Από τον Ιούνιο η νύχτα στην Αθήνα είναι σύντομη και πυκνή. Αργεί να σκοτεινιάσει, ξημερώνει νωρίς, ο ύπνος λιγοστεύει· όσοι μένουν στην πόλη για δουλειά ή από ανημπόρια, διασχίζουν το καλοκαίρι με ένταση και χαύνωση μαζί: ο νους χάνει βάρη, διαυγάζεται, απλώνει· το σώμα ακολουθεί, μπαίνει σε ολιγάρκεια, οικονομεί τους χυμούς του, μα ζητά κιόλας τη σπατάλη. Η λογοτεχνία συχνά έχει ποτίσει τις λέξεις της σε αυτή τη διασταύρωση παραδομού και λαγνείας, στην πόλη με τους ιδρωμένους ανθρώπους· θυμάμαι ανάκατα Εμπειρίκο, Μιχαήλ Μητσάκη, Ταχτσή, Καραγάτση, Μήτσορα και Συμπάρδη.

Ανάκατα. Στο τέλος του ’70, αρχές ’80, οι αριστεροί διανοούμενοι και οι φοιτητές, επήλυδες κατά το πλείστον, αναδεύονταν σε μια Αθήνα ρηχού ορίζοντος, με στενό διαφανές πουκάμισο έξω απ’ το παντελόνι, με πάρκερ και ταυτότητα στο τσεπάκι, με πλακέ πακέτο τσιγάρα· άλλοι έγερναν σε πουκαμίσα χακί, άτακτη μαλλούρα, με σανδάλια· στις γυναίκες κυριαρχούσε το ταγάρι και το νεολαϊκό στυλ. Αλλοι μπουσουλούσαν στον ροκ υπαρξισμό, με άλλες ιδεοληψίες και ενθουσιασμούς. Ολοι έψαυαν αισιόδοξοι το πρόσωπο μιας εποχής, μιας κοινωνίας που έβγαινε απ’ την αθωότητα και τη μιζέρια. Εν αφελεία και ιδεοληψία, τρυφεροί κι ευάλωτοι μολαταύτα.

Εν αφελεία. Ο καύσων δεν είχε γίνει καθημερινότητα, δεν υπήρχαν καν τόσα μήντια για να τον πολλαπλασιάσουν. Η δροσιά ερχόταν ευχερής, σε θερινά σινεμά με φθαρμένες κόπιες νουβέλ βαγκ, νεορεαλισμό και Πέκινπα, σε ουζερί επτάλοφα, με φτηνές μπίρες, με ολονύχτια φλερτ. Μακρά διαλείμματα, οι αποδράσεις στα νησιά, παρθένα τότε. Αργά τις νύχτες, λίγες μοτοσικλέτες και παπιά αλαφροπερνούν τους δρόμους.

Ενα τέταρτο του αιώνος αργότερα. Η αφελής πόλη των αθηναιοεπαρχιωτών είναι μητρόπολη με εκατοντάδες χιλιάδες, κάνα εκατομμύριο, μετανάστες. Πρόσωπα, βλέμματα, φωνές, χούγια. Εργατικοί με σιγανή λαλιά πίνουν μπίρες στα όρθια, έξω από ψιλικατζίδικα και μπακαλικάκια· καπνίζουν λαίμαργα. Μικροπωλητές φωτοτακτίζουν σαν πεταλούδες γύρω από τραπέζια ουζερί, με ακατάληπτους αναπτήρες, μπιμπελό, παιχνίδια. Ξανθόλαλα παιδάκια μαζεύουν τα ποδήλατα καθώς βραδιάζει και τα μπάζουν σε ανεξάρτητες εισόδους ημιυπογείων· φορούν φανέλες Ροναλντίνιο και Κακά. Νυχτώνει.

«Η ώρα μια την νύχτα θάτανε, / ή μιάμισυ. / […] Τα ενδύματα μισοανοίχθηκαν – πολλά δεν ήσαν / γιατί επύρωνε θείος Ιούλιος μήνας». Την ώρα αυτή του ποιητή η πόλη ανασαίνει με ριγμένα τα ενδύματα· σιγεί, ψιθυρίζει και στενάζει. Και τραγουδά. Οι ακάλυπτοι αντηχούν στεναγμούς, πολυφωνικά, τσιτσόρνιες, γουργουρητά κλιματισμών, πολυφωνικά ringtones, πυροβολισμούς θρίλερ, υγρά σύμφωνα, μπουκάλια και ποτήρια. Κάφτρες και οθόνες λαμπυρίζουν στα μπαλκόνια. Ο λόφος φωτισμένος αντηχεί τανγκό· το πάρκο έως βαθιά τη νύχτα έπαιζε αφρικάνικα και ραπ, σκόρπισε στις πολυκατοικίες τους καημούς και τα κέφια του κόσμου, κράτησε τις καρδιές άγρυπνες. Ολη η πόλη, μια σκηνή.

Σαν η ζωή να αληθεύει την τέχνη, σαν ν’ αντηχεί το νάι το γλυκύ το πράο του παπαδιαμάντειου δερβίση, τον Καβάφη: «Σαν έξαφνα, ώρα μεσάνυχτ’, ακουσθεί / αόρατος θίασος να περνά / με μουσικές εξαίσιες, με φωνές».

Να η ζωή. Στα ξέφωτα των πλατειών, γυναικοπαρέες, νεοαστοί, αρχαίοι εραστές, γλαρωμένοι χαρτογιακάδες, καταλαγιασμένοι φίλοι, κουτσοπίνουν, σπρώχνουν την ώρα, υφαίνουν τη ζωή.

Ετοιμάζονται για την ενδοχώρα που λαχταράει η θερινή ψυχή: τα νησιά. Μαλακές αγκαλιές που δέχονται τα πάμφωτα βραδινά πλοία. Δρομολόγια σωματικά, υπαρκτικά. Μέσα στο φως, ο αστός μπορεί να γδυθεί, να μείνει ολιγαρκής, αφρόντιστος, σε μια δροσερή κάμαρη, χωρίς πουκάμισο, με τη διαύγεια που χαρίζουν η θάλασσα και το μελτέμι. Εκεί ήμερος βλέπει την πόλη που άφησε, συμφιλιώνεται με τον εαυτό του, με τις φωνές που πλημμυρίζουν τις νύχτες του, με τη βουερή, πολύγλωσση πόλη, τη σκηνή.

Το μελτέμι ριπίζει το Αιγαίο, αποδιώχνει τα κυνικά καύματα, συμφιλιώνει με το άφευκτο πέρας: «Πανιά στο φύσημα του αγέρα / ο νους δεν κράτησε άλλο από τη μέρα. / Αρωμα πεύκου και σιγή / εύκολα θ’ απαλύνουν την πληγή / που έκαμαν φεύγοντας ο ναύτης / η σουσουράδα ο κοκωβιός και ο μυγοχάφτης. / Γυναίκα που έμεινες χωρίς αφή, / άκουσε των ανέμων την ταφή.»

Η πόλις σε ακολουθεί.

Advertisements