Η μουσική του καλοκαιριού ερχόταν από παλιά, κι από την Ικαρία. Ηταν ένας σκοπός δημώδης, αγαπημένος, οικείος· ο «καριώτικος» σου ταράζει τα πόδια, σε σπρώχνει στον γύρο, να χορέψεις, να εκφραστείς. Kι ήταν παιγμένος ηλεκτρονικά, techno, κι αυτό παραδόξως τον έκανε ακόμη πιο οικείο, τον έκανε σημερινό, αγαπημένο. Οι Palyrria-Παλίρροια έκαναν μια γοητευτική μεταποίηση, μια ανακατασκευή: πήραν το παραδομένο, το «πείραξαν», το χάιδεψαν, το έφεραν στην ευαισθησία τη δική τους και του καιρού τους, κι έτσι μετουσιωμένο, το έδωσαν στους συγχρόνους τους.παλιρροια
Αυτή η πολύχυμη προσέγγγιση, η ανακατασκευή, είναι το πιο δελεαστικό στοιχείο στο «καριώτικο» των Palyrria, αυτό την έκανε σουξέ. Η ανακατασκευή είναι επίσης αυτή που δίνει γνησιότητα και αυταξία στο έργο τους, γιατί πρόκειται για επανεφεύρεση της παράδοσης, για δημιουργική προέκταση, για ερεθιστική ανατροπή, και όχι για στείρα παραδοσιολογία.
Ξεκίνησα με το πιο πρόσφατο παράδειγμα. Μπορώ να προσθέσω κι άλλα παραδείγματα, πολλά, από την πρόσφατη καλλιτεχνική παραγωγή. Θα μείνω κυρίως σε δύο, από το χώρο της μουσικής. Το ένα είναι ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου και το συγκρότημά του οι Λαϊκεντέλικα. Ιδού, με το καλημέρα, η υβριδική ονομασία «Λαϊκεντέλικα» στέλνει ερεθιστικά διττό σήμα: παίζουν λαϊκά με ψυχεδελικό τρόπο, ή κάνουν λαϊκότροπη ψυχεδέλεια; Ας μη ρωτάμε. Τα κάνουν όλα, και τα κάνουν καλά. Οι Λαϊκεντέλικα είναι τέκνα του καιρού, παλαιοί και μαζί νέοι, ριζωμένοι στον τόπο τους και πλάνητες της οικουμένης.
Ο ΘΠ είναι ένας αισθαντικός καλλιτέχνης που τολμά να αναμιγνύει το χώμα του θεσσαλικού κάμπου με τα τζαζ σόλο, το σαξόφωνο με τον τζουρά, το δημοτικό με την φαζαρισμένη κιθάρα, τους λαϊκούς θρύλους με την ποίηση του Κορμπιέρ και του Πεσσόα. Το ηρωικό, το πένθιμο, το καθημερινό ελάχιστο, το βακχικό, όλα έχουν θέση στο ευφρόσυνο μείγμα του, στο μείγμα της σημερινής μας συνθήκης. Ο Παπακωνσταντίνου βρίσκει αρμονική θέση για τον ανώνυμο οργανοπαίκτη, τον Βαλκάνιο πανηγυριτζή, πλάι στον Ζάππα με τους Mothers of Invention ― ναι, αυτούς σκέφτηκα ακούγοντας τους Λαϊκεντέλικα, κι έχω να τους σκεφτώ από παλιά, από παρόμοια σχήματα του Σαββόπουλου. Και πλάι στον συνταρακτικό θρήνο του δημώδους βρίσκει θέση για μια βαριά μπλουζ διασκευή του εξεγερσιακού Guns of Brixton των Clash· ιδού μια ευτυχής συνύπαρξη του παραδομένου και του νέου, του παλαιού οικείου και του οικειοποιημένου νέου.
Ο ΘΠ επανεπινοεί την ευρεία, τη βαθιά παράδοση: δικό μας δεν είναι μόνο ό,τι μάς παραδόθηκε φορτωμένο σκόνη και αμηχανία, αλλά και ό,τι ήρθε απέξω, μας ταρακούνησε στην όποια νιότη, μας σφράγισε και το κουβαλάμε έκτοτε μαζί μας. Το δημώδες «Βάρκα μου μπογιατισμένη», και το ροκ «Guns of Brixton» είναι όψεις μιας ενιαίας, χωνεμένης παράδοσης. Αυτό είναι το βαθύτερο δίδαγμα του ΘΠ, τόσο ουσιαστικό, κι όμως τόσο μη-διδακτικό, τόσο σεμνό και μετρημένο.
Αλλο ένα παράδειγμα: οι Mode Plagal, οι «Τρόπος πλάγιος». Τέσσερις καθαρόαιμοι μουσικοί της τζαζ και του ηλεκτρικού ροκ, της γενιάς της μεταπολίτευσης, ας πούμε, που διασχίζουν τον ελληνικό χωροχρόνο απροκατάληπτοι, πολυσυλλεκτικοί, εκλεκτικοί, και ταυτοχρόνως προσηλωμένοι, καθαροί, επίμονοι, δημιουργικοί, με δική τους φωνή. Οταν πρωτάκουσα το σαξόφωνο του Θοδωρή Ρέλλου, την φανκ κιθάρα του Κλέωνα Αντωνίου και τα τύμπανα του Τάκη Κανέλλου να αναδομούν τα δημοτικά με τον εντελώς προσωπικό τους πλάγιο-λοξό τρόπο, να ξεστρατίζουν γλυκά της «Πικροδάφνης τον ανθό» σε δρόμους της τζαζ, της σόουλ και του ροκ, σκέφτηκα ότι αυτό το άκουσμα, αυτό τον τρόπο, τα περίμενα πολύ καιρό. Προτού σκεφτώ όμως, οι αισθήσεις με είχαν ήδη ταξιδέψει, από το παράδοξο εξώφυλλο με τον Κονέκ-Κονέκ του Κόντογλου ώς τον Κολτρέιν και τον Χέντριξ. Οι Mode Plagal εκφράζουν κι αυτοί την ευτυχισμένη επανεπινόηση της παράδοσης, την αναβάπτιση του παλαιού.
Οι κατ’ οικονομίαν προαναφερθέντες είναι κάποιοι, οι πιο φανεροί ίσως, κρίκοι σε μια αλυσίδα δημιυοργών που στοχάζεται τολμηρά πάνω στην έννοια του χρόνου και της παράδοσης, πάνω στο σμίξιμο του παλιού με το νέο, του αλλότριου με το οικείο. Δεν είναι σταρ, δεν θα γίνουν σταρ. Τα υβρίδιά τους όμως είναι ίσως τα πιο αυθεντικά καλλιτεχνήματα του καιρού μας.

Ένα βλέμμα, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 31.10.04