Είδηση: Έκθεση με δέκα έργα του Γιάννη Μόραλη, του 2002 – 2006, παρουσιάζει η Γκαλερί Ζουμπουλάκη την Πέμπτη 16 Νοεμβρίου 2006.

moralis

Ο Μόραλης ενσαρκώνει τη sprezzatura. Με τον τρόπο που προσεγγίζει τα έργα του, που τα ζυγίζει και τα αποτιμά, ακριβής και λακωνικός, με τον τρόπο που περνά από ένα εύθυμο ανέκδοτο σε παρατηρήσεις «εμείς ζήσαμε την ιστορία» ή «σε αυτή τη φωτογραφία όλοι έχουν πεθάνει», με τον τρόπο που λέει «δεν έχω κέφι» όταν τον προσκαλούν να ζωγραφίσει, με την απλότητα και την ευθυβολία του όταν μιλά για το φως και το πικρό πράσινο, με τον τρόπο που ισορροπεί ανάμεσα στο ρομαντικό πάθος και την υστερομοντέρνα απάθεια, με τον τρόπο που κρύβει τον κόπο και τη δυσκολία. Κάνει την τέχνη και την ομορφιά να φαίνονται φυσικά, αβίαστα, δωρεάν…

Ο Γιάννης Μόραλης δεν δίνει συνεντεύξεις, δεν φλυαρεί στα μίντια. Είναι από τους τελευταίους των μεγάλων σιωπηλών. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι θα τσιγκουνευτεί τον λόγο του εκτός μίντια· έχει πάντα έτοιμη μια καλή κουβέντα σε έναν παλιό μαθητή, σε έναν καλλιτέχνη, σε φίλο και γνωστό. Και προσφέρει συχνά, σαν κέρασμα ή σαν νεύμα, κι ένα συντομότατο ανέκδοτο.

Φυσικά δεν του έχω πάρει συνέντευξη ποτέ, ούτε έχουμε αναπτύξει προσωπική σχέση. Είχα την τύχη, όμως, πολλές φορές, να τον ανταμώσω στον δρόμο ή σε γκαλερί, να δούμε μια έκθεση μαζί, παράλληλα μόνοι, και να «κλέψω» τον τρόπο που κοιτά, κοντοστέκεται, λέει μια καλόβουλη παρατήρηση στον ζωγράφο. Τον έχω πάντα στη σκέψη μου με μαύρη γραβάτα, με σακάκι ψαροκόκκαλο, ντυμένο σε ουδέτερους τόνους του γκρι– μπλε, με ομπρέλα στο χέρι, με βαθύ μέτωπο, απλό, κομψό, ουσιώδη, όπως η τέχνη του.

Τον έχω στον νου μου επίσης από τις φωτογραφίες που έχω δει, με ένα τσιγάρο πάντα στο χέρι, ευθυτενή, συγκρατημένο, πάντα με το βαθύ μέτωπο και τα έντονα τόξα των φρυδιών· με την καμπαρντίνα στο χέρι, αντικρίζει πάντα στα ίσια τον φακό, όπως αντικρίζει τους ανθρώπους.

Τον έχω επίσης στον νου μου από τις διηγήσεις δεκάδων φίλων ζωγράφων, μα κυρίως από τα έργα των χειρών του, από το αστείρευτο μάθημα αισθητικής αγωγής που προσφέρει πάνω από μισόν αιώνα: «O Mόραλης μάς έμαθε να βλέπουμε. Mας έμαθε να βλέπουμε τον κόσμο οργανωμένο σε μορφές, με σχήμα, με σεβασμό προς την παράδοση και γενναιοδωρία προς τη νεωτερικότητα· χωρίς προκαταλήψεις. Mας δίδαξε, να βάζουμε την ομορφιά στη ζωή μας και να τη θεωρούμε αυτονόητη, φυσική. Eίναι πολύ σπουδαίο αυτό, και το ακόμη σπουδαιότερο: δεν το έκανε με λόγια, ούτε καν με ορισμένα έργα, αλλά με συνεχή δράση, με το αδιάκοπο σιγάναμμα του ζωντανού του παραδείγματος, με τη στάση του», έγραφα πριν από πέντε χρόνια, όταν συγκινημένος έβλεπα στην έκθεση Μουσείου Μπενάκη τα εξώφυλλα βιβλίων και δίσκων, τα «πλαϊνά» της Υψηλής Ζωγραφικής, το μπόλι του Ωραίου στο σώμα του σύγχρονου ελληνισμού.

Παρόμοια συγκίνηση ένιωσα προ ημερών, όταν είδα την ταινία για τον Γιάννη Μόραλη (σκηνοθεσία Στέλιου Χαραλαμπόπουλου, παραγωγή Θάνου Λαμπρόπουλου). Περιείχε τη συνέντευξη που θα ήθελα να του έχω πάρει, αλλά κυρίως περιείχε την αίσθηση που είχα για τον δάσκαλο και τον άνθρωπο. Μια ανάλαφρη, λακωνική, υπαινικτική αφήγηση, που συλλαμβάνει το πνεύμα του ανθρώπου, χωρίς να σωρεύει πληροφορίες. Μια διακριτική παρείσφρηση στον κόσμο του καλλιτέχνη, που σιγά σιγά κατορθώνει να δώσει την ουσία του.

Ποια είναι η ουσία; Τολμώ να την πω, δανειζόμενος μια αμετάφραστη έννοια από το Εγχειρίδιο του Καλού Αυλικού, του Μπαλτασάρ Καστιλιόνε, σπουδαίας μορφής της Αναγέννησης· είναι η sprezzatura. Θα την απέδιδα ως την ικανότητα να αποδίδεις το ωραίο, χωρίς να φανερώνεις την εμπεριέχουσα δυσκολία επίτευξής του· την τέχνη να δείχνεις το έργο χωρίς τον κόπο που καταβλήθηκε· την ικανότητα να παρουσιάζεις το τέχνημα ως εάν να έχει γίνει χωρίς προσπάθεια και χωρίς σκέψη… Ας πούμε ότι είναι αντίθετη της προσποίησης, της επιτήδευσης.

Ο Μόραλης ενσαρκώνει τη sprezzatura. Με τον τρόπο που προσεγγίζει τα έργα του, που τα ζυγίζει και τα αποτιμά, ακριβής και λακωνικός, με τον τρόπο που περνά από ένα εύθυμο ανέκδοτο σε παρατηρήσεις «εμείς ζήσαμε την ιστορία» ή «σε αυτή τη φωτογραφία όλοι έχουν πεθάνει», με τον τρόπο που λέει «δεν έχω κέφι» όταν τον προσκαλούν να ζωγραφίσει, με την απλότητα και την ευθυβολία του όταν μιλά για το φως και το πικρό πράσινο, με τον τρόπο που ισορροπεί ανάμεσα στο ρομαντικό πάθος και την υστερομοντέρνα απάθεια, με τον τρόπο που κρύβει τον κόπο και τη δυσκολία. Κάνει την τέχνη και την ομορφιά να φαίνονται φυσικά, αβίαστα, δωρεάν…

Μη με λες δάσκαλο, είναι βαριά κουβέντα, λέει ο ίδιος. Είναι όμως δάσκαλος. Κατά τούτο: έδειξε πώς η τέχνη διαχέεται στη ζωή· πώς η ομορφιά μπορεί να ποτίζει την καθημερινότητα.

Ένα βλέμμα, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 07.05.2006

Advertisements