tibook_blogmeΑνακάλυψα τα μπλογκ (blog) πριν από δύο χρόνια περίπου, από φίλους, νεότερους φυσικά, που ακόμη συντηρούν επιμελώς τα καινοφανή τους ημερολόγια υπό τα όμματα των μυριάδων δυνητικών αναγνωστών του Δικτύου. Βάφτισα τότε το δικό μου μπλoγκ «Freska stafylia», δοκίμασα το νέο μέσον σκαλίζοντας αμήχανα μερικές γραμμές και το ξέχασα. Η πολυετής επαγγελματική μου πώρωση με τη γραφή δεν μου άφηνε χώρο, καύσιμο, βόλια, για να ταϊσω άλλο ένα απαιτητικό χόμπι-πάθος.

Το ξέχασα; Μάλλον, ξέχασα τα ξινισμένα μου σταφύλια. Τα μπλογκ εν τω μεταξύ φούντωναν και κυρίευαν το Δίκτυο. Εγιναν η πιο καυτή τάση σ’ ένα Δίκτυο που ξεχειλίζει κομφορμισμό και Μάικροσοφτ. Εγιναν ένα αρχιπέλαγος γραφής. Με πολλές πληκτικές ή άγονες βραχονησίδες αλλά και αρκετά κηπάρια όπου θάλλει το νέο στυλ: σε αυτό θέλω να εστιάσω, τα υπόλοιπα, τα εγκυκλοπαιδικά, μπορείτε να τα βρείτε στη Wikipedia ή στο Google.

Εξηγούμαι: την όρεξη μου άνοιξαν τα ελληνικά μπλογκ· σε αυτά μπορώ να διαβλέψω το στυλ, να αισθανθώ τους κραδασμούς της γλώσσας, να μυρίσω τον Καιρό, να φανταστώ τους ανθρώπους που γράφουν πίσω από ψευδώνυμα και ευφάνταστους τίτλους. Σε δυο-τρία εντόπισα και γνωστούς, παλιούς και νέους.

Η λαίμαργη επαφή μου με τις σελίδες των Ελλήνων μπλόγκερ με οδηγεί βιαστικά σε μια υπόθεση: την ώρα που η γλώσσα της αφήγησης, της κριτικής, του δημόσιου λόγου, ξεψυχάει στα ρηχά των μαζικών μέσων, στον πολτό του λάιφστάιλ, στη μυρηκαστική πεζογραφία, στην ανία της ακαδημίας, την ίδια ώρα, εκεί, στα εφήμερα κηπάρια του Δικτύου, καλλιεργείται ένα στυλ που είναι προκλητικό, ερεθιστικό του νοός, σαγηνευτικό, τσιτωμένο στα κόκκινα.

Μιλώ για τους πιο ξεχωριστούς, ασφαλώς, αλλά αυτοί, οι λαμπεροί θα δώσουν τον βηματισμό. Από αυτούς τους ριψοκίνδυνους στυλίστες ίσως βγουν οι γραφιάδες του αύριο. Γιατί ―φαντάζομαι τώρα τα πρόσωπα, τα υποκείμενα― ο thas, η Σοφία, η dimitra, ο tassos, o kukuzelis, ο Μπερεκέτης, o naftilos-Aντρέας, ο, η, οι, ειρωνεύονται τα διδακτορικά που έχουν (ή δεν) διαπράξει, ειρωνεύονται την ελαφροχυδαιότητα των μαζικών μέσων, κάνουν πιρουέτες ανάμεσα Μπέκετ, Ντεμπόρ, Μπαρτ, Γκοντάρ, Βιτγκενστάιν και Δ.Π. Παπαδίτσα, μιλούν με τρυφερότητα για τους μοναχικούς και τους οιονεί λούζερ, εξομολογούνται σαν τον ιερό Αυγουστίνο (συν την αναγκαία προσθήκη μεταμοντέρνας αυτολοιδορίας), θρηνούν τον Χάντερ Τόμπσον σαν δικό τους, γνωρίζουν το ντιζάιν ώς τους βαθύτερους πόρους του, κάνουν παστίς ανάμεσα στις γλώσσες, παίρνουν στα σοβαρά το iPod σαν culture symbol, βηματίζουν στα postανθρώπινα κλαμπ της «25ης ώρας» και του «Χαμένοι στη μετάφραση».

Ρομαντικοί, κυνικοί, στυλίστες, εύθραυστοι. Eτσι διαβάζω τη γραφή τους, τη σκέψη τους, τα πρόσωπά τους. Ετσι διαβάζω την προμετωπίδα: «Ever tried. Ever failed. No matter. Try again. Fail again. Fail better.-s.beckett» (www.kuk.blogspot.com)· ή την προμετωπίδα «Δεν έμαθα τίποτα, πηγαίνω χιλιοτρυπημένος απ’ τον αέρα, αιώνιος κι αγαπημένος του όντος. – Δ.Π.Παπαδίτσας» (www.vitamo.blogspot.com). Ετσι διαβάζω τo αυτοϋπονoμευμένο ακραίο στυλ: «(…)Με μια κίνηση μπήκα μέσα στην ολόσωμη κίτρινη φόρμα με τη μαύρη ρίγα κι άρπαξα το Χατόρι Χάνζο από τη γκαρνταρόμπα. Η αζιλιτέ και η καλλιγραμμία μου δε με εξέπληξαν. Στα όνειρα μου έχω γκρεμοτσακιστεί από απόκρημνες ακτές, μου έχουν πέσει τα δόντια, μου ‘χουν κλέψει τα παπούτσια, έχω βγει στο χρυσό κουφέτο, έχω νοσηλευτεί ως τρελή αγελάδα σε σανατόριο παρά τω Γάγγη, μα ποτέ, ποτέ δεν είχα ψωμάκια.» (www.reality-tape.com).

Ετσι διαβάζω το λακωνικό μανιφέστο των μπλόγκερ στη Vita Moderna: «(…)Γεννηθήκαμε αργά, ο κόσμος ήταν ήδη γερασμένος. Ίσως γι’ αυτό να χάσαμε από νωρίς την ικμάδα μας, τη σφοδρή επιθυμία μας για ζωή. Μας κούρασαν και οι ποιητικοί τρόποι, τα μεγαλεία του τόπου, η ρητορεία. Μας κούρασε και το μεταμοντέρνο παρόν μας, αυτή η διαρκής αναζήτηση λίγης λάμψης πάνω στα καπνισμένα ερείπια. Μας επέτρεψε τουλάχιστον αυτός ο συγχυσμένος καιρός να πούμε τα λιγοστά μας λόγια, έστω λειψά και μισοτελειωμένα. Είναι κι αυτό μια πρόοδος, ένα μικρό βήμα προς μια κοινωνία πιο ανοιχτή, λιγότερο ανελεύθερη. Θα το εκμεταλλευτούμε.»

Σε αυτά τα στυλ βλέπω περιπέτεια, νιώθω το ρίγος της γραφής. Συναντήστε τους, τρυγώντας από άνθος σε άνθος.

Ένα βλέμμα, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 06.03.2005