shadow face

Προ μηνών κυκλοφορούσε από μέιλ σε μέιλ ένα βίντεο γυρισμένο με κινητό τηλέφωνο. Εδειχνε ένα κορίτσι να κάνει σεξ με κάποιο αγόρι, σε ένα περιβάλλον που έμοιαζε σχολικό. Σχολικό σεξ; Ενδεχομένως. Το βιντεάκι σχολιάσθηκε στα μπλογκ. Ολοι εξέφραζαν την αμηχανία τους, ουδείς διανοήθηκε να το αναρτήσει σε δημόσιο σέρβερ, οι μεγαλύτεροι σε ηλικία αναφώνησαν «σε τι κόσμο ζούμε». Η παγωνιά και το σοκ ήσαν εμφανή στα σχόλια.

Την περασμένη εβδομάδα το κυρίαρχο θέμα στα μίντια ήταν το δράμα πίσω από ένα τέτοιο βίντεο. Το δράμα της Αμαρύνθου. Το δράμα μιας 16χρονης κοπέλας που βιάστηκε από τέσσερις συμμαθητές της σε περιβάλλον ορισμένως σχολικό. Το δράμα τεσσάρων εφήβων που υποδύθηκαν τους θύτες ενώπιον της κάμερας, της δικής τους κάμερας, και ενώπιον των ολολυγμών της συμμαθήτριας-θύματος. Και το δράμα ενός παιδιού, που στο match point της βιολογικής και συναισθηματικής ενηλικίωσης είχε την ατυχία να είναι γυναίκα και να είναι «ξένη», σε έναν κόσμο αυτοχθόνων αρσενικών.

Η σκοτεινότερη πλευρά του δράματος όμως είναι η δημοσιότητά του· είναι ο εκ των υστέρων δημόσιος κανιβαλισμός του ήδη καταρρακωμένου θύματος. Είναι η επανεξέταση θυτών και θυμάτων υπό το φως των προβολέων, ενώπιον της αχόρταγης κάμερας, όχι πια της σχολικής μικροκάμερας του κινητού, αλλά της μεγάλης, της δημόσιας. Το δράμα είναι τα εντόσθια της μικρομέγαλης κοινωνίας που εκτίθενται αχνιστά στο Μέγα Πανελλήνιον του Primetime. Eίναι ο μοχθηρός αναγωγισμός των μόνιμων παραθυροσχολιαστών, είναι η καχυποψία έναντι του θύματος, είναι η άπληστη ηδονοβλεψία. Ηδονοβλεψία; Ούτε καν. Μάλλον οδυνοθηρία, σαδισμός.

Το δράμα της Αμαρύνθου είναι επανάληψη της υπόθεσης Αλεξ, μείον το ανεύρετο σώμα. Ο ξένος Αλεξ στοίχειωσε τα λίβινγκ-ρουμ με το ξανθό του χαμόγελο και τα γυαλιά του, με το πρόσωπό του και την ηχηρή απουσία του.

Η ξένη κοπέλα στοιχειώνει τα νοικοκυριά κι αυτή με την απουσία της· χωρίς εικόνα, χωρίς ένα στεναγμό, χωρίς φυσική παρουσία· μα με δημόσιο τον πόνο της και την απορία, με σκυλευμένο τον λόγο της κατάθεσής της: διαβάστε βιασμό στη σελίδα 7 –πώς το περιγράφει η ίδια– πώς το περιγράφουν οι βιαστές. Και τα δύο παιδιά δεν έχουν σώμα, δεν έχουν φωνή, είναι φαντάσματα· φέρουν το στίγμα του Ξένου. Επιπλέον, η κοπελίτσα φέρει βαρύ το στίγμα του φύλου της και της ανατέλλουσας έφηβης σεξουαλικότητας.

Φαντάσματα. Αφανισμένα σώματα. Δοχεία για τις αμαρτίες ημών των αυτοχθόνων, δοχεία εξευμενισμού και αποσυμπίεσης. Σώματα κατασπαραγμένα στα λαϊκά δικαστήρια των καναλιών, σώματα χωρίς πρόσωπο, χωρίς υπόσταση. Φαντάσματα.

Θυμάμαι τι έλεγε προ ημερών σε τούτες τις σελίδες η ψυχαναλύτρια Τζούλια Κρίστεβα, μια Βουλγάρα στο Παρίσι. Μιλούσε για τον Ξένο, την αγάπη, το μίσος, τη συγχώρεση. Νομίζω ότι μπορεί να παρηγορήσει, όχι τόσο τη Βουλγάρα της Αμαρύνθου, αλλά εμάς που καταναλώνουμε το δράμα της:

«Θεωρώ την ξενότητα μια διπλή μοίρα. Τραγική, διότι όταν αποκόπτεσαι από τις ρίζες σου και έρχεσαι σε μια νέα κοινωνία, είσαι πάντα λίγο-πολύ απόβλητος, εκτός. Αλλά και δώρο Θεού, διότι πάντα σκεφτόμαστε ξεκινώντας από το εκτός. Και ο Πλάτων το λέει αυτό, ο θεωρητικός βίος είναι βίος ξενικός. Πρέπει κανείς να βρίσκεται εκτός για να έχει κριτική, απορητική ματιά, σε σχέση με τον εαυτό του αλλά και με τον κόσμο γύρω του. […] Το άτομο δεν είναι ποτέ μόνο. Και η ψυχαναλυτική εμπειρία αποσκοπεί στη βελτίωση των σχέσεών μας με τους άλλους.

»Η ψυχανάλυση τελειώνει όταν αφήνουμε πίσω μας τους παλαιούς, επαχθείς δεσμούς, την απομόνωσή μας και σαν το σαλιγκάρι βγαίνουμε από το καβούκι μας και δημιουργούμε πλέον νέους δεσμούς και είμαστε δημιουργικοί. Με τη συγχώρεση δεν σβήνουμε το κακό. Κατανοούμε την αλχημεία του για να το υπερβούμε. Ας πάρουμε το Ολοκαύτωμα, λόγου χάρη.

»Δεν ξεχνάμε τα εγκλήματα του Ολοκαυτώματος, αλλά κατανοούμε τους οικονομικούς, πολιτικούς λόγους που τα προκάλεσαν και προσπαθούμε να ζήσουμε σε νέα σχέση με όσους ενεπλάκησαν σε αυτά, εφόσον απαρνούνται τις πράξεις τους. Δεν είναι η συγχώρεση με την κενή, χριστιανική σημασία, αν και ο Θωμάς ο Ακινάτης λέει ότι η συγχώρεση είναι μια νέα αρχή.»

Ελπίζω η κοπέλα της Αμάρυνθου να μας συγχωρέσει.

Ένα βλέμμα, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 05.11.2006