Ξεκαθαρίζω το αρχείο, δηλαδή, σημειώσεις, εικόνες, αποδείξεις, ορνιθοσκαλίσματα σε χαρτοπετσέτες. Δεν ρωτάω τίποτε, το αρχείο μιλάει μόνο του ― μάλλον, μουρμουρίζει τα δικά του, κι ο νους μου γέρνει προς αυτά π' ακούει. Τα πιο ομιλητικά ―εννοώ: πιο υποβλητικά― είναι τα αποκόμματα ταξιδιών. Μπιλιέτα από το βαπορέτο, καρτολίνες των γερμανικών σιδηροδρόμων, κάρτες επιβίβασης, βάουτσερ για γεύμα complimentary μετά από ακύρωση πτήσης, σουβέρ από το ξενοδοχείο Ζάχερ, ένα μικροσκοπικό κουταλάκι, μια ουγγρική κάρτα ακατανόητη, τουρκικές λίρες, ντιέτσι μίλε λιρέτες, ένα δεκάμαρκο, ένας κατάλογος έκθεσης σε τσέχικα και γερμανικά.
Δεν ξέρω ακριβώς γιατί τα κρατάω, γιατί τα κρατούσα. Καθώς στέκομαι αμφίβουλος απέναντι τους, να τα πετάξω, να τα καταχωνιάσω πάλι, αρχίζω να υποθέτω.

Στην αρχή, πάνε κοντά τριάντα χρόνια, τα κρατούσα, γιατί τα ταξίδια ήταν πολύτιμα: Ενα εξωτερικού κάθε χειμώνα, και ένα-δυο εσωτερικού το καλοκαίρι. Ηταν πολύτιμα από κάθε άποψη: υλική, βιωματική, συναισθηματική, πνευματική. Κάθε ταξίδι τάιζε το μάτι και το νου, έφτιαχνε χαρακτήρα, έχτιζε αυτογνωσία· κάθε άλλος τόπος με μάθαινε κάτι για τον δικό μου τόπο, οι άλλοι με δίδασκαν τον εαυτό μου ― μόνο που αυτή τη διαδικασία την αντιλήφθηκα πολλά χρόνια αργότερα. Τότε, απλώς ρουφούσα, λαίμαργα, άπληστα.
Αλλους είδους απληστία με κατέλαβε στη διάρκεια των συχνών επαγγελματικών ταξιδιών, πολύ μετά τη μύηση και τις πρωτες ρουφηξιές. Τούτα ήταν σχετικά σύντομα, δεν ξεχνιόμουν ένα μήνα, κρατούσαν τρεις-τέσσερις μέρες, το πολύ μια βδομάδα. Ηταν όμως συχνά, ήταν πυκνά, είχαν θέμα (αποστολή), και δεν απαιτούσαν προετοιμασία ή σχεδιασμό, ούτε καν προσδοκία. Αυτά τα ταξίδια τα κυριαρχούσε η βουλιμία, η κατανάλωση. Οχι όλα, σε αρκετά είδα και έμαθα και απόλαυσα, αλλά στα περισότερα η συνθήκη χρόνου και παραγγελίας ωθούν στην κατάποση παρά στην βρώση.
Αυτά τα ταξίδια της δευτέρας περιόδου τα κάνουμε, τα έκανα, γιατί «πρέπει», γιατί είναι ευκαιρία, γιατί ναρκισσευόμαστε, γιατί τονώνουν το αίσθημα κοσμοπολιτισμού, γιατί…. Μάλλον, τα κάνουμε γιατί υπάρχουν, γιατί προσφέρονται, σαν ένας σιωπηλός γιγάντιος μηχανισμός μετακίνησης ανθρώπων και εμπορευμάτων: doing things and going places. Το αγλικό κλισέ δεν θα μπορούσε να είναι πιο γυμνωτικό: τους τόπους τους «πάμε», δεν τους επισκεπτόμαστε, είναι άλλο ένα είδος προς κατανάλωση. Σαν να συλλέγεις γραμματόσημα, αλλά πιο πεζό, χωρίς το φαντασιακό ταξίδι του συλλέκτη.
Κρίνοντας από την υλική προϋπόθεση αυτών των ταξιδιών θα τα αποκαλούσα ταξίδια πολιτιστικού τουρισμού και δημοσίων σχέσεων. Σε καλούν κάπου, για να δεις και να αναμεταδώσεις αυτό που προσπαθούν να σου ορίσουν να δεις, και σχεδόν πάντα το καταφέρνουν. Οι δημοσιογράφοι και οι άνθρωποι περί την πολιτιστική βιομηχανία, καλλιτέχνες, μάνατζερ, διαχειριστές κάθε λογής, πανεπιστημιακοί, ταξιδεύουν διαρκώς, κυκλοφορούν σε συνέδρια, πανεπιστήμια, εκθέσεις, προβολές, συμπόσια, σεμινάρια, ειδικές εκδηλώσεις, παρουσιάσεις προϊόντων ή ιδεών.
Ο Γερμανός ποιητής και δοκιμιογράφος Χανς Μάγκνους Εντσεσμπέργκερ, θαμώνας και ο ίδιος τέτοιων events,έγραψε ένα πυκνό διεισδυτικό δοκίμιο για αυτή την αθόρυβη πλην γιγάντια βιομηχανία εκδηλώσεων. Χιλιάδες άνθρωποι διασχίζουν τις χώρες τους ή τον πλανήτη για να δώσουν μια ρουτινιέρικη, πλην ακριβοπληρωμένη, διάλεξη, ή για να συμμετάσχουν σε ένα ακόμη στρογγυλό τραπέζι. Γιατί; Για κάποια προφανή ιδιοτέλεια, για την έλξη που σκεί η οσμή της αγέλης, του σιναφιού, γιατί ο ταξιδιώτης δεν αντέχει να λείπει από «εκεί», όπου συμβαίνει το εντελώς αναμενόμενο.
Αυτός είναι ο κυρίαρχος χαρακτήρας των ταξιδιών της δευτέρας περιόδου. Ομως δεν είναι κι όλα έτσι. Ακόμη και σήμερα, με όλη την σωρευμένη εμπειρία και την κόπωση των πολιτιστικών ταξιδιών, βρίσκω απόθεμα κεφιού για να παραστώ σε μια συγκέντρωση που δεν έχει κοσμοπολίτικο χαρακτήρα, που δεν υπόσχεται κέρδη και γκλάμουρ, αλλά που υπόσχεται μια λιτή συνεύρεση ανθρώπων, για να τιμηθεί ένα πρόσωπο, για να γίνει μια συζήτηση επί της ουσίας, για να συμμετάσχουμε σε μια γιορτή τέχνης, για να καθίσουμε γύρω από ένα τραπέζι. Σε αυτές τις προσκλήσεις ανταποκρίνομαι, όσο μπορώ: προέρχονται από ομίλους μαθηματικών, από νησιωτικά πανεπιστήμια, από τοπικούς συλλόγους. Μυρίζομαι την ειλικρίνεια και την αγωνία: οι άνθρωποι έχουν να με διδάξουν και όχι οι τόποι και τα πράγματα.

Ενα βλέμμα, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 26.06.05