Ποιος είναι ο Απόστολος Βαβύλης; Μάλλον: Τι άνθρωπος είναι; Τον είπαν φαντομά, πράκτορα, σκοτεινό, πρεζέμπορο· η Αστυνομία επισήμως τον αναγνώρισε ως πληροφοριοδότη της· ο Τύπος παρακολουθεί τις πρωτεϊκές μεταμορφώσεις του, τις σχέσεις του με επισκόπους, μοναχούς και πατριάρχες, με αγιορείτες πνευματικούς, αλλά και με ανθρώπους ξένων μυστικών υπηρεσιών. Τι άνθρωπος είναι;

Νομίζω ότι η όποια απάντηση δεν περιέχεται τόσο στα μυθιστορήματα του Γκράχαμ Γκριν ή του Τζον λε Καρέ όσο στους Δαιμονισμένους του Ντοστογιέφσκι. Σε τούτη την εκτίμηση με οδηγεί ο λόγος, το discours του ίδιου του Βαβύλη, όπως φανερώθηκε σε δύο μακροσκελείς επιστολές του: τον Δεκέμβριο 2001 προς τον Ιεροσολύμων Ειρηναίο και τον Φεβρουάριο 2004 προς τον Μαζικών Μέσων Μάκη.

Ο λόγος του Βαβύλη, συνοπτικά, είναι παραληρηματικός. Αυτό όμως είναι και το ενδιαφέρον του. Στην προς Μάκη επιστολή, την πιο δραματική επί της ουσίας, προσπαθεί να συνθέσει μια πειστική εξήγηση για τις διώξεις εναντίον του, αφήνοντας κρίσιμα κενά. Τα λογικά κενά ωστόσο καταλήγουν δευτερεύοντα, διότι αυτό που κυριαρχεί είναι το ύφος, ο τόνος, η αγωνία που αποπνέουν τα λεγόμενα. Ο Βαβύλης ορίζει ένα άκρως δραματικό πλαίσιο για τον λόγο του, μιλώντας ως ετοιμοθάνατος («βρίσκομαι στο τέλος μιας ζωής γεμάτης πόνο, αίμα, δάκρυ, ταλαιπωρία, αδικία και διωγμό») διαλέγοντας να απολογηθεί ενώπιον της θείας και όχι της ανθρώπινης δικαιοσύνης: «Για όνομα του Θεού, επιτέλους, πώς να εμφανιστώ ενώπιον της Δικαιοσύνης με εμπιστοσύνη ότι θα αποδοθεί το δίκιο και θα λάμψει η αλήθεια; Αφιέρωσα πλέον, για όσο χρόνο μου απομένει, τον ταλαίπωρο και μελλοθάνατο Απόστολο στον Χριστό που είναι η μοναδική ελπίδα όλων των καταδιωκομένων, όλων των απελπισμένων, όλων των αθώων που συκοφαντούνται…».

Δεν υποστηρίζω ότι όλα τα γραφόμενα Βαβύλη είναι αληθή. Δεν μπορώ να ξέρω. Διαισθάνομαι εντούτοις ότι σε λόγια σαν τα παραπάνω, ακόμη και αν σκηνοθετεί τη μοιραία ασθένεια, ακόμη και αν το μελό συχνά υπερισχύει του δράματος, ακόμη κι έτσι, υπάρχει μια δόση γνήσιου σπαραγμού, φανερώνεται μια υπαρξιακή ρωγμή. Ακόμη και μέσα από την «παπαδίστικη», λειασμένη ρητορική του, μέσα από τη διαδοχή συγκαλυμμένων απειλών, ικεσιών, δακρύων, εκβιασμών, αυτοοικτιρμού και κομπασμού για τα χαρίσματά του, ο Απόστολος-Φωκάς-Ραφαήλ αποκαλύπτεται ως δαιμονικός ηττημένος, ένας looser που προδίδεται από όσους υπηρέτησε. Αυτή την ήττα την κατανοεί, αλλά δεν την αντέχει.

Μόνη καταφυγή του, η υπερβατική δικαιοσύνη. Ο Βαβύλης βιώνει την ομηρεία της 15ετούς αναστολής, το στύψιμο από τους δεσπότες και αφεντάδες του, το «κάψιμό» του ως πράκτορα, όλα αυτά τα βιώνει σαν σταύρωση. Τα έχει χάσει όλα, τιμή, οικογένεια, κανονική ζωή, υγεία (υποστηρίζει). Είναι ο τελώνης, ο πόρνος, ο ληστής. Ε, λοιπόν είναι ο εκλεκτός, ο μακάριος: Στην άλλη άκρη της σκοτεινής σήραγγας των μαρτυρίων, τον περιμένει το φως: «Σ’ Εκείνον προσβλέπω, στο φως του προσώπου του, στην αλήθεια και την ελπίδα του δικού του μαρτυρίου… Είμαι ήρεμος γιατί επιτέλους θα συναντήσω την αιώνια χαρά, την αιώνια δικαιοσύνη…». Ο δαιμονισμένος Βαβύλης, ο χαρισματικά κακός, μετά 17 χρόνια διωγμών, στον πυθμένα της ολοσχερούς ήττας, στας δυσμάς του βίου του (όπως υποστηρίζει), έχοντας κλάψει κάτω από το πετραχήλι εξομολόγων και επισκόπων, αναδύεται ως ο ληστής επί του σταυρού…

Δεν ξέρω αν η επαφή του με ασφαλίτες και πράκτορες τού προσπόρισε πνευματική ωφέλεια, οι επιστολές του όμως δείχνουν ότι η συναναστροφή του με την εκκλησία τον οδήγησε να βρει έναν ρόλο, τον τελευταίο και ανακουφιστικό, και να επικαλείται την επί του Ορους Ομιλία καθώς εκλιπαρεί-και-απειλεί τον πατριάρχη. Ο ληστής είναι πέραν της ανθρώπινης δικαιοσύνης: «Μακάριοι οι δεδιωγμένοι ένεκεν δικαιοσύνης, ότι αυτών εστίν η βασιλεία των ουρανών…».

Δεν θέλω να δικαιώσω τον Βαβύλη ούτε να τον δικάσω. Καθώς διάβαζα όμως τις εκδραματίσεις των επιστολών του, θέλησα να τον καταλάβω – λίγο, όσο… Στον δαιμονικό μετεωρισμό του άκουσα τους δαιμονισμένους του Ντοστογιέφσκι, είδα τη φόνισσα Φραγκογιαννού «εις το ήμισυ του δρόμου, μεταξύ της θείας και της ανθρωπίνης δικαιοσύνης». Είδα τον ελευθέρως βουλόμενο, τον εκουσίως πονηρό, τον ακουσίως και ολοσχερώς ηττημένο. Είδα έναν άνθρωπο.