Σάββατο απομεσήμερο η Εθνική είναι άδεια – σχεδόν. Επτακόσια χιλιόμετρα συντροφιά με έναν καλό συνομιλητή, κυλάνε εύκολα, πολύ περισσότερο που υπάρχει ατζέντα συζήτησης από παλιά. Η τωρινή ξεκινούσε από το παρόν σκηνικό της τέχνης, την αγορά της και το power game της, διαπιστώσεις σε τόνο ανάλαφρο, σχεδόν εύθυμο. Συνέχιζε με διαπιστώσεις για τη νεότερη γενιά, τα ευάλωτα μικροαστόπουλα με τα πολλά πτυχία και τα PhD, ο φίλος μου καμαρώνει για τις θυγατέρες του και μαζί ανησυχεί. Θυμήθηκα τι μου έγραψε η Σοφία Σ. γι’ αυτή τη γενιά: «με το χαμηλό μηνιάτικο να λοιδορεί τα χρόνια των –συχνά– ακριβών σπουδών, με τις εν γένει υλικές ευκολίες μιας παρατεταμένης εφηβείας να διεκδικούν το χώρο τους πεισματικά». Δεν το είπα του οδηγού μου, ήξερε αυτός από ακριβές σπουδές, τις πλήρωνε… Κάναμε διαλείμματα με θυμόσοφες παρατηρήσεις για τους βιαστικούς που μας προσπερνούσαν πατημένοι και με σκαριφήματα της Ελλάδας σήμερα· άλλοτε έκπληκτοι, άλλοτε οργισμένοι, προβληματισμένοι, μετέωροι, αραιά και πού αισιόδοξοι. Νεράκι τα χιλιόμετρα.

Την ταγγίλα της απαισιοδοξίας μού την αλάφρωνε το τοπίο. Ολο το τοπίο. Δομημένο, αγροτικό, φυσικό. Ρουφούσα. Απέραντα χιλιόμετρα ημιτελούς οδοποιίας, ποτιστικά, φυτείες, βαριές πατημασιές ανθρώπινες παντού στον κάμπο. Και το βουνό πιο απάτητο, αυστηρό, μοσχομυρίζει εδώ κι εκεί πεύκο και σχίνο, επιβάλλει ρυθμό. Συχνά, αντικρίζεις το Ουέστ, όχι το Φαρ, μα το Εγγύς, το δικό μας: ασυνάρτητη επαρχία… Βουλκανιζατέρ, βενζινάδικα, ρημαγμένα εργοστάσια και μαγαζιά, αποθήκες, σωροί οικοδομικών υλικών, ένα σβησμένο στριπτιτζάδικο στις παρυφές οικισμού, πανωσηκώματα σε χαίνουσες πιλοτές, μπετά, μπετά, χτισίματα και αυτοκίνητα. Σε όλο το μήκος του επαρχιακού δικτύου αναθήματα υπενθυμίζουν τα θύματα των δρόμων· σκουριασμένα μεταλλικά, χτιστά, σταυροί. Οι χαμένοι στοιχειώνουν τους οδηγούς, όσο είναι ορατοί.

Εδώ κι εκεί, στο πουθενά, ένας Εσταυρωμένος, παράφορες υπενθυμίσεις μαρτυρίου και πίστης. Και σε ένα πλάτωμα, στην κορυφή, μια άχρονη φυσαλίδα: Πωλείται τραχανάς, κουραμπιέδες, κατίκι. Μια γαλάζια παράγκα, πλάι σε επιβλητική εκκλησιά, προσφέρει όλα τα προϊόντα της ευρύτερης περιφέρειας. Είναι προτιμότερο να πιούμε εδώ καφέ, παρά στις κοσμοσυρροές.

Μέσα: τα προϊόντα απλωμένα σε επιμήκη πάγκο, κάτω από ένα μακρυνάρι χαμηλής στέγης, μια φέτα στο χείλος του βουνού· κι όλο το μακρυνάρι πλαισιωμένο από εικονίσματα, σαλόνι μπαμπού, μπερντέδες, τηλεόραση, ψυγείο. Μια παράδοξα μοντέρνα σαραντάρα σερβίρει με αυτοπεποίθηση. Εξω: όλα ψηλά, το ταπεινό μετουσιώνεται σε μεγαλειώδες, είσαι στην κορυφή του κόσμου, σε έναν λησμονημένο θύλακα, σ’ ένα μεταίχμιο.

Στην πόλη ο τρίτος συνομιλητής μάς υποδέχεται με οικειότητα και αναπυροδοτεί την ατζέντα. Καθώς σουρουπώνει βυθιζόμαστε στην τέχνη, και μένουμε με αυτή, μέχρι βαθιά στη νύχτα. Πόση τέχνη χωράει ένα ζεστό απόβραδο; Οχι πολλή, το μάτι κουράζεται, δεν χωράει πολλές εικόνες μαζεμένες· αλλά η νύχτα χωράει μια παθιασμένη ανασύσταση του περιβάλλοντος, του πεδίου όπου συντίθεται η τέχνη, όπου συστήνονται σκηνές και συμμαχίες, παρέες και θεμιτές ανθρωποσαχλαμάρες.

Καταλήγουμε καταρχάς: Ας θέτουμε ερωτήματα, αυτά έχουν σημασία, ακόμη και χωρίς απαντήσεις. Τα ερωτήματα ερεθίζουν και γονιμοποιούν.

Γεμάτος ουίσκι και κρασί, ρωτάω τον οικοδεσπότη: Γιατί ασχολείσαι με την τέχνη; Καθώς κοντοστέκεται, αντιλαμβάνομαι ότι ρωτάω τον εαυτό μου. Προλαβαίνω την απάντηση: Για να αφήσεις ένα ίχνος. Αλλάζω πρόσωπο: Για να παρηγορηθούμε έναντι του θανάτου. Συμφωνεί διστακτικά, αλλά ειλικρινά, έτσι τον καταλαβαίνω. Δίνουμε ραντεβού για το πρωί.

Στους πεζόδρομους η νύχτα μόλις αρχίζει. Οι μουσικές σκεπάζουν η μία την άλλη· μουσικές, λέμε τώρα… Δύσθυμο όνειρο με βγάζει στο ξημέρωμα: το δανεικό αυτοκίνητο κυλάει ακυβέρνητο κι εγώ βρίσκομαι στο πίσω κάθισμα, ενώ θα ’πρεπε να είμαι στο βολάν, αγωνίζομαι να τραβήξω χειρόφρενο, τρακάρει. Ξυπνάω βαρύς, από καβγάδες στον ακάλυπτο, το νερό της βρύσης είναι χλιαρό. Μετράω την ώρα ώς τον καφέ. Το φως εξαχνώνει δυσθυμίες, πυροδοτεί φρέσκιες συζητήσεις, η Κυριακή κυλάει ράθυμη προς το μεσημέρι. Δεν θα βρείτε κίνηση στην Εθνική· δεν βρήκαμε.

Στην επιστροφή ήμασταν πιο λιγόλογοι, πιο αφαιρετικοί, σχολιάζαμε τους τόπους, τριγυρίζαμε στα μικρά και ασήμαντα του βίου.

Ένα βλέμμα, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 06.08.2006