«Hταν υπερήφανος που ο γιος του επέλεξε να υπηρετήσει την πατρίδα του. Δεν γυρνούσε δεξιά–αριστερά να το διατυμπανίζει, αλλά ήταν υπερήφανος. Και στωικός – αυτή είναι η σωστή λέξη. Εβλεπα έναν γονιό που, ας πούμε, κρατούσε την ανάσα του…».


Ο καθηγητής Αντριου Μπάσεβιτς, απόστρατος συνταγματάρχης, βετεράνος του Βιετνάμ, διοικητής των αμερικανικών δυνάμεων στη Δ. Γερμανία, γαλουχημένος με την ιδεολογία του Ψυχρού Πολέμου, συντηρητικός και ρωμαιοκαθολικός, κορυφαίος πολιτικός αναλυτής και εξπέρ των διεθνών σχέσεων, από την περασμένη Τρίτη δεν κρατάει πια την ανάσα του. Την κατάπιε πικρή. Ο 27χρονος γιος του, υπολοχαγός Αντριου Μπάσεβιτς, σκοτώθηκε στο Ιράκ.

Ο πρώην στρατιώτης, νυν καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Βοστώνης, γνώριζε τις πιθανότητες επιβίωσης στο μέτωπο. «Εχοντας βρεθεί στο πεδίο της μάχης ο ίδιος, ήξερε καλά τα ποσοστά της τύχης» συνέχισε ο συνάδελφός του, καθηγητής Κόργκαν. «Οσο προσεκτικός και να είσαι, όσο καλά και να έχεις προετοιμαστεί, το κακό μπορεί να συμβεί».

Η τύχη δεν ήταν ευνοϊκή με τους Μπάσεβιτς, πατέρα και γιο. Οπως και στην περίπτωση του Ισραηλινού συγγραφέα Δαβίδ Γκρόσμαν και του πεσόντος γιου του, η Ιστορία σάρωσε τις ζωές και αγνόησε τις ιδέες. Η τραγωδία γράφεται με όρους ειρωνείας.

Ο καθηγητής Μπάσεβιτς τα τελευταία χρόνια μελέτησε εξονυχιστικά την εξωτερική και στρατιωτική πολιτική των ΗΠΑ μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, και η ανάλυσή του τον οδήγησε σε δύο βιβλία που συζητήθηκαν πολύ, εκτός και εντός ΗΠΑ: το «Αμερικανική Αυτοκρατορία: Πραγματικότητες και συνέπειες της αμερικανικής διπλωματίας» και το «Ο Νέος Αμερικανικός Μιλιταρισμός: Πώς οι Αμερικανοί σαγηνεύονται από τον πόλεμο». Στις μελέτες του υποστηρίζει, grosso modo, ότι στη μεταψυχροπολεμική εποχή οι ΗΠΑ υπερεξοπλίζονται και επιδίδονται σε συνεχή πόλεμο για λόγους εσωτερικής πολιτικής και οικονομίας, για να διατηρήσουν την παγκόσμια ηγεμονία και να διαφυλάξουν τον ενεργοβόρο αμερικανικό τρόπο ζωής.

Τον περασμένο Σεπτέμβριο (17.09.2006) η «Καθημερινή» φιλοξένησε τις απόψεις του Μπάσεβιτς σε μια συνέντευξη–ποταμό. Ελεγε στους συνεργάτες μας Στ. Βασιλάκη και Π. Πάπας: «Kατά τη δεκαετία του ’90, πείσαμε τους εαυτούς μας ότι είχαμε βρει τη λύση. Οτι, δηλαδή, μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε τον πόλεμο με ακριβή αποτελέσματα, με περιορισμένους κινδύνους, με απόλυτη κατανόηση των συνεπειών και με λογικές δαπάνες. Tο Iράκ όμως έχει ανατρέψει όλες αυτές τις προσδοκίες. Mια άλλη υπόθεση της αμερικανικής πολιτικής ήταν ότι η αμερικανική στρατιωτική υπεροπλία πράγματι περιλάμβανε και μια υπεροχή βάθους. Δηλαδή, ότι όχι μόνο θα νικούσαμε οποιονδήποτε εχθρό, αλλά ότι είχαμε και περισσότερη αντοχή από αυτόν. Aυτό που μάθαμε από την εισβολή του Iράκ είναι ότι στην ουσία δεν έχουμε αυτό το βάθος. Σπαταλάμε τις δυνάμεις μας. Εξαντλούνται οι νεοσύλλεκτοι».

Πράγματι, οι νεοσύλλεκτοι εξαντλούνται, «καίγονται». Σαν τον νεαρό υπολοχαγό από τη Μασαχουσέτη. Ο καραβανάς πατέρας ήξερε. Ως αξιωματικός, βρέθηκε στα μέτωπα της Απω Ανατολής και του Περσικού Κόλπου, υπηρέτησε την ιδεολογία του Ψυχρού Πολέμου, κι όταν αποστρατεύθηκε, ο Ψυχρός Πόλεμος είχε τελειώσει και μαζί του είχε χαθεί ο εχθρός. Ομως, ο πόλεμος συνεχίστηκε θερμός, διαρκής, με νέα ιδεολογία, την ίδια για Δημοκρατικούς και Ρεπουμπλικανούς.

Ο Μπάσεβιτς αναλύει ακριβώς αυτή την «ανεπίσημη αυτοκρατορία» και τον μιλιταρισμό, εντοπίζει τη γιγάντωση και αυτονόμηση του στρατιωτικού κατεστημένου, επισημαίνει τα θεμελιώδη ψεύδη των πολιτικών ηγετών, προτείνει την έξοδο με κόστος: καλεί τους συμπατριώτες να ξανασκεφτούν το ηθικό περιεχόμενο της δημοκρατίας, να ξανασκεφτούν την ελευθερία, να βάλουν τις ηθικές αξίες και την ελευθερία πάνω από το φτηνό πετρέλαιο και τον αμερικανικό τρόπο ζωής. Η ελευθερία δεν συναρτάται απαραιτήτως με την ηγεμονία, λέει ο Μπάσεβιτς.

Τώρα πενθεί. Σαν Πρίαμος. Ταπεινός ενώπιον του Καιρού και της Ιστορίας. Ο νους μας τρέχει στον άλλο Πρίαμο, τον Γκρόσμαν, ο οποίος την περασμένη Κυριακή στους «ΝΥ Τimes» άντλησε παρηγοριά από τη σπουδαία συγγραφέα Ναταλία Γκίνσμπουργκ, που εξηγούσε πώς γράφει: «Οταν είμαστε ευτυχείς, κυριαρχεί η φαντασία μας. Οταν δυστυχούμε, υπερτερεί η δύναμη της μνήμης». Με πόση οδύνη θυμάται ο γονιός το παιδί του που φεύγει πρώτο…

Ένα βλέμμα, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 20.05.2007