Του Τάσου Μαντζαβίνου


Καθώς φυλλομετρώ τις σελίδες του Ιστού, όλο και συχνότερα αναρωτιέμαι πώς θα μπορούσα να γράψω στην εφημερίδα έτσι όπως διαβάζω ― στον Ιστό, εννοείται. Στον Ιστό διαβάζω ένα υπερκείμενο ― μα ήδη και οι δύο όροι της πρότασης είναι διαφορετικοί, χρειάζονται εξήγηση. «Διαβάζω» στον Ιστό σημαίνει φυλλομετρώ το κείμενο, τρέχω, ανεβοκατεβαίνω («σκρολάρω»), πηδώ από δεσμό σε δεσμό, ξαναγυρίζω, αποσπώ ένα τμήμα και το επικολλώ σε ένα φύλλο σημειώσεων, βάζω έναν σελιδοδείκτη, αποσπώ μια εικόνα, πηδάω σε ένα βίντεο, ακούω ένα μουσικό κομμάτι εντός κειμένου, κατεβάζω ένα μεγάλο άρθρο ή ολόκληρο βιβλίο σε pdf… Ολες αυτές οι παράλληλες και ταυτόχρονες ενέργειες είναι «ανάγνωση». Και όλο αυτό το «διαβαζόμενο» υλικό είναι τα υφάδια του υπερκειμένου.

Βρισκόμαστε ήδη στην ασυνεχή ανάγνωση ενός ασυνεχούς κειμένου· διατρέχουμε ένα πεδίο χωρίς αρχή και τέλος. Συνειδητοποιώ ότι έχω πια συνηθίσει να διαβάζω έτσι, μη γραμμικά, παρότι συχνά αυτός ο καινοφανής τρόπος μου φέρνει ίλιγγο: νιώθω ταυτοχρόνως πείνα και κορεσμό, καθώς το διανοιγόμενο υλικό είναι πέρα από τις δυνάμεις μου, ατιθάσευτο. Την ίδια στιγμή, αυτή η πολυεπίπεδη «ανάγνωση» ανοίγεται σαν υπέροχη πρόκληση: το αχανές πληροφοριακό υλικό προσφέρεται για ένα μεθυστικό ζάπινγκ· μάλλον, για ένα σλάλομ με επιταχύνσεις και ψαχουλέματα, με ανακαλύψεις, διασταυρώσεις και διαρκείς ανασυνδυασμούς του υλικού.

Επιπλέον, το πιο προκλητικό για έναν γραφιά: «αυτό» είναι κείμενο εντέλει. Πώς θα γράψω κι εγώ έτσι; Το σκέφτομαι διαρκώς. Διαβάζοντας την εφημερίδα ξέρω ήδη ότι κι αυτή δεν είναι πια γραμμική, παρότι φέρει το γραμμικό αφήγημα της παράδοσής της. Η σημερινή εφημερίδα κουβαλάει μια δομή, ένα πρόγραμμα για τις ειδήσεις, τις γνώμες, τον οδηγό θεαμάτων, τα χρηστικά, από την εποχή των Φώτων και της βιομηχανίας. Εχει αλλάξει όμως, βαθιά, αν και σταδιακά: τώρα αφηγείται και με τη φωτογραφία, την ακαριαία μεταδιδόμενη μέσω δικτύων, αφηγείται με την σελιδοποίηση, την ψηφιακά πραγματοποιούμενη, αφηγείται με γραφήματα· κυρίως: αφηγείται με τα ένθετα, τα περιοδικά, τα διαφημιστικά φυλλάδια, τα CD και τα DVD, με ένα ογκώδες πακέτο για κάθε είδους «αναγνωστική» ανάγκη. Τέλος, αφηγείται με τα παράλληλα προϊόντα παγίας χρήσεως: με το αρχείο της και με τον Ιστότοπό της. Αφηγείται… Προσθέτω: και παράγει νόημα, νοηματοδοτεί, χύνει τον κόσμο σε αδρά καλούπια.

Να λοιπόν που και η εφημερίδα, η «πρωινή προσευχή του αστού», έχει πλέον μια κάποια δομή υπερκειμένου. Οπότε επανέρχομαι στην προσωπική αγωνία του γραφιά, του κατασκευαστή και συναρμολογητή, του «υφαντή». Πώς το γραπτό μου, το κείμενο, θα φέρει μέσα του τους χαρακτήρες αυτού του φρενήρους, συναρπαστικού υπερκειμένου; Υλικά είναι ανέφικτο: στην τυπωμένη σελίδα (γραμμική-αναλογική) δεν μπορείς να βάλεις φυσικούς δεσμούς που να παραπέμπουν και να πλέκουν το δικό σου κείμενο με παρακείμενα. Ωστόσο το πραγματικό δεν είναι μόνο το υλικό, είναι και η φόρμα, είναι και οι ψυχονοητικές συνδηλώσεις του κειμένου ― μάς το έχει διδάξει η ποίηση από τον καιρό του λίθου…
Guy Debord Και μας το έχουν υποδείξει εμπράκτως στοχαστές-συγγραφείς των νεοτέρων χρόνων: από τη ρομαντική λατρεία του αποσπάσματος έως το μοντάζ παραθεμάτων και περιπλανήσεων του Μπένγιαμιν, τα ασυνεχή αναπτύγματα του Βιτγκενστάιν, τον θεωρητικό λήρο του Ντεμπόρ. Και ορισμένως η ποίηση, από καταβολής.

Ιδού λοιπόν η πρόκληση: Πώς, μέσα στην επικοινωνιακή πλησμονή, στο άπειρο πλήθος των bits και των bytes, πώς οργανώνεις ένα πυκνό και συνάμα διαφανές κείμενο; Που δείχνει προς πολλές κατευθύνσεις, κρατώντας όμως πορεία, που παραμένει ανοιχτό μα όχι διάτρητο, συγκεκριμένο μα όχι αμετάκλητο, προκλητικά γόνιμο προς τον αναγνώστη, τον οποίο προϋποθέτουμε «κριτικό και ζωντανό», όπως ο Schlegel;

Δεν ξέρω να δώσω οδηγίες, μπορώ μόνο να επιδεικνύω τις ουλές και τα εφήμερα τρόπαια της κάθε φοράς, της εκάστοτε περατής περιπέτειας. Δεν έχω κατά νου κάποιο ορισμένο σχέδιο· παρεκτός ίσως μια φόρμα, αρχαία: ρητορική. Και ένα στυλ… Α, αυτό το ακούω: ακούω το παιχνίδι των υπαινιγμών, των πυκνώσεων, των περασμάτων από την εντύπωση σ’ έναν σπινθήρα στοχασμού, ακούω τις επιταχύνσεις και επιβραδύνσεις του ρυθμού, την εναλλαγή των θεματικών πυρήνων εντός του ιδίου κομματιού, την περιέργεια και την αμφιβολία, την υπόρρητη φροντίδα για την ευμέλεια, για το καλώς λίαν, το όποιο..
.
Και διαρκώς την απορία: Πώς μιλάμε για τον καιρό μας;

Ένα βλέμμα, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 15.01.2005

Ζωγραφική: Τάσος Μαντζαβίνος

Advertisements