You are currently browsing the tag archive for the 'media' tag.

Το κλείσιμο μιας μεγάλης εφημερίδας επικυρώνει την ήδη υπάρχουσα παρατήρηση, ότι δηλαδή το επικοινωνιακό και πολιτικό τοπίο μετασχηματίζονται, γρήγορα και βαθιά. Ο Ελεύθερος Τύπος δεν έκλεισε μόνο επειδή σώρευσε πολλές ζημίες, ούτε μόνο επειδή απέτυχε το επιχειρηματικό μοντέλο που εφάρμοσαν οι ιδιοκτήτες του. Ασφαλώς, περίσσεψαν οι άστοχες ενέργειες, η σπατάλη, τα επιτελεία κολάκων, η μεγαληγορία, η οίηση. Αλλά αυτό που βάρυνε εντέλει ήταν περισσότερο η απουσία στρατηγήματος και η ελλιπής ή και ανύπαρτκη ανάγνωση της πραγματικότητας.

Η λυπηρή αναστολή έκδοσης του Ελεύθερου Τύπου, μετά τον μείζονα ανασχεδιασμό του (ουσιαστικά, επαναλανσάρισμα) και την επένδυση άφθονων υλικών και ανθρώπινων πόρων, δείχνει το μέγεθος της διεθνούς κρίσης του Τύπου· κρίση δομική, ιστορική. Αλλά δείχνει και την αδυναμία των ανθρώπων του Τύπου να αντιληφθούν την αλλαγή Παραδείγματος, να αντιληφθούν δηλαδή ότι ο παρών καιρός απαιτεί άλλη σκέψη και άλλη πράξη, με άλλα εργαλεία ανάλυσης και κατανόησης, από αυτά που χρησιμοποιούσαν κατά την προδικτυακή εποχή. Η παρούσα εποχή βάζει πλάι στον Τύπο, ανταγωνιστικά, όχι μόνο την πληθωρική τηλεόραση, αλλά και το οικιακό ευρυζωνικό Διαδίκτυο, σε κάθε νοικοκυριό και γραφείο, και τα διαρκώς δικτυωμένα smartphones, σε κάθε τσέπη, και το πλήθος των καινοφανών social media, σε κάθε φαντασιακό, που κάνουν τον κάθε χρήστη μηχανής όχι μόνο καταναλωτή αλλά δυνάμει παραγωγό δημοσιότητας, της δικής του μικροδημοσιότητας έστω.

Το νέο περιβάλλον τηλεπικοινωνιών διαμορφώνει νέες ανάγκες, νέες συμπεριφορές, νέα υποκείμενα. Οι πληροφορίες, τα κείμενα, τα σήματα, οι ταινίες, οι μουσικές, τα προσωπικά στοιχεία από εκατομμύρια ζωές κυκλοφορούν διαρκώς και παντού, είναι διαρκώς διαθέσιμα, στην άκρη του ποντικιού και του δαχτύλου, σε ατέλειωτη ροή, διαφανή. Μάλιστα, υπερδιαφανή.

Σε αυτή την υπερδιαφάνεια, όλα φαίνονται, μα ελάχιστα είναι ορατά. Και μαζί με τον πληθωρισμό των σημάτων, αλλάζει και ο χρόνος του κάθε μέσου, η αίσθηση, η αντίληψη του χρόνου τους. Αλλλος ο χρόνος του Τύπου, άλλος της τηλεόρασης, άλλος του διαδικτύου.

Στην τηλεόραση ρέουν αδιάκοπα εικόνες, που όμως δεν χορταίνουν το άδειο βλέμμα. Στον Τύπο και στο δίκτυο ρέουν κείμενα. Η εκρηκτική εξάπλωση του διαδικτύου πολλαπλασίασε σύστοιχα την ανάγνωση· όμως μειώθηκαν οι αναγνώστες εφημερίδων. Τα νέα μαζικά ακροατήρια που προσήλθαν στο δίκτυο και διαμορφώνονται απ’ αυτό, διαβάζουν περισσότερο, μα κυρίως διαβάζουν διαφορετικά: διότι ο χρόνος του δικτύου είναι ακαριαίος, και διότι η δικτυακή αφήγηση προσφέρει διαρκώς τη δυνατότητα (ή και την ψευδαίσθηση, απλώς) της διάδρασης, μιας κάποιας συμμετοχής, έστω υπό μορφήν ανάρτησης σχολίου σ’ ένα φόρουμ, σ’ ένα μπλογκ· κι ακόμη, προσφέρει τη δυνατότητα της ανώνυμης περιπλάνησης και της ανώνυμης διάδρασης. Προσοχή, όμως: η ανωνυμία ή ψευδωνυμία του δικτυακού αναγνώστη-περιπλανητή δεν αναιρεί την ατομικότητα, απεναντίας επισωρεύει στο άτομο περσόνες και μάσκες, πέραν του καλού και του κακού.

Ο χρόνος της εφημερίδας δεν μπορεί να είναι ακαριαίος. Η εφημερίδα δεν μπορεί καν να καμώνεται ότι σντιδρά ακαριαία· αν το κάνει, ρεζιλεύεται. Ο χρόνος του Τύπου είναι αναστοχαστικός, ξετυλίγεται βραδύτερος και βαρύς. Κι έτσι προϋποτίθεται και ο αναγνώστης του Τύπου. Η δε συμμετοχή του στο εφημεριδικό ανάγνωσμα είναι νοερή αναδιάταξη του αφηγήματος, είναι εσωτερικός μονόλογος. Η απάντησή του, όποια προκύψει, τελείται κι αυτή σε δεύτερο χρόνο. Δεύτερου, αργού χρόνου είναι ακόμη και η πρόσβαση στο χάρτινο κείμενο: ο αναγνώστης πρέπει να πάει μέχρι το περίπτερο ή έστω στην εξώθυρα, και να αγοράσει. Αυτό το παλαιό κείμενο δεν μπαίνει στο σπίτι απροσκάλεστο και δωρεάν.

Νέα αίσθηση του χρόνου, υπερδιαφάνεια, υπερπληροφόρηση, νέοι τρόποι οργάνωσης της εργασίας και του βίου, καινοφανείς ανάγκες και συμπεριφορές. Το παλαιό χάρτινο κείμενο, για να επιβιώσει, οφείλει να προσαρμοστεί· να διεκδικήσει τον πολύ μικρότερο ζωτικό χώρο που του διατίθεται, και να τον διεκδικήσει δυναμικά, πειστικά και ταπεινά· υπερβαίνοντας τον στερεοτυπικό εαυτό του και την εξουσιαστική φενάκη, ανακαλύπτοντας νέο εαυτό για το νέο Παράδειγμα, αναταποκρινόμενο στις νέες ανάγκες του κοινού, ανακαλύπτοντας επίπονα το νέο κοινό. Ο Ελεύθερος Τύπος, παρά το ντιζάιν, δεν μπόρεσε να το κάνει. Και δεν το κάνει καμία εφημερίδα. Ο γδούπος της πτώσης ίσως ξυπνήσει τις εναπομείνασες. Ισως.

Του Νικου Γ. Ξυδακη
Γιατί κλείνουν οι εφημερίδες
Το κλείσιμο μιας μεγάλης εφημερίδας είναι κακή είδηση: για τους δημοσιογράφους, για τον κόσμο του Τύπου, για τις οικογένειές τους. Αλλά και για την ενημέρωση, για τον πολιτικό πλουραλισμό, για τη δημοκρατία εντέλει. Φτωχαίνει ο δημόσιος βίος.
Ο Ελεύθερος Τύπος, που αναστέλλει την έκδοσή του, είναι ιστορικός τίτλος, με ρίζες στον ταραγμένο Μεσοπόλεμο. Η επανέκδοσή του τη δεκαετία 1980 ταυτίστηκε με την εκρηκτική εισβολή του ταμπλόιντ στον εγχώριο τύπο και με το νέο ύφος στην εφημεριδογραφία, για καλό και για κακό. Εν πάση περιπτώσει, η πρώτη δεκαετία του Ε.Τ. επιβραβεύτηκε από μεγάλες κυκλοφορίες και πρωτιές.
Κατόπιν, η Ελλάδα άλλαξε και μαζί της άλλαξε ταχύτατα και ο Τύπος. Μετά τη δεκαετία ‘90, το ύφος ταμπλόιντ γέρασε, τα φύλλα δεν ορίζονται μονοσήμαντα ως προς την πολιτική γεωγραφία, η εμπορική ραδιοτηλεόραση και, κυρίως, τα νέα μέσα και οι διαδικτυακές υπηρεσίες μετασχηματίζουν βαθιά την ενημέρωση, τη διανομή ειδήσεων, ακόμη και το παραδεδεγμένο περιεχόμενο της δημοσιογραφίας.
Το πρόσφατο εγχείρημα ανανέωσης του Ε.Τ. κινήθηκε από μια τέτοια διάθεση· διάθεση προσαρμογής στο νέο τοπίο, τις νέες απαιτήσεις. Καλώς ή κακώς, δεν το εξετάζουμε· πάντως τουλάχιστον μορφολογικά άλλαξε επιτυχώς. Ισως δεν προσαρμόστηκε ικανοποιητικά ως προς το περιεχόμενο, τη στόχευση, την εστίαση, την τοποθέτησή του στο νέο διεθνοποιημένο περιβάλλον των μήντια, αλλά και στο στριμωγμένο εγχώριο μηντιακό τοπίο. Ισως. Είναι νωρίς για οριστικά συμπεράσματα.
Εντούτοις, το θλιβερό συμβάν της αναστολής μάς οδηγεί σε έναν συσχετισμό. Η ανανέωση, ο εκμοντερνισμός του Ε.Τ. μοιάζει με την επιχειρηθείσα ανανέωση, τον εκμοντερνισμό της Μεσημβρινής, την περασμένη δεκαετία. Παρόμοια κόνσεπτ παρουσίασης και χτισίματος του φύλλου, παρόμοιοι Ισπανοί σύμβουλοι, παρόμοιες γραφιστικές καινοτομίες. Παρόμοιες ήταν όμως και οι ασάφειες επί του περιεχομένου, τα αναπάντητα (ή ελλιπώς απαντηθέντα) ερωτήματα περί τη φυσιογνωμία της εφημερίδας νέου τύπου, τη νέα σχέση που θα εγκαθίδρυε με τα καινοφανή ακροατήρια, τις απαντήσεις που θα πρότεινε στις αναδυόμενες νέες ανάγκες της κοινωνίας.
Δυστυχώς, οι δημοσιογράφοι παρότι ζούμε μέσα στον κόσμο, στην τύρβη και τη βοή του, συχνά στεκόμαστε μόνο στον επικρατούντα θόρυβο. Χάνουμε το σήμα. Ισως γιατί συχνά ερμηνεύουμε τον θόρυβο της εξουσίας ως θόρυβο της ζωής, και αυτάρεσκα βουλιάζουμε σε στερεότυπα και αδράνειες, στην κολακεία και την αλαζονία ― βολικά αλλά ολέθρια. Αδυνατούμε να συνθέσουμε τις γνήσιες φωνές, τις αγωνίες, τις νέες ανάγκες, τις νέες απαιτήσεις. Τότε έρχεται η ήττα, η απώλεια.
Μια εφημερίδα βέβαια δεν κλείνει μόνο εξαιτίας των δημοσιογράφων, όσο ράθυμοι ή αλλοτριωμένοι και να ‘ναι. Βασικός υπαίτιος είναι το επιχειρηματικό μοντέλο: είτε είναι απελπιστικά ξεπερασμένο, είτε είναι δύσκαμπτο και ανεδαφικό, είτε επειδή πάσχει από τις ίδιες ασθένειες που απειλούν τους δημοσιογράφους, και σε ακόμη βαρύτερη μορφή: κολακεία, αλαζονία, αδράνεια. Ολα αυτά μαζί, μάς αφήνουν κατά μια εφημερίδα λιγότερους.

Ο Ελεύθερος Τύπος, που ανέστειλε την έκδοσή του, είναι ιστορικός τίτλος, με ρίζες στον ταραγμένο Μεσοπόλεμο. Η επανέκδοσή του τη δεκαετία 1980 ταυτίστηκε με την εκρηκτική εισβολή του ταμπλόιντ στον εγχώριο τύπο και με το νέο ύφος στην εφημεριδογραφία, για καλό και για κακό. Εν πάση περιπτώσει, η πρώτη δεκαετία του Ε.Τ. επιβραβεύτηκε από μεγάλες κυκλοφορίες και πρωτιές.

Κατόπιν, η Ελλάδα άλλαξε και μαζί της άλλαξε ταχύτατα και ο Τύπος. Μετά τη δεκαετία ‘90, το ύφος ταμπλόιντ γέρασε, τα φύλλα δεν ορίζονται μονοσήμαντα ως προς την πολιτική γεωγραφία, η εμπορική ραδιοτηλεόραση και, κυρίως, τα νέα μέσα και οι διαδικτυακές υπηρεσίες μετασχηματίζουν βαθιά την ενημέρωση, τη διανομή ειδήσεων, ακόμη και το παραδεδεγμένο περιεχόμενο της δημοσιογραφίας.

Το πρόσφατο εγχείρημα ανανέωσης του Ε.Τ. κινήθηκε από μια τέτοια διάθεση· διάθεση προσαρμογής στο νέο τοπίο, τις νέες απαιτήσεις. Καλώς ή κακώς, δεν το εξετάζουμε· πάντως τουλάχιστον μορφολογικά άλλαξε επιτυχώς. Ισως δεν προσαρμόστηκε ικανοποιητικά ως προς το περιεχόμενο, τη στόχευση, την εστίαση, την τοποθέτησή του στο νέο διεθνοποιημένο περιβάλλον των μήντια, αλλά και στο στριμωγμένο εγχώριο μηντιακό τοπίο. Ισως. Είναι νωρίς για οριστικά συμπεράσματα.

Εντούτοις, το θλιβερό συμβάν της αναστολής μάς οδηγεί σε έναν συσχετισμό. Η ανανέωση, ο εκμοντερνισμός του Ε.Τ. μοιάζει με την επιχειρηθείσα ανανέωση, τον εκμοντερνισμό της Μεσημβρινής, την περασμένη δεκαετία. Παρόμοια κόνσεπτ παρουσίασης και χτισίματος του φύλλου, παρόμοιοι Ισπανοί σύμβουλοι, παρόμοιες γραφιστικές καινοτομίες. Παρόμοιες ήταν όμως και οι ασάφειες επί του περιεχομένου, τα αναπάντητα (ή ελλιπώς απαντηθέντα) ερωτήματα περί τη φυσιογνωμία της εφημερίδας νέου τύπου, τη νέα σχέση που θα εγκαθίδρυε με τα καινοφανή ακροατήρια, τις απαντήσεις που θα πρότεινε στις αναδυόμενες νέες ανάγκες της κοινωνίας.

Δυστυχώς, οι δημοσιογράφοι παρότι ζούμε μέσα στον κόσμο, στην τύρβη και τη βοή του, συχνά στεκόμαστε μόνο στον επικρατούντα θόρυβο. Χάνουμε το σήμα. Ισως γιατί συχνά ερμηνεύουμε τον θόρυβο της εξουσίας ως θόρυβο της ζωής, και αυτάρεσκα βουλιάζουμε σε στερεότυπα και αδράνειες, στην κολακεία και την αλαζονία ― βολικά αλλά ολέθρια. Αδυνατούμε να συνθέσουμε τις γνήσιες φωνές, τις αγωνίες, τις νέες ανάγκες, τις νέες απαιτήσεις. Τότε έρχεται η ήττα, η απώλεια.

Μια εφημερίδα βέβαια δεν κλείνει μόνο εξαιτίας των δημοσιογράφων, όσο ράθυμοι ή αλλοτριωμένοι και να ‘ναι. Βασικός υπαίτιος είναι το επιχειρηματικό μοντέλο: είτε είναι απελπιστικά ξεπερασμένο, είτε είναι δύσκαμπτο και ανεδαφικό, είτε επειδή πάσχει από τις ίδιες ασθένειες που απειλούν τους δημοσιογράφους, και σε ακόμη βαρύτερη μορφή: κολακεία, αλαζονία, αδράνεια. Ολα αυτά μαζί, μάς αφήνουν κατά μια εφημερίδα λιγότερους.

«Α, ρε Λαυρέντη, εγώ που μόνο το ‘ξερα τι κάθαρμα ήσουν…» – Μαν. Αναγνωστάκης

30.10.2005

 

Ποιος ανεβοκατεβάζει υπουργούς; Ο σκιτσογράφος Ανδρέας Πετρουλάκης ζωγράφισε προ ημερών το ήδη ομιλούμενο: Ο Μάκης. Ποιος Μάκης; Μα πού ζεις; Ο Μάκης μπαίνει σε κάθε σπίτι, εκδικητής και τιμωρός, Ρομπέν κατά της διαφθοράς και της λαμογιάς, κάνει έρευνα, μαγνητοφωνεί, βιντεοσκοπεί, αποκαλύπτει, αναλύει, παραδίδει υλικό σε εισαγγελείς, ανοίγει τούνελ σαν ακούραστος τυφλοπόντικας της κάθαρσης, δίνει υπόσταση και εικόνα στη λαϊκή τηλεδημοκρατία.

Ο Μάκης. Δεν είναι πρόσωπο, είναι σύμβολο· γραδάρει την αντοχή των υλικών, με τα οποία χτίζουμε κοινωνία, θεσμούς, συνειδήσεις. Ο Μάκης είναι ο μέγας ιεροεξεταστής, σε εκδοχή καρτούν, με αμφίεση και στυλ τυπικά ελαφρολαϊκά· ένας ιεροεξεταστής που δεν οδηγεί το κοινό του σε διλήμματα και δράμα, αλλά το γαργαλάει ράθυμα, στήνει έναν χαλαρό καφενέ στην πλατεία του τηλεοπτικού χωριού, όπου περίπου ο πάσα εις έχει δικαίωμα λόγου, να πει το κοντό και το μακρύ του, να δικάσει, να πει τον πόνο του, τι θα έκανε αν ήταν πρωθυπουργός για μια βδομάδα… Ο ίδιος ο οικοδεσπότης πρωτοστατεί επ’ αυτού, δίνει πατρόν: Αν ήμουν πρωθυπουργός, θα έλεγα «Βρε Μάκη, δεν κουράστηκες να αγωνίζεσαι;». Ιδού το ρίγος του μεγαλείου, ιδού το ίχνος της καφενόβιας δημοκρατίας. Ιδού νέα εννοιολόγηση για το ευ αγωνίζεσθαι. Ολοι στην πίστα.

Ο Μάκης. Ρομπέν ψυχαγωγός. Προστάτης της σύνταξης της γιαγιούλας, του αδικημένου νοικοκύρη, του πικραμένου μεροκαματιάρη. Κυρίως: απαντοχή του ριγμένου, βήμα για μικρές δόσεις μοχθηρίας, για ξεφωνητό. Αυτός είναι ο φαινόμενος φλοιός. Μα, καθώς προχωρείς προς τον πυρήνα του κρεμμυδιού, και καθώς τα φύλλα εκδιπλώνονται στον χρόνο, διαπιστώνεις ότι παραμέσα κρύβονται ασυνέχειες, παράξενες καραμπόλες, όζοντα υλικά, αστήρικτοι αιφνιδιασμοί, ανορθόδοξες μέθοδοι και πολλές παλινωδίες. Η λαϊκή τηλεδημοκρατία έχει κενά.

Ο Μάκης γνωρίζει τα κενά. Ζει με τα κενά, αυτό τον κρίσιμο χώρο που δεν βλέπει το κοινό του. Ισορροπεί στην κυνική ακμή του αυτοσαρκασμού, σαν παλιός γελοιογράφος, κι έτσι ακριβώς τιτλοφόρησε τις εκπομπές του: Κίτρινος Τύπος, Ζούγκλα… Ευφυής ιδιοποίηση και μετωνυμία: Ο Τύπος θα είναι κίτρινος ή δεν θα υπάρχει. Εκ των προτέρων απάντηση στην όποια κριτική, και καταστατική δήλωση προθέσεων. Αφοπλιστικό. Και η κοινωνία, ο δήμος; Είναι ζούγκλα. Επιζεί ο θηρευτής. Ολοι εναντίον όλων. Και ο Μάκης για την πάρτη του.

Ο Μάκης. Αφουγκράζεται τον δήμο–καφενείο. Είπαμε: δομεί το σόου του σαν καφενείο. Δηλαδή, ο καθείς λέει ό,τι του καπνίσει, χωρίς περαιτέρω ευθύνη. Ο καθείς δικάζει και καταδικάζει, χωρίς την ανάγκη εφαρμογής οποιασδήποτε απόφασης. Μόνος κριτής, χρονοδότης και εισπράκτωρ στα βιδάνια, ο τηλεδεσπότης Μάκης. Μόνον αυτός γνωρίζει το σενάριο, τα κίνητρα, την πλοκή, το μέχρι πού θα φτάσει το μαχαίρι, ποιος θα φάει τη μεθεπόμενη μαχαιριά. Μόνον αυτός γνωρίζει το βάρος και τους παραλήπτες των υπαινιγμών. Ολος ο υπόλοιπος θίασος επί σκηνής είναι μοιραίοι καρατερίστες, όπως το τηλεακροατήριο.

Ο Μάκης. Πρότυπο επιτυχημένου. Αυτοδημιούργητος. Γάτος. Απιαστος. Πόσες φορές το έχω ακούσει: «Τους τα είπε… Εσύ ξέρεις τίποτε απ’ αυτά;» Δεν ξέρω… «Τον τρέμουν, ρε, τον Μάκη…» Το ξέρω. «Εχει το Καγιέν ο Μάκης;» Δεν ξέρω. «Πήγε με το φουσκωτό στη Μύκονο;» Δεν ξέρω. «Βιντεοσκόπησε όλες τις αυθαίρετες βίλες ή άφησε και καμιά για αργότερα;» Ρωτήστε τον.

Ινδαλμα της εποχής ο Μάκης. Τα λέει. Τον φοβούνται. Ρίχνει υπουργούς. Ξεσκίζει δικαστές. Κράζει παπάδες. Συνεντευξιάζει πράκτορες, εκεί όπου δεν μπορούν να τους βρουν οι μυστικές υπηρεσίες και οι εισαγγελείς.

Ο Μάκης βγάζει εφημερίδα. Στο ίδιο στυλ. Εγκαλεί τον πρωθυπουργό που δεν του δίνει συνέντευξη. Εδώ του έδωσε ο Βαβύλης… Ο πρώην πρωθυπουργός τού απευθύνει επιστολή με την οποία απαντά σε έκκληση Μάκη υπέρ υπόδικου δυστυχούς.

Ο Μάκης είναι και ΟΗΕ και Ουνέσκο, πρέσβης καλής θελήσεως. Μαζεύει εισφορές για τα θύματα του τσουνάμι, στο κρατικό κανάλι. Διαχέει απλόχερα το ήθος του στον διψασμένο δήμο. Οι απλοί άνθρωποι τον φωνάζουν στον δρόμο με το μικρό του όνομα. Πόσοι αξιώθηκαν αυτό το προνόμιο; Ο Ανδρέας. Και ο Θανάσης Βέγγος.

Ο Μάκης. Ενας από εμάς. Λίγο πιο σκοτεινός, λίγο πιο απρόβλεπτος. Ενας ατσίδας. Παράδειγμα για τα παιδιά.

«Α, ρε Λαυρέντη, εγώ που μόνο το ‘ξερα τι κάθαρμα ήσουν…» – Μαν. Αναγνωστάκης

Ένα βλέμμα, Καθημερινή, 30.10.2005

buzz it!

«Οταν γραφτεί η πρώτη αράδα ενός αφηγήματος, έχουν ήδη επιλεγεί τα πάντα, και το ύφος και ο τόνος και η τροπή των συμβάντων. Με δεδομένη την πρώτη αράδα, δεν χρειάζεται παρά υπομονή: όλα τα υπόλοιπα πρέπει και μπορεί να βγουν απ’ αυτήν».

Προσέτρεξα στον Τσέζαρε Παβέζε για να μπορέσω να αναχωνέψω το αφήγημά μου της περασμένης Κυριακής· στα ημερολόγιά του μεταφρασμένα από τον Παναγιώτη Κονδύλη. (η συνέχεια εδώ)

Του Τάσου Μαντζαβίνου


Καθώς φυλλομετρώ τις σελίδες του Ιστού, όλο και συχνότερα αναρωτιέμαι πώς θα μπορούσα να γράψω στην εφημερίδα έτσι όπως διαβάζω ― στον Ιστό, εννοείται. Στον Ιστό διαβάζω ένα υπερκείμενο ― μα ήδη και οι δύο όροι της πρότασης είναι διαφορετικοί, χρειάζονται εξήγηση. Read the rest of this entry »

ποστμαστερ

mail-3.gif

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 33,027 hits