Κάθε Σάββατο στη λαϊκή οι νεαροί εργατιστές πουλούν τις εφημερίδες τους ψάλλοντας τα συνθήματα της εβδομάδας. Το περασμένο Σάββατο φώναζαν ένα μόνο σύνθημα: «Κάτω οι κλέφτες!»

Μόλις τ’ άκουσα, πάγωσα. Αυτό το σύνθημα σφραγίζει τον διχασμό του 1932, με αυτό επετέθησαν στον Ελευθέριο Βενιζέλο, με αυτό το σύνθημα πολιτεύεται έκτοτε όποιος θέλει να ρίξει την εκάστοτε κυβέρνηση. Ο αντιλαϊκιστής εαυτός αντέδρασε. Ο πραγματιστής εαυτός άρχισε τις σκέψεις: Το σύνθημα, απλουστευτικό όπως όλα τα συνθήματα, περιείχε την κοινή δόξα, την περιρρέουσα: Κι αυτοί τα πήραν…

Η μαζική μεταφορά χρημάτων από τα ασφαλιστικά ταμεία (τα χειμαζόμενα…) στη ριψοκίνδυνη ζώνη των σύνθετων ομολόγων και του χρηματιστηριακού τζόγου εκλαμβάνεται ως κλοπή. Και όχι αναίτια. Επί ενάμιση σχεδόν μήνα τώρα, ουδείς έχει αναλάβει την πολιτική ή άλλη ευθύνη, και κυρίως ουδείς, ούτε κυβέρνηση ούτε καν η αξιωματική αντιπολίτευση, έχει προβάλει μια πειστική εξήγηση, πολύ περισσότερο, δεν προτείνει μια λύση. Η αποπομπή του υπουργού Σ. Τσιτουρίδη έγινε με καραμπόλα, ήκιστα πειστική πολιτικά και ηθικά. Τα δε στερεότυπα «θα διεξαχθεί έρευνα και οι παραβάτες θα κ.λπ.» είναι εξίσου ανίσχυρα να πείσουν ή να καθησυχάσουν.

Το «Κάτω οι κλέφτες» είναι βαρύ, διχαστικό, αλλά βαρείς, διχαστικοί είναι και οι απόηχοι της «κακοδιαχείρισης» των αποθεματικών για τις συντάξεις. Τα χρήματα αυτά είναι δεδουλευμένα, είναι ιδρώτας, αίμα, δεν είναι το κεφάλαιο που ρισκάρει ένας ραντιέρης ― και τούτο δεν είναι λαϊκισμός, είναι συνείδηση του πραγματικού. Οταν λοιπόν η κλοπή ή, έστω, η κακοδιαχείριση αυτού του ιδρώτα, δεν συνοδεύεται από εξηγήσεις, απολογίες, τιμωρίες και επανορθώσεις, τότε ο πολίτης δεν νιώθει μόνο ληστευμένος, νιώθει και εξαπατημένος, έρμαιο τύχης χαλεπής, βουλιάζει μες στο διάχυτο και συμπαγές ψέμα. Και λυσσάει. Και μονολογεί: Κάτω οι κλέφτες!

Ο εξαπατημένος, ο ματαιωμένος πολίτης δεν πιστεύει ότι οι «άλλοι» είναι καλύτεροι. Δεν πιστεύει καν ότι ως πολίτης έχει τη δυνατότητα να παρέμβει δραστικά και να αλλάξει τη ροή των γεγονότων. Με υπονομευμένη ήδη την αίσθηση του ανήκειν, με διαλυμένη την αίσθηση του συμμετέχειν, ατομικιστής, θηρευτής χρήματος και θήραμα της κατανάλωσης, υπήκοος των mall, βλέπει δελτία ειδήσεων με σκάνδαλα των σελέμπριτι, και αναγνωρίζει τους πρότυπους πολίτες σε νέους ρόλους: βλέπει ακαδημαϊκούς και αριστερούς δημοσιογράφους να διαφημίζουν το νέο ιδανικό της κοινωνίας των πολιτών: τη λιμουζίνα Lexus.

Kάτω οι κλέφτες! Η κραυγή περιέχει φθόνο ασφαλώς, για όσους κατέχουν Lexus, μα και οργή εναντίον όποιων πασχίζουν να πείσουν τον μισθοβίωτο των 1000 ευρώ ότι η οικονομία είναι θέμα πρωτίστως τεχνικό, θέμα για επιστήμονες και ειδικούς της αγοράς χρηματοπιστωτικών προϊόντων, ότι η οικονομία δεν έχει σχέση με την αηδή πραγματικότητα του σούπερ μάρκετ, όπου η Πολωνέζα εργάτρια με το παιδί της επέστρεφαν ντοματάκια Κύκνος και τσιπς γιατί δεν έφταναν τα ψιλά.

Φθόνος, οργή, ματαίωση. Ανήμπορη λύσσα για το ψέμα που καθοδηγεί τον συλλογικό βίο, σάστισμα μπρος στη διαπίστωση της θρυμματισμένης κοινότητας, της αναξιοπιστίας που διαβρώνει τα πάντα, της συρρίκνωσης στο ατομικό κέλυφος. Ο καθείς μοναχός του, με μόνη την ανήμπορη λύσσα να ενώνει: Κάτω οι κλέφτες…

Να, βλέπουμε τις ηγεσίες, την πολιτική τους: μια αποσπασματική διαχείριση κρίσεων, ασυνεπής και δολερή, στημένη έτσι ώστε να λησμονιέται γρήγορα η αποσπασματικότητα και η ασυνέπειά της. Ολα είναι παιχνίδι με ρίσκα, σε μια απέραντη αγορά όπου ο λιγότερο τυχερός ή αποφασισμένος παίκτης τα χάνει όλα. Και οι πολίτες; Υπήκοοι, μέρη όχλου, που βιώνουν την ύπαρξή τους αναλόγως αποσπασματικά και τυχαία, σε κενό νοήματος, βουλιάζοντας στη λησμονιά.

Κι όταν η έσχατη υπόσχεση του κράτους πρόνοιας και δικαίου ξεφτιλίζεται σε ένα ακόμη παιχνίδι της αγοράς; Οταν το μόνο που αποκομίζει ο υπήκοος είναι ματαίωση, ανασφάλεια, αβεβαιότητα και φόβος; Από ποιον να φυλαχτεί; Σε ποια πολιτική να πιστέψει, σε ποια δικαιοσύνη να προσφύγει; Φωνάζει «Κάτω!»

Κι όμως, αυτή η κραυγή περιέχει πολιτική, αντιπαραβάλλεται στην αδιαφορία και την αναχώρηση. Φέρει εντός της την αγωνία για εμπλοκή, για κάποια δράση. Μπορεί να οδηγεί ενώπιον της ευθύνης της συμμετοχής. Αλλωστε την κραυγή την άκουσα στη λαϊκή αγορά.

Ένα βλέμμα, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 06.05.2007

ζωγραφική: Εδουάρδος Σακαγιάν, από τη σειρά «Ουτοπίες Παραδείσου»