή του διαφορετικού, αλλά και όψεις μεσσιανικού ρεφορμισμού που αρνείται να συνομιλήσει, απαξιώνοντας αλαζονικά όχι μόνο τους συνομιλητές αλλά την ίδια τη συνομιλία.

Η μάχη πέριξ του βιβλίου χρωματίστηκε εξαρχής σαν μάχη δύο κόσμων. Οι μεν τη βάφτισαν: Διαφωτισμός εναντίον σκοταδισμού. Οι δε την αντέστρεψαν: Πατριωτισμός εναντίον Αυτοκρατορίας. Οι υπερασπιστές του βιβλίου παρατηρούσαν σαρκαστικά ότι στους επικριτές συνευρίσκονταν οι ακροδεξιοί του ΛΑΟΣ, η Εκκλησία, η σιωπηρή πλειοψηφία των μεγάλων κομμάτων, το ΚΚΕ, αντιαυτοκρατορικοί αριστεριστές, διάφοροι ακατάτακτοι. Πράγματι, συνευρίσκονταν. Αλλά ο λόγος τους δεν ήταν ίδιος, ούτε η κριτική που ασκούσαν. Η τέτοια ομογενοποίηση άρα είναι εν πολλοίς τεχνητή, και ως εκ τούτου παραπλανητική.

Η σκέψη μου εκκινεί από αυτό το σημείο: οι υπερασπιστές του βιβλίου πολώθηκαν στείρα γύρω από μια ιδεολογία, στον ίδιο βαθμό που πολώθηκαν γύρω από τις ιδεολογίες τους κάποιοι από τους επικριτές.

Καταρχάς, η ίδια η κ. Ρεπούση δεν αναγνώρισε στο πόνημά της κάτι παραπάνω από αστοχίες στη διατύπωση. Ως ιστορικός ή δασκάλα όμως, ή σαν μοντέρνα επιστήμων, θα έπρεπε να γνωρίζει ότι η ουσιοκρατική της εμμονή στην Αλήθεια του εγχειριδίου της είναι ελάχιστα πειστική, πολιτικά και επιστημονικά. Αν το αφήγημά της περιέχει «άστοχες» διατυπώσεις, τις περιέχει γιατί μόνο τέτοιες μπορεί να περιέχει, γιατί ακριβώς είναι «εύστοχες», γιατί αυτές μόνο οι διατυπώσεις υπηρετούν το αφήγημά της: η ιδεολογία του αφηγήματος είναι η γλώσσα του. Δεν θέλει να πει σφαγή, σύγκρουση, θανάτωση, ήττα, νίκη, γενοκτονία, εμφύλιος· γι’ αυτό επιλέγει να πει συνωστισμός, απώθηση, αποχώρηση κ.ο.κ.

Το βιβλίο διαπνέεται από μια ιδεολογία: την ιδεολογία της εξομάλυνσης και της ορθοφροσύνης, που ενίοτε φθάνει στα όρια της εκλεκτικής απόκρυψης και της επιλεκτικής μνήμης. Η απαλοιφή της σύγκρουσης, της έριδος, του φόνου και του συχνά ανεξήγητου σκότους που διέπει την ανθρώπινη συνθήκη, δεν νομίζω ότι νομιμοποιείται από καμιά διδακτική σκοπιμότητα· κατά τον ίδιο τρόπο που είναι καταδικαστέα η αναπαραγωγή χοντροκομμένων εθνικών μύθων για παπουλάκους και μαρμαρωμένους βασιλείς. Η εξομάλυνση και η απαλοιφή είναι συνειδητές επιλογές, με πολιτικό και ιδεολογικό βάρος.

Ο αναθεωρητής ιστορικός αποδομεί τις επικρατούσες δοξασίες για το παρελθόν, δείχνει τα ψεύδη και τους μύθους, ξηλώνει τις μεγάλες αφηγήσεις που δίνουν συνοχή και ταυτότητα στις κοινωνίες. Τι βάζει στη θέση τους; Την αλήθεια των τεκμηρίων. Και την εκάστοτε ερμηνεία τους.

Η κ. Ρεπούση, αναπόφευκτα και θεμιτά, έβαλε ερμηνεία στο βιβλίο της. Εβαλε ιδεολογία. Αλλά δεν δέχτηκε να συζητήσει οποιαδήποτε επανεξέταση της αναθεωρητικής της ερμηνείας, οχυρωμένη πίσω από την ιδεολογία της Μόνης Ορθής Ερμηνείας, της δικής της. Ηταν κατανοητό· δεν θα πρόδιδε το παιδί της. Αλλά πρόδιδε την ιδέα του διαλόγου. Και επέλεξε να παίξει τη μάχη «Φως–Σκότος». Πρόκειται για το χοντροκομμένο δράμα με καλούς και κακούς: εκσυγχρονιστές εναντίον οπισθοδρομικών.

Απέναντι στο σκότος του εθνοκάπηλου, η κ. Ρεπούση αντέταξε το δικό της φως, έναν εργαλειακό λόγο που μιλούσε κυρίως για τα δικαιώματα του επιστήμονα, και εξεβίασε ένα οικουμενικό consensus υπεράνω συγκρούσεων και αντιρρήσεων, με αξιώσεις ηγεμονίας.

Η έτσι αναδυόμενη ρητορική διαπνέεται από μια correct εμμονή, ένα New Age γινάτι: εγώ ειμί το Φως, όστις δεν συμφωνεί είναι φαιοκόκκινος. Δηλαδή, κατοπτρικά, είναι ο λόγος αυτών που καταγγέλλει, ο μονότονος και αναγνωρίσιμος λόγος των πατριδοκάπηλων και φωτοφοβικών.

Δεν συμφωνώ με τη γελοία απόσυρση του βιβλίου. Το είπα: αυτή η δειλή μη–πράξη μάς δείχνει όλους ηττημένους, μας δείχνει άβουλους και ανίκανους να συζητήσουμε.

Αλλά επειδή η αντιπαράθεση της περασμένης σχολικής χρονιάς εντέλει πήρε και ιδεολογικό – πολιτικό χαρακτήρα, χρήσιμο είναι να εξετάζουμε αν τα βιβλία και οι διδακτικές αφηγήσεις φέρουν ιδεολογία και ποια. Νομίζω ναι· φέρουν την ιδεολογία των συγγραφέων τους.

Ένα βλέμμα, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 30.09.2007

Εικ.: Νικόλαος Γύζης, Historia.

APPENDIX

Βλέπε σχετικά και:

(N.Γ. Ξ.) Να ξεχνάς, για να θυμάσαι

(N.Γ. Ξ.) Hot Gates

(N.Γ. Ξ.) Ποιος θέλει την ακινησία;

Bασ. Καραποστόλης: Το πρόβλημα με το βιβλίο Ιστορίας της ΣΤ’ Δημοτικού

Στρατής Μπουρνάζος: «Διότι δεν συνεμορφώθη…»

Κώστας Κουτσουρέλης: Για τα σχολικά εγχειρίδια

Επιλογή από κριτικές παρεμβάσεις (ιστότοπος του Κ. Κουτσουρέλη) 

Advertisements