Friedrich

Caspar David Friedrich, Das Eismeer, c. 1823-1824

 

Συνθήκη ζωής στην πόλη είναι η μοναξιά. Διανθίζεται με νησίδες συντροφικότητας, ναι· ενίοτε αρθρώνεται γύρω από έναν οικογενειακό πυρήνα, παίρνει ανάσα από παιδικές απορίες, στενάζει κάτω από τα άχθη της ολοήμερης εργασίας και της πανταχόθεν βαλλόμενης οικογένειας, πλανάται στο αχανές mall εικόνων και προϊόντων, μεθάει λαίμαργα μια βροχερή βραδιά, αναστατώνεται σε μια συναυλία, σφίγγεται κόμπος στη σκοτεινή αίθουσα προβολής. Μα πάνω απ’ όλα είναι μοναξιά. Κι όσο περισσότερη τεχνοεπικοινωνία, όσο περισσότερα bytes τρέχουν στα χάλκινα σύρματα, στις οπτικές ίνες, στα σάιτ και στα κινητά, τόσο πιο μόνος είναι ο αστός, που ξαναμαγεύεται μπρος στο εικόνισμα της οθόνης.

Και πιο ανήσυχος, αιωρούμενος ανάμεσα στο παλιό και το νέο, ισορροπώντας στην κόψη του διεσταλμένου παρόντος, ρουφώντας μηνύματα για μια διάχυτη οικουμενικότητα, μιαν επελαύνουσα παγκοσμιοποίηση. Προς τα πού; Πού;

Φυσούσε ένας ψιλός βοριάς στην Ακαδημίας, όταν βγήκα από την αίθουσα. Το θάλπος της κινηματογραφικής τελετής, μιας οιονεί συνεύρεσης, διαδέχτηκε η ψυχρή ουδετερότης της πόλης. Η ταινία που είχαμε δει, «Τα παιδιά των ανθρώπων», με είχε στείλει στη δυστοπία του κοντινού μέλλοντος, δυο – τρεις δεκαετίες μπροστά. Ανηφόριζα κατηφής τη Μαυρομιχάλη. Ανάμεσα σε κάδους απορριμμάτων και φωτεινές ριπές, τα κορίτσια του δρόμου κάπνιζαν – η Νυχτερινή Περίπολος του Χημείου.

Στην κατασκότεινη πάροδο με τις κάφτρες των τσιγάρων σημαδούρες, επανασυνδέθηκα με την ταινία. Το κοντινό μέλλον είναι όπως το παρόν, μείον ορισμένες κρίσιμες λεπτομέρειες: όπως λ.χ. ότι οι άνθρωποι του Πρώτου Κόσμου, οι αστοί, οι μεσαίοι, ζουν σαν τους παρίες του Τρίτου Κόσμου, πρόσφυγες και ανέστιοι, πεινασμένοι και έντρομοι, μιλώντας γλώσσες που δεν τις καταλαβαίνει κανείς, που κανείς δεν θέλει να τις ακούσει. Ο κόσμος είναι ένα απέραντο διεθνοποιημένο λάγκερ, ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης, με νησίδες ολοκληρωτισμού και σέχτες τρομοκρατών. Σ’ αυτόν τον κόσμο κανένα παιδί δεν γεννιέται. Ολοι γερνούν, όλα φθίνουν.

Το αφηγηματικό εύρημα, προφανώς, είναι η στειρότητα: κατάρα και μεταφορά. Η ταινία το χειρίζεται με έναν λίγο πολύ εσχατολογικό τρόπο, που φέρνει προς τον New Age μυστικισμό του Μatrix: Εδώ ο πρωταγωνιστής ονομάζεται Θίο, όπως Θεός, και παίζει ρόλο Ιωσήφ, που συνοδεύει τη Θεοτόκο στο πλοίο του οικτιρμού και της ελπίδας, το «Αύριο». Εκεί, ο Neo–One αναλάμβανε τη συνήθη αποστολή του Μεσσία. Οι ομοιότητες σταματούν εδώ, κυρίως επειδή η ταινία δεν είναι τόσο η φυσική στειρότητα και η περιπέτεια της κυοφορούμενης ελπίδας, όσο ο περιβάλλων ζόφος. Το παγκοσμιοποιημένο μέλλον φέρνει μόνο βία και ξένωση, ολοκληρωτισμό και τζιχάντ – αυτή είναι η ταινία.

Είναι ο κόσμος που περιγράφει στις πολιτικές δυστοπίες του ο Φίλιπ Κ. Ντικ, είναι το Εμείς του Ζαμιάτιν και ο Θαυμαστός Καινούργιος Κόσμος του Χάξλεϊ, το «1984» του Οργουελ, η μετακαταστροφή του Μπάλαρντ – η λογοτεχνία είναι διάστικτη από τέτοια σημάδια. Και το σινεμά: είναι λ.χ. ο δυσοίωνος κόσμος που περιγράφουν οι ταινίες του Τέρι Γκίλιαμ, το Brazil και το Τwelve Monkeys, το Gattaca, το eXistenZ του Κρόνεμπεργκ – όταν ο κινηματογράφος ζωγραφίζει το μέλλον, βλέπει τέφρα και σκιά.

Ασφαλώς η μελλοντογραφία σφραγίζεται, ενδιάθετα, από την απαισιοδοξία· είναι το στημόνι της. Ισως είναι η ρομαντική κληρονομιά: από τον Κάσπαρ Νταβίντ Φρίντριχ και τον Μπέκλιν, έως τη Μαίρη Σέλλεϊ και τον Γκόγια, τον Μπλέικ και τον Ρεμπώ, το μέλλον το στοιχειώνει η έκπτωση της ανθρωπινότητας, η παγωνιά, η ανοικειότητα, η ανεστιότητα, η επί της γης κόλαση. Το αντίθετο απ’ ό,τι σημαδεύει την ανάκληση του παρελθόντος: εκεί υπερτερεί σχεδόν πάντα ο γλυκασμός της νοσταλγίας, το όνειρο, όπου ην κήπος.

TheoΓυρνάω στη μοναξιά. Ο Θίο διασχίζει την έρημο του πραγματικού μόνος, στεγνός, ορφανεμένος· σκοτεινός ο ίδιος, ντυμένος στα σκούρα, το φιλμικό φως είναι ψυχρό σαν μέταλλο, διαυγάζει αφόρητα την απέραντη προσφυγιά. Προσφυγιά, απελπισία, μοναξιά: ιδού ποια ύλη συνδέει τους ανθρώπους επ’ εσχάτοις. Και κάτι φωτάκια: η απελευθερωτική ανάμνηση του παλιού αιώνα, το ’60 και το ’70 του ερημίτη χίπη· το παιδί που χάθηκε· η επώδυνη αποκόλληση του παραιτημένου ατομικιστή από τον μηδενισμό, η επαναφορά στην επιλογή και την ηθική δέσμευση.

Ηθική δέσμευση; Ναι. Πώς αλλιώς;

Ένα βλέμμα, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 19.11.2006

Advertisements