Eύκολο είναι να σιχτιρίζεις και να στηλιτεύεις, δηλαδή να ηθικολογείς. Αίσχος! – κάτω από αυτόν τον τίτλο γράφεις πολλά και γίνεσαι σχετικά δημοφιλής. Διότι αφενός παριστάνεις τον συνήγορο του λαού· αφετέρου, κεντρίζεις τη μνησικακία, ποντάρεις στο θυμό που σιγοβράζει.

Εύκολο είναι και να σφυράς αδιάφορα, να κάνεις «θετικές σκέψεις»… Να βλέπεις το ποτήρι μισογεμάτο, να μη μαυρίζεις την ψυχή του αμέριμνου αναγνώστη, να του προσφέρεις διανοητικό μασάζ.

Δύσκολο είναι να ψαύεις τη ζωή μες στην πολυπλοκότητά της, να οσφραίνεσαι τις αντιφάσεις του πραγματικού, και να μιλάς γι’ αυτές, εκτός σχημάτων. Δύσκολο να μιλήσεις λ.χ. για την κατάσταση της δημόσιας περίθαλψης. Αχαρο θέμα, το θυμόμαστε μόνο αντιμέτωποι με τη φθορά και την ασθένεια, με το αδύναμο σαρκίο, το δικό μας ή του δικού μας. Συγκλονιζόμαστε, ανακαλύπτουμε την πυρίτιδα και την ανισότητα, κι ύστερα, κάπως, το ξεχνάμε. Μάλλον, το παραχώνουμε.

Πώς να μιλήσεις για τον αγώνα που δίνουν οι έντιμοι και άξιοι γιατροί στο δημόσιο νοσοκομείο; Ιδίως αν δεν τους συναντήσεις όταν τους χρειάζεσαι. Πώς να μιλήσεις για την αφόρητη πίεση που δέχονται τα μεγάλα νοσοκομεία εξαιτίας της ισχνής ή ανύπαρκτης πρωτοβάθμιας περίθαλψης; Πώς να μιλήσεις για την αγωνία του φτωχού ασφαλισμένου ΙΚΑ που συνωθείται σε θαλάμους των έξι ή των οκτώ με τους συγγενείς σε ρόλο νοσοκόμας; Πώς να μιλήσεις γι’ αυτή την όψη του πραγματικού, τη γεμάτη πόνο, ούρα και ανημπόρια, χωρίς να γείρεις στο εύκολο «Αίσχος!», στην καταγγελία, στον διδακτισμό και τα ευχολόγια;

Δεν μπορείς, δεν είναι εύκολο. Αλλά πρέπει να μιλήσεις. Γιατί το δημόσιο σύστημα περίθαλψης είναι ο πυρήνας της δημοκρατίας, εκεί δοκιμάζεται η κοινωνία δικαίου και το κράτος πρόνοιας. Δημοκρατία είναι οι ουρές των γερόντων και των εργατικών στο ΙΚΑ, για να τους συνταγογραφήσουν φάρμακα. Είναι ο εξουθενωμένος που ακούει όρθιος τον γιατρό να του τροποποιεί φαρμακευτική αγωγή στο διάδρομο: Ε, πάρε του μισού μιλιγκράμ και βλέπουμε… Είναι οι ουρές των απεγνωσμένων έξω από τα εξωτερικά ιατρεία του μεγάλου νοσοκομείου όταν έχει εφημερία· οι περισσότεροι δεν αντέχουν να περιμένουν δέκα και δεκαπέντε μέρες για το ραντεβού του ΙΚΑ· είναι άρρωστοι τώρα… Στο δημόσιο νοσοκομείο δεν δοκιμάζεται η αξιοπρέπεια του πολίτη μόνο, δοκιμάζεται η αξιοπρέπεια της δημοκρατίας.

Ο πολίτης φθάνει στο νοσοκομείο άρρωστος και ικέτης. Μπαίνει και δεν ξέρει αν θα βγει. Και σταδιακά υποχωρεί ο πολίτης και μένει γυμνός ο άνθρωπος, στην αδυσώπητη ισοπολιτεία του πόνου. Η διανυκτέρευση στο θάλαμο είναι μύηση καθόδου· μυείται στην ανημπόρια, γνωρίζει το σώμα του αλλιώς, παραδομένο και γυμνό, πολεμάει χωρίς όπλα, κοιτά με λαχτάρα τους γιατρούς, κοιτά τον ορό, τις μπλαβιασμένες φλέβες, τον κουβαλούν σε φορεία και καρότσια, του μιλούν στον ενικό, του φέρονται σαν σε μωρό: γύρνα να σε αλλάξω…

Τα περισσότερα συμβαίνουν ίδια και στα ιδιωτικά θεραπευτήρια. Ιδιος ο πόνος και ο φόβος, ίδια η ανημπόρια. Διαφορετική η επιπολής αξιοπρέπεια, η ξενοδοχειακή· ο άνθρωπος όμως του καιρού μας, ο ατομικιστής και τεχνολάτρης, βάζει πάνω απ’ όλα την ξενοδοχειακή χλιδή, τον βοηθάει να μη φοβάται. Συχνά, διαφορετικές είναι και οι ιατρικές υπηρεσίες: το δημόσιο νοσοκομείο υπερτερεί σε γνώση. Υστερεί όμως σε μετάδοση. Υστερεί και σε εικόνα. Δεν αντιμετωπίζει τον ασθενή σαν πελάτη. Μα στον καιρό μας μετράει η εικόνα, και οι άνθρωποι, ακόμη και ασθενείς, θεωρούν εαυτούς περισσότερο πελάτες, παρά πολίτες. Θεωρούν ότι το χρήμα τα αγοράζει όλα.

Το αμερικανικό σύστημα περίθαλψης, που ελεεινολογεί ο Μάικλ Μουρ στο «Sicko», στηρίζεται ακριβώς σε αυτή την αντίληψη: ξενοδοχειακή χλιδή και ιατρική τεχνολογία κορυφαίες, αν έχεις να πληρώσεις. Δεν έχουν όμως όλοι να πληρώσουν. Αυτοί αρρωσταίνουν αβοήθητοι και πεθαίνουν αναξιοπρεπώς.

Μα ο θάνατος μπορεί να έχει αξιοπρέπεια; Οχι. Ο θάνατος είναι μια στιγμή· η κάθοδος όμως, το ενδεχόμενό του, πρέπει να περιβάλλονται από προϋποθέσεις αξιοπρέπειας, που να τυλίγουν τον άρρωστο πολίτη με τα στερνά υφάδια της δημοκρατίας: μέριμνα, πρόνοια, συμπόνια, εμπράγματη πίστη στον άνθρωπο. Η δημοκρατία δοκιμάζεται επί του φοβερού βήματος – ανώδυνα, ανεπαίσχυντα τα τέλη της ζωής ημών. Ο,τι άλλο ακούγεται εκεί, σαν υποκατάστατο, σαν δικαιολογία, είναι θλιβερό ψέμα, είναι η ήττα της δημοκρατίας.

Ένα βλέμμα, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 27.05.2007

εικον.: Μανώλης Χάρος, από την έκθεση «Εφαρμοσμένη μεταφυσική», Παλαιό Φρούριο Κέρκυρας, 2 Ιουνίου – 29 Σεπτ. 2007.