Έμαθα τον Αντονιόνι στα θερινά και τις λιγοστές αίθουσες τέχνης, μετά το ’76. Σε ατέλειωτες επαναλήψεις. Έκλειψη, Νύχτα, Περιπέτεια, Blow up, Zabriskie Point,… Και ελάχιστα σε πρώτη προβολή: Ρεπόρτερ, Ταυτότητα μιας γυναίκας, Κίνα.

Ο Μικελάντζελο Αντονιόνι ήταν ’60s, εμείς ήμαστε ’70s και ’80s, παρ’ όλ΄αυτά, η αισθητική και το βλέμμα του, η υπαρξιακή αναζήτηση βαθιά μέσα, οι σιωπές, η καθαρή φόρμα, η καλλονή της Μόνικα Βίτι και του Αλέν Ντελόν, η μουσική των Yardbirds και των Pink Floyd, η ακραία στυλιζαρισμένη αίσθηση της ποπ, όλα τούτα, μας έκαναν να προσεγγίζουμε τον Ιταλό μαιτρ σαν τον προσφιλέστατο από τους μαιτρ. Πλάι του βάζαμε μόνο ίσως, τον άγιο Παζολίνι, τον ρόκερ Βέντερς, τον πρώιμο Σκορσέζε ― αργότερα στο εικονοστάσι βάλαμε και τον Ταρκόφσκι.

Θεωρώ τυχερό τον εαυτό μου, που έμαθα να βλέπω σινεμά μέσα από τέτοιες ταινίες. Τις πρώτες φορές δεν τις κατάλαβα. Κοιτούσα μαγεμένος τις ερμητικές ασπρόμαυρες εικόνες, ρουφούσα τις σιωπές μήπως κι εκεί κρυβόταν το νόημα· έπιασα ωστόσο μεμιάς το αξεπέραστο ερωτικό σμίξιμο των χεριών της Βίτι και του Ντελόν, είδα τα ανεπανάληπτα καδραρίσματα της Μόνικα κόντρα σε τοίχους, απολάμβανα το road trip στο Ζαμπρίσκι Πόιντ αδημονώντας να ακούσω το ξέσπασμα των Πινκ Φλόιντ. Τα ‘βλεπα σαν σημάδια επανάστασης τότε, αργότερα ένιωσα τη βαθιά μελαγχολία, ιδίως όταν είδα τον Ρεπόρτερ και ακολούθησα την κάμερα να γυρνά πανοραμίκ σ’ όλο το δωμάτιο κι ύστερα να βγαίνει στο ηλιόφως το ανελέητο, ανελέητο και μοναχικό όπως στον Ξένο του Καμύ.

Κι όλη την αστική μοναξιά, την προφητική, όλη την ταλάντωση ανάμεσα στο δυνατόν και το επιθυμητό, τα συνόψισα στη σπαρακτική Ταυτότητα μιας γυναίκας: ο έρωτας είναι αδύνατη επιλογή, είναι άλγος, είναι νοσταλγία, είναι να στέκεσαι σαν σκύλος κάτω από ένα αναμμένο, ερμητικά κλειστό παράθυρο.

Advertisements