Στην από δω γωνιά του κόσμου, καπνισμένη από λιβάνια και θυσίες, διαρκείς εμφύλιους και λαμπερές υπερβάσεις, οι άνθρωποι, έτεροι στην πίστη και τη γλώσσα, στέκουν παρόμοιοι έναντι της ζωής: την αντικρίζουν σαν θαύμα. Δηλαδή τρομερή και ελαφριά μαζί.

Στην πρώτη σελίδα των «Τεχνών» μια Λιβανέζα ψάλλει την Ακολουθία του Πάθους, στη βομβαρδισμένη γειτονιά της, στη Βυρητό.

Είναι η Φαϊρούζ, η σπουδαιότερη φωνή του σύγχρονου αραβικού κόσμου, ζων θρύλος της Ανατολικής Μεσογείου. Η ορθόδοξη χριστιανή Φαϊρούζ, ιδανική ντάμα και μελαγχολική μητέρα, Τανίτ, Αστάρτη και Βρεφοκρατούσα εν ταυτώ, σμίγει στην ερμηνεία της τις μεγάλες παραδόσεις της μεσογειακής λεκάνης: τη μυστική θέαση της ζωής, τον αστικό βίο των λιμανιών και των εμπορικών κόμβων, το πένθος για το νείκος που πάντα εμφιλοχωρεί σ’ αυτά τα χώματα, τη θαυμαστή συμβίωση των διαφορετικών, τη βαθιά βίωση του τόπου, την κοινωνία της θάλασσας.

Η Μέση Ανατολή είναι η πατρίδα των μονοθεϊστικών θρησκειών και των μυστικών και μαζί με τη Μικρασία και την ηπειρωτική Ελλάδα οι κατ’ εξοχήν εστίες των αρχαίων αστικών πολιτισμών που διέπλευσαν αυτούσιες την ύστερη αρχαιότητα και αναδύθηκαν πολυστρωματικές και σύνθετες στους νεώτερους χρόνους.

Η φωνή της Φαϊρούζ εκφράζει τον άνθρωπο της Μεσογείου, τον μυστικό και ηδονιστή, τον πενθούντα και αφελή, τον αισθητή και τραγικό, τον παιγνιώδη και σκοτεινό, τον ρευστό και πολύσημο.Οπως τον εκφράζουν και οι νεότεροι, δικοί μας, ο Παπαδιαμάντης, ο Σεφέρης, ο Ελύτης, ο Παπαλουκάς, ο Οικονόμου, ο Δαμιανός και ο Αβδελιώδης, και άλλοι, ο Παζολίνι, ο Καμί και ο Γκρενιέ, ο Μπαρτ, βάζω και τον Χάιντεγκερ της Διαμονής και του ταξιδιού στην Ελλάδα: σκοτεινό μεσημέρι, τρέμισμα φωτός, αστραπιαία δήλωση του άδηλου, πυκνές συμφράσεις, βάρος στο ελαφρό, βάθος στο επιπόλαιο.

Στην από δω γωνιά του κόσμου, καπνισμένη από λιβάνια και θυσίες, διαρκείς εμφύλιους και λαμπερές υπερβάσεις, οι άνθρωποι, έτεροι στην πίστη και τη γλώσσα, στέκουν παρόμοιοι έναντι της ζωής: την αντικρίζουν σαν θαύμα. Δηλαδή τρομερή και ελαφριά μαζί.

Δεν είναι μόνο μεταφυσικός ο βίος στη Μεσόγειο ασφαλώς, μαζί με τον Εμπεδοκλή και τον Ηράκλειτο θάλλουν ο Αριστοτέλης και ο Αρχιμήδης· είναι και εξόχως υλικός ο βίος, είναι εμπόριο και ανταλλαγές, είναι μάχες κυριαρχίας. Αλλά θαρρώ ότι η διαρκέστερη ουσία είναι ακριβώς η παλίνδρομη συνύπαρξη, ο μετεωρισμός ανάμεσα στη χαρά και τη λύπη, ανάμεσα στο παιγνιώδες και στο αναπόφευκτο, στην πτήση και την πτώση.

Η παγκοσμιοποίηση άρχισε εδώ, πριν από 17 αιώνες, με μια κυρίαρχη πίστη, μια κοινή γλώσσα, υπό τη σκέπη μιας αυτοκρατορίας – και όμως, υπήρχαν τόσες ετεροδοξίες, τόσες αποχρώσεις, τόσες στρωματώσεις. Ο άγιος και η πόρνη βάδιζαν αγκαλιά, από τότε, και δεν σταμάτησαν ποτέ.

Στα δικά μας χρόνια και στον δικό μας σφύζοντα ερειπιώνα, αυτές τις δυσδιάκριτες φανερώσεις μάς τις σκιτσάρισαν άνθρωποι σαν τους προειρηθέντες, σαν τον Πικιώνη και τον Δούκα, τον Κόντογλου, τον Πεντζίκη και τον Λορεντζάτο, τον Παπατσώνη και τον Καρούζο. Μας έκαναν υποδείξεις έκκεντρες, λοξές, κάποτε στρυφνές και κρυπτικές, τρωτές στις ερμηνείες· εντούτοις ερεθιστικές, ανοιχτές, περισσότερο ριψοκίνδυνες παρά καθησυχαστικές. Δεν μιλούν για «ελληνικότητα» μόνο, μιλούν για μεσογειακότητα, για οικουμενικότητα, για τη μέσα ζωή.

Ο σπόρος, αρχαιότατος και πολυφυής -κατά το μέτρο που ο Ιωάννης Δαμασκηνός ξαναγράφει στη νεκρώσιμο ακολουθία το «σκιάς όναρ άνθρωπος» του Πίνδαρου- δεν κοιμήθηκε ποτέ. Βλαστάνει πάντα, είτε μέσα από τα μελίσματα της Φαϊρούζ και της Ουμ Καλσούμ, και μέσω του Μπερεκέτη στον Λυκούργο Αγγελόπουλο, μέσα στις ταινίες και τις ζωγραφιές, στα πανηγύρια και τα ξόδια.

Και στη δική μου γενιά ακόμη, την υλόφρονα και Prozac-ική, ακούω πάντα ομηλίκους, μοντέρνους και άγρυπνους, σαν τον απόντα-παρόντα Βακαλόπουλο, έναν ρόκερ ησυχαστή, και σαν τον Αρανίτση, πληθωρικό και μίνιμαλ εν ταυτώ. Και συνομιλώ μαζί τους, κάτω από τη φόδρα του κορέκτ, τις νύχτες του μεσημεριού:

«Μας έκρυψαν για χρόνια, ότι ο Θεός μιλάει με το βλέμμα της κοπέλας που κάθεται απέναντί σου, εδώ και τώρα.

Μας απέκρυψαν ότι το δειλινό της Μεγάλης Παρασκευής είναι η πλέον ερωτική στιγμή του χρόνου και ότι η καλοσύνη πάει όπως η γύρη από άνθος σε άνθος. Μας έκρυψαν ότι η Κόλαση είναι η ανία των κανόνων και ότι, αν θέλεις να αισθανθείς την ανάσα του Θεού, πρέπει να κυνηγάς την εκπνοή του, όχι την εισπνοή» – έλεγε κάποτε ο Αρανίτσης.

Ένα βλέμμα, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 01.07.2007

ζωγραφική: Φαγιούμ, Αγ. Αικατερίνη Σινά, Σπ. Παπαλουκάς, Νικόλαος Λύτρας. Και: Γιάννης Μόραλης, Φανή, 1949.

Advertisements