Αβραάμ Παυλίδης

φωτ.: ΑΒΡΑΑΜ ΠΑΥΛΙΔΗΣ

O Tάσος είναι αριστούχος διδάκτωρ Φυσικής του Στάνφορντ. Διέπρεψε σ’ ένα από τα πιο φημισμένα πανεπιστήμια του κόσμου, έκανε καριέρα ως ερευνητής στην Silicone Valley, τον καιρό της άνθησής της, και συνέχισε ως αξιολογητής και επόπτης ερευνών, πάντα σε επιχειρήσεις που ασχολούνται με τεχνολογίες αιχμής. Μετά δεκατρία χρόνια στην Καλιφόρνια και το Σικάγο, επιθυμεί διακαώς να επιστρέψει στην Ελλάδα. Γιατί; τον ρωτώ. Πήρα ό,τι είχα να πάρω, τα είδα όλα, τώρα λαχταράω τη ζωή της Ελλάδας. Θαυμάζω τον φίλο μου Τάσο για την διαυγή σκέψη του επιστήμονα, αλλά επίσης για την ευρύτητα των ενδιαφερόντων του, για την πολιτική του οξυδέρκεια και για την αναλυτική του ικανότητα. Θυμάμαι ακόμη το βίντεο από το μεγάλο του μοναχικό ταξίδι στη μυθική Route 66, θυμάμαι τα τραγούδια που διάλεξε για να ντύσει το ταξίδι· οι αραιές συζητήσεις μας μού έδειξαν κάτι από τη σημερινή Αμερική και κυρίως κάτι βαθύτερο για τη σημερινή Ελλάδα.

O Tάσος αντιπροσωπεύει μια νέα γενιά Ελλήνων: αυτούς που διαπρέπουν «έξω», που είναι κοσμοπολίτες, σκέφτονται με όρους οικουμενικούς, κολυμπούν σαν δελφίνια μες στις τεχνολογίες και τα new media, μπορούν να έχουν ένα καλό εισόδημα οπουδήποτε, και παρ’ όλ’ αυτά, τους πιάνει μια τρέλα να γυρίσουν στην Ελλάδα.

Αυτή την τρέλα δεν μπορώ να την κατανοήσω. Την έχω κουβεντιάσει και με τον Γιώργο, φίλο εικοσιπενταετίας και βάλε, γιατρό διεθνούς κλάσεως στην Αμερική, τώρα στη Νέα Υόρκη. Ο δόκτωρ Γιώργος, λαμπρός κλινικός και ερευνητής, ευρισκόμενος στην κορυφή της πιο ανταγωνιστικής ιατρικής δομής, επιθυμεί διακαώς να έλθει στην Ελλάδα οικογενειακώς. Γιατί, βρε Γιώργο;

Ο διαυγής, ανατόμος και χιουμορίστας φίλος μου προσπαθεί να μου εξηγήσει, και καταλήγει να μιλά για μια διάχυτη αίσθηση, για κύκλους που κλείνουν, για μιαν ανεξήγητη ποιότητα ζωής «εδώ», για την αγριότητα του «εκεί»… Εγώ, που ζω εδώ, προσπαθώ να καταλάβω. Δεν καταλαβαίνω ακριβώς.

Τον παρακολουθώ, λοιπόν, στην πορεία του να επαναπροσεγγίσει την πατρίδα, μετά δύο δεκαετίες απουσίας. Οπως και ο Τάσος, αναζητεί στην Ελλάδα μια θέση ανάλογη των προσόντων του, όχι τόσο ως προς το εισόδημα –αυτό σχεδόν το ξεγράφει–, αλλά τουλάχιστον να μπορεί να προσφέρει αυτά που κατέχει πολύ καλά, επιστημονικά και διοικητικά. Δεν βρίσκει. Πηγαινοέρχεται δυο χρόνια τώρα, κάνει επαφές και ραντεβού στο πανεπιστήμιο, η ειδικότητά του είναι σπάνια έως ανύπαρκτη στην Ελλάδα, το CV του μαζί με τις πρωτότυπες δημοσιεύσεις πιάνει ένα ντοσιέ, είναι αν. καθηγητής στο top νοσοκομείο της Νέας Υόρκης, όλοι τον εκτιμούν, και όλοι τον γειώνουν: ίσως μια θέση εξωτερικού συνεργάτη, ίσως καμιά διάλεξη… Ούτε θέση επιμελητή του ΕΣΥ για τον καθηγητή! Κι ο δόκτωρ Γιώργος επιμένει. Και ίσως έρθει τελικά, γιατί είναι πεισματάρης.

Περιπτωσιολογία; Οχι. Από παντού, διαρκώς πια, ακούω για Ελληνόπουλα που διαπρέπουν έξω, και κανείς δεν τους θέλει εδώ. Είναι υπερπροσοντούχοι, είναι δουλευτές, είναι άξιοι.

Αλλά η στυφή πατρίδα δεν έχει χώρο γι’ αυτούς, όχι χειροκροτήματα και επιδαψιλεύσεις, αλλά χώρο, τούτο μόνο: μια θέση αξιοκρατικά πλάι σε άλλους ικανούς.

Τους διώχνει λοιπόν. Οι θέσεις «μέσα» είναι κρατημένες. Τις κρατούν η μετριοκρατία και ο νεποτισμός, η αδράνεια, η ιδιοτέλεια, η καχυποψία προς κάθε άξιο. Οι μέτριοι κυβερνούν και σχεδιάζουν, στα χαμηλά τους μέτρα. Και η Ελλάδα φθίνει.

Καθώς η παραγωγική βάση μαραζώνει και η χώρα μετασχηματίζεται σε τουριστικό προορισμό, πρακτορείο real estate και διανομέα υπηρεσιών, καθώς η αυτογνωσία θαμπώνει και φυραίνει, καθώς το μέλλον το σχεδιάζουν αυτάρεσκοι σαράφηδες και μαραμένοι γραφειοκράτες, τα καλά μυαλά φεύγουν έξω και δεν ξαναγυρνούν. Εχουν φύγει οι επιστήμονες και οι τεχνολόγοι, τώρα φεύγουν οι μάνατζερ, αύριο θα φεύγουν οι νέοι επιχειρηματίες.

Ασφαλώς η μετανάστευση χαρακτηρίζει τους Ελληνες από παλιά. Αλλά οι σημερινοί λόγοι είναι διαφορετικοί· ούτε ο πόλεμος μάς ρημάζει σήμερα ούτε η ξένη κατοχή. Σήμερα μάς απειλεί ο κακός μας εαυτός, ο κοντόφθαλμος και μέτριος, μάς απειλούν η διάχυτη αναξιοκρατία, η βαριά αδράνεια και μια μνησικακία που σιγοκαίει ακοίμητη.

Απέναντί τους αιωρούνται μεταφυσικά το πείσμα και το ταλέντο. Του Τάσου και του Γιώργου.

Ένα βλέμμα, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 13.08.2006

Advertisements