Βρεθήκαμε φίλοι και γνωστοί, ποικίλων βαθμών οικειότητας, σε μια κοσμικοκαλλιτεχνική εσπερίδα. Νέοι, μεσήλικες, προφέσιοναλ, μιντιάδες, καλλιτέχνες, ολίγη ιντελιγκέντσια, ψηλόλιγνα κορίτσια. Οι έχοντες θάρρος αναγνωριζόμαστε κάπως έτσι: «καλώς τον μαϊντανό του γκλαμ», «μου την πέφτεις; μου έλειψες» «τι παίζει απόψε;» «ό,τι βλέπεις». Θραύσματα αυτογνωσίας με ολίγο σικ αυτοοικτιρμό. Καθώς τζακντάνιελς και τζιντόνικ δροσίζουν τη χλιαρή νύχτα, οι συζητήσεις αλλάζουν συνομιλητές, πηδούν από θέμα σε θέμα, κουτσομπολιά, πόζες, ψήγματα πολιτικής, συστάσεις, πώς πάνε τα παιδιά στο σχολείο, και αργά, στην ουρά και στο όρθιο, ερχόμαστε και στο προκείμενο: τέχνη σήμερα. Ποιος, πού, σε ποια συμφραζόμενα, με ποια απεύθυνση.

Οι λίγο-πολύ συνομήλικοι έχουν διολισθήσει σε άλλα· απομένω με καλλιτέχνες νεότερους, ορμητικούς, δραστήριους, γεμάτους ερωτήματα. Οι περισσότεροι φοράνε μαύρα, έχουν ξυρισμένα κεφάλια, δεν πίνουν ιδιαιτέρως, δεν καπνίζουν καθόλου. Μερικούς τους ξέρω από παλιά, από τα πρώτα τους βήματα στην καλλιτεχνική σκηνή. Μπορώ να πω ότι τους αισθάνομαι οικείους. Σύντομα βρίσκομαι ευχάριστα στριμωγμένος, να προσπαθώ να απαντήσω σε βροχή ερωτημάτων. Τα ευφυολογήματα δεν αρκούν. Προβάλλω μια εκτίμησή μου, μάλλον μια αίσθηση: Οι καλλιτέχνες πρέπει να ξαναθέσουν ζητήματα που θεώρησε ληγμένα ο μοντερνισμός: την αναπαράσταση, την αφήγηση, το κάλλος, το έμμορφο.

Βρισκόμαστε σε έναν από τους πιο «ιν» ναΐσκους της ποπ –τους προκαλώ– αλλά η τέχνη σας είναι εσωστρεφής, σαν να φοβάται την ανοιξιά και τα ρίσκα της ποπ, τη σκανταλιάρικη επιφανειακότητά της. Είσαστε σχεδόν-ποπ…, εγκλωβισμένοι στο γούστο των κιουρέιτορ και των συλλεκτών, με μια μικρούτσικη μα κρίσιμη υστέρηση ως προς τι παίζει «έξω». Και με προφανή υστέρηση ως προς το εγχώριο χρώμα, τους κραδασμούς της παράδοσης, τον κυματισμό της καθόλου κοινωνίας. Είμαι εμφανώς προκλητικός, αλλά οι συνομιλητές μου δεν τσιμπάνε το δόλωμα εύκολα. Συμφωνούν στις διαπιστώσεις, και παραθέτουν ήρεμα, ειλικρινά τις εμπράγματες απαντήσεις τους. Δεν τρέφουν ψευδαισθήσεις, ξέρουν ότι έξω από τον ποπ ναΐσκο μας, κανείς δεν τους ρωτά τι κάνουν, τι θέλουν να πουν, τι λέει αυτό που κάνουν. Αλλά τι να κάνουμε, να σταματήσουμε να δουλεύουμε; Οχι, ασφαλώς. Τους αναφέρω μια ατάκα του Αμερικανού μυθιστοριογράφου Πέρσιβαλ Εβερετ· ο μεταστρουκτουραλιστής συγγραφέας και πανεπιστημιακός συναντά τη γιατρό αδελφή του. Η σχέση τους είναι τεταμένη, σαν να μην τον παραδέχεται. Μέσα στο πολυτελές κονβέρτιμπλ, γυρνάει και του λέει ειρωνικά αλλά και ειλικρινά: Μπορείς να γράψεις κάτι που να το καταλαβαίνω;

Μπορείτε, βρε παιδιά, να κάνετε κάτι που να το καταλάβει ο «αμύητος» φίλος σας, η μάνα σας ακόμη; Χωρίς να είναι αναγκασμένοι να διαβάσουν ένα κατεβατό του κιουρέιτορ ή να είναι συνδρομητές του Frieze; Αυτό είναι ποπ… Η πρόκληση πέφτει σε καρπερό έδαφος: Αυτό θέλουμε… Ο ερμητισμός δεν μας οδηγεί ούτε στις μεγάλες συλλογές ούτε στο κοινό. Αλλά πώς να διαπεράσουμε τα μίντια, τον αφρό του θεάματος, τον καταιγισμό των διαφημιστικών εικόνων;

Γυρνάμε τη συζήτηση στις συναναστροφές, τις αλληλεπιδράσεις, τις παρέες. Γιατί δεν υπάρχει σήμερα η ώσμωση ζωγράφων, ποιητών, δικιμιογράφων, μουσικών, αρχιτεκτόνων, φιλοσόφων, κινηματογραφιστών, ψυχαναλυτών, που σφραγίζει εν πολλοίς όλα τα πρωτοποριακά κινήματα της νεωτερικότητας (τουλάχιστον); Γιατί, λ.χ., δεν βλέπουμε υπό αναλογία στη σημερινή σκηνή τις διαπιδύσεις της περίφημης γενιάς του ’30; Γιατί οι κατά τα άλλα εννοιακοί εικαστικοί δεν συναναστρέφονται, ή δεν γνωρίζουν καν, τους γραφιάδες ή τους κινηματογραφιστές ή τους τραγουδοποιούς της γενιάς τους; Γιατί το κειμενικό αλισβερίσι περί την εικαστική τέχνη διεξάγεται με όρους και κλισέ βρετανικών μάστερ μονοετούς φοιτήσεως;

Οι συνομιλητές μου συμφωνούσαν, χωρίς φυσικά να αναλαμβάνουν ακεραία την ευθύνη. Δεν την έχουν άλλωστε. Στην Ελλάδα σήμερα οι λόγιοι τρέχουν πίσω από μια θέση λέκτορος ή επίκουρου, οι καλλιτέχνες της βιομηχανίας –μουσικής, κινηματογραφικής…– στενάζουν στα γρανάζια της παραγωγής και της διανομής, οι συγγραφείς κυνηγάνε αλαφιασμένοι το μπεστ-σέλερ, οι ποιητές λοιδωρούνται, οι ζωγράφοι εκλιπαρούν για γκαλερί. Μόνο οι χαλκέντεροι, οι πεισματάρηδες και οι τυχεροί μένουν εντός πεδίου· οι περισσότεροι, συχνά και ταλαντούχοι, εγκαταλείπουν τη μάχη πριν τα τριάντα.

Παρά τις σκοτεινές διαπιστώσεις, δεν απαισιοδοξήσαμε. Πίναμε τα λιωμένα παγάκια, ο χώρος άδειαζε. Ο Δ. μου πέταξε μια σπόντα: Γιατί δεν γράφεις τόσο για τέχνη και ασχολείσαι με την πολιτική; Χμ, για πολιτική ή τέχνη συζητάμε τόση ώρα; Μήπως συμπίπτουν; Σχεδόν συμφωνήσαμε. Ο Π. χαμογελαστός μου πέταξε το τελευταίο: Θα γράψεις αυτά που είπαμε απόψε; Οπωσδήποτε. Οι άνθρωποι στην πόλη με διδάσκουν και όχι τα δέντρα…

Ενα βλέμμα, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 25.09.05