Η ταινία «300», ένα ιστορικοφανές κόμικ που γυρίστηκε ταινία, σπάει ταμεία τον ίδιο καιρό που στα ΜΜΕ διεξάγεται μια άλλη θορυβώδης μάχη, συχνά με όρους κόμικ: η μάχη για το Βιβλίο Ιστορίας της ΣΤ΄ Δημοτικού.

Για τους «300» δεν έχω να πω πολλά, παρεκτός ότι στήθηκα στην ουρά με τον 12χρονο γιο μου, ότι παρακολούθησα μια μετριότατη ταινία δράσης, λίγο ψηφιακό καρτούν με μπόλικη ρητορεία, και ότι εν γένει απογοητεύθηκα από την κινηματογραφική μεταφορά της εικονοϊστορίας του Φρανκ Μίλερ.

Παρότι είμαι φαν του Μπάτμαν διά χειρός Μίλερ και Τιμ Μπάρτον (ιδίως το σκοτεινό, συγκλονιστικό Νο 2), παρότι απόλαυσα το ζοφερό και σαρκαστικό στυλιστικά Sin City των Μίλερ και Ροντρίγκεζ, παρότι ρούφηξα τις αναρχορομαντικές ατάκες και τα εικαστικά πλάνα του V for Vendetta του Αλαν Μουρ, παρότι έχω θαυμάσει το κινηματογραφικά μπαλέτα των αδελφών Ουατσόφσκι στα Μάτριξ, παρότι έχω μακρά εξοικείωση με τα κόμικς, τούτοι οι «300» με απογοήτευσαν. Πήγα για κινηματογραφική δράση και εικαστικές συνθέσεις, και αντίκρισα πλημμύρα ψηφιακίλας, αφελές στόρι χωρίς στυλιζάρισμα και ειρωνεία, απροκάλυπτο μανιχαϊσμό και τόνους βροντώδους αληθοφανούς ρητορείας. Ευτυχώς που περιείχε και τρία-τέσσερα πεντάλεπτα κινηματογραφικών μπαλέτων δράσης, με freeze και επιταχύνσεις α λα Μάτριξ και Ιπτάμενα Στιλέτα, και σωζόταν το κινηματογραφικό δίωρο. Απογοήτευση.

Γιατί συζητάμε τότε; Γιατί οι «300» σπάνε τα ταμεία. Και τα πλήθη νεαρών που το βλέπουν, το παίρνουν στα σοβαρά, το βλέπουν σαν ιστορική ταινία, όπως προσφάτως το «Τροία» του Αχιλλέα Μπραντ Πιτ και τον «Μεγαλέξανδρο» του Ολιβερ Στόουν. Στο τέλος της προβολής των «300» οι θεατές χειροκρότησαν· πιστεύω ότι επικρότησαν το προφανές δίδαγμα (οι λευκοί καλοί και ολίγοι νικούν ηθικά τους βάρβαρους σκούρους έκφυλους Ανατολίτες) και όχι το κινηματογραφικό επίτευγμα. Πολύ περισσότερο, που οι ήρωες με τους γραμμωμένους κοιλιακούς και τους αιμάτινους μανδύες είναι Ελληνες, σχεδόν Ελληναράδες.

Το συζητώ, λοιπόν, διότι υποψιάζομαι ότι τα Ελληνόπουλα, μαζί με τα μεγάλα πλήθη των παγκοσμιοποιημένων ακροατηρίων των μούλτιπλεξ, μαθαίνουν ιστορία από ταινίες και κόμικς, από βίντεο γκέιμς και γκόθικ νουβέλες, και όχι από πολιτικώς ορθοτομημένα σχολικά εγχειρίδια. Εννοώ, σχηματίζουν αναπαραστάσεις του παρελθόντος και του κόσμου, αντλώντας από το πληθωρικό συμβολικό σύμπαν της μαζικής ποπ, από τις μεγάλες αφηγήσεις του μυθικού και γκόθικ κινηματογράφου, όπως λ.χ. ο Αρχοντας των Δαχτυλιδιών (πολύ πιο σοφιστικέ και δραματικός, ομολογουμένως, από τα αρχαιοελληνικά καρτούν του Χόλιγουντ).

Εξηγούμαι: οι μυριάδες πελάτες των μούλτιμπλεξ και της βιομηχανίας του θεάματος δεν κρίνουν την ιστορική ακρίβεια των ταινιών, δεν μπαίνουν στον κόπο να ελέγξουν, δεν τους νοιάζει. Διψάνε για αφηγήσεις, για δράμα, για χαρακτήρες. Και η βιομηχανία τα προσφέρει αφειδώς, και όχι πάντα χοντροκομμένα.

Το μαζικό θέαμα στηρίζεται από και στηρίζει τις μεγάλες αφηγήσεις, δεν διστάζει να προσφέρει την ιστορία ως δράμα. Και υπό αναλογίες, η ιστορία έτσι εδιδάσκετο και παλαιότερα: μέσω του θεάτρου, των ιστορικών δραμάτων, της τραγωδίας, της όπερας, των επών, των φυλλάδων και των τραγουδιών. Διαθλάσεις ιστορίας, έστω· μα η ιστορία ορίζεται αλλιώς ανά εποχή, υπόκειται κι αυτή στον καιρό της.

Μάλιστα τούτη η δραματική αναμετάδοση, μας βάζει να σκεφτούμε: μήπως η ιστορία είναι δράμα; Μήπως το ιστορικό πεδίο είναι μια σκηνή θεάτρου, όπου εκτυλίσσονται ευριπίδειοι και σαιξπηρικοί φόνοι, το συχνότερο δίχως κάθαρση; Μήπως και ο Θουκυδίδης δεν στήνει δραματικά τον Αλκιβιάδη και τον Νικία, την εκστρατεία στη Σικελία και τον αφανισμό στο ποτάμι; Θέατρο, με χαρακτήρες που περνούν άλλοτε ολοζώντανοι και αιμάτινοι, κι άλλοτε σκιές, απεικάσματα και ξωτικά…

Αυτό το δράμα, η πειθώ και η γοητεία της αφήγησης λείπουν ολοσχερώς από το φερ’ ειπείν εγχειρίδιο Ιστορίας για 12χρονους. Ο 12χρονος αντικρίζει μια ασθμαίνουσα κακογραμμένη πρόζα, έναν αφηγηματικό λόξυγκα, και ευθύς ξαποστέλνεται στις πηγές. Και τρέχει στις πηγές, πράγματι: στο σινεμά, στον Χάρι Πότερ, στον Αρχοντα, στο γκόθικ, στο Μάτριξ και στους 300.

Ολίγοι, ελάχιστοι θα ξαναβρούν την ιστορία στη ζωή τους, θα φτάσουν στη δροσιά των πηγών. Το μέγα πλήθος θα παραμείνει με τις στρογγυλάδες και τις απλουστεύσεις των καρτούν. Και το τυπικό σχολείο, το όργανο διαφωτισμού, θα μείνει αδιάφορο ή και μισούμενο, χωρίς αφήγηση, χωρίς γοητεία, κορέκτ, συμμορφούμενο στις προδιαγραφές. Ποιος κερδίζει;

Ένα βλέμμα, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 18.03.2007