Ο μπερντές της μεταπολίτευσης καταρρέει. Κι αποκαλύπτει τις χαρτονένιες φιγούρες, τους πρωταγωνιστές του πολιτικού δράματος, χωρίς τη μαγεία της σκιάς τους: φιγούρες άσαρκες και φτενές, φθαρμένες, ετεροκίνητες.

Ξεφτισμένος, διαφανής πια, ο μπερντές στεκόταν στη θέση του, χώριζε τις φιγούρες από τους θεατές όπως όπως, με μπότοξ και βαρύ μέικ-απ, με τα ψέματα στεκόταν. Οι ghost writers, οι επικοινωνιολόγοι, οι μάντισσες, οι κομμώσεις, τα Cohiba, οι πωλήσεις μετοχοπακέτων, τα εγχειρίδια του Δημοτικού, τα ματς, όλα τούτα τα ευχάριστα, σπρώχνανε τον καιρό, παρέτειναν το θέατρο σκιών.

Εως το πρόσφατο τριήμερο της πύρινης αποκάλυψης. Δεν κατέρρευσαν μόνο η κυβέρνηση, η κρατική μηχανή, τα σχέδια και οι ηγέτες, κατέρρευσε όλο το σκηνικό. Τώρα όλη η πλατεία, υποψιασμένοι και αμέριμνοι, βλέπει το πολιτικό προσωπικό όπως είναι: χρεωκοπημένο, χωρίς ενεργητικότητα, χωρίς ιδέες, χωρίς αίσθηση του πραγματικού, με εκχωρημένη εξουσία σε λόμπι της καζινο-επιχειρηματικότητας.

Ανεξαρτήτως εκλογικού αποτελέσματος, αυτή η αποκάλυψη οδηγεί σε μετασχηματισμό, αν όχι συνειδήσεων, τουλάχιστον αντίληψης του συστήματος εξουσίας και προσέγγισης των έως τώρα διαχειριστών του. Βέβαια, η αποκάλυψη απαίτησε μια συμφορά σαν καταλύτη, αλλά καμία γνώση δεν δίδεται δωρεάν.

Γνώση; Μπορεί να μην είναι καν γνώση· αντίληψη ίσως, οδυνηρή και ανακουφιστική μαζί. Και πάντως γόνιμη. Η αναδυόμενη κρίση, όσο ταραχώδης και επώδυνη, δεν μπορεί παρά να είναι γόνιμη.

Το διπολικό σύστημα που κυβερνά επί τρεις δεκαετίες έχει κλείσει τον κύκλο του προ πολλού. Η περαιτέρω αγκίστρωσή του στην εξουσία μόνο καθυστέρηση μπορεί να αποδώσει. Διότι το σύστημα υπολείπεται πια εμφανώς της κοινωνίας, νομίζει ότι κυβερνά τους Ελληνες του ’75, του ’81 ή του ’89, άντε του ’93. Για πολλούς και διάφορους λόγους, οι ηγετικές ελίτ έχουν χάσει την πνευματική και ψυχική επαφή με την ταχέως μετασχηματιζόμενη κοινωνία της τελευταίας δεκαετίας.

Δεν γνωρίζω πού ακριβώς βρίσκεται η ελληνική κοινωνία σήμερα, όλοι όμως μπορούμε να αντιληφθούμε ότι είναι ριζικά διαφορετική από τα χρόνια ’75 – ’95· είναι πιο αστικοποιημένη σε τρόπο ζωής, πιο μεσαία σε συμπεριφορά και προσδοκία, προσοδοθηρική, ανομοιογενής παρότι μαζική, με έμφαση στην εξασφάλιση μιας υλικής ευμάρειας, με χαλαρή ή διαρρηγμένη την αίσθηση του ανήκειν. Ο μικρομεσαίος του ’81, το πολυσθενές υποκείμενο που είχε νωπές ακόμη τις μνήμες της σπάνιδος και του αναγκεμού, πέρασε στην πλησμονή αθροίζοντας μισθό από Δημόσιο ή ΔΕΚΟ, πρόσοδο από ελιές, υπεραξίες από χωράφι που έγινε οικόπεδο, και ημιμαύρο εισόδημα από παράλληλο επιτήδευμα. Η πολυσθένεια αυτού του πρωτεϊκού υποκειμένου, μαζί με τον έντονο συντεχνιασμό, με τον συντηρητισμό των μετοίκων που κρατούν ακόμη συμπεριφορά χωρικού ακόμη και μετά μια-δυο γενιές στο άστυ, αλλά και με τους ανέμους των αλλαγών να πνέουν ακαταπαύστως και να σαρώνουν το παλιό, αλλάζοντας βαθιά το τεχνικό, οικιστικό, αισθητικό και ψυχοπνευματικό περιβάλλον, οδηγούν στο σημερινό μωσαϊκό: οι Ελληνες είναι πολύ διαφορετικοί όχι μόνο ως προς τους πατεράδες τους, αλλά και μεταξύ τους: το συσσώρευμα των 4,5 εκατομμυρίων του άστεος διαφέρει ουσιωδώς από τα άλλα μικρότερα αστικά συσσωρεύματα, ως προς τις επιταχύνσεις του βίου και τις οικονομικές πιέσεις, και οι απομειούμενοι κάτοικοι των μικρών χωριών διαφέρουν ακόμη ουσιωδέστερα.

Δύσκολα μπορεί να σκεφτεί κανείς μια συλλογική αναπαράσταση που να μπορεί να συνενώσει σήμερα τον ξεριζωμένο καπνοκαλλιεργητή με τον τριαντάρη wannabe στέλεχος της τάδε.com. Η βίαιη μετάβαση, μέσα σε μια γενιά, από τον αγρό και τη βιοτεχνία, στην οικονομία των υπηρεσιών και των .com έχει ασφαλώς το αποτύπωμά της στις συμπεριφορές και στον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τους εαυτούς μας.

Οι διαφοροποιήσεις είναι ακόμη εντονότερες στις νεότερες γενιές, στους γεννηθέντες μετά το ’74 ας πούμε. Στην ηλικιακή κλίμακα από τινέιτζερ έως τριάντα-κάτι, οι αναπαραστάσεις, οι συνειδήσεις, οι συλλογικότητες, οι ανάγκες και οι επιθυμίες, δεν μπορούν να προσεγγιστούν με τα εργαλεία του παραδοσιακού κομματικού, ούτε καν με τις γενικεύσεις των γκάλοπ. Πώς εκφράζεται πολιτικά αυτή η νέα Ελλάδα, η γενιά των 700 ευρώ και της αναγκαστικής προσκόλλησης στο πατρικό σπίτι;

Πώς θα ψηφίσει; Μα έχει ήδη ψηφίσει. Με την αδιαφορία, τη μικροεξέγερση, τη χλεύη. Η κρίση δεν χρειάζεται ψήφο.

Ένα βλέμμα, Καθημερινή, 02.09.2007

Advertisements