Πριν από οκτώ χρόνια έγραφα για το «Ο ήλιος δύω» της Μαρίας Μήτσορα ότι ήταν το λιγότερο ναρκισσιστικό της βιβλίο, και ότι αυτή, κατεξοχήν, βάζει την ελληνική λογοτεχνία στην αγριάδα των μοντέρνων καιρών, με τον πιο τρυφερό και αψύ τρόπο. Το φετινό της μυθιστόρημα «Καλός καιρός/Μετακίνηση» έρχεται πάλι, σαν μελτέμι, να μας συντροφεύσει και να μας πάρει τα μυαλά.

Ο Αλκης. Διορθωτής κειμένων. Η Ελλη. Νοικοκυρά, παντρεμένη. Μένουν στην ίδια πολυκατοικία, στις υπώρειες του Λυκαβηττού. [Φαντάζομαι: Δαφνομήλη και Βουλγαροκτόνου.] Το τριμμένο φωτίζεται ήδη από το μαγικό φως της Μήτσορα. Η πρόζα της λαχανιάζει και φτερουγίζει, τραγουδά τη δύσκολη προσέγγιση, παραμιλάει τα παιδικά φαντάσματα, τις απώλειες, τις ουλές. Ιστορεί την ανθρώπινη συνθήκη του παρόντος.

Ο Αλκης και η Ελλη συναντιούνται στο παρκάκι, σμίγουν στη σκέψη τους, τρέφουν τον απόλυτο έρωτα μέσα σε μια Αθήνα που αιμορραγεί, παγώνει και αντηχεί τον πόλεμο. Η μικροσκοπική γειτονιά γίνεται μήτρα του κόσμου.

Πάντα υπάρχει Αθήνα και έρωτας στη Μήτσορα, μόνο που εδώ το παλαιό άλγος μετασχηματίζεται σε υπαρξιακό τάνυσμα, οι εραστές αγγίζουν τ’ αστέρια και τα όριά τους, αναμετριούνται με τους δαίμονες των μοναχικών ψυχών, και έπειτα συντήκονται μέσα σε φως κι αγάπη. Κι η πόλη τούς συντροφεύει πάμφωτη και συμπονετική.

«Η σχέση μας δεν μπορεί να είναι παρά μια ανεξήγητη κινητή γιορτή. Ελα τρέχοντας. Κινητή γιορτή να θυμάσαι. Είμαστε ένα. Μην το ξεχνάς. Σε περιμένω τρέμοντας. Ελλη».

Η Μαρία Μήτσορα φωτίζει τη χρονιά με το πιο θερμό, το πιο πυκνό ερωτογράφημα του καιρού μας. Σαν δημοτικό τραγούδι (εκδ. Πατάκης).