tv stillΤου είχε πει του πράκτορα, να μη βγάλει εισιτήριο εφτά το πρωί. Σχόλασε μεσάνυχτα, ήπιε λαίμαργα τέσσερα ουίσκια με τον Δημήτρη, είδε κι ένα άνιμαλ πλάνετ, πήγε τρεις. Χτύπησε το ξυπνητήρι, το 'κλεισε, χτύπησε το κινητό, το 'κλεισε. Τα ξανάκλεισε δυο φορές. Την τρίτη φορά, ανασηκώθηκε ζαλισμένος και αφυδατωμένος. Ηταν παρά είκοσι. Το αίμα ανεβοκατέβηκε σαν έμβολο, είχε χάσει το πλοίο. Επεσε αποκαμωμένος.
Ηταν Μεγάλη Παρασκευή. Από το πρακτορείο ήταν σαφείς: Δεν υπήρχε καμία θέση έως τη Δευτέρα. Το τσιγάρο επέτεινε το φαρμάκωμα. Την Τρίτη έπιανε δουλειά.
Μόνος, στην πόλη, στο βουβό σπίτι, με την οικογένεια ―τις οικογένειες― στα νησιά. Πότε είχε ξεμείνει στην πόλη Πάσχα; Πριν από δεκαπέντε χρόνια, αλλά όχι μόνος· όταν γεννήθηκε ο μεγάλος· πήγε για Ανάσταση στο παρεκκλήσι του λόφου.
Είχε να ξεκουκκίσει τέσσερα εικοσιτετράωρα γιορτής χωρίς το αποκούμπι της οικογένειας, της εργασίας, της ρουτίνας. Πώς να κυλήσουν; Προτού κυλήσει το πρωινό, ένιωθε ήδη τις ώρες να τον βαραίνουν στο στήθος.
Τάισε τη γάτα, έφτιαξε καφέ, άλλαξε νερό στα χρυσόψαρα, άλλαξε ροκανίδι στο χάμστερ. Εκανε μια ώρα διάδρομο, ιδρωκόπησε ακούγοντας τα Πάθη στα ακουστικά ― «εγώ εις τούτο γεγένημαι και εις τούτο ελήλυθα εις τον κόσμον, ίνα μαρυτυρήσω τη αληθεία. πας ο ων εκ της αληθείας ακούει μου της φωνής. λέγει αυτώ ο Πιλάτος· τι εστιν αλήθεια;»
Τριγύρισε στα άδεια δωμάτια των παιδιών, σαν κλέφτης. Ανοιξε το μέιλ, τίποτε, άδειο. Μέχρι να ανοίξουν τα μαγαζιά, βυθίστηκε στην μπανιέρα.
Βγήκε στους δρόμους. Βούιζε η πόλη, τα τελευταία ψώνια, φορτωμένα γιωτα-χι, φοιτήτριες με σακ βουαγιάζ, δώρα της τελευταίας στιγμής. Ηπιε καφέ στο βιβλιοπωλείο των φίλων, κάτι ξεμείνηδες περνούσαν και άφηναν ευχές. Προσώρας ένιωσε οικεία, ανακύκλωνε μια καθησυχαστική ρουτίνα.
Πήρε τους δρόμους. Ελισσόμενος ανάμεσα σε βιαστικούς, σκέφτηκε να πάει το βράδυ στο Χαλάνδρι για τον Επιτάφιο. Πλάι στη ρεματιά βρίσκεται η μόνη ενορία που γνωρίζει. Ανακουφίστηκε. Το αττικό δειλινό τον τύλιξε σαν τούλι μελαγχολικό. Μέθυσε. Ο Επιτάφιος τον μελαγχόλησε κι άλλο, χάθηκε ανάμεσα σε ανθρώπους που ήταν εκεί με φίλους και προορισμό. Γλίστρησε διακριτικά από γνωστούς και κατέβηκε αργά την Κηφισίας. Εβλεπε τα φώτα της διαφορετικά, γνώριμα μα και απόμακρα. Στους Αμπελόκηπους αναζήτησε κόσμο. Πρόλαβε έναν καφέ στα Σταρμπακς, μπήκε στο ίντερνετ καφέ: κλείνουμε, κύριε. Εφυγε πτοημένος. Ολα έκλειναν. Βρήκε καταφύγιο στο μαγέρικο της λεωφόρου, παράγγειλε χόρτα.
Στο νησί θα οργίαζε το χαμομήλι. Τέτοια μέρα έτρωγαν κουκιά και βλαστάρια. Το σπίτι βουβό. Ονειρεύτηκε Πάσχα στον Μαραθώνα, τους μπαξέδες με τις αγκινάρες, τα δισκάκια του Τσιτσάνη, τους άντρες να ψήνουν αρνιά.
Το Μεγάλο Σάββατο ξημέρωσε βαρύ. Ωσπου να κλείσουν τα μαγαζιά είδε την πόλη και τους ανθρώπους σαν πρώτη φορά: η Σόλωνος βιαζόταν, η Πανεπιστημίου χαλάρωνε, στη Φειδίου πίνανε ρακές, η Χαρ. Τρικούπη κουβαλούσε λεωφορεία. Το φως άλλαζε ώρα με την ώρα, κι ο άνθρωπος ήταν πια αντιμέτωπος μόνος με την Ανάσταση. Ποιον θα φιλούσε;
Δεν πήγε πουθενά, ούτε στον Αγιο Παντελεήμονα ούτε στον Αγιο Νικόλαο, ούτε στον λόφο. Εμεινε με το λάπτοπ και την τηλεόραση, χωρίς να παρακολουθεί τίποτε. Ο ύπνος ήταν ανονείρευτος.
Μες στη λιακάδα του πρωινού αταβιστικά τράβηξε προς τη θάλασσα. Περπάτησε στην τσιμεντωμένη παραλία, περπάτησε χιλιόμετρα κλωτσώντας χαλίκια, αποφεύγοντας να κοιτάζει τον ορίζοντα. Το μεσημέρι βρέθηκε στη γενέθλια γειτονιά. Σχεδόν αγνώριστη, μικρές πολυκατοικίες και γιωτα-χι με δόσεις. Ακούγονταν τραγούδια.
«Τα πάντα εγένετο από του χοός, και τα πάντα επιστρέψει εις τον χουν. και τις οίδε το πνεύμα υιών του ανθρώπου, ει αναβαίνει αυτό άνω, και το πνεύμα του κτήνους, ει καταβαίνει αυτό κάτω εις την γην;»
Εστρωσε τραπέζι με τοστ κι ένα μπουκάλι Νάουσα. Ανοιξε κι άλλο. Επινε αργά ώσπου βράδιασε, στο κινητό δεχόταν ευχές, πειράγματα και συμπάθεια. Καθώς σκοτείνιαζε, παλινδρομούσε διαρκώς προς τον Μαραθώνα και το νησί, του μύριζαν ανθισμένες πιπεριές (σαν σπέρμα), μολόχες, κολόνια λεμόνι, η πλατεία γέμιζε κορίτσια. Τρία εικοσιτετράωρα αρκούσαν ν' αγγίξει ένα όριο, να δει εγκάρσια τις δεκαετίες.

Eνα βλέμμα, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 16.04.06