You are currently browsing the tag archive for the ‘φτώχεια’ tag.

Παρατηρώ το χτίσιμο: πέτρες δεμένες με πλίνθους και κουρασάνι. Ρωμαϊκό, βυζαντινό. Αγκαλιάζω την χαρίεσσα φόρμα. Χαμηλώνω το βλέμμα. Στο πεζούλι του βυζαντινού ναού των Αγίων Θεοδώρων, στην πλατεία Κλαυθμώνος, ένας (μία;) μικροπωλητής, συνήθως άφαντος, έχει απλώσει την πραμάτειά του: εικονίτσες, βίους αγίων, την Αγία Μαρκέλα, τον Αγιο Κυπριανό, θρησκευτικά ημερολόγια, λιβάνι, βραχιολάκια, κομπολόγια, ένα CD με Λόγους Μετανοίας. Στην άκρη απιθωμένο ένα πλαστικό κύπελλο καφές. Ενας γενειοφόρος Πρόδρομος, νωδός, διαλαλεί ψευδά τα λαχεία του «τι σου ‘χω σήμερα, σε γλιτώνω!». Πιο πάνω, άλλος σαλός με άδειο βλέμμα, λευκογενειοφόρος με πατημένα παπούτσια σαν παντόφλες, κουνάει ένα άδειο κουτί “πεινάω” προς παγερά αδιάφορους διαβάτες, είναι αόρατος. Στο πεζοδρόμιο της Αθηνάς ένας άντρας έχει ανοίξει ένα χαρτόκουτο και επιδεικνύει καρδερίνες, λούγαρους και φλώρια, έχουν μαζευτεί καμιά δεκαριά άντρες σαράντα-πενήντα χρονών, χαζεύουν και καπνίζουν, ένας σαν κράχτης κάνει ότι ψωνίζει και βάζει σε ένα σακ βουαγιαζ ένα πουλάκι. Στις παρυφές της Ερμού, επί της Αρεως, ένας αστυνομικός με μπλε εξάρτυση καλεί έναν ινδοασιάτη μικροπωλητή για έλεγχο, αυτός κρατάει μια γαλάζι ομπρέλα ανοιχτή και τέσσερις-πέντε κλειστές σε νάιλον, το βάζει στα πόδια, ξεφορτώνεται το εμπόρευμα στο δρόμο, τρέχει με την γαλάζια ομπρέλα ανοιχτή, ο νεαρός αστυνομικός τον προλαβαίνει, του βάζει τις φωνές, ο Πακιστανός χαμογελάει διαρκώς και στριφογυρίζει ψηλά την ανοιχτή ομπρέλα, κανείς δεν δίνει σημασία, μόνο ένας σκουρόχρωμος σαλεπιτζής παρακολουθεί διακριτικά.

Κανείς δεν παραξενεύεται με αυτές τις εικόνες στο κέντρο των Αθηνών. Ολοι προσπερνούν αποτραβηγμένοι στον εαυτό τους, σκυθρωποί, κοιτάνε πέρα, μακριά, πολύ μακριά από τον τρέχοντα ζόφο. Βαλκανίλα και Κάιρο μυρίζει. Και παλιά Αθήνα του ’60, όταν οι ζητιάνοι συνωστίζονταν στα σκαλιά των εκκλησιών κάθε Κυριακή, απλώνοντας εικονίτσες και άδεια χέρια κάτω απ΄τις μύτες των νοικοκυραίων, κι όταν μαυροντυμένες κοσμοκαλόγριες με μπόγους γυρνούσαν πόρτα πόρτα πουλώντας μοσχολίβανο και καρβουνάκια.

Εικόνες απόμακρες, καταχωνιασμένες, ακατανόητες σήμερα, κι όμως επιστρέφουσες μαζικά, ορμητικά: η επαιτεία ως αναπόσπαστο μέρος του βίου, ως μια φυσικότατη εκδήλωση της διάχυτης πενίας· οι μικροπωλητές που περιφέρουν εμπόρευμα σαβούρα σε χαρτόκουτα ή κρεμασμένο στο λαιμό τους· οι παπατζήδες στο δρόμο και οι λοταριατζήδες στα καφενεία· οι μπανανοπώλες με καρότσια μπεμπέ· οι υπαίθριοι ψήστες κοκορετσιού· οι πωλητές χύμα χλωρίνης, ελαιόλαδου, φυτίνης και γιαουρτιού πόρτα πόρτα· οι δοσάδες με είδη προικός στη βαλίτσα.

Το ’50 και το ’60 εισβάλλουν βίαια στο 2012. Δεν φέρουν κανένα φολκλόρ, δεν ξυπνούν καμιά νοσταλγία, δεν περιέχουν αισθητική και καλαμπούρια, όπως αυτή που ξυπνούσαν έως πρόσφατα οι ασπρόμαυρες φαρσοκωμωδίες. Ποιος νοσταλγεί την αυλή με τη σκάφη και τον κοινό απόπατο; Αυτά ήταν για να τα βλέπουν σε Plasma 40 ιντσών και να γελάνε χορτάτοι επίγονοι, παιδιά και εγγόνια αυτών των παράξενων Ελλήνων με τα τριμμένα ντρίλια και τα παλτά της αμερικανικής βοήθειας.

Δεν θα γυρίσουμε στη σκάφη. Αλλά σε πολλά διαμερίσματα φέτος δεν άναψαν καλοριφέρ· τα αυτοκίνητα στέκουν ακίνητα, χωρίς πανάκριβη βενζίνη· οι μοτοσικλέτες μεγάλου κυβισμού ξεπουλιούνται για να αντικατασταθούν με παπί· στα γραφεία κολατσίζουν από τάπερ σπιτικά.

Γυρνάμε στη φτώχεια· δεν γυρνάμε όμως και στην αθωότητα της παλαιάς ηθογραφίας της. Οι δρόμοι είναι επικίνδυνοι, συνοικίες και αστικές ζώνες ολόκληρες έχουν μπει στα κόκκινα, οι πολυκατοικίες χτυπιούνται κάθε βράδυ, κάθε ώρα και μια διάρρηξη, αλαφιασμένοι μικρομεσαίοι προσθέτουν κλειδαριές και σίδερα.

Ο πόλισμαν της ηθογραφίας, με το γκρίζο κοστούμι-στολή και το πηλίκιο, εξαφανίστηκε· στις φυλασσόμενες ζώνες με τράπεζες και πολιτικά κτίρια στέκονται πάνοπλοι ειδικοί φρουροί με περικνημίδες και οπλοπολυβόλα. Η επιτήρηση, ο ατομικός οπλισμός και οι αυτοδικούσες μιλίτσιες προβάλλουν ως μόνες απαντήσεις στην φτώχεια, την ανασφάλεια, την ανισότητα. Ζητιάνοι, πρεζάκια, μικροπωλητές, αξύριστοι άντρες στα πεζοδρόμια, και φρουροί με οπλοπολυβόλα. Λείπουν οι προφήτες.

Η ηθογραφία διαστρωματώνεται και αλλάζει. Και λουπάρει. Ηταν η αυλή, γεράνια, πατριάρχες άντρες, μεγαλοκοπέλες, έρωτες, ένας ορισμένος νεορεαλισμός, υποβασταζόμενος από το όραμα της διαρκούς προόδου. Κατόπιν ήρθε το διαμέρισμα, κοστούμια, γαλλικούλια, κούρσες, ροκ-εν-ρολ, μπλουτζήν και καμπάνες, χουντοπόπ. Μετά, δημοκρατία και φενάκη αναδιανομής, μαζική παιδεία, πλησμονή, νεοπλουτισμός, προωθητικός φθόνος, θαυμαζόμενη ανομία, κατανάλωση, τηλεόραση, μάζα, σκυλοπόπ. Ευρώπη ― όραμα και φενάκη.

Η τελευταία στοιβάδα ηθογραφίας αναπαράγει διαθλασμένα, σαρκαστικά, ένα παλαιότερο πρόσωπό της, παραμορφωμένο, απεχθές, μια αστυνομική πτωχοκρατία. Η ηθογραφία εξελίσσεται: σαν δυστοπία.

Με τεταμένη προσοχή, με φόβο για τα χειρότερα και προπάντων με καρτερία οι Ελληνες πολίτες παρακολούθησαν τις πολιτικές εξελίξεις τις τελευταίες δύο εβδομάδες. Από την εξαγγελία της ευρωπαϊκής συμφωνίας για κούρεμα του ελληνικού χρέους έως την νύχτα των Καννών και την πτώση του Γιώργου Παπανδρέου, με κατάληξη τη χθεσινή συμφωνία ΠΑΣΟΚ-ΝΔ στο πρόσωπο του Λουκά Παπαδήμου για την πρωθυπουργία της μεταβατικής κυβέρνησης. Η οχλαγωγία των μαζικών μέσων, οι πονηρές διαρροές, η φημολογία και η πρωτοφανής δυστοκία του πολιτικού συστήματος να παράσχει μια κάποια κυβερνητική λύση στη χώρα κυριάρχησαν, παρέχοντας έτσι μια πρόγευση για το μέλλον του κοινοβουλευτικού βίου εν Ελλάδι.

Με ύφεση καλπάζουσα στο 5,5% εφέτος και αισιόδοξη πρόβλεψη για 2,5% το 2012, με ανεργία 18,4% τον τουριστικό Αύγουστο και έναν στους δύο νέους 15-24 ετών εκτός εργασίας, η μεταβατική κυβέρνηση Παπαδήμου έχει εξαιρετικά δύσκολο έργο μπροστά της. Παρότι η προσοχή στράφηκε στην εκβιαστική 6η δόση, στη συμφωνία της 26ης Οκτωβρίου και στην απειλούμενη θέση της χώρας στην ευρωζώνη, το πεδίο όπου θα κριθεί η αποτελεσματικότητα της νέας κυβέρνησης είναι η κοινωνία, η ήδη εξουθενωμένη από περικοπές εισοδημάτων και βαριά φορολογία. Η κοινωνία περιμένει να πάρει μια ανάσα από τον καταιγισμό φτώχειας, που συνόδευσε την εφαρμογή του πρώτου Μνημονίου. Για πολλούς, η ζωή είναι ήδη δυσχερής ή οριακή, εφόσον βέβαια παραμένουν εντός εργασίας, αλλά θα ήταν ευτυχείς αν σταματούσε εδώ η εσωτερική υποτίμηση, που πλήττει κυρίως μισθωτούς, αυτοαπασχολούμενους και μικροϊδιοκτήτες. Μπορεί όμως να αναστραφεί ο δαιμονικός κύκλος της ύφεσης; Προφανώς ούτε ο έμπειρος οικονομολόγος κ. Παπαδήμος είναι σε θέση να απαντήσει, πολύ περισσότερο να δώσει μια λύση ταχείας εξόδου.

Δεν υπάρχει ταχεία έξοδος από την κρίση. Κυρίως, δεν υπάρχει οικονομική συνταγή για την οικονομική κρίση. Η Ευρώπη βυθίζεται σε κρίση πολιτική. Τα συμβαίνοντα στη μικρή Ελλάδα, το πειραματόζωο, μοιάζουν εκπληκτικά με τα συμβαίνοντα στη μεγάλη Ιταλία: η κρίση χρέους οδηγεί στο όριο θραύσεως, σχεδόν σε κατάρρευση, το κοινοβουλευτικό σύστημα, το οποίο αδυνατεί να διαχειριστεί, πόσω μάλλον, να αναχαιτίσει τις επιθετικές αγέλες των αγορών. Στην παρούσα φάση φαίνεται να κερδίζει τις μάχες η χρηματοπιστωτική βιομηχανία, επιβάλλοντας τη βούλησή της και τα εργαλεία της στις ασθενείς δημοκρατίες. Η δημοσιονομική πειθαρχία ωστόσο, έτσι όπως εφαρμόζεται στις υπερχρεωμένες χώρες της ευρωζώνης, απειλεί με ισοπέδωση τα μεσοστρώματα, δηλαδή τη σπονδυλική στήλη της Ευρώπης· απειλεί με βίαιο μετασχηματισμό τις κοινωνίες, και μάλιστα ερήμην τους, χωρίς καν ασφαλιστικές δικλίδες: σε κατάσταση εξαίρεσης, παρακάμπτονται διαδικασίες νομιμοποίησης της πολιτικής εξουσίας, δημιουργούνται de facto εξωκοινοβουλευτικά κέντρα ισχύος, υποβαθμίζεται η αντιπροσωπευτική δημοκρατία. Αυτή είναι η αναδυόμενη απειλή για την Ευρώπη της κρίσης, κι είναι η άλλη όψη της φτώχειας και της πληβειοποίησης.

H πτώχευση είναι γεγονός. Συντεταγμένη, ελεγχόμενη, υπαγορευμένη, ανά στάδια, αναδιάρθρωση, κούρεμα και επιμήκυνση, όπως και να χαρακτηριστεί, η ουσία παραμένει ίδια. Η Ελλάδα αδυνατεί να εξυπηρετήσει το διαρκώς ογκούμενο χρέος της και οι δανειστές της, εν προκειμένω η τρόικα, κουρεύουν το χρέος και επιβάλλουν μακροχρόνιες δεσμεύσεις στη χώρα για την αποπληρωμή του υπολοίπου. Οπως και να παρουσιάζει η κυβέρνηση αυτό το «πιστωτικό γεγονός», πρόκειται περί χρεοκοπίας.

Το ερώτημα που αυθορμήτως αναδύεται είναι: Προς τι οι θυσίες και η αιματηρή λιτότητα, από την άνοιξη του 2010 έως σήμερα; Πήγαν χαμένα; Προς τι οι διαβεβαιώσεις περί «τελευταίων» οδυνηρών περικοπών; Πότε έλεγε αλήθεια η κυβέρνηση; Οταν περνούσε το Μνημόνιο, όταν περνούσε το Μεσοπρόθεσμο, όταν εξεβίαζε εκβιαζόμενη, πρίν από κάθε δόση; Οταν πανηγύριζε μετά τη συμφωνία της 21ης Ιουλίου, η οποία τώρα ξαναγράφεται αλλιώς;

Η κυβέρνηση προφανώς δεν μπορεί να απαντήσει σε τέτοια ερωτήματα, διότι δεν αποφασίζει για το μέλλον της χώρας. Απλώς σκύβει το κεφάλι και αποδέχεται ό,τι της υπαγορεύεται. Εχει χάσει τον έλεγχο επί των δημοσιονομικών και επί της οικονομικής ζωής της χώρας, καθώς και επί μεγάλου μέρους της διοικήσεως. Η πολιτική που εφαρμόζει, όση και όπως εφαρμόζεται εντέλει, σπασμωδική, ασυνεχής, αλυσιτελής, προκαλεί το δημόσιο αίσθημα και τις αντοχές των νομοταγών πολιτών, και επιπλέον προκαλεί τη δριμεία κριτική ή και την χλεύη των δανειστών.

Η διατεταγμένη δημοσιονομική πειθαρχία, χωρίς καμία πρόβλεψη διαφυγής προς την ανάπτυξη, βυθίζει τη χώρα στην ύφεση και την ανεργία, καταστρέφει την οικονομία, χωρίς μέχρι στιγμής, να αχνοφαίνεται κάποιο μακροπρόθεσμο, έστω, σχέδιο ανάκαμψης. Τα κονδύλια του ΕΣΠΑ παραμένουν αδρανή, οι δημόσιες επενδύσεις νεκρές. Μια τέτοια παγωμένη, ημιθανής Ελλάδα σε διαρκή ελεγχόμενη χρεοκοπία μπορεί να βοηθά τους θεμιτούς σχεδιασμούς της Γερμανίας, της τρόικας, των Ευρωπαίων, όσων τέλος πάντων προσπαθούν να αποτρέψουν το ανεξέλεγκτο ντόμινο εξ αφορμής του ελληνικού χρέους.
Πόσο όμως θα αντέξει ο ελληνικός λαός με υποδιπλασιασμό του εισοδήματός του, με επικίνδυνη απομείωση βασικών κοινωνικών παροχών, με δραματική πτώση του βιοτικού του επιπέδου; Και για ποια Ελληνική Δημοκρατία θα μιλάμε οσονούπω, μετά την απώλεια της εθνικής κυριαρχίας, σύμφωνα με όσα επισήμως αναγγέλλουν Ευρωπαίοι ηγέτες;

Είναι φανερό ότι οι διαρκείς διασώσεις οδηγούν τη χώρα σε μακροχρόνια ύφεση, τον πληθυσμό σε διαρκή φτώχεια και τη δημοκρατία σε ασφυξία και υποτέλεια. Είναι επίσης φανερό ότι στη μεγάλη σκακιέρα ελάχιστα ή ουδέν μπορεί να πράξει τώρα πλέον η Ελλάδα. Η μόνη δυνατότητα απόκειται στο εθνικό μικροπεδίο: ριζική μεταρρύθμιση του πολιτικού συστήματος και απεγκλωβισμός υγιών κοινωνικών δυνάμεων, αυτές είναι οι προϋποθέσεις για οικονομική ανασυγκρότηση.


Το τεράστιο γιοτ του Αμπράμοβιτς, Luna, δεσπόζει στην κεντρική αποβάθρα της Βενετίας, λίγο μετά τα Τζαρντίνι της Μπιενάλε, λίγο πριν από τον Σαν Μάρκο. Ενα υπέρκομψο σκούρο κήτος, 115 μέτρα, μια τεχνητή όρκα από μέταλλο και υαλονήματα, με ελικόπτερο πάνω απ’ τη γέφυρα και Star Wars ραντάρ. Η αποβάθρα, σε αυτό το σημείο, είναι κλεισμένη με κάγκελα και φυλάσσεται από ιδιωτική ασφάλεια. Ενας μανάβης υποβάλλει σε έλεγχο τα φρούτα της τροφοδοσίας, όλοι είναι βλοσυροί και καλωδιωμένοι κάτω από τον καυτό ήλιο, οι μπιεναλίστες των τεχνών φωτογραφίζουν αμήχανοι την επιβλητική εγκατάσταση Luna a Venezia.

Στο ύψος της πρύμνης του Luna, πάνω στη riva, έχει στηθεί το καλλιτεχνικό περίπτερο της Αϊτής, μέσα σε δύο κοντέινερ. Η σεισμοπαθής Αϊτή δεν έχει λεφτά για νοικιάσει κτίριο. «Θάνατος και γονιμότητα» είναι ο τίτλος της έκθεσης των πιο φτωχών από τους φτωχούς της Καραϊβικής – μια εγκατάσταση με αποτροπαϊκές φιγούρες βουντού, φτιαγμένες από βιομηχανικά σκουπίδια. Οι Αϊτινοί ξορκίζουν με βουντού το απαστράπτον κήτος του Ρώσου ολιγάρχη, σαν να περιφρονούν και να εκλιπαρούν μαζί. Το φιλότεχνο πλήθος προσπερνάει ζαλισμένο από τη ζέστη και την υγρασία· νωρίτερα φωτογράφιζε σωματοφύλακες, πάνοπλες ειδικές δυνάμεις και βατραχανθρώπους στα κανάλια που επιτηρούσαν την επίσκεψη του προέδρου Σιμόν Πέρες στο περίπτερο του Ισραήλ.

Ολα συνυπάρχουν στην παλαιότατη Γαληνοτάτη Δημοκρατία: ζάπλουτοι, πένητες, επαίτες, μαζοτουρίστες, μαθητές, art crowd, βισκοντικά πάρτι σε υπερπολυτελείς σάλες, Γιαπωνέζες με δεκάδες τσάντες επώνυμα ψώνια, μαύροι πωλητές «μαϊμούδων» ακριβώς έξω από τα ορίτζιναλ, τις μπουτίκ Prada, Chanel, Luis Vuitton, Gucci, Hermes. Στην Dogana και στο Palazzo Grassi o μεγιστάνας των πολυτελών εμπορευμάτων Φρανσουά Πινό εκθέτει τμήματα της συλλογής του: επιβλητικά, μελαγχολικά ή αφελή έργα σύγχρονης τέχνης. Φθάνοντας στην πούντα, δεκάδες γιοτ λικνίζονται νωχελικά στα ρεμέτζα, έξω ακριβώς από τα πυρετικά έργα του ζωγράφου Ανσελμ Κίφερ και τα πονεμένα σχόλια των Αράβων καλλιτεχνών της διασποράς.

Εξωστρεφής, βαθύτατα ιστορική, πλούσια και αναχωνευτική, πλήρης λαών και φύλων, έμπειρη του πλούτου, της διπλωματίας και της κατάκτησης, η Serenissima αγκαλιάζει τα πάντα, χλιδή, ματαιοδοξία, νεωτερισμούς, μετασχηματισμούς, όλα λικνίζονται αιώνια στα θολά κανάλια και στη λαγκούνα με τρελή σοροκάδα.

Η σοροκάδα θυμίζει τις αλίπληκτες Κυκλάδες, τους στροβιλισμούς της αρμύρας, τη μυρωδιά της θάλασσας, τη ναυτοσύνη, τις πολιτείες του νερού. Μοιραζόμαστε τούτη την ακαριαία αίσθηση με τον Γιώργο, λίγο προτού μας πάρει η θάλασσα της επιστροφής· από τη βενζινάκατο μάς φωνάζει σημαδιακά «Στον Τούρλο!» Ξάφνου όλα λιώνουν σαν αλάτι, τα μουράνο, τα μωσαϊκά, οι λέοντες, οι καθρέφτες, και βρισκόμαστε στο Αιγαίο, στη χώρα που αφήσαμε πίσω μες στην αβεβαιότητα, όλα μάς επιστρέφουν στην αλμυρή πατρίδα.

Σιωπή απλώνεται στη χώρα. Σιωπή αναμονής, υπνωτική, απειλητική. Τα ΙΧ έχουν αραιώσει, και τα σαββατοκύριακα, τα ταξί σταθμεύουν στις πιάτσες άδεια, δεκάδες, εκατοντάδες, στους δρόμους πληθαίνουν οι σκουπιδοσυλλέκτες με καρότσια σούπερ-μάρκετ, ζητιάνοι και μικροκλέφτες πολιορκούν τα υπαίθρια καφενεία, μικροπωλητές κουνάνε ευτελέστατα πραγματάκια στα μάτια αδιάφορων περαστικών, οι τιμές του καφέ είναι οι μόνες που αποπληθωρίστηκαν: «ένα ευρώ φραπέ + νερό», «όλοι οι καφέδες 1,70».

Στον ευρύχωρο δημόσιο χώρο της Θεσσαλονίκης μυρίζεις, σχεδόν αγγίζεις, την αμηχανία, τη συστολή, την κατήφεια. Σοκαρισμένοι, φέρνουμε στον νου εικόνες ευδαιμονισμού και υπερχειλίζουσας ζωτικότητας, λαμπερά πρόσωπα, στο όριο της προπέτειας, ενάμιση περίπου χρόνο νωρίτερα. Η Θεσσαλονίκη, χωνευτήρι επαρχιών και φυλών, υλόφρων, καλοζωισμένη, τώρα μου φαίνεται συρρικνωμένη, αχτένιστη, ρυτιδωμένη, με σχισμένες αφίσες πάνω σε βιτρίνες σκοτεινών μαγαζιών με βουβά ”ενοικιάζεται” και ”πωλείται”. Στα ηλιόλουστα πάρκα, στις ανοχτές πλατείες, στην κινητική Αριστοτέλους, αντικρίζω κυρίως έφηβους και νέους, πιο ξένοιαστους αλλά μαζεμένους κι αυτούς, μεσήλικες απλανείς και αφηρημένους, έναν λαό ζαρωμένο, σε επιφυλακή, σε αναμονή. Μόνο τα παιδιά και οι νέοι δίνουν κίνηση ακόμη στην πόλη, μόνο αυτοί ζωηρεύουν τη χώρα.

Από τον αιφνιδιαστικό χειμώνα του ’10 έχει περάσει ενάμισης χρόνος. Με περικοπές, ανεργία, μείωση εισοδήματος, ψαλίδισμα μισθών και συντάξεων, υπερφορολόγηση, με χιλιάδες μικροεπιχειρήσεις κατεστραμμένες. Η λιτότητα, οι περικοπές, η νέα φτώχεια, αντιμετωπίστηκαν με αξιοπερίεργη εγκαρτέρηση από τον λαό. Οι αντιδράσεις ήταν μετρημένες: περισότερο μια βαθιά δυσπιστία και αναδίπλωση, παρά οργή και αντίδραση. Ηταν μια αναπάντεχα ώριμη αντίδραση, σχεδόν αποδοχή μιας δύσκολης μοίρας.

Σταδιακά όμως, μετά το σοκ, μετά τα αλλεπάλληλα σοκ, τη δυσπιστία διαδέχεται η κατήφεια, σταθερά εγκατεστημένη σε πρόσωπα και καθημερινή συμπεριφορά, μια θλίψη που απλώνεται ψιλή ψιλή, αδιόρατη, σε όλο τον δημόσιο χώρο, που ψύχει και επιβραδύνει ζωτικές λειτουργίες. Η Αθήνα, η Θεσσαλονίκη, δηλαδή ο μισός πληθυσμός, έχει ζαρώσει, κινείται στο ρελαντί, σαν να οικονομεί δυνάμεις ενώπιον του απρόοπτου, ή του αναπόφευκτου. Σαν να συσπειρώνεται το σώμα, για να απαλύνει τη σφοδρότητα της πρόσπτωσης.

Ακόμη και το ζάρωμα όμως, αυτή η αναδίπλωση, το σκυμμένο και κουλουριασμένο σώμα, φέρει τη δική του δυναμική. Πρόκειται για οικονομία, για προφύλαξη· δεν είναι μόνο φόβος ή ηττοπάθεια. Το ένστικτο αυτοσυντήρησης, το κύτταρο του επιβιωτή, φαίνεται να ξυπνά επιτέλους, να οδηγεί τις συμπεριφορές. Υπάρχουν δυνάμεις, είναι φανερό. Το ανθρώπινο απόθεμα είναι εδώ, παρόν, πάντα ήταν. Λείπει το σχέδιο, ο σκοπός, η πίστη, η συντονισμένη εκτίναξη.

Κάθε μέρα που περνά, η σιωπή πυκνώνει. Ομως αλλάζει τώρα, δεν είναι η ίδια σιωπή· η θλίψη έχει ένα όριο. Το όριο είναι η επίνοια: τώρα πια κατανοούμε την κατάσταση, σύντομα θα κατανοήσουμε και τους όρους της υπέρβασής της.

φωτ.: Στράτος Καλαφάτης

Η προαναγγελθείσα απεργία πείνας των μεταναστών, που αρχίζει σήμερα στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, με αίτημα τη νομιμοποίησή τους, υπενθυμίζει με δραματικό τρόπο τα αδιέξοδα τα οποία αντιμετωπίζει σήμερα η ελληνική κοινωνία. Η οικονομική κρίση και η συνακόλουθη ύφεση, που πλήττουν τη χώρα, επικάθονται πάνω σε ένα πρόβλημα ήδη εκρηκτικό, το μεταναστευτικό, το οποίο επιδεινώνεται σταθερά, ιδίως μετά το 2004.

Οι μετανάστες ζητούν νομιμοποίηση και άδεια εργασίας, είτε επειδή δεν έχουν είτε επειδή η άδειά τους έχει λήξει λόγω μη συμπλήρωσης των αναγκαίων ημερομισθίων. Το αίτημα για ανθρώπινη μεταχείριση των μεταναστών είναι δίκαιο, και η ελληνική κοινωνία έδειξε να το αποδέχεται και να συμμορφώνεται επί μακρόν, σε γενικές γραμμές. Ωστόσο η έλλειψη οργανωμένης αντιμετώπισης του μαζικού μεταναστευτικού κύματος εξ Ανατολών, το οποίο δεν έχει πλέον τελικό προορισμό την Ελλάδα, αλλά όλη τη Δυτική Ευρώπη, άφησε τους μετανάστες ανυπεράσπιστους στην κακομεταχείριση, και άφησε επίσης ανυπεράσπιστη την ελληνική κοινωνία. Πολύ περισσότερο, που τα τελευταία χρόνια εξέλιπαν και οι ευκαιρίες απασχόλησης, χάθηκαν ακόμη και τα «μαύρα» μεροκάματα.

Στην ολιγωρία των ελληνικών κυβερνήσεων προστίθεται η απροθυμία ή και η υποκρισία των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων να αντιμετωπίσουν δραστικά το μείζον πρόβλημα της μετανάστευσης. Η συνθήκη του Δουβλίνου-2 υποχρεώνει ουσιαστικά την Ελλάδα, ως πρώτη χώρα εισόδου, να παρακρατεί εκατοντάδες χιλιάδες μεταναστάτες, οι οποίοι δεν πληρούν τις προϋποθέσεις νόμιμης παραμονής και οι οποίοι συχνά ζουν υπό άθλιες συνθήκες, χωρίς χαρτιά και χωρίς εργασία. Τι μπορεί όμως να προσφέρει η Ελλάδα των 10 εκατομμυρίων, αντικειμενικά, σε 1,5 και πλέον εκατομμύριο μετανάστες, όταν η χώρα πλήττεται από τη σφοδρότερη κρίση των τελευταίων πολλών δεκαετιών και ο ιθαγενής πληθυσμός έχει μπει σε ένα τούνελ λιτότητας από το οποίο δεν γνωρίζει πότε και πώς θα βγει; Πόσους μετανάστες μπορούν να αντέξουν οι υποδομές της χώρας, υγειονομικές, σχολικές, οικιστικές; Οταν μάλιστα εργασίες δεν υπάρχουν και όταν οι δαπάνες για τις δημόσιες υποδομές περιστέλλονται δραστικά σε κάθε τομέα;

Το μεταναστευτικό δεν έχει εύκολη λύση. Είναι πρόβλημα που παράγεται εκτός συνόρων, και εκδηλώνεται εντός. Είναι μείζων ιστορική μεταβολή, είναι μαζική και διαρκής μετακίνηση φτωχών ανθρώπων από τον Τρίτο Κόσμο προς τον Πρώτο, η οποία δεν πρόκειται να ανασχεθεί εφόσον δεν αρθούν τα αίτια της δυστυχίας και της άνισης ανάπτυξης επιτόπου, στις χώρες προέλευσης.

Εξ ου και είναι εξαιρετικά δύσκολο να λυθεί εδώ· εδώ, απλώς μεταφέρεται η πενία μακριά από την πηγή της, και λιμνάζει, σε μια πύλη εισόδου, σε έναν χώρο τράζιτ, σε μια χώρα που έχει πια τα δικά της δυσεπίλυτα προβλήματα. Ο έσχατος πένης, ο εξόριστος, ο μέτοικος, ζητάει βοήθεια από τον νεόπτωχο γηγενή, από τον έμφοβο άνθρωπο της κρίσης. Η φτώχεια προσκρούει στην απειλή φτώχειας.

«Πρέπει να καταλάβεις ότι η διαφορά ανάμεσα σε εσένα και εμένα είναι ένα τίποτα, μια “στραβή”. Πριν από λίγα χρόνια είχα σπίτι και όλα τα σχετικά. Ετσι ήρθαν τα πράγματα, ούτε που το κατάλαβα, μάγκα μου». Το ρεπορτάζ της πρωτοχρονιάτικης «Κ» για τους νεοαστέγους έρχεται από μιαν άλλη χώρα. Τη χώρα του Ντίκενς; Τη χώρα των Αθλίων των Αθηνών; Την κοινωνία του ενός τρίτου; Τη χώρα όπου γινόμαστε, τη χώρα όπου ήδη είμαστε;

Εως πριν από μερικά χρόνια, οι άστεγοι ήταν μια μειονότητα σαλών, ανθρώπων που δραπέτευαν από την κοινωνία και τα δεσμά της, που έσπαγαν τους δεσμούς με την κανονικότητα, που τους είχε βρει μια τεράστια ατυχία. Ηταν μια ελάχιστη εξαίρεση. Ηταν σαν τα αδέσποτα στο αστικό δίκτυο: δεν πείραζαν κανέναν, δεν τους πείραζε κανένας και κανείς δεν τους έβλεπε: ήταν λίγοι, τόσο λίγοι που δεν απειλούσαν τη βιτρίνα της κανονικότητας, της αιωνίας προόδου, της διαρκώς αυξανόμενης ευημερίας. Ηταν λίγοι και ήταν σαλοί.

Σήμερα, οι άστεγοι είναι πολλοί και δεν είναι σαλοί. Είναι θύματα ατυχίας και πάλι: αλλά όχι μιας ατυχίας τεράστιας, δεν αφίστανται πολύ από την κανονικότητα των τυχερών. Οχι. Η ατυχία που μετατρέπει σήμερα έναν κανονικό, έναν στεγασμένο, σε άστεγο, σε κλοσάρ και ρακοσυλλέκτη, σε αδέσποτο του δρόμου, αυτή η ατυχία είναι πια πολλή μικρή, ελάχιστη: «η διαφορά είναι ένα τίποτα, μια “στραβή”».

Βρισκόμαστε ενώπιον ιστορικού ρήγματος. Φτώχεια υπήρχε πάντα. Μαζική πτώχευση και ταχεία καταστροφή μικρομεσαίων στρωμάτων, δεν υπήρχε. Κι είναι γενετικά άλλο να γεννιέσαι φτωχός, να μεγαλώνεις με μειωμένες προσδοκίες, αλλά να μπορείς να ελπίζεις ότι θα βελτιώσεις τη θέση σου, να μπορείς να λογαριάζεις ότι σε μια ατυχία θα υπάρχει ένα δίχτυ ασφαλείας, για να μην καταστραφείς, το δίχτυ της διευρυμένης οικογένειας ή της κοινότητας, το δίχτυ του κράτους–πρόνοιας, το δίχτυ της κοινωνικής αλληλεγγύης. Και είναι άλλο να ζεις σε μια σχετική ευημερία, να μην ξέρεις τι ακριβώς σημαίνει απόλυτη ένδεια, και αίφνης, με μια “στραβή”, να τα χάνεις όλα, να χάνεις και τα ολίγα που σε κρατάνε εντός της κανονικότητας, υπό μία στέγη, και να βρίσκεσαι στην ουρά του συσσίτιου, στις λίστες απορίας, στον δρόμο, ντροπιασμένος κάτω από το χαλί…

«Οταν φανεί το πρόβλημα, στην πραγματική του διάσταση, η κοινωνία θα σοκαριστεί. Κάθε εβδομάδα καταφεύγουν στις δομές μας τουλάχιστον δύο περιπτώσεις ατόμων που έχασαν τα σπίτια τους λόγω της κρίσης… Αν βαθύνει η κρίση και συνεχίσουν να χάνονται τόσες θέσεις εργασίας, το ζήτημα θα αποκτήσει εκρηκτικές διαστάσεις», περιγράφει μια νοσηλεύτρια που υποδέχεται καθημερινά νεοαστέγους, τώρα και αποφοίτους πανεπιστημίων και πρώην εμπόρους.

Πίσω από τους αριθμούς των ανέργων ή των πτωχευμένων νοικοκυριών που δίνει η Στατιστική Αρχή, βρίσκονται ανθρώπινα πρόσωπα, δράματα, καταστροφές. Στα πρόσωπα των ηττημένων νεοαστέγων βρίσκεται χαραγμένο το μέλλον, σαν σκοτεινό ενδεχόμενο ημών των κανονικών. Το ελάχιστο που μπορούμε να κάνουμε είναι το μέγιστο: δίκτυα αλληλεγγύης. Είναι ένα κάποιο ανάχωμα μπρος στην κοινωνική αποσάθρωση, στην κοινωνία της «στραβής».

Ο σκληρός χειμώνας του ’11 αρχίζει νωρίς, απ’ τον Σεπτέμβριο. Τα άδεια ράφια των σούπερ μάρκετ εμφάνισαν τυχαία μια εικόνα μέλλοντος. Ανησυχητική, δυσοίωνη. Εικόνα φτώχειας. Ασφαλώς συγκυριακή, αλλά τούτη η συγκυριακή εικόνα έρχεται να προστεθεί στη διαρκώς επεκτεινόμενη εικόνα των νεκρών μαγαζιών, στις άδειες βιτρίνες και τα ρυπαρά πεζοδρόμια.

Στις δυσοίωνες εικόνες προστίθενται εξίσου δυσοίωνα μηνύματα: για απολυμένους γνωστούς και συγγενείς, για επιχειρήσεις που κλείνουν, για κλάδους που φθίνουν. Ενας ιστορικός αποτόλμησε μια σύγκριση: Ο χειμώνας του 2011, υπό όρους, θα μείνει στις μνήμες των χορτάτων Ελλήνων του 21ου αιώνα, σαν τον σκληρό χειμώνα του ’41, του κατοχικού λιμού. Δεν θα δούμε λιμό, βέβαια. Κινδυνεύουμε να δούμε όμως πάλι το ξεχασμένο και απωθημένο φάσμα της φτώχειας, αυτό που είχε παρέλθει οριστικά από την αυτοσυνείδηση των μεσαίων στρωμάτων, κατά τις δεκαετίες της μεταπολίτευσης. Το κοινωνικό συμβόλαιο της μεταπολίτευσης, άλλωστε, στηρίχθηκε σε αυτή τη συνομολογία: ποτέ πια φτώχεια, ποτέ πια διχαστικές διακρίσεις, πολιτικές ή ταξικές.

Τώρα, η απειλή της φτώχειας επιστρέφει, συνοδευμένη από υπόδηλες απειλές κοινωνικών αποκλεισμών και νέων ταξικών διαφορισμών. Αμφισβητείται το κοινωνικό συμβόλαιο μιας 35ετίας. Τα απειλούμενα πλήθη το αισθάνονται· ίσως δεν το συνειδητοποιούν, δεν το αναλύουν, αλλά το αισθάνονται σε κάθε πόρο του δέρματός τους: η απειλή είναι υλική, βιοτική, δεν απειλούνται αορίστως πολιτικά οικουμενικά δικαιώματα. Εξ ου και οι όποιες αντιδράσεις θα είναι αντιδράσεις προς υπεράσπιση των υλικών θεμελίων του βίου, και θα είναι αντιδράσεις εν τω βάθει, υπαρξιακά, πολιτικές. Δηλαδή, απρόβλεπτες, πέραν του παρόντος εννοιολογικού πλαισίου με το οποίο αντιλαμβανόμαστε το πολιτικό παιχνίδι.

Σημάδια αυτής της απρόβλεπτης, ανορθόδοξης συμπεριφοράς του πλήθους έχουν ήδη υπάρξει και έχουν σφραγίσει τον δημόσιο χώρο: ο Δεκέμβρης 2008, ανερμήνευτος εν πολλοίς ακόμη και σήμερα, ελλοχεύει στο συλλογικό φαντασιακό· και το οργισμένο ποτάμι της 5ης Μαΐου 2009, μαζικά αντισυστημικό και αντικοινοβουλευτικό, που ανακόπηκε μόνο από το αίμα αθώων. Οι ανορθόδοξες, απρόοπτες συμπεριφορές εμφανίζονται σαν εκρήξεις, αλλά δεν προέρχονται εκ του μηδενός, πηγάζουν από υπόγεια ή και επιφανειακά ρεύματα ιδεών, που κυκλοφορούν πολλά χρόνια τώρα, επηρεάζουν, διαμορφώνουν στάσεις, ιδίως στη νεολαία, ευεπίφορη και ευάλωτη στο καινούργιο, στην υπέρβαση, στην ανυπακοή, στην αίρεση, στον οραματισμό, στη δημιουργία αλλά και στον μηδενισμό.

Η συρρίκνωση του μέλλοντος, η διάχυση ενός μετανεωτερικού κυνισμού ντυμένου σαν πραγματισμός, ο προϊών αποκλεισμός λαϊκών και μικρομεσαίων στρωμάτων από το greek dream του αυτοδημιούργητου, η διαψευσμένη υπόσχεση της διαρκούς ευδαιμονίας, ο συστημικός αποκλεισμός των μαζών από το πολιτικό παιχνίδι ακόμη και σαν δυνατότητα φωνής, όλα αυτά τα, λίγο – πολύ διεθνή, χαρακτηριστικά της άφωνης, απολιτικής μεταδημοκρατίας, συγκεράζονται με εγχώριες ιδιοσυστασίες, με την υποχώρηση της παραδοσιακής οικογένειας, με απίσχναση του παραγωγικού ιστού, με ξεθώριασμα ταυτοτήτων και αναπαραστάσεων. Συμποσούμενα και ανασυντιθέμενα δίνουν ένα δυνάμει εκρηκτικό κοινωνικό μείγμα, εγκαιροφλεγές, έτοιμο να αναφλεγεί δοθείσης αφορμής.

Αυτό το υπόστρωμα υπάρχει από χρόνια. Η ύφεση και η συνακόλουθη υλική αποψίλωση του βίου επισωρεύονται σαν προσχώσεις εξαιρετικά επιβαρυντικές, σε ένα κοινωνικό σώμα του οποίου πλέον δεν γνωρίζουμε τις αντοχές, το όριο θραύσεως. Ενώπιον του ενδεχόμενου υλικού αφανισμού του, ή της μη αναστρέψιμης υποβάθμισης, είναι άγνωστο πώς θα αντιδράσει το πλήθος, αυτό το απρόβλεπτο, βουβό πλήθος.

Μία οδός είναι η υπακοή, η υποταγή, η προσαρμογή, για τη δαρβινική επιβίωση στο όποιο νέο κοινωνικό σχήμα προκύψει. Τούτη η οδός είναι η πιο πρόσφορη για τη μάζα που έχει μείνει χωρίς συλλογική αυτοσυνείδηση, χωρίς σχέδιο και ηγεσία· είναι η οδός της εξατομικευμένης διάσωσης, η οδός των ατομικών συγκρούσεων και συμβιβασμών.

Αλλη οδός είναι η ανυπακοή, η ανυποταξία, η εναντίωση, η σύγκρουση. Ατομικά ή σπερματικά ομαδικά, σε συσσωματώματα και αστερισμούς υποκειμενικοτήτων, σε δικτυωτές μικροσυλλογικότητες· πάντως όχι συλλογικά, με τα σχήματα και τις εννοιολογήσεις του 20ού αιώνα. Ρομαντισμός, νεοχιπισμός, τεχνοϋλισμός, υπαρξισμός, ανορθολογισμός, μηδενισμός διαπερνούν υπόγεια αυτά τα ανυπάκουα πλήθη.

Αλλη οδός υπόσχεται ορθολογική αναδιευθέτηση του συμβολαίου, σοσιαλδημοκρατικού τύπου. Είναι η δυσχερέστερη σε στιγμές κρίσης – όσο εδίδαξε η Δημοκρατία της Βαϊμάρης.

Οποιαδήποτε οδός κι αν ακολουθηθεί, από τις ιχνογραφηθείσες ή άλλες, οι άνθρωποι ασφαλώς θα βγουν διαφορετικοί. Η χώρα θα βγει διαφορετική από αυτόν τον μακρύ χειμώνα.

Δυσπιστία, δυσαρέσκεια, απογοήτευση, απαισιοδοξία, αποτυπώνονται στην τακτική δημοσκόπηση της Public Issue. Η πιο εντυπωσιακή καταγραφή: 8 στους 10 Ελληνες δηλώνουν δυσαρεστημένοι από τη λειτουργία της δημοκρατίας. Η οικονομική κρίση ασφαλώς απασχολεί τους πολίτες, καθώς αισθάνονται ήδη τις επιπτώσεις της ύφεσης, και η απαισιοδοξία τους για το άμεσο μέλλον καταγράφεται σαφώς. Αλλά το πιο ανησυχητικό είναι αυτό: η κοινωνία πιστεύει ότι η δημοκρατία δεν λειτουργεί· και την πεποίθηση αυτή συνοδεύει η αποπολιτικοποίηση: ένας στους δύο Ελληνες δεν ενδιαφέρεται για την πολιτική.
Διάβασε παρακάτω

Τρεις πρόσφατες ταινίες, τρία δράματα, μας υπενθυμίζουν πόσο δραστικός και καίριος μπορεί να είναι ο αμερικανικός κινηματογράφος, πόσο καλά αφουγκράζονται το παρόν και τους κοινωνικούς κραδασμούς οι Αμερικανοί κινηματογραφιστές, και πόσο γρήγορα και αποτελεσματικά μπορούν να μετουσιώσουν ένα κοινωνικό φαινόμενο σε αφήγημα, σε δράμα, σε έργο τέχνης. Οι τρεις ταινίες είναι το “Παγωμένο ποτάμι”, to “Gran Torino” και το “The Visitor”. Ολες οι ταινίες είναι παραγωγές μικρομεσαίου κόστους και ολιγοπρόσωπες, και όλες καλογυρισμένες, με ερμηνείες υψηλού επιπέδου, με σχετικά άγνωστους σκηνοθέτες και ηθοποιούς, εκτός του Κλιντ Ιστγουντ (Gran Torino).

Σε όλες τις ταινίες θέμα είναι η μετανάστευση, ο ξένος, ο φτωχός, ο σε αποκλεισμό ή κατατρεγμό, και η σχέση του ξένου με τον γηγενή, που τραβάει κι αυτός παρόμοια βάσανα, άλλης κλίμακας, αλλά ίδιου πυρήνα: φτώχεια, μοναξιά, φθορά, δυσκολίες προσαρμογής στο καινοφανές περιβάλλον.

Το θέμα των ταινιών είναι ο καιρός μας, η ανθρώπινη συνθήκη στον 21ο αιώνα: οι ανισότητες, οι μετακινήσεις, οι αποκλεισμοί, ο αμήχανος άνθρωπος ενώπιον του απειλητικά αναδυόμενου νέου, οι άνθρωποι σε μεταιχμιακή κατάσταση, η μοναξιά, η δύσκολη διατήρηση της αξιοπρέπειας, η σκληρή δοκιμασία των παλαιών ηθικών αρχών.

frozen-river

Στο Παγωμένο Ποτάμι μια γυναίκα της εργατικής τάξης παλεύει να κρατήσει ενωμένη και σώα την οικογένειά της, δυο ανήλικα αγόρια, στα παγωμένα αμερικανοκαναδικά σύνορα, με -28 βαθμούς σ’ ένα φτενό λυόμενο που μπάζει, με μερική απασχόληση, με σύζυγο τζογαδόρο που έχει αποδράσει. Σε τρεις σκηνές, περιγράφεται όλο το δράμα των πληβείων της πλουσιότερης χώρας. Για να τα βγάλει πέρα, συνεργάζεται με μια μοναχική Ινδιάνα: περνούν στις ΗΠΑ λαθρομετανάστες, διασχίζοντας το παγωμένο ποτάμι, το σύνορο. Γιατί έρχονται εδώ οι Κινέζοι και οι Πακιστανοί, αναρωτιέται η γυναίκα, ποιον παράδεισο περιμένουν να δουν; Δεν υπάρχει παράδεισος. Για την λευκή Αμερικανίδα, όλα είναι κόλαση, όλα κρέμονται σε μια κλωστή, η απόλυτη φτώχεια, η ζωή των παιδιών της, προ πάντων η αξιοπρέπειά της και η πίστη στη ζωή. Μια αποκαλυπτική εμπειρία, μια παρ’ ολίγον τραγωδία, ενώνει τις δυο γυναίκες, λευκή και ινδιάνα, δυο μητέρες που κινδυνεύουν να χάσουν τα παιδιά τους, δυο not good enough μάνες που βυθίζονται στην ενοχή και την αναξιότητα. Με μια θυσία, κερδίζουν τα παιδιά τους και την υστάτη νησίδα, την ανθρωπινότητα, τη ζωή με αξιοπρέπεια.

Στο Παγωμένο Ποτάμι, οι μετανάστες είναι στο φόντο, ανθρώπινα φορτία που στιβάζονται στο πορτ-μπαγκάζ· κι από εκεί όμως δρουν καταλυτικά πάνω στους ήρωες. Στο Gran Torino και στο Visitor, οι μετανάστες είναι στο προσκήνιο, πρωταγωνιστές. Με άλλο, ομιλητικό τρόπο, δρουν κι αυτοί καταλυτικά στις ζωές των γηγενών που έρχονται σε επαφή μαζί τους. Ο μοναχικός γερόλυκος Ιστγουντ, απομεινάρι της πατρίδας του Ψυχρού Πολέμου και της Βιομηχανικής Εποχής, ξεκουκκίζει τις τελευταίες μέρες του σε μια γειτονιά που έχει ξεπέσει σε γκέτο συμμοριών. Οι τελευταίες μέρες του, σε έναν κόσμο που δεν καταλαβαίνει, θα φωτιστούν από δυο Κινεζάκια γειτονόπουλα, μια ακατανόητη νιότη, μια νέα Αμερική· και θα τον οδηγήσουν σε μια επική έξοδο από τον παλιό κόσμο, συμβολικά και σωματικά· σε μια θυσία υπέρ των νέων φίλων, της οιονεί οικογένειας.

Αντίο χαμπίμπι...

Αντίο χαμπίμπι...

Στο Visitor, ο γηγενής είναι ένας μονόχνωτος WASP, καθηγητής στο Γιέιλ, ένας άνθρωπος ηττημένος και στείρος, πικράντερος, μονάχος, που παρακολουθεί τη ζωή του να τελειώνει χωρίς νόημα. Η απρόοπτη εισβολή δυο νεαρών λαθρομεταναστών στο νεοϋορκέζικο διαμέρισμά του, ανατρέπει τη θλιβερή κανονικότητά του και τον αφήνει έκθετο στα κύματα της ζωής, στα αισθήματα, στη μουσική, στη φιλοξενία, ακόμη και στον έρωτα για την ώριμη χήρα από τη Συρία. Δίνει φιλοξενία, προσφέρει· και του δίδεται: φιλία, αγάπη. Ο νεαρός τον μαθαίνει μουσική, να ακούει με το σώμα τη μουσική, να την ακολουθεί χωρίς να σκέφτεται. Ο WASP ανταποδίδει, αποκολλάται από την ερημιά του εγωτισμού του, γίνεται αρωγός και ικέτης· επισκέπτης φυλακών, επισκέπτης της άλλης πραγματικότητας, των γκρίζων ανθρώπων sans papiers. Αλλάζει. Η μητέρα του νεαρού, βγαλμένη από θάνατο και στέρηση, του δίνει τα δώρα της αξιοπρέπειας και της αγάπης, αποκαλεί αυτόν τον στερεμένο, ”χαμπίμπι”, αγαπημένο. Τα κύματα της ζωής τούς παίρνουν και τους πετούν σαν καρυδότσουφλα, ο καθένας μονάχος και πάλι, οι κόσμοι χωριστά, κι ο καθένας να κουβαλάει μια ουλή, ένα άγγιγμα, μια αστραπή ονείρου.

Εργα συγκινητικά και αληθινά. Εργα για τον καιρό μας, και τον καιρό που έρχεται. Σκέφτηκα: Τι έργα αναλόγως δραματικά κι αληθινά φτιάχνουν οι Ελληνες κινηματογραφιστές;  Πώς αφηγούνται τον δύσκολο καιρό μας; Σκέφτομαι.

buzz it!

visit

Follow nikoxy on Twitter





BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

Twitting

  • RT @publicissue: Πολιτικό Βαρόμετρο 107, 2ο κύμα Μαΐου 2012 - publicissue.gr/2024 7 hours ago
  • RT @KaterinaSokou: Monti on #Greece: It must be humiliating... Europe should not ask so much so soon, "most Teutonic of Europeans" shoul ... 7 hours ago
  • RT @amna_news: Ε. Κουστουρίτσα: "Ο,τι συμβεί στην Ελλάδα θα καθορίσει το μέλλον του κόσμου". amna.gr/articleview.ph… 7 hours ago
  • RT @bankingnewsgr: Citigroup: Εν αναμονή του μπαράζ υποβαθμίσεων στην Ευρώπη οι αγορές 7 hours ago
  • RT @bankingnewsgr: Σοκάρουν οι εκτιμήσεις του Σ. Ρομπόλη: Βιοτικό επίπεδο του '70 - Χωρίς δουλειά ένας στους τρεις μέχρι τα τέλη του έτους! 7 hours ago
  • H νέα ταξική διάκριση: αυτοί που σώζονται κι αιυτοί που βουλιάζουν, όσοι φοβούνται κι όσοι απελπίστηκαν goo.gl/wj2II 9 hours ago

RSS vlemma_notes

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 436,632 hits
Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 918 other followers