Ο Βουσμάνος καταδιώκει την αντιλόπη στην έρημο. Ολόκληρη μέρα. Μπροστά το ζώο, πίσω ο θηρευτής· αυτό αφυδατώνεται σταθερά, ο άνθρωπος με το εξελιγμένο σύστημα θερμορρύθμισης αντέχει. Τρέχουν στο λιοπύρι. Οποιος πέσει πρώτος. Πέφτει το ζώο. Ο Βουσμάνος το πλησιάζει και το θανατώνει τελετουργικά, το ανακουφίζει από την αγωνία. Κατόπιν βάφεται με το αίμα του για να πάρει τη δύναμή του, και το ευχαριστεί που ήταν άξιος αντίπαλος, που του προσφέρθηκε. Γυρνά στον οικισμό με τροφή για όλους.

Οταν το είδα, σε ντοκιμαντέρ για την εξέλιξη του ανθρώπου, συλλογίστηκα ευθύς τον ερυθρόδερμο Αρχηγό Σιάτλ, την θρυλούμενη απάντησή του προς τον Πρόεδρο των ΗΠΑ Φραγκλίνο Πιρς, το 1855, όταν του ζητήθηκε να πουλήσει τη γη της φυλής του. Μεταφράζει ο Ζήσιμος Λορεντζάτος:

«Πώς μπορείτε να αγοράζετε ή να πουλάτε τον ουρανό – τη ζέστα της γης; Για μας μοιάζει παράξενο. Η δροσιά του αγέρα ή το άφρισμα του νερού ωστόσο δεν μας ανήκουν. Πώς μπορείτε να τα αγοράσετε από μας; Κάθε μέρος της γης αυτής είναι ιερό για το λαό μου. Κάθε αστραφτερή πευκοβελόνα, κάθε αμμούδα στις ακρογιαλιές, κάθε θολούρα στο σκοτεινό δάσος, κάθε ξέφωτο και κάθε ζουζούνι που ζουζουνίζει είναι στη μνήμη και στην πείρα του λαού μου, ιερό. […] Αλλά εμείς είμαστε άγριοι. Μας είναι κρυφά τα όνειρα του λευκού. Και επειδή μας είναι κρυφά, θα εξακολουθήσουμε το δρόμο μας. Αν τα συμφωνήσαμε μαζί, θα το πράξαμε, για να σιγουρέψουμε τις προστατευόμενες περιοχές που μας τάξατε. Εκεί θα ζήσομε, μπορεί, τις μετρημένες μέρες μας καταπώς το θελήσαμε. Οταν ο στερνός ερυθρόδερμος λείψει από τη γη, και από τη μνήμη δεν απομείνει παρά ο ίσκιος από ένα σύννεφο που ταξιδεύει στον κάμπο, οι ακρογιαλιές αυτές και τα δάση θα φυλάγουν ακόμα τα πνεύματα του λαού μου – τι αυτή τη γη την αγαπούν, όπως το βρέφος αγαπάει το χτύπο της μητρικής καρδιάς. […] Ενα ξέρομε – ο θεός σας είναι ο ίδιος θεός. Η γη Του είναι ακριβή. Ακόμα και ο λευκός δεν γίνεται να απαλλαχτεί από την κοινή μοίρα.»

Ιδού η Sophia Perennis της οικολογίας, ιδού ο ρομαντικός πυρήνας, η καλύβη του Walden και ο απολεσθείς κήπος – μα προτού τα περάσουμε εύκολα, προτού καν συγκινηθούμε εύκολα, ας ακούσουμε την βαθύτερη ποίηση των θηρευτών, την οντολογία του Potlatch: «και από τη μνήμη δεν απομείνει παρά ο ίσκιος από ένα σύννεφο που ταξιδεύει στον κάμπο» – τούτο μάς ανατιριχιάζει ακόμη και μες στις μητροπόλεις.

Εδώ. Ολη την εβδομάδα άνοιγα SMS, έβλεπα τον θυμό και τη βαθιά δυσπιστία των διακομιστών προς την πολιτική εξουσία. Τα ανώνυμα μέλη του πλήθους ξυπνούσαν από την ιδιώτευση του mall, και γινόντουσαν λαός, διεκδικούσαν δημόσιο χώρο, σκέτα δημόσιο, χωρίς shopping, χωρίς air conditioning, χωρίς added values. Ενα δάσος, ας πούμε, εκεί πέρα, ακερδές απόθεμα, ανεκμετάλλευτο «πνεύμονα», να ανήκει σε όλους εξίσου και σε κανέναν ιδιαιτέρως.

Η πυρκαγιά οδηγεί σε μια αναλαμπή συνείδησης. Αναλογίζεσαι τι έχεις να χάσεις. Η πυρκαγιά ξέσπασε πρωτίστως επί του συμβολικού αποθέματος· το δάσος μπορεί και ν’ αναγεννηθεί. Αλλά εν τω μεταξύ έχει πληγεί καίρια το κύρος της εξουσίας, η τάξη των διαχειριστών της, η τάξη του κόσμου: «αυτοί» δεν μπορούν και δεν νοιάζονται· έχει διαρραγεί η τάξη. Ο,τι χειρότερο. Το τέτοιο πλήγμα οδηγεί τα μέλη του πλήθους στην αγωνία, στον γενικευμένο, διαρκή, διάχυτο φόβο, που διαποτίζει κάθε άνθρωπο ατομικά. Το πλήθος αισθάνεται ανοίκεια, ό,τι ο Φρόιντ περιέγραφε ως Unheimliche, και ό,τι ο Χάιντεγκερ περιέγραφε ως αγωνία, αγωνία προκαλούμενη από την έκθεσή μας στον κόσμο, από την αβεβαιότητα της σχέσης μας με τον κόσμο.

Το αίσθημα μετά την Πάρνηθα δεν είναι απλώς θλίψη, οργή, ντροπή· είναι αγωνία. Αγωνία απ’ την απώλεια ενός δημόσιου αποθέματος, ενός συμβολικού υπολείμματος κοινότητας, ενός πολύτιμου λείψανου.

Δεν ελπίζω ότι η αγωνία, συμπυκνούμενη σε αλυσίδες SMS, θα δώσει λύσεις, ούτε καν ότι θα μετασχηματίσει συνειδήσεις στο ορατό μέλλον. Ωστόσο, το SMS–ξόρκι, ακόμη και σαν σπασμός, είναι μια στιγμή του πραγματικού, είναι μια κάποια απόφαση, είναι μια ελάχιστη αστραπή που σπαθίζει το νύχτωμα του κόσμου.

Ένα βλέμμα, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 08.07.2007

φωτ.: Ο αρχηγός Σιάτλ, το 1864.

Advertisements