Ξεφυλλίζω ένα βιβλίο. Είναι μεγάλο, 700 και κάτι σελίδες, πυκνό, ενάντιο στο fast πνεύμα της εποχής. Περιέχει καμιά διακοσαριά κείμενα: άρθρα, επιφυλλίδες, κριτικές, σημειώματα, δημοσιευμένα σε περιοδικά και εφημερίδες, το διάστημα 1980-93. Είναι μια συγκεντρωτική έκδοση των σκόρπιων γραπτών του Χρήστου Βακαλόπουλου (1956-1993), υπό τον εύστοχο τίτλο «Η ονειρική υφή της πραγματικότητας». Τα γραπτά συνέλεξε, επιμελήθηκε και υπομνημάτισε υποδειγματικά ο Κώστας Λιβιεράτος – έργο εντυπωσιακής λογιοσύνης και οξυδέρκειας, και κυρίως προσφορά σε ένα πρόσωπο και μια γενιά.

Γιατί κάνω τούτη τη σχοινοτενή εισαγωγή; Διότι στο βιβλίο αυτό δεν χωράει μόνο ο πιο προικισμένος ίσως παρατηρητής και γραφιάς της γενιάς μου, αλλά, το σημαντικότερο, αποτυπώνεται το πνεύμα μιας εποχής. Η εποχή είναι η ύστερη μεταπολίτευση· χονδρικά, από το τέλος της δεκαετίας ’70 έως το πρώτο μισό της δεκαετίας ’90. Ως μάρτυς και συναυτουργός αυτής της εποχής περιδιαβάζω τα κείμενα του Βακαλόπουλου και βλέπω να ξεδιπλώνονται μπροστά μου ταινίες, στέκια, τραγούδια και δισκάκια, παρέες, μαγαζιά, νησιά, εμμονές, ιδεοληψίες, κολλήματα, ανατάσεις, συνθέσεις, διαψεύσεις. Εντέλει, ο χρόνος και ο τόπος. Η ζωή.

Ο Βακαλόπουλος ήταν περίπου συνομήλικος, μα δεν ήταν φίλος· πορευτήκαμε σε δρόμους παράλληλους, κοντινούς, πλην ασύμπτωτους. Τον διάβαζα με ενδιαφέρον, όσο ενδιαφέρον επέτρεπε η τότε έμφυτη δυσπιστία προς τους ομηλίκους. Θυμάμαι όμως ακόμη το αίσθημα που ένιωθα όταν διάβαζα κάποια έκκεντρα, λοξά γραπτά του στο Ντέφι ή το Αντί: ήταν ζήλεια. Ζήλευα τη διαύγεια με την οποία διηθούσε την πραγματικότητα: το ροκ εν’ ρολ, το λαϊκό τραγούδι, το χύμα των οδών, τη μικροαστική Αθήνα που μεταλλασσόταν σε υβριδική μητρόπολη του Νότου, την εντοπιότητα, τις νεορθόδοξες αναζητήσεις… Ζήλευα τη διαύγεια με την οποία μετασχημάτιζε το βλέμμα σε λόγο· ζήλευα το στυλ και την οικονομία του γραπτού. Τέλος, πάντων, ας πούμε ότι δεν ήταν ζήλεια, αλλά θαυμασμός, ενστικτώδης αναγνώριση ίσως του πιο λαμπερού δοκιμιογράφου της γενιάς της μεταπολίτευσης, που αφηγήθηκε τον τόπο του και την εποχή του με πλειάδα μέσων: με μυθοπλασία, με σενάρια, με ταινίες, με κριτική, με εκπομπές, με σκόρπια γραπτά.

Αυτά, τα σκόρπια, τα εφήμερα, προ πάντων, με τα οποία περικύκλωνε διαρκώς την πραγματικότητα, συστήνουν ένα συναρπαστικό ντοκιμαντέρ για την εποχή, όπου μέσα του αναγνωρίζω κι εγώ τον καιρό και τα ψελλίσματά μας. Κι αυτά συστήνουν ένα non finito έργο, που συνεχώς ξετυλίγεται και διαρκεί. Ενα καλειδοσκοπικό έργο για μια ρευστή πραγματικότητα – ιδού η «ονειρική υφή» του τίτλου. Μου θυμίζει το μοντάζ παρατηρήσεων, στοχασμών και παραθεμάτων του άγγελου της νεωτερικότητας Βάλτερ Μπένγιαμιν. Κι αυτό το μοντάζ των άτακτων, πλούσιων σκηνών επιτυγχάνει με τη συναγωγή του ο επιμελητής του τόμου: ένα ντοκιμαντέρ με πρώτες ύλες το βλέμμα και την κριτική. Προσθέτω άλλη μια υποκειμενική κρίση: πολλά απ’ όσα βλέπει ο Βακαλόπουλος, το ’85 ή το ’90, ισχύουν ακόμη σήμερα, κι απ’ αυτές τις ματιές πολλοί, και εγώ ανάμεσά τους, επηρεάστηκαν. Βάζω πρώτα τη γνήσια αναζήτηση μιας ιθαγενούς πλην όχι επαρχιώτικης ταυτότητας – την ιδιοπροσωπία, όπως γραφόταν τότε… Και βάζω στην κορυφή τη σιγαλή, διαρκή υπόμνηση της φθαρτότητας, του παροδικού, της συγχρονίας, και ταυτοχρόνως της χαράς να ζεις την κάθε στιγμή, να ζεις το ταπεινό μαζί με το υψηλό, το επιπόλαιο μαζί με το βαθύ.

Η πιο καίρια παρατήρηση του Κώστα Λιβιεράτου μισοκρύβεται ντροπαλά στην τελευταία υποσημείωση και αφορά ακριβώς τον χρόνο μιας γενιάς, χαμένο και κερδισμένο:

«Δεν είμαστε πια όλοι μαζί: ίσως επειδή, όπως λέει ο Χρήστος, χάσαμε το κέντρο και βυθιστήκαμε ένας ένας στον υποκειμενικό του χρόνο, περιμένοντας το μέλλον για να μαζέψουμε τα κομμάτια […] Δεν είμαστε όμως ολότελα μόνοι: γυρίζοντας πίσω μέσα μας, όπως μας παρακινεί ο Χρήστος, ανακαλύπτουμε ένας ένας πως είμαστε όλοι εκεί, πως κουβαλάμε ακόμα ο ένας τον άλλο […] Δεν έχουμε ακόμη απάντηση στο ερώτημα «πώς πέρασαν τα χρόνια;» κι ίσως είναι καλύτερα έτσι […] Μέσα μας ξέρουμε μόνο –με τη χάρη μιας πάντα διφορούμενης γνώσης– «πως τα παιδιά το ’σκασαν, οι γυναίκες στέρεψαν, τα τραγούδια σωθήκανε: κι όλοι μαζί είμαστε πια ένας ένας».

Ένα βλέμμα, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 27.11.05

Advertisements