You are currently browsing the tag archive for the ‘χρεοκοπία’ tag.
Η αυριανή εκλογική αναμέτρηση είναι μια μόνο στιγμή σε μια αλυσίδα ιστορικών τεκτονικών μετατοπίσεων που λαμβάνει χώρα αδιαλείπτως από το 2008. Από τις πρώτες ημέρες του κραχ στη Γουόλ Στριτ έως την απειλή κατάρρευσης στα πιο αδύναμα κράτη.
Η κρίση ―ουσιαστικά, πτώχευση― της χώρας μας ανέδειξε μεμιάς όλες τις αδυναμίες της παραγωγής και τις παθογένειες του κράτους, αλλά έδειξε επίσης την τραγική ανεπάρκεια του πολιτικού συστήματος να διαχειριστεί στοιχειωδώςτα έκτακτα και να διαπραγματευτεί με τους πιστωτές.
Ετι περαιτέρω, είδαμε ότι οι ελίτ και τα προνομιούχα τμήματα του πληθυσμού ήσαν πνευματικά ανέτοιμοι και ανίσχυροι να συλλάβουν τη σφοδρότητα και τις νέες ποιότητες της κρίσης. Πολιτικοί, οικονομολόγοι, ακαδημαϊκοί, κοινωνιολόγοι, φιλόσοφοι, μάνατζερ, στη συντριπτική πλειονότητα αναλώθηκαν σε επιμέρους αναλύσεις, λιγότερο ή περισσότερο ορθές, αλλά σε καμία περίπτωση δεν συνέκλιναν στη συγκρότηση ενός εθνικού σχεδίου διάσωσης.
Ουσιαστικά το μόνο σχέδιο ενώπιον της κρίσης ήταν το Μνημόνιο, καταρτισμένο από ξένους, βάσει έτοιμων γενικών πατρόν. Ακόμη και σήμερα, δυόμισι χρόνια από την πρώτη έκρηξη, η Ελλάδα δεν έχει κατορθώσει να εκπονήσει δικό της σχέδιο ανάταξης, στημένο πάνω σε υπαρκτές δυνάμεις και αδυναμίες. Ετσι, όλη η πολιτική ενέργεια παρήχθη ως ρητορική υπέρ ή εναντίον του Μνημονίου· όχι ως σκέψη και πράξη για κατανόηση και υπέρβαση της κρίσης, και ακολούθως ως πράξη για ανάταξη και αναγέννηση της χώρας με ιστορική προοπτική. Πολλώ μάλλον που το Μνημόνιο δεν εγγυάται, ακόμη και με πλήρη εφαρμογή του, ότι θα οδηγήσει τη χώρα μακριά από την καταστροφή.
Στην κάλπη θα αποτυπωθούν πολιτικά ο θυμός, ο φόβος, η απόγνωση, οι λαχτάρες του σώματος. Η κάλπη όμως δεν μπορεί να γεννήσει το σχέδιο, την πειθώ, την έμπνευση, τη ζωτικότητα, τον πραγματισμό, που απαιτούνται για τη διάσωση: αυτά παραμένουν κατεπειγόντως ζητούμενα, για εκλογείς και εκλεγμένους.
Πιο δυσοίωνη και από τη σκληρή λιτότητα που επιβάλλει το Μνημόνιο ΙΙ, είναι η συνεχιζόμενη ύφεση και η απουσία κάθε μέτρου για ανάκαμψη. Η συνταγή της εντεινόμενης εσωτερικής υποτίμησης προς επίτευξιν ανταγωνιστικότητας εξακολουθεί να είναι η κυρίαρχη και μόνη φιλοσοφία των Ευρωπαίων εταίρων για αντιμετώπιση της κρίσης χρέους στην ευρωζώνη, παρότι τα αποτελέσματα από τις υποβοηθούμενες και επιτηρούμενες χώρες δεν είναι ενθαρρυντικά. Στη δεινότερη θέση απ’ όλους βρίσκεται η Ελλάδα. Σύμφωνα με πολλούς αναλυτές, αλλά και σύμφωνα με διαρεύσασα έκθεση του ΔΝΤ, η αναδιάρθρωση χρέους και το νέο δάνειο ―ουσιαστικά, μια συντεταγμένη χρεοκοπία εντός ευρώ― δεν θα καταφέρουν να καταστήσουν το χρέος βιώσιμο.
Η αιτία είναι η ύφεση. Και μόνο η πολιτική βούληση μπορεί να την αντιμετωπίσει. Η αγορά και η κοινωνία είναι παγωμένες και απεγνωσμένες· μαζί με τη ρευστότητα έχει χαθεί και το ψυχολογικό απόθεμα, έχουν χαθεί δηλαδή και οι δύο θεμελιώδεις προϋποθέσεις για ανάκαμψη. Οι Ευρωπαίοι εταίροι-δανειστές, και κυρίως η Γερμανία, πρέπει να το κατανοήσουν, εφόσον επιθυμούν να ορθοποδήσει η Ελλάδα, έτσι ώστε να παραμείνει κράτος που θα εξυπηρετεί υποχρεώσεις προς τους πολίτες του και προς τους εταίρους. Διαφορετικά, το ΝΑ θεμέλιο της Ε.Ε. κινδυνεύει να καταρρεύσει, κινδυνεύει να μείνει ένα θραυσμένο κέλυφος, με προσχηματικό πολίτευμα και εξαθλιωμένες μάζες παραδομένες στην πενία και το μίσος.
Η μοίρα της Ελλάδας είναι εν πολλοίς και μοίρα της Ευρώπης. Η Γερμανία μπορεί να επηρεάσει αυτή τη μοίρα προς το καλύτερο. Αρκεί να σκεφτεί ως ιστορική οντότητα, δηλαδή ενθυμούμενη τη δική της μοίρα μες στον 20ό αιώνα: πώς συνετρίβη από τη μοχθηρία των δανειστών της μετά τον Α’ Πόλεμο, και πώς μεγαλούργησε χάρη στη μεγαθυμία των δανειστών μετά τον Β’ Πόλεμο. Η Γερμανία έχει να αποφασίσει αν θα αλλάξει ιστορικό πρόσωπο στον 21ο αιώνα, ή θα ηγεμονεύσει επί ερειπίων.
Μπλέ πλακίδια ιζνίκ, Νικαίας, πλάι στον μεσογειακό αστικό κήπο, σε ένα σπίτι ανοιχτό από παντού, πλάι σε θερμές ζωγραφιές α λά Ματίς και βιβλία, πολλά βιβλία, και με ανθρώπους που αφουγκράζονταν τα βάσανα του χρεωμένου ελληνισμού, τα βάσανά τους. Ο κήπος τύλιγε το ορθάνοιχτο σπίτι, έμπαινε μέσα του, κι η νυχτερινή ψύχρα υπενθύμιζε ότι ακόμη και στην νοτιοανατολική Μεσόγειο ο Οκτώβριος οδηγεί προς τον χειμώνα. Σ’ ένα τέτοιο σπίτι-αγκαλιά, σπίτι-φυτό, στην καρδιά της Λευκωσίας, σαν αυτά που αποθαύμαζε ο Σεφέρης παλιότερα στην Αμμόχωστο, μια σύναξη Ελλήνων αναζητούσε ειδήσεις απ΄το παρόν και πατήματα για το μέλλον, ανήμερα του Αγίου Δημητρίου.
Τηλεφωνήματα, τουίτερ, sms ολονύχτια. Εφερναν θραύσματα ειδήσεων και ευχές για τον Δημήτρη, καθώς η συζήτηση φιδοσερνόταν αμφίβουλη ανάμεσα στην επανεκτίμηση του παρελθόντος, το ψηλάφισμα του παρόντος και τις προβολές στο μέλλον. Οι Κυπραίοι ανησυχούσαν για τη μητρόπολη και για τις τράπεζες τους, οι Αθηναίοι τους συμβούλευαν να μην κάνουν ίδια λάθη στο ελληνικό κρατίδιο του Νότου. Ανασαίνοντας Ανατολή, ακούγοντας Βρυξέλες και Αθήνα, νιώσαμε το πολλαπλό μεταίχμιο: ιστορικό, γεωγραφικό, ψυχικό. Νιώσαμε ότι ο ελληνισμός είναι ευρύτερος του κράτους των Αθηνών, είναι, όπως μου έγραφε ο Βρυξελιώτης φίλος, μια μεγάλη διάρκεια της Μεσογείου, που επέζησε κρατών και καταστροφών, υποδουλώσεων και αλλοιώσεων και συμφυρμών. Εκεί στο άκρο της Μεσογείου όπου μιλιέται η ελληνική, μπορείς να νιώσεις βαθύτερα την ιστορία, να σου αποκαλυφθεί παρούσα και συνεχής, δρώσα και επείγουσα. Ζούσαμε πάντα με αυτή τη γλώσσα, σε αυτές τις συντεταγμένες, σε αυτή τη λεκάνη. Θα συνεχίσουμε να ζούμε.
Το τωρινό μεταίχμιο, πολλαπλό, σφοδρό, οξύστομο, μάς καλεί να αναλογιστούμε πώς θα συνεχίσουμε να ζούμε. Μέσα στο ρήγμα, ανάμεσα στις κοφτερές αιχμές του βαρύτατου χρέους και της απειλούμενης απομείωσης της εθνικής κυριαρχίας. Με βάρος και απειλή, φτωχοί και περιορισμένοι. Χωρίς να μπορούμε να διαλέξουμε μεταξύ πλούτου και ελευθερίας ― τα χάνουμε και τα δύο. Ομως όχι όλα κι όχι για πάντα. Αλλά πρόσκαιρα και εν μέρει. Τα είχαμε άφθονα, πληθωρισμένα, και την ειρήνη και την ευμάρεια και την ανεξαρτησία και την ελευθερία, και τα νομίσαμε αυτονόητα από καταβολής, χαρισμένα χωρίς αγώνα, διατηρούμενα χωρίς τίμημα. Σφάλαμε. Η ελευθερία δεν δίδεται.
Ακούγεται, όλο και πυκνότερα: Να έρθει ο ξένος να αναλάβει, να βάλει τάξη, εμείς αποτύχαμε. Δηλαδή, για να σωθεί η απολεσθείσα ευμάρεια, ας θυσιαστεί η ελευθερία· για να γλιτώσουμε από τον φαύλο εαυτό, ας υποδουλωθούμε. Ακούγεται και πυκνώνει.
Η ελευθερία είναι ευθύνη, η βαρύτερη όλων. Και είναι επιλογή. Κανείς δεν σώζεται αν δεν το θέλει, κανείς δεν είναι ελεύθερος χωρίς θυσίες. Απ’ το μεταίχμιο δεν θα βγούμε ίδιοι, η κρίση μάς δοκιμάζει και ήδη μας δείχνει άλλους. Αλλά θα ζήσουμε μες στη μεγάλη μας διάρκεια, είμαστε δεμένοι μαζί της: «O κόσμος / ξαναγινόταν όπως ήταν, ο δικός μας / με τον καιρό και με το χώμα». (Γ. Σεφέρης, Εγκωμη)
H πτώχευση είναι γεγονός. Συντεταγμένη, ελεγχόμενη, υπαγορευμένη, ανά στάδια, αναδιάρθρωση, κούρεμα και επιμήκυνση, όπως και να χαρακτηριστεί, η ουσία παραμένει ίδια. Η Ελλάδα αδυνατεί να εξυπηρετήσει το διαρκώς ογκούμενο χρέος της και οι δανειστές της, εν προκειμένω η τρόικα, κουρεύουν το χρέος και επιβάλλουν μακροχρόνιες δεσμεύσεις στη χώρα για την αποπληρωμή του υπολοίπου. Οπως και να παρουσιάζει η κυβέρνηση αυτό το «πιστωτικό γεγονός», πρόκειται περί χρεοκοπίας.
Το ερώτημα που αυθορμήτως αναδύεται είναι: Προς τι οι θυσίες και η αιματηρή λιτότητα, από την άνοιξη του 2010 έως σήμερα; Πήγαν χαμένα; Προς τι οι διαβεβαιώσεις περί «τελευταίων» οδυνηρών περικοπών; Πότε έλεγε αλήθεια η κυβέρνηση; Οταν περνούσε το Μνημόνιο, όταν περνούσε το Μεσοπρόθεσμο, όταν εξεβίαζε εκβιαζόμενη, πρίν από κάθε δόση; Οταν πανηγύριζε μετά τη συμφωνία της 21ης Ιουλίου, η οποία τώρα ξαναγράφεται αλλιώς;
Η κυβέρνηση προφανώς δεν μπορεί να απαντήσει σε τέτοια ερωτήματα, διότι δεν αποφασίζει για το μέλλον της χώρας. Απλώς σκύβει το κεφάλι και αποδέχεται ό,τι της υπαγορεύεται. Εχει χάσει τον έλεγχο επί των δημοσιονομικών και επί της οικονομικής ζωής της χώρας, καθώς και επί μεγάλου μέρους της διοικήσεως. Η πολιτική που εφαρμόζει, όση και όπως εφαρμόζεται εντέλει, σπασμωδική, ασυνεχής, αλυσιτελής, προκαλεί το δημόσιο αίσθημα και τις αντοχές των νομοταγών πολιτών, και επιπλέον προκαλεί τη δριμεία κριτική ή και την χλεύη των δανειστών.
Η διατεταγμένη δημοσιονομική πειθαρχία, χωρίς καμία πρόβλεψη διαφυγής προς την ανάπτυξη, βυθίζει τη χώρα στην ύφεση και την ανεργία, καταστρέφει την οικονομία, χωρίς μέχρι στιγμής, να αχνοφαίνεται κάποιο μακροπρόθεσμο, έστω, σχέδιο ανάκαμψης. Τα κονδύλια του ΕΣΠΑ παραμένουν αδρανή, οι δημόσιες επενδύσεις νεκρές. Μια τέτοια παγωμένη, ημιθανής Ελλάδα σε διαρκή ελεγχόμενη χρεοκοπία μπορεί να βοηθά τους θεμιτούς σχεδιασμούς της Γερμανίας, της τρόικας, των Ευρωπαίων, όσων τέλος πάντων προσπαθούν να αποτρέψουν το ανεξέλεγκτο ντόμινο εξ αφορμής του ελληνικού χρέους.
Πόσο όμως θα αντέξει ο ελληνικός λαός με υποδιπλασιασμό του εισοδήματός του, με επικίνδυνη απομείωση βασικών κοινωνικών παροχών, με δραματική πτώση του βιοτικού του επιπέδου; Και για ποια Ελληνική Δημοκρατία θα μιλάμε οσονούπω, μετά την απώλεια της εθνικής κυριαρχίας, σύμφωνα με όσα επισήμως αναγγέλλουν Ευρωπαίοι ηγέτες;
Είναι φανερό ότι οι διαρκείς διασώσεις οδηγούν τη χώρα σε μακροχρόνια ύφεση, τον πληθυσμό σε διαρκή φτώχεια και τη δημοκρατία σε ασφυξία και υποτέλεια. Είναι επίσης φανερό ότι στη μεγάλη σκακιέρα ελάχιστα ή ουδέν μπορεί να πράξει τώρα πλέον η Ελλάδα. Η μόνη δυνατότητα απόκειται στο εθνικό μικροπεδίο: ριζική μεταρρύθμιση του πολιτικού συστήματος και απεγκλωβισμός υγιών κοινωνικών δυνάμεων, αυτές είναι οι προϋποθέσεις για οικονομική ανασυγκρότηση.
Οι εξελίξεις τα τελευταία εικοσιτετράωρα επισφραγίζουν την εικόνα του Σαββατοκύριακου της ΔΕΘ, ότι δηλαδή η κυβέρνηση έχει χάσει τον έλεγχο των δημόσιων οικονομικών και, κυρίως, έχει χάσει κάθε πρωτοβουλία κινήσεων στο πολιτικό πεδίο. Η κυβέρνηση σύρεται σε σπασμωδικές κινήσεις, ραπιζόμενη διαρκώς από την τρόικα και τους Ευρωπαίους εταίρους, οι οποίοι επισημαίνουν όχι μόνο την ασυνεπή της στάση στην τήρηση των συμφωνημένων, αλλά επιπλέον επιπλήττουν την πανικόβλητη Αθήνα για τους παράλογους και μη αποδοτικούς φόρους που επιβάλλει στους πολίτες, όπως π. χ. το χαράτσι ακινήτων με είσπραξη μέσω ΔΕΗ.
Στο εσωτερικό μέτωπο η κυβέρνηση έχει χάσει το πολυτιμότερο: την εμπιστοσύνη των πολιτών. Κανείς δεν πιστεύει ότι τούτο το κύμα περικοπών θα είναι το τελευταίο, κανείς δεν πιστεύει κανέναν. Η απώλεια εμπιστοσύνης προς την ηγεσία, μαζί με την ύφεση και την ανεργία, σκορπούν παγωνιά στο κοινωνικό σώμα. Ας τελειώνει ο αργός θάνατος: αυτό ακούγεται παντού.
Το χειρότερο όλων δεν είναι ότι στέρεψαν τα νοικοκυριά από την έκτακτη φορολόγηση και την ύφεση, αλλά ότι στερεύουν η πίστη, η εμπιστοσύνη προς τις δυνάμεις της ηγεσίας και η αυτοπεποίθηση, δηλαδή η εμπιστοσύνη στις δυνάμεις της ίδιας της κοινωνίας να ανασχέσει την πτώση και να μπει σε τροχιά ανάκαμψης. Ωστε το βαθύτερο πρόβλημα της χώρας πλέον υπερβαίνει την έγκαιρη εκταμίευση της δόσης, υπερβαίνει τη δημοσιονομική ασθένεια, υπερβαίνει ακόμη και την ύφεση.
Ολα αυτά υπάρχουν, αλλά η ακραία συνέπειά τους είναι ότι η κοινωνία χάνει την εμπιστοσύνη της στον εαυτό της, νιώθει ότι έχουν διαρρηχθεί οι αντοχές της, και βέβαια νιώθει βαθιά διαψευσμένη, προδομένη, από τις πολιτικές ηγεσίες, που ωστόσο η ίδια η κοινωνία επέλεγε επί σειρά ετών. Στα μάτια της κοινής γνώμης, είναι φανερό ότι το παρόν πολιτικό προσωπικό απλούστατα είναι ανεπαρκές, δεν είναι σε θέση να διαχειριστεί την ιστορική κρίση· οι πολιτικοί μας ήταν φτιαγμένοι και μαθημένοι σε έργα χαμηλής πολιτικής, χαμηλών απαιτήσεων. Οταν ήρθε η ώρα της κρίσης, φάνηκε πόσο ανέτοιμοι και ανεπαρκείς ήταν.
Τούτη η πικρή επίγνωση βεβαίως δεν παρηγορεί. Μάλιστα αυτή η επίγνωση ανεπάρκειας ίσως επιδεινώνει την αίσθηση ανημπόριας και την απόγνωση. Παρ’ όλα αυτά, είμαστε αναγκασμένοι, είμαστε προορισμένοι να επιβιώσουμε. Θα επιβιώσουμε. Με κραδασμούς, με αναστατώσεις, με πόνο, με εκλογές, με τούτη ή την άλλη κυβέρνηση, με νέους ηγέτες, με νέες ιδέες. Σίγουρα με περισσότερη ειλικρίνεια και αυτοκριτική, έτοιμοι για αλλαγές και προσαρμογή.
Πρωταρχικό μέλημα, η διατήρηση της συνοχής και μιας εύτακτης λειτουργίας της κοινωνίας, ανεξαρτήτως υλικών δυσχερειών: αυτό μπορούμε να το εξασφαλίσουμε στους εαυτούς μας. Αλλωστε, δεν είμαστε μόνοι σε αυτή την ιστορική καμπή: όλη η Ευρώπη βρίσκεται στην τροχιά της κρίσης, εμείς όμως είχαμε και πάλι την ατυχία της πρωτιάς.
Ο φοροπανικός δείχνει ότι η κυβέρνηση έχει χάσει τον έλεγχο. Οι αποκεφαλισμοί στελεχών σε ανεξάρτητες αρχές, οι αναξιόπιστες λανθασμένες λίστες φοροφυγάδων και δημόσιων οργανισμών, η δημόσια παραδοχή ότι δεν λειτουργεί ο φοροεισπρακτικός μηχανισμός, όλα τα πρόσφατα σημάδια δείχνουν ότι η πολιτική διοίκηση έχει χάσει κάθε επαφή με το πραγματικό και το πρακτέο. Η αδυναμία αυτή είναι φανερή και στην αλλαγή της κυρίαρχης ρητορικής: από τη συλλογική ενοχοποίηση του “μαζί τα φάγαμε”, σημειώνεται μια σαφής μετατόπιση προς το “για τα δεινά μας φταίνε οι ξένοι δανειστές”.
Στο σημείο που φτάσαμε εντούτοις δεν αρκούν ούτε οι αλλαγές ρητορικής ούτε οι επισημάνσεις των κυβερνητικών αδυναμιών ούτε οι διαγνώσεις επί του Ευρωπαίου Ασθενούς. Η πραγματικότητα είναι πολύ πιο επείγουσα. Η Ελλάδα βρίσκεται ήδη σε ιστορικό μετασχηματισμό με άγνωστη κατάληξη: από ευρωπαΊκό κράτος, μέλος της ευρωζώνης, στα κορυφαία 30 κράτη παγκοσμίως ως προς το βιοτικό επίπεδο των πολιτών της, οδεύει ταχύτατα προς τη βαλκανιοποίηση, προς την κατάσταση λ.χ. στην οποία βρέθηκαν οι γείτονες χώρες μετά την κατάρρευση του πρώην ανατολικού μπλοκ, ή στην κατάσταση που βρέθηκε η Σερβία μετά τον πόλεμο της Γιουγκοσλαβίας. Η Ελλάδα κινδυνεύει να βρεθεί σε τέτοια κατάσταση, και μάλιστα χωρίς να έχει υποστεί τις συνέπειες μιας βίαιης πολιτικής αλλαγής ή ενός πολέμου. Υφίσταται όμως, πρώτη αυτή, τις συνέπειες ενός άλλου ιστορικού μετασχηματισμού, αναλόγως βίαιου ως προς τις συνέπειες, απότοκου της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης του 2007-08, της ρήξης της ευρωπαϊκής συνοχής και του κλονισμού της Δύσεως.
Η Ελλάδα ζει την εποχή της απόλυτης ρευστότητας, την εποχή της αποδόμησης του μεταπολεμικού ιστορικού μοντέλου: αποδομείται το κράτος πρόνοιας, αποσαθρώνεται ο συνταγματικός χάρτης, μετονομάζονται θεμελιώδεις έννοιες, το έθνος-κράτος έχει ήδη αποδομηθεί, η διακυβέρνηση επιδιώκει να αυτονομηθεί από τα βαρίδια της πολιτικής της νομιμοποίησης και της δέσμευσης από την αντιπροσωπευτικότητα. Ολα τούτα είναι καινοφανή για την μεταπολεμική περίοδο: υπό αναλογία, συνιστούν καταστάσεις εκτάκτου ανάγκης σε σχέση με τις εννοιολογήσεις της περασμένης περιόδου ειρήνης και ευημερίας για τον Ευρωπαίο άνθρωπο. Ωστόσο, ο ταραγμένος 20ός αιώνας έχει δώσει πολλά ανάλογα φαινόμενα εξαιρέσεων, ρηγματώσεων, ανατροπών, ιδίως πριν από τον Β’ Πόλεμο: επαναστάσεις, εμφυλίους, ετοιμόρροπες δημοκρατίες, ποικίλους ολοκληρωτισμούς.
Η διαρκής ρευστότητα, με την οποία καλούμεθα να συμβιώσουμε, συνιστά ανθρωπολογική ρήξη: καλούμεθα να αποδεχθούμε και να αφομοιώσουμε έναν τρόπο ζωής, ατομικό και συλλογικό, ριζικά διαφορετικό απ’ ό,τι γνωρίζαμε, απ’ ό,τι χωράει το αντιληπτικό μας όργανο. Πολύ περισότερο και από τον τρόπο, πιο καταιγιστικός είναι ο χρόνος: Ο ρυθμός αλλαγών ξεπερνά την τρέχουσα ικανότητα πρόσληψης και αφομοίωσης, την ικανότητα προσαρμογής.
Εντούτοις δεν μπορούμε παρά να να επιβιώσουμε. Ενώπιον αυτής της ιστορικής ρηγμάτωσης, προέχει να συγκροτηθεί ένα μέτωπο σωτηρίας. Ασφαλώς και οφείλουμε να αναστοχαστούμε πώς φτάσαμε ως εδώ, τι έφταιξε, ποιες δομές, ποιες πολιτικές πρακτικές, ποιο συλλογικό ήθος, ποιες ατομικές πράξεις ώθησαν το σύνολο προς την καταστροφή, αλλά η απόλυτη προτεραιότητα πρέπει να δοθεί στον εντοπισμό και την ανάδειξη των υγιών δυνάμεων που λανθάνουν, που μένουν ανεκδήλωτες, βουβές, αναξιοποίητες, καταφρονημένες. Μετά την αγανάκτηση, μετά την ανυπακοή, έρχεται η σειρά της ενεργοποίησης, η σειρά της εθνεγερσίας και της κοινωνικής αναγέννησης. Ο μεγαλύτερος πλούτος που διαθέτει η χώρα, πέρα από τον ευλογημένο τόπο, τις υποδομές, τα ορυκτά, το κλίμα κ.λπ., ο πλούτος που δεν μετριέται σαν ρευστοποιήσιμο asset, είναι οι άνθρωποι. Με όποια κριτήρια κι αν μετρηθεί αυτό το δυναμικό, με κριτήρια ιστορικά ή με κριτήρια τεχνοκρατικά, θα δείξει έναν λαό μορφωμένων, ευέλικτων, εύστροφων ανθρώπων, ικανών να επιβιώνουν και να προκόβουν σε δύσκολα περιβάλλοντα. Δεν μας έκαναν πιο έξυπνους και μορφωμένους οι επιδοτήσεις, το ευρώ και η ΟΝΕ· ίσα ίσα μπορούμε πλέον βάσιμα να εικάσουμε ότι η ψευδής υπόσχεση εξασφαλισμένης ευημερίας με δανεικά σε σκληρό νόμισμα αδρανοποίησε δημιουργικές δυνάμεις και τροφοδότησε τη νωθρότητα και την απληστία. Η κρίση μπορεί να γίνει ευκαιρία, εφόσον υπερβούμε την παλαιά σκέψη και τα πρόσωπα που την εξέφρασαν, και εφόσον αφήσουμε ανοιχτό το δρόμο, ανοιχτές τις δυνατότητες, για τους σιωπηλούς και τους νέους.
Το μεταπολιτευτικό σύστημα αποδομείται εξαιτίας ενδογενών μοχλεύσεων και με τη συνδρομή εξωγενών συμβάντων. Οι μοχλευτές στοχεύουν σε μια ορισμένη κατεύθυνση, προς μια ρευστή κατάσταση όπου το αξιακό πλαίσιο, ακόμη και η γλώσσα, μπορούν να αλλάζουν κατά τις επιδιώξεις του μοχλευτή. Εντούτοις στον βίο, ιδίως στον πρακτικό αλλά και στον στοχαστικό, είναι συχνή η ετερογονία των σκοπών: άλλη η αρχική στόχευση, άλλες οι πολλαπλές καταλήξεις. Ο άνθρωπος, ο πολίτης, το πρόσωπο, το συλλογικό υποκείμενο, είναι πάντα η απροσδιόριστη μεταβλητή που ωθεί προς άγνωστες ισορροπίες. Υπό αυτή την έννοια, η κρίση, όσο κι αν φαίνεται καταστροφική στη βραχεία μας όραση, μπορεί να καταλήξει απροσδόκητα δημιουργική, σαν ένα υπέροχο καίτοι ανερμήνευτο φράκταλ, σαν αποκαλυμμένη συμμετρία.
Η προχθεσινή σύσκεψη των πολιτικών αρχηγών, υπό τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, πυροδότησε δικαιολογημένα αγωνία σε μεγάλες ομάδες του πληθυσμού, αλλά εντέλει ήταν άλλη μία τελετουργία με επικοινωνιακή σκόπευση, χωρίς πολιτικό περιεχόμενο, τουλάχιστον περιεχομένο ικανό για διάσωση και αναπροσδιορισμό.
Ο πρωθυπουργός Γ. Παπανδρέου προσήλθε χωρίς φανερές προτάσεις, αντιπροτάσεις, γκάμα επιχειρημάτων, ώστε να πείσει, να προσελκύσει ή, έστω, να ρυμουλκήσει την αντιπολίτευση προς μια μίνιμουμ συναίνεση. Κανείς δεν πείστηκε, κανείς δεν πιέστηκε, πλην του φαιδρού οιωνοσκόπου Γ. Καρατζαφέρη, ο οποίος άλλωστε έχει προσφέρει πλειστάκις την υποστήριξη του ζητώντας μετ΄επιτάσεως συγκυβέρνηση. Ο Αντώνης Σαμαράς έμεινε αμετακίνητος στη θέση του για επαναδιαπραγμάτευση του Μνημονίου, και παρομοίως αντίθετα να συναινέσουν στη μνημονιακή πολιτική της κυβέρνησης ήταν τα κόμματα της Αριστεράς. Πώς φτάσαμε στο προαναγγελθέν ναυάγιο της τελετουργίας συναίνεσης;
Στις δύο προηγούμενες εβδομάδες η Ελλάδα έζησε, αφόρητα πυκνά, ένα κύμα βίας, φόβου, κοινωνικών ρηγματώσεων και πολιτικών απειλών. Οι βιαιοπραγίες που συντάραξαν το κοινωνικό σώμα επισκιάστηκαν μόνο από τις απειλές περί πτώχευσης και τις αλλεπάλληλες πιεστικές παρεμβάσεις των εταίρων-δανειστών για αναδιευθέτηση του εσωτερικού πολιτικού τοπίου. Ηταν τέτοια η πίεση πάνω στην υπερχρεωμένη χώρα, που έθεσε εν αμφιβόλω την ίδια την του πολιτεύματος, την λαϊκή κυριαρχία· πολύ περισσότερο που διατυπώθηκαν ταυτοχρόνως προτάσεις για δημοψήφισμα, μέσα και έξω από το ΠΑΣΟΚ, ασύμβατες προς τα ειωθότα της Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας.
Επιπλέον, προχθές, ο κ. Παπανδρέου, δια του υπουργού Οικονομικών και με δικά του λόγια, επέσεισε ως μόνο επιχείρημα για την εκμαίευση της συναίνεσης, τον υπαρκτό κίνδυνο της χρεοκοπίας και την έξοδο από την ευρωζώνη, όπως έπραξε πριν απ΄αυτόν η επίτροπος Μαρία Δαμανάκη. Η απειλή αυτή είναι υπαρκτή και απαιτεί εθνικό συναγερμό. Δυστυχώς, όμως, για τη χώρα, το ίδιο υπαρκτή είναι και η σαρωτική απονομιμοποίηση της πολιτικής Παπανδρέου, έτσι όπως καταγράφεται στις έρευνες, αλλά και όπως καταγράφεται τα τελευταία εικοσιτετράωρα στις πλατείες της χώρας: την ώρα που ο πρωθυπουργός, αμήχανος και κουρασμένος, εξήγγειλε στην τηλεόραση την αποτυχία της σύσκεψης των αρχηγών, το παρδαλό πλήθος των Αγανακτισμένων χτυπούσε κατσαρόλες στο Σύνταγμα, έξω από τη Βουλή. Αυτοί οι αδέσποτοι Αγανακτισμένοι, απροσδιόριστοι πολιτικά και απρόοπτης δυναμικής, δρουν πλέον ως απρόβλεπτος επιταχυντής επί μιας πραγματικότητας ήδη χαοτικής και ρευστής.
Το πολιτικό πρόβλημα τροφοδοτείται προφανώς από τα ένστικτα αυτοσυντήρησης των κομμάτων: κανείς δεν θέλει να μοιραστεί την ευθύνη με την κυβέρνηση για τις επιλογές της. Αλλωστε η κυβέρνηση υπερψήφισε το Μνημόνιο, τον περασμένο Μάιο, στηριγμένη στη δική της κοινοβουλευτική πλειοψηφία, και με την επικουρική ψήφο του ΛΑΟΣ και της Ντόρας Μπακογιάννη.
Αλλά το πολιτικό πρόβλημα δεν εξαρτάται πια μόνο από τη στάση των κομμάτων. Ενα χρόνο αργότερα, οι προβλέψεις του Μνημονίου δεν έχουν επιτευχθεί, είτε λόγω κακού υπολογισμού, όπως ομολογεί και η τρόικα, είτε επειδή η κυβέρνηση δεν κατόρθωσε να τηρήσει τους ταχύτατους ρυθμούς μεταρρυθμίσεων. Η οικονομία έχει βυθιστεί στην ύφεση, οι δαπάνες δεν έχουν περιοριστεί αρκετά, τα έσοδα υπολείπονται σημαντικά του στόχου, κι όλα αυτά παρά τις οδυνηρές περικοπές μισθών-συντάξεων, παρά τους βαρείς φόρους. Υφεση, ανεργία και ανασφάλεια παραλύουν τη χώρα, και πάνω σε αυτό το υλικό υπόστρωμα φουντώνουν η ξενοφοβία, η αυτοδικία, η βία: η κρίση είναι κοινωνική. Αυτή η κρίση εκφράζεται, και καταγράφεται πλέον πολλαπλώς, σαν ρήξη του κοινωνικού ιστού, απώλεια εμπιστοσύνης προς το πολιτικό σύστημα και τους θεσμούς, έλλειψη ανοχής.
Κι ακόμη παραπέρα: ζούμε μια ηθική και πνευματική κρίση, κρίση ανθρωπολογικής τάξεως. Τα ερειπιώδη κόμματα με την αμηχανία τους και τη στειρότητά τους εκφράζουν εν πολλοίς μια αναλόγως αμήχανη και στείρα κοινωνία πελατών, γαντζωμένων σε έναν καταρρέοντα κόσμο μικροπρονομίων, θαλασσοδανείων, διορισμών. Εναν κόσμο ετερονομίας και εξαχρείωσης. Το ιταμό ύφος των εταίρων-δανειστών, με το οποίο απευθύνονται στους Ελληνες, βρίσκει έδαφος πάνω στη δική μας ασημαντότητα, στους δικούς μας ασήμαντους ηγέτες, στην εθελόδουλη και οκνηρή μας σκέψη. Είκοσι χρόνια νωρίτερα, ο Παναγιώτης Κονδύλης προφήτευε πικρά την παρούσα κρίση, με οδύνη για την πατρίδα του, για τη γλώσσα και την ποίησή της: «Η νεοελληνική ιστορία, έτσι όπως τη γνωρίσαμε στα τελευταία διακόσια χρόνια, κλείνει τον κύκλο της. Ασφαλώς, τα τραγικά και κωμικά της επεισόδια δεν τέλειωσαν ακόμη, όμως χάνεται η ενότητα της προβληματικής της και ο ειδοποιός της χαρακτήρας.» (Οι αιτίες της παρακμής της σύγχρονης Ελλάδας)
Λαός εκτός ιστορίας; Ναι και όχι. Ναι, στην παρούσα φάση, βρεθήκαμε ουραγοί. Και όχι, όχι εις το διηνεκές, όχι ακόμη και τώρα: Ιn my end is my beginning. Μας το ψιθυρίζει ο Γιάννης Βαρβέρης, μειδιώντας από το επέκεινα καθώς τον αποχαιρετούμε:
«Είμαστε προ της κρίσεως υπερήφανοι
γιατί το θαύμα ήταν πως ζήσαμε
χωρίς το θαύμα.»
(O άνθρωπος μόνος, 2009)
φωτ.: Ελισάβετ Μωράκη
Οι δυσοίωνες καταγραφές της προχθεσινής δημοσκόπησης της Public Issue πρέπει να διαβαστούν υπό τη σκιά των εξίσου δυσοίωνων γεγονότων των δύο εβδομάδων. Πρώτα, η περασμένη εβδομάδα του αίματος και της βίας· κι ύστερα, η τρέχουσα εβδομάδα των αδιεξόδων και των εκβιαστικών διλημμάτων εκ μέρους του ξένου παράγοντα.
Στη δημοσκόπηση, ακριβώς επειδή δεν μετριέται η συνήθης ανούσια πρόθεση ψήφου, αντιθέτως ερευνάται η συνολική στάση του κοινωνικού σώματος έναντι των μειζόνων προβλημάτων, καταγράφονται η οξυμένη ανασφάλεια και η βαθιά απαισιοδοξία των πολιτών, η βεβαιότητα της χρεοκοπίας και της μετανάστευσης, μαζί με οργισμένη απόρριψη του πολιτικού συστήματος.
Για όποιον επιθυμεί να διαβάσει ψύχραιμα τα εμπειρικά δεδομένα και να αφουγκραστεί την πραγματικότητα, είναι πρόδηλο ότι η κοινωνία παλινδρομεί πυρετικά μέσα στα αδιέξοδά της και την απουσία προοπτικής. Οι καταγραφείσες απαιτήσεις για βαθιές, ριζικές αλλαγές ή και «επανάσταση», παρ’ όλη την πολυσημία των ερωτημάτων, δείχνουν ότι η κοινωνική δυναμική μπορεί να οδηγήσει σε βίαιες αποδομήσεις, απρόβλεπτες, μη ελεγχόμενες. Ηδη το χάσμα μεταξύ δημόσιου αισθήματος και πολιτικής διαχείρισης οδηγεί όχι απλώς σε δυσπραγία, αλλά σε συστημική αστάθεια.
Οι δανειστές, διά του Μνημονίου, επιβάλλουν πολλές και βίαιες αλλαγές, τέτοιες που ανασχηματίζουν εκ θεμελίων την κοινωνική δομή, όχι μόνο τη διοίκηση και την οικονομία, και μάλιστα σε εξαιρετικά σύντομο διάστημα. Αυτό το σοκ μετασχηματισμού, εφαρμοσθέν στη Χιλή ή το Περού, σε εντελώς άλλα ιστορικά και γεωπολιτικά συμφραζόμενα, δεν φαίνεται να μπορεί να εφαρμοσθεί σε μια ευρωπαϊκή δημοκρατία του 2011, υπό συνθήκες παγκόσμιας κρίσης. Επιπλέον, δεν το αντέχει το πολίτευμα, η κοινοβουλευτική δημοκρατία: αν δεν μπορεί να εφαρμόσει το πρόγραμμά της μια κυβέρνηση, πέφτει και προκηρύσσονται εκλογές, ενδεχομένως ξανά και ξανά. Tertium non datur.
Εξ ου και είναι επικίνδυνο αυτό που απαιτούν οι Ευρωπαίοι εταίροι και νυν δανειστές: για να εκταμιευθεί η 5η δόση και να εγκριθεί το Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα πρέπει να εξασφαλιστεί η ανεπιφύλακτη συναίνεση της αντιπολίτευσης. Ετσι, όμως, όχι μόνο αμφισβητείται ευθέως η φερεγγυότητα της εκλεγμένης κυβέρνησης, αλλά και η ίδια η υπόσταση της εθνικής κυριαρχίας.
Μα μπορεί ο καταχρεωμένος να μιλάει περί εθνικής κυριαρχίας και αυτοδιάθεσης; Η αποδοχή αυτής της κυνικής, πλην υπαρκτής, ένστασης τινάζει στον αέρα όλη τη νεωτερική αξίωση περί δημοκρατίας, επί της οποίας οικοδομήθηκε ιδεολογικά η Ενωμένη Ευρώπη. Η εθνική κυριαρχία είναι η λίβρα κρέατος που ζητάει ο Σάιλοκ· άνευ αυτής, διολισθαίνουμε στη δουλοπαροικία και την αποικιοκρατία.

Με την ύφεση να εκτοξεύει το έλλειμμα και τις αγορές να γκρεμίζουν τα ομόλογα και το Χρηματιστήριο, με τον υπουργό Οικονομικών να αναζητεί απεγνωσμένα πρόσθετους πόρους από τη φορολόγηση των αναψυκτικών, με την κοινωνία και την εγχώρια αγορά παγωμένες, δεν μένει πια καμιά αμφιβολία ότι η πολιτική του Μνημονίου, όπως την εφάρμοσε η κυβέρνηση όλο τον τελευταίο χρόνο, δεν μπορεί να βγάλει τη χώρα από το αδιέξοδο. Μάλλον τη βυθίζει πιο βαθιά στην ύφεση και στην απόγνωση. Πολύ περισσότερο, η αποτυχία στη διαχείριση της οικονομικής κρίσης συνοδεύεται από καταφανή πλέον δυσχέρεια της κυβέρνησης να παράγει έργο, να παράγει δηλαδή πολιτικά γεγονότα. Η κυβέρνηση Παπανδρέου φαίνεται όχι μόνο κατάκοπη, αλλά κυρίως σαστισμένη, άγονη, διασπασμένη, και χωρίς κανένα στρατηγικό εθνικό σχεδιασμό, όχι για μετά το 2012, αλλά ούτε καν για το υπόλοιπο του 2011.
Αυτή η πασίδηλη δυστοκία, που διατρέχει εγκάρσια το πολιτικό σύστημα, είναι το πιο ανησυχητικό σύμπτωμα. Διότι δείχνει, πρώτα απ’ όλα, ότι από το παρόν πολιτικό προσωπικό και υπό τους παρόντες συσχετισμούς και διατάξεις, δεν μπορεί να προκύψει η προωθητική ενέργεια που απαιτείται επειγόντως για να ανακοπεί η ελεύθερη πτώση. Το πολιτικό σύστημα αδυνατεί να διαπραγματευτεί τους όρους επιβίωσης της χώρας, αδυνατεί να εισπράξει έσοδα, αδυνατεί να επιβάλει δίκαιη και αποτελεσματική φορολόγηση, αδυνατεί να εμφυσήσει μια αίσθηση δικαιοσύνης στους πολίτες, και φυσικά αδυνατεί να γεννήσει ιδέες και να απελευθερώσει υπνώττουσες ή φυλακισμένες δημιουργικές δυνάμεις.
Ποτέ άλλοτε στα χρόνια της Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας δεν ήταν τόσο έντονη η αίσθηση της ανημπόριας και της χρεοκοπίας, αλλά και η αίσθηση ότι σαν έθνος ζούμε μια ιστορική καμπή, συγχρονισμένη με μείζονες γεωπολιτικές ανακατατάξεις. Ο βίαιος μετασχηματισμός του παγκόσμιου καταμερισμού εργασίας με την είσοδο των ασιατικών γιγάντων, τα πλανητικά μεταναστευτικά ρεύματα, η παγκόσμια οικονομική κρίση, ο οικονομικός και πολιτικός κλονισμός της Ευρωπαϊκής Ενωσης, οι εξεγέρσεις στον αραβικό κόσμο, όλα τούτα δρουν ενισχυτικά πάνω στη γηγενή δομική κρίση. Η Ελλάδα κλυδωνίζεται επώδυνα, σ’ έναν κόσμο που αλλάζει.
Και οι Ελληνες είναι αναγκασμένοι να ξαναδούν τους εαυτούς τους. Να τοποθετηθούν διαφορετικά στο διεθνές περιβάλλον. Αλλά πρώτα απ’ όλα, να ξαναδούν διαφορετικά τους εαυτούς τους μέσα στην ίδια τους τη χώρα: να μας φανταστούμε διαφορετικούς σαν πολίτες μιας διαφορετικής χώρας. Στον βίαιο 20ό αιώνα οι Ελληνες επινόησαν εκ νέου τους εαυτούς τους και τη χώρα, τρεις-τέσσερις φορές τουλάχιστον: όταν ξεκίνησαν οι Βαλκανικοί πόλεμοι, μετά την Καταστροφή του ‘22, στον πόλεμο του ‘40-’41, μετά τον Εμφύλιο, μετά την πτώση της δικτατορίας και την τραγωδία της Κύπρου. Κάθε φορά κατασκεύαζαν μια ιδέα για το μέλλον, λιγότερο ή περισσότερο συνεκτική, κάθε φορά η ιδέα προσγειωνόταν στην πραγματικότητα, μετά από μία ήττα ή μια ιστορική ανακατάταξη, κάθε φορά είχαν να αντιμετωπίσουν την αλλαγή στάσης του ξένου παράγοντα και τον εσωτερικό διχασμό.
Δυστυχώς, αυτή η τόσο πλούσια ιστορική πείρα δεν εγγυάται την αποφυγή των ίδιων ή άλλων λαθών, κάθε άλλο. Η ιστορία διδάσκει αλλά δεν φρονηματίζει. Ωστόσο, η μακροσκοπική όραση, που αναπόφευκτα φέρει ένας ιστορικός λαός με παράδοση αγώνων και καταστροφών, μπορεί να μας βοηθήσει να δούμε την παρούσα δυσχέρεια σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, να βγούμε προσώρας από τη δίνη του προβλήματος, ώστε να μπορέσουμε να επινοήσουμε βραχυπρόθεσμες και μεσοπρόθεσμες λύσεις.
Η αναδιάρθρωση του χρέους είναι η πρώτη κίνηση. Η πρόσφατη πικρή πείρα του Μνημονίου διδάσκει, πρώτον, ότι πρέπει να κινηθούμε ταχύτατα για να αντλήσουμε τα όποια οφέλη της αναδιάρθρωσης και, δεύτερον, πρέπει να διαπραγματευτούμε σκληρά, όσο μπορούμε. Η δικαιοσύνη και η ισονομία είναι οι αμέσως επόμενες προτεραιότητες: για την πάταξη της φοροδιαφυγής και της φυγάδευσης κεφαλαίων, για την προστασία των εξουθενωμένων, κυρίως για την εμπέδωση αισθήματος δικαίου και ελπίδας στους καχύποπτους και αποκαρδιωμένους πολίτες. Ο ελληνικός λαός, των μικρομεσαίων επιβιωτών και της μαύρης οικονομίας, δεν μπορεί να πάρει στα σοβαρά ένα κράτος που ανακοινώνει 75 πολίτες με εισόδημα άνω του ενός εκατομμυρίου και 35 χιλιάδες με εισόδημα άνω των 80.000. Μόνο με αποκατάσταση του αισθήματος δικαίου θα επανακάμψει το τρωθέν κύρος της δημοκρατίας και θα επισκευαστεί το διάτρητο σήμερα δημόσιο ήθος, θα αναστραφεί η τυφλή ανταρσία κατά του αναξιόπιστου και αλλοπρόσαλλου κράτους. Και μόνο έτσι θα καταστεί δυνατή η ελάχιστη αναγκαία συναίνεση για αναθεμελίωση της παιδείας και της παραγωγής, δηλαδή για την μεσοπρόθεσμη αναθεμελίωση της κοινωνίας.
Ποια κυβέρνηση, ποια ηγεσία, είναι σε θέση να πείσει τον κερματισμένο, φοβισμένο και εξοργισμένο λαό, ώστε να πειθαρχήσει και να εργαστεί προς ένα στόχο; Αυτό είναι το κρίσιμο ερώτημα. Ποια ηγεσία μπορεί να πείσει καταρχάς για το δικό της ήθος, τις αγωνιστικές της προθέσεις, την ανεξαρτησία της; Κυρίως για την πρόθεσή της να δώσει το παράδειγμα αναγέννησης ή να πέσει επί των επάλξεων; Ελάχιστα πρόσωπα από τους υπάρχοντες σχηματισμούς είναι σε θέση να πείσουν και ελάχιστοι θα επιπλεύσουν στο επόμενο διάστημα των αλλεπάλληλων αλλαγών. Νέα πρόσωπα, σε νέους σχηματισμούς, με άλλα πρόσημα και σε άλλες συμμαχίες, θα αναδυθούν, σε μία και δύο και τρεις και πολλές φάσεις. Πιθανόν δεν θα είναι όλοι καλοί ή καλύτεροι, πθανόν και η ίδια η μορφή διακυβέρνησης να αλλάξει, σε σχέση πάντα και με το ρευστό διεθνές περιβάλλον και τους απρόβλεπτους τελεστές. Ωστόσο ο πολιτικός χρόνος έχει πυκνώσει, τόσο πολύ που έχει γίνει αφόρητος: η χώρα χρειάζεται επειγόντως αλλαγή, επανεκκκίνηση. Τώρα.
εικόνα: Λουκία Richards

«Η Ελλάδα παίρνει μέτρα για το έλλειμμα» ― στη γιγαντοοθόνη της Times Square με τις διεθνείς ειδήσεις, στην καρδιά της Νέας Υόρκης, η Ελλάδα πρωταγωνιστεί καθημερινά. Πρωταγωνιστεί, αλλά με μάλλον θλιβερό ρόλο: είναι το μαύρο πρόβατο των αγορών, και ο εύκολος στόχος των hedge funds.
Οι αντιδράσεις είναι ανάμικτες. Οι Ελληνες ανησυχούν για το μέλλον της μακρινής πατρίδας· η ανησυχία τους έχει ιστορικό υπόβαθρο, τώρα αντιλαμβάνονται τα σφάλματα του παρελθόντος, το κόστος της αβελτηρίας, τώρα αντιλαμβάνονται την οικονομική δυσχέρεια σαν δυσχέρεια πολιτική, σαν ηθικό και πολιτικό αδιέξοδο. Οι τραπεζίτες της Νέας Υόρκης είναι εξοργισμένοι με το outing που υπέστη η Goldman Sachs από τους Ευρωπαίους, διότι η Ευρώπη τα ήξερε όλα από την αρχή, μας λέει κορυφαίος Ελληνας επιχειρηματίας με διεθνή κύκλο εργασιών.
Αλλοι Ελληνες, από τους πολλούς που σταδιοδρομούν στη Ν. Υόρκη, γιατροί, πανεπιστημιακοί, διανοοούμενοι, ανησυχούν για την πορεία της γενέτειρας. Προβλέπουν αυξανόμενη έξοδο νέων ανθρώπων από την Ελλάδα, ένα τρίτο κύμα μετανάστευσης· τούτη τη φορά όμως δεν θα είναι φτωχοί ανειδίκευτοι, αλλά οι πιο μορφωμένοι και δημιουργικοί. Και οι ευκαιρίες προκοπής έξω είναι πια λιγοστές, ακόμη και στη χώρα των ευκαιριών, τις ΗΠΑ.
Πράγματι, ό,τι βλέπουν οι πιο ευαίσθητοι Ελληνες εντός των συνόρων της δοκιμαζόμενης χώρας, το βλέπουν με ενάργεια και οι Ελληνες εκτός συνόρων. Η επερχόμενη ύφεση, χωρίς σαφές σχέδιο ανάκαμψης και ανάπτυξης, η σαστισμάρα και η ηττοπάθεια που επικρατούν αυτή τη στιγμή, μπορεί να οδηγήσουν στη θυσία μιας γενιάς. Οι σημερινοί 15άρηδες έως 30ρηδες θα βρουν τα επόμενα χρόνια όλες τις πόρτες κλειστές, θα προσπαθήσουν να εκδιπλώσουν τις δυνάμεις τους σε μια αγορά παγωμένη, σε μια κοινωνία απεγνωσμένη. Θα φύγουν. Ενας νέος ελληνισμός της διασποράς θα εμφανιστεί. Και μια νέα Ελλάδα χωρίς νέους.
Η χρεοκοπία είχε επέλθει προ πολλού· πριν από τις υποβαθμίσεις των οίκων αξιολόγησης και το bullying αγορών και Financial Times. H χρεοκοπία είχε πλήξει τον δημόσιο βίο εν συνόλω, η Ελλάδα είχε χρεοκοπήσει πολιτικά και ηθικά, πολιτιστικά· απλώς δεν τη βλέπαμε, θαμμένη καθώς ήταν κάτω από βουνά υποκρισίας, ανομίας και χλιδοσπατάλης, με δανεικό και μαύρο χρήμα.
Τώρα πληρώνουμε τον μικρομεγαλισμό του ολυμπιακού 2004, τα παχιά λόγια για την ισχυρή Ελλάδα. Τώρα φαίνεται πολλαπλάσια η καμένη και γυμνή Ελλάδα του 2007, η απροστάτευτη από τους ίδιους τους ανθρώπους της· η Ελλάδα των σκανδάλων και της ατιμωρησίας, της “νομιμοφανούς” ηθικής των βουλευτών, των offshore και των Kαγιέν· των επίορκων δημόσιων λειτουργών και της διαβουκολευμένης μάζας. Πληρώνουμε αυτό που ήμασταν: Αφρονες και υβριστικοί.
Θα μείνουμε ίδιοι; Η χρεοκοπία δεν μας το επιτρέπει· η κατάσταση δεν μαζεύεται με μερεμέτια. Η πιο πικρή ώρα μπορεί να είναι η ευκαιρία για έναν σωτήριο μετασχηματισμό, για έναρξη μιας νέας ιστορικής περιόδου. Οχι μόνο για έξοδο από την κρίση και ανάκαμψη, όχι μόνο αυτό, παρότι είναι αναγκαίο και πρώτο. Αλλά για βαθύ, ουσιαστικό μετασχηματισμό, για ανακαίνιση, για επανίδρυση της δημοκρατικής πολιτείας και του δημόσιου βίου.
Είπαμε: η χρεοκοπία δεν είναι μόνο οικονομική, έχει προηγηθεί η πολιτική και ηθική χρεοκοπία, δηλαδή, η αποσάθρωση των θεμελίων. Σε αυτό τον σωρό ερειπίων δεν μπορούμε να χτίσουμε το μέλλον, ακόμη κι αν βρούμε δανεικά από τις αγορές της Ασίας, ακόμη κι αν ξεπουλήσουμε δημόσιες γαίες, ακίνητα, επιχειρήσεις, μνημεία. Πάλι σαθρό θα είναι το οικοδόμημα.
Πιστεύω ότι υπάρχουν οι πνευματικές δυνάμεις στον ευρύτερο ελληνισμό, ότι υπάρχουν αποθέματα ζωτικότητος στο ανθρώπινο δυναμικό πάσης προελεύσεως εντός του ελλαδικού χώρου, γι’ αυτόν τον ιστορικό μετασχηματισμό. Ποτέ άλλοτε δεν υπήρχαν τόσο πολλές δυνάμεις, τόση ευφυία, τόση γνώση. Δυστυχώς, έως τώρα, οι δυνάμεις αυτές είναι διάσπαρτες, χωρίς σχέδιο και συνοχή, ασυντόνιστες, απογοητευμένες, ακόμη και αντιμαχόμενες και αλληλοεξουδετερούμενες. Τις τελευταίες δύο περίπου δεκαετίες ήμασταν μάρτυρες μιας πρωτοφανούς σπατάλης ταλέντου, ευφυίας, φρονήματος· περιφρόνησης του μέτρου και της αξίας· αποθέωσης της ανηθικότητας και της αρπαγής. Αγγίξαμε το όριο θραύσεως. Σπάσαμε.
Ο υπουργός Οικονομικών θα βρει τελικά δανειστές, έστω με αιματηρά επιτόκια. Αυτό που δεν μπορεί να βρει κανένας υπουργός, όσο άξιος, είναι ένα συμβόλαιο τιμής για ανακαίνιση της χώρας: αυτό πρέπει να το συνομολογήσουμε και να το εφαρμόσουμε όλοι, παραγωγοί, λειτουργοί, έμποροι, δάσκαλοι, διανοούμενοι. Και να υποχρεώσουμε τους όποιους αιρετούς άρχοντες να ακολουθήσουν και να ηγηθούν, να εμπνευστούν και να εμπνεύσουν.
Ας ξεκινήσουμε από τις ηθικές αρχές, από μια αλλαγή βιοσοφικού παραδείγματος: Να αρκούμαστε στην καλή ζωή, να μην κυνηγάμε την καλύτερη. Το είπε πρόσφατα αυτό ο πρόεδρος της Βολιβίας, ο ινδιάνος Εβο Μοράλες, κι έμεινα ώρα πολλή πάνω σε αυτή την “απλοϊκή” κουβέντα: «Επιχειρούμε να σκεφτούμε άλλους τρόπους για να ζούμε και να ζούμε καλά, όχι να ζούμε καλύτερα. Όχι καλύτερη διαβίωση. Η καλύτερη διαβίωση γίνεται πάντα εις βάρος κάποιου άλλου. Η καλύτερη διαβίωση γίνεται με κόστος την καταστροφή του περιβάλλοντος». Ιδού, ο “αφελής” Ινδιάνος θέτει το πρόβλημα της αιωνίας προόδου, της ατελεύτητης συσσώρευσης, της διαρκούς επιδίωξης κέρδους με κάθε τίμημα.
Το «διαρκώς καλύτερα» σε πλανητική κλίμακα έχει τίμημα τον αφανισμό του περιβάλλοντος, την κλιματική αλλαγή, την απειλή κατά της βόσφαιρας. Σε εθνική κλίμακα, το τίμημα είναι ο υπερδανεισμός και η χρεοκοπία. Σε κοινωνική κλίμακα, το τίμημα είναι η εξαφάνιση της αμοιβαιότητας, της συνοχής, της αλληλεγγύης· η επικράτηση των εγωτιστών και των άπληστων στην κορυφή της τροφικής αλυσίδας.
Η άφρων χλιδοσπατάλη των Ελληναράδων του 21ου αιώνα αποτελεί μια έκφραση της Υβρεως που συμβαίνει σε πλανητική κλίμακα. Η καθήλωση της αγροτικής παραγωγής σε επιζήμιες και περιβαλλοντοκτόνες καλλιέργειες, πλην όμως επιδοτούμενες, είναι μια όψη της Υβρεως. Η διαρκής υποβάθμιση του δημόσιου σχολείου και η σπατάληση των νέων σε ΑΕΙ σημαίας ευκαιρίας και καφετέριες, είναι άλλη όψη. Η εγκληματική παραμέληση του μεταναστευτικού πληθυσμού, τρίτη. Η ρηχή πολιτική και η αρπαχτή στον τουρισμό, η κατάρρευση του ΕΣΥ, οι διαβρωμένες δημόσιες υπηρεσίες, τα ασάρωτα πεζοδρόμια, η οικοδομική αυθαιρεσία, η επιθετικότητα στον καθημερινό βίο, άλλες όψεις έκπτωσης, όψεις παρακμής. Αυτή η γενικευμένη, εσωτερικευμένη Υβρις, η σπατάλη ως πρόοδος, η απληστία ως αξία και αυτοσκοπός, ο παρασιτισμός ως τρόπος επιβίωσης, αυτά συνιστούν τη χρεοκοπία μας. Και αυτά τα χαρακτηριστικά βίου είναι ασύμβατα με κάθε έννοια δημοκρατικής πολιτείας.
«Aς υποθέσουμε πως δεν έχουμε φτάσει στο μαύρο αδιέξοδο, στην άβυσσο του νου… Aς υποθέσουμε πως δεν έχουμε φτάσει από εκατό δρόμους τα όρια της σιγής» ― λέει ο Καρυωτάκης. Σε αυτό το όριο βρισκόμαστε τώρα, σε ένα δραματικό μεταίχμιο. Θα αφεθούμε να μας παρασύρει η άβυσσος, αυτή που κατασκευάσαμε; Θα βουλιάξουμε στην ήττα και τη μοιρολατρία; Ή θα βαδίσουμε με θάρρος και παρρησία προς μια καινούργια αρχή; Προς έναν μοντέρνο πατριωτισμό, ένυλο, ρεαλιστικό και υπερβατικό μαζί; Ο χρόνος πιέζει.
(Plan B: μια Ελλάδα μπατίρηδων και ηττημένων· γέροντες, χωροφύλακες και φοροεισπράκτορες καπνίζουν σε καφενεία μελαγχολικά.)
Τα μηνύματα από το διεθνές περιβάλλον δεν είναι πια δυσοίωνα, είναι αγγελτήρια καταστροφής. Ο καθείς για τους σκοπούς του, φανερούς ή υπόδηλους, Ευρωπαίοι εταίροι, γραφειοκρατία των Βρυξελών, τράπεζες, hedge funds, οίκοι αξιολόγησης, διεθνής τύπος, επιτίθενται στην Ελλάδα, ανακοινώνουν ότι ήδη επτώχευσε. Κάποιοι προσδοκούν να κερδίσουν από τη δική μας χρεοκοπία· άλλοι τη φοβούνται διότι θα τους επηρεάσει ή θα τους συμπαρασύρει.
Ολα κατασκευάζουν περιβάλον ήττας. Το θέμα όμως πλέον δεν είναι να περιμένουμε τι θα αποφασίσουν οι αγορές για μας, αλλά τι εμείς αποφασίζουμε ότι μπορούμε να κάνουμε. Το θέμα δεν είναι να κλαιγόμαστε, να οικτίρουμε εαυτούς, να ελεεινολογούμε κυβερνήσεις και να αναλύουμε τις συνωμοσίες των διεθνών κερδοσκόπων. Με οικονομολογία και πολιτικολογία καφενείου δεν πρόκειται ποτέ να βγούμε από το τούνελ· το πιθανότερο είναι ότι θα ταφούμε αδρανείς.
Το θέμα τώρα είναι ο χρόνος· πώς εκμεταλλευόμαστε δημιουργικά τον χρόνο, ως κοινωνία. Πώς συνερχόμαστε άμεσα από το σοκ, πώς αποτινάζουμε την παγωνιά του φόβου, και επιστρατεύουμε ψυχρή και ταχεία διάνοια για να βρούμε τον μίτο που θα μας βγάλει από τον λαβύρινθο. Αλλους.
Η παρούσα κρίση, η σφοδρότερη ίσως από τη μεταπολίτευση, δεν είναι μόνο οικονομική, είναι και πολιτική και ηθική. Τελειώνει ένα μοντέλο οργάνωσης του δημόσιου βίου, ένας τρόπος διαβίωσης. Κατά τούτο, η κρίση είναι ιστορική ευκαιρία. Και πρόκληση: Να αναδείξουμε επιτέλους τις διαφημιζόμενες αρετές μας ― ταχύτητα στις αποφάσεις, ανάληψη ρίσκων, εφευρετικότητα, ικανότητα αλλαγών, μαχητικότητα, αντιστασιακό πνεύμα. Ακριβώς με αυτό το εφευρετικό και αντιστασιακό πνεύμα του επιβιωτή, του ιστορικού ανθρώπου, αυτό που επισημαίνουν στοχαστές όπως ο Νίκος Σβορώνος, αυτό για το οποίο καυχιόμαστε, με αυτό το πνεύμα καλούμαστε σήμερα να αντιμετωπίσουμε τις αγορές, μα κυρίως τους εαυτούς μας, τα πανθομολογούμενα ελαττώματα που έφεραν την κοινωνία μας στο χείλος της κατάρρευσης. Αν μπορούμε. Το στοίχημα σήμερα, επί του χείλους, είναι να επινοήσουμε τους εαυτούς μας και την κοινωνία μας αλλιώς. Η παλαιά Ελλάδα χρεοκόπησε.






















