You are currently browsing the tag archive for the ‘ΣΥΡΙΖΑ’ tag.
Τον Δεκέμβριο του 2010, όταν οποιαδήποτε συζήτηση περί κουρέματος του χρέους αντιμετωπιζόταν περίπου ως προδοσία, παρότι το PSI Plus μαζί με το Μνημόνιο ΙΙ ήταν μερικούς μόνο μήνες μακριά, διαπιστώνοντας τους κινδύνους από τις λυσσώδεις μάχες για κατάργηση της τότε αντιπολίτευσης, γράφαμε:
«Η ελληνική κοινωνία πάσχει, εκτός των άλλων, από ακινησία των ελίτ, οι οποίες ράθυμες και αυτάρεσκες αυτοαναπαράγονται σε κλειστό κύκλωμα και παράγουν παρακμή. Η κρίση και η αντιπολίτευση στις ελίτ που παράγουν/διαχειρίζονται την κρίση, μπορούν να ανανεώσουν τις ελίτ, και να αναδιατάξουν τις δυνάμεις προς όφελος των μεγάλων μαζών που βρίσκονται εκτός εξουσίας.
»Εδώ ας θυμηθούμε τον περίφημο πολιτικό στοχαστή Τζέιμς Μπέρναμ: “Η ύπαρξη αντιπολίτευσης συνεπάγεται την ύπαρξη ρήγματος στην άρχουσα τάξη. Εν μέρει ο αγώνας που διεξάγεται μεταξύ των τμημάτων της άρχουσας τάξης είναι εσωτερικός. Ελιγμοί και ίντριγκες συμβαίνουν διαρκώς στην πορεία της συνεχούς θεσιθηρίας. Ομως όταν η αντιπολίτευση είναι δημόσια, αυτό σημαίνει ότι οι συγκρούσεις δεν μπορούν να λυθούν μόνο με εσωτερικές αλλαγές στην υπάρχουσα ελίτ.”»
Το κυρίαρχο αφήγημα (μάλλον: κυρίαρχη δοξασία) τότε ήταν μια κυβέρνηση προθύμων για εθνική σωτηρία με εργαλείο τη μόνη λύση, δηλαδή το Μνημόνιο. Πράγματι μια τέτοια κυβέρνηση συγκροτήθηκε τον Νοέμβριο του 2011, καρατομώντας τον Γ. Παπανδρέου και ρυμουλκώντας τον απρόθυμο Α. Σαμαρά και τον πρόθυμο Γ. Καρατζαφέρη. Ετσι όμως, όχι μόνο εξουδετερώθηκε η μείζων αντιπολίτευση, αλλά ισοπεδώθηκαν και όλα τα αναχώματα: αφενός, προς τον ακροδεξιό αντισυστημισμό με ναζιστικό πρόσημο, που ήδη είχε ξεμυτίσει στις δημοτικές εκλογές, αλλά και προς το λαϊκιστικό κύμα που φούσκωνε στις πλατείες των αγανακτισμένων. Προφανώς το πολιτικό σύστημα σε εκείνη τη φάση, δεν ήταν σε θέση να αντισταθεί στην ασφυκτική, άφρονα πίεση του ξένου παράγοντα. Κι επίσης δεν ήταν σε θέση να αξιολογήσει τη δυναμική των αγανακτισμένων: πώς αυτή η οργή θα εκφραζόταν στο πολιτικό πεδίο.
Το αποτέλεσμα της τύφλωσης το είδαμε στην κάλπη της 6ης Μαΐου: Οι συγκρούσεις δεν μπόρεσαν να αφομοιωθούν μόνο με εσωτερικές αλλαγές στις κυβερνώσες ελίτ. Τα κόμματα του Μνημονίου σαρώθηκαν· μαζί τους θρυμματίστηκε το θεμέλιο σχήμα κυβέρνηση-αντιπολίτευση όπως εκφραζόταν από τα πρώην μεγάλα κόμματα. Το κενό της δομικής αντιπολίτευσης κατέλαβε ορμητικά ο ΣΥΡΙΖΑ καταρχάς, ακολουθούμενος από τους Ανεξάρτητους Ελληνες, το ΚΚΕ και τη Χρυσή Αυγή. Εξ αυτών ο ΣΥΡΙΖΑ, παρά τις ριζοσπαστικές-ρεφορμιστικές του εξαγγελίες, μπορεί να θεωρηθεί το πιο συστημικό, ορθολογικό και φιλοευρωπαϊκό κόμμα, αυτό που ένεκα και της εκλογικής του επίδοσης, θα πρωταγωνιστήσει, ως μείζων αντιπολίτευση ή και ως (συν)κυβερνώσα δύναμη.
Υπό αυτή την έννοια, άρα, ο ΣΥΡΙΖΑ αφενός πληροί το δομικό ρήγμα, που κατέλειπε η κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ, αφετέρου λειτουργεί πλέον ως καταλύτης για αναδιάταξη και ανανέωση των ελίτ· έτι περαιτέρω, προσφέρει μια δυνατότητα για λυσιτελέστερη, με πολιτικά ειρηνικά μέσα, έκφραση των μαζών που αισθάνονται αποκλεισμένες και απειλούμενες. Στις 17 Ιουνίου θα δούμε πώς θα κρυσταλλωθούν περαιτέρω οι αναδιατάξεις.

Οι εκλογές της 6ης Μαϊου διεξάχθηκαν διλημματικά: υπέρ ή κατά του Μνημονίου. Υπέρ του Μνημονίου ετίθεντο αναγκαστικά το ΠΑΣΟΚ που το εισήγαγε και το επέβαλε ως μόνη εναλλακτική λύση έναντι της πτώχευσης, και η Νέα Δημοκρατία που μετεστράφη και ακολούθησε μετά τον Οκτώβριο του 2011. Υπέρ ετέθησαν, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, και κάποια μικρότερα κόμματα. Εναντίον του Μνημονίου ετέθησαν όλα τα άλλα κόμματα, αριστερά και δεξιά· και σχηματισμοί που προέκυψαν εξ αποσχίσεως από τα μεγάλα μνημονιακά κόμματα.
Το εκλογικό αποτέλεσμα έδειξε ότι το αντιμνημονιακό ρεύμα κατίσχυσε. Ωστόσο η διασπορά των ψήφων και ο παράλογος εκλογικός νόμος δεν επέτρεψαν τη συγκρότηση μιας κυβέρνησης συνασπισμού, υπέρ ή κατά του Μνημονίου. Παρότι άκαρπη, όμως, η διαδικασία των διαβουλεύσεων έδειξε ότι το «μνημονιακό» μέτωπο έχει διαρραγεί: ουδείς τώρα υπερασπίζεται το Μνημόνιο ως έχει, αδιαπραγμάτευτο, ακόμη και όσοι το υπερψήφισαν πριν από λίγες εβδομάδες. Τώρα όλοι συμφωνούν ότι τα βάρη του είναι αβάσταχτα και ότι η χώρα βρίσκεται στο χείλος ανθρωπιστικής κρίσης· πρώτος ο κ. Βενιζέλος, αρχιτέκτων του Μνημονίου 2, το αναγνωρίζει. Αρα όλοι συμφωνούν ότι απαιτείται επανεξέταση ή αναδιαπραγμάτευση ή απαγκίστρωση ή πάγωμα ή ακύρωση. Ολοι συμφωνούν τώρα ότι το Μνημόνιο, με τη δομή, τον τρόπο και την ένταση που εφαρμόστηκε, έφερνε καταστροφή μάλλον ή θεραπεία. Αρα το δίλημμα υπέρ ή κατά του Μνημονίου έχει καταπέσει εν τοις πράγμασι, πολλώ μάλλον που και από τα ευρωπαϊκά κέντρα αρχίζει να πνέει δειλά άνεμος χαλάρωσης.
Εντούτοις, καθώς βαδίζουμε προς επαναληπτικές, απολύτως κρίσιμες, εκλογές, αναδύεται νέο δίλημμα: Υπέρ ή κατά της Ευρώπης; Ηδη στη δημόσια ρητορική διαμορφώνονται αδρά δύο πόλοι, ο φιλοευρωπαϊκός και αντιευρωπαϊκός. Τυπικά, σύμφωνα με τις διακηρύξεις τους, αντιευρωπαϊστές μπορούν να θεωρηθούν μόνο το ΚΚΕ και οι νεοναζί, και φυσικά όχι με τους ίδιους όρους· το ΚΚΕ ακολουθεί μια πολιτική λογική, οι άλλοι απλώς κρώζουν ανορθολογικά. Ολοι οι άλλοι σχηματισμοί εντάσσουν εαυτούς πολιτισμικά και ιστορικά σε μια ευρωπαϊκή προοπτική, με περισσότερη ή λιγότερη έμφαση, με περισσότερο ή λιγότερο φορμαλισμό. Ευλόγως. Η Ελλάδα είναι Ευρώπη, και η σχέση είναι αμφίδρομη. Η Ελλάδα προϋποθέτει την Ευρώπη κατά την πολιτιστική της γενεαλογία· και η Ευρώπη εμφυσά στην Ελλάδα μια νεοκλασικιστική-ρομαντική ταυτότητα κατά τη γέννηση του νεοελληνικού κράτους.
Αλλά ακόμη κι αν βρίσκουμε τους ιστορικούς δεσμούς μη επαρκείς, τότε πρέπει να δούμε τους γεωπολιτικούς και οικονομικούς δεσμούς της μεταπολεμικής περιόδου, και ιδίως της πρόσφατης 30ετίας της ΕΟΚ και της ΕΕ. Η αποβολή της ασθενούς Ελλάδας από την νομισματική ένωση δεν θα έχει μόνο οικονομικό κόστος, αλλά και πολιτικό και γεωπολιτικό. Η αποσυνάγωγος Ελλάδα θα πληρώσει ασφαλώς μέγα κόστος σε ενδεχόμενη ρήξη σχέσεων, ακούσια ή εκούσια. Αλλά κόστος θα πληρώσει και η Ευρώπη, πολιτικό στο σύνολό της, σαν πολιτική ένωση, και οικονομικό σε μεμονωμένες χώρες. Το διαζύγιο δεν συμφέρει κανέναν. Αυτό το αναγνωρίζουν πλέον όλοι, εντός και εκτός συνόρων, πλην ίσως της νυν κυβερνώσας ομάδας στη Γερμανία.
Το δίλημμα άρα υπέρ ή κατά της Ευρώπης, υπέρ ή κατά του ευρώ, που αναμένεται να χρησιμοποιηθεί προεκλογικά, είναι εν πολλοίς κατασκευασμένο και άνευ ουσίας, όπως τα περισσότερα διλήμματα. Η πολιτική είναι δυναμική ρευστών, είναι διαχείριση του πραγματικού, είναι τέχνη του εφικτού· ταυτοχρόνως είναι ιστορία εν τω γεννάσθαι, ποτέ στατική και δεδομένη. Οι αφηγήσεις των πολιτικών κομμάτων από αλλού ξεκινούν και αλλού φτάνουν: το ΠΑΣΟΚ εκραύγαζε εναντίον του ΝΑΤΟ και της ΕΟΚ· η ΝΔ του Κωνσταντίνου Καραμανλή έθεσε τη χώρα εκτός ΝΑΤΟ. Κατά τον ίδιο τρόπο, η πέραν του ΚΚΕ αριστερά πορεύτηκε πάντα φιλοευρωπαϊκά, ασκώντας κριτική στις άκαμπτες νεοφιλεύθερες δοξασίες των Βρυξελών, αλλά φτάνοντας να υπερψηφίσει ακόμη και τη Συνθήκη του Μάαστριχτ.
Το πρόβλημα της συγκεκριμένης αριστεράς είναι ότι είχε υποτιμήσει το ρόλο του έθνους-κράτους και ενός μοντέρνου πατριωτισμού σαν δυνάμει πυλώνες μιας ευρωπαϊκής συνομοσπονδίας δημοκρατικών ισότιμων κρατών. Αυτό το ανακαλύπτουν διανοούμενοι και πολιτικοί εδώ και σε άλλα κράτη-μέλη, τώρα που η μεγάλη ενιαία Γερμανία και η νομισματική ορθοδοξία δοκιμάζουν τις αντοχές των λαών και των δημοκρατιών. Το δίλημμα άρα δεν είναι μέσα ή έξω απ’ την Ευρώπη, αλλά ν’ αλλάξει η Ελλάδα και ν’ αλλάξει η Ευρώπη. Για την Ελλάδα είναι κατεπείγον.
Ζωγραφική: Στέλιος Φαϊτάκης, 2009.

Οσοι ταξίδεψαν στα νησιά τους για να ψηφίσουν προχθές, υποδέχτηκαν το καλοκαίρι με αρχαίες τελετουργίες: μύρισαν μαγιάτικα ρόδα και κολύμπησαν σε διάφανα νερά. Ελλάδα και Μάης μαζί, έγραφε η Βιρτζίνια Γουλφ το 1932 μαγεμένη: «Είναι τρέλα να χάνει κανείς τα καλύτερά του χρόνια πασχίζοντας να πλουτίσει, όταν υπάρχει αυτή η άγρια αλλά πολιτισμένη και πανέμορφη χώρα όπου μπορείς να ζήσεις.»
Ογδόντα χρόνια αργότερα, η ιστορία έστηνε το μεγάλο της παιχνίδι στην Ελλάδα, με τη δική του άγρια ομορφιά, που έκοψε την ανάσα στους Ελληνες και προκάλεσε διανοητικά τους εκατοντάδες αναταποκριτές απ’ όλο τον κόσμο. Τεμαχισμός του κοινοβουλευτικού σώματος, έτσι ώστε κανείς συνδυασμός δυνάμεων να μη συνθέτει κυβέρνηση. Κατάρρευση των κυβερνητικών κομμάτων μιας 38ετίας. Δεύτερο κόμμα, εντολοδόχος για σχηματισμό κυβέρνησης, η ριζοσπαστική αριστερά, ενώ αποπειράται να μεταμορφωθεί σε ηγεμονική παράταξη. Είκοσι ένας βουλευτές για ένα αντικοινοβουλευτικό μόρφωμα που εξαπολύει ναζιστικούς κρωγμούς μίσους και βίας. Και τα λοιπά.
Η ιστορία είχε αρχίσει τις επισκέψεις της από το 2008. Και θα παραμείνει εδώ, άγνωστο πόσο. Ωστόσο μόλις τώρα αρχίζουμε να συλλαμβάνουμε τους κύκλους και τα σχήματά της. Οτι, ας πούμε, δεν κλείνει απλώς ο κύκλος της μεταπολίτευσης, αλλά ο κύκλος του μεταπολέμου, αυτός που αρχίζει με την έναρξη του Ψυχρού Πολέμου και την πολιτικοστρατιωτική ήττα της αριστεράς και περνά διαδοχικά απ’ την ανοικοδόμηση, τη δικτατορία, την κυπριακή απώλεια, την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού, έως το λυκόφως της πρώτης παγκοσμιοποίησης.
Η Ελλάδα πρωταγωνίστησε ως εργαστήριο μέλλοντος, στην αρχή του κύκλου, το 1944-49· πρωταγωνιστεί και τώρα ως εργαστήριο ευρωπαϊκού μέλλοντος, στην αρχή ενός νέου κύκλου. Κι άλλη διεθνής πρωτιά: η ανάδυση του ευρωαριστερού ΣΥΡΙΖΑ στις παρυφές της εξουσίας με ειρηνικά μέσα. Τέτοια κίνηση έχει σημειωθεί μεταπολεμικά στην Ευρώπη άπαξ μόνο, από το ευρωκομμουνιστικό PCI του Μπερλινγκουέρ στην Ιταλία του ’70. Το PCI μεταμορφώθηκε, χάθηκε μαζί με όλο το ιταλικό μεταπολεμικό σύστημα.
Σήμερα ο κόσμος είναι διαφορετικός. Εντούτοις η προσέγγιση της εξουσίας από την αριστερά είναι παρόμοια με του PCI. Αίτημα δεν είναι η βίαιη ανατροπή του καπιταλισμού, όσο μια λυσιτελής υπεράσπιση του μεταπολεμικού κοινωνικού συμβολαίου και των δημοκρατικών κατακτήσεων της νεωτερικότητας. Η οικονομική κρίση που ενδημεί από το 2008 έδειξε φθαρμένους τους πολιτικούς αρμούς της αντιπρόσωπευσης και απροστάτευτο τον κόσμο της εργασίας. Ωστε το νέο στοίχημα της ζώσας αριστεράς και νέα απαίτηση και προσδοκία των λαών δεν είναι μια ανεύρετη ουτοπία, αλλά η υπεράσπιση του ζωτικού δημόσιου χώρου και η επινόηση ενός άλλου μοντέλου ανάπτυξης, βιώσιμου, μη σωρευτικού, εμπνεόμενου από αξίες ενός ήπιου βίου.
Αυτό το μεγάλο ιστορικό παίγνιο, πνευματικό, πολιτικό, κοινωνικό, παραγωγικό, διαδραματίζεται τούτες τις ώρες του πόνου και της δημιουργικής αγωνίας στην Ελλάδα, κοιτίδα της δημοκρατίας, του λόγου και του νείκους. Ο άγγελος της ιστορίας φτερουγίζει μες στον Μάη ― ας ελπίσουμε χωρίς ερείπια.
ζωγραφική: Jean-François Millet, Angelus Domini
Η εντυπωσιακή αναδιάταξη του πολιτικού χάρτη αποτυπώνει τον σπασμό ενός κοινωνικού σώματος πληγωμένου και έμφοβου που μετασχηματίζεται βίαια. Οι εκλογές διεξάχθηκαν σε φόντο οικονομικής και και κοινωνικής καταστροφής: 21% άνεργοι, ένας στους δύο νέους άνεργος, 18% του ΑΕΠ χαμένο από την αρχή της κρίσης. Η αριθμητική είναι απλή: πόσες ψήφοι απελευθερωμένες ή απεγνωσμένες αντιστοιχούν στο 1,1 εκατομμύριο των καταγεγραμμένων ανέργων; Είναι ακριβώς οι ψήφοι που συνέτριψαν τον κυρίαρχο δικομματισμό της Γ΄ Ελληνικής Δημοκρατίας. Ψήφοι που κατευθύνθηκαν στην Αριστερά πρωτίστως, αλλά και στον νεοπαγή ποπουλισμό της Πάνω Πλατείας και στους μελανοχίτωνες νεοναζί, μια άγρια συμμορία που διεκδικεί τώρα από τη Δημοκρατία βουλευτική ασυλία.
Το Βερολίνο και οι Βρυξελλες μετέτρεψαν απερίσκεπτα την Ελλάδα σε πεδίο πειραματισμών για την εφαρμογή συνταγών εσωτερικής υποτίμησης προς αντιμετώπιση της κρίσης χρέους και των ασυμμετριών της ευρωζώνης. Πίεσαν αφόρητα τα ελληνικά αστικά κόμματα· πρώτα, το ΠΑΣΟΚ, που υπέκυψε αμαχητί, και, μετά την καθαίρεση του Γ. Παπανδρέου, τη ΝΔ. Η κατάληξη ήταν η καταστροφή τους. Ο λαός, σοκαρισμένος από μια διετή πληβειοποίηση χωρίς καν υπόσχεση ανάσχεσης, βγήκε στους δρόμους πολλές φορές και αποσύρθηκε ηττημένος― εντέλει αντέδρασε με το τελευταίο όπλο του: διέσπειρε την ψήφο του σε πολλά μικρά μερίδια, τιμωρώντας κυρίως τον δικομματισμό, τον ίδιο που τόσα χρόνια ψήφιζε από ιδιοτέλεια και αδράνεια.
Ο μεγάλος νικητής είναι ο ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος είναι αξιωματική αντιπολίτευση υπερτριπλασιάζοντας το ποσοστό του και υπερσκελίζοντας το ΠΑΣΟΚ. Η εκλογική του επίδοση ίσως αποτελέσει τη μήτρα για μια νέα αριστερόστροφη παράταξη, η οποία θα καταλάβει τον χώρο που καταλείπει το συστημικό ΠΑΣΟΚ. Στο κλείσιμο ενός νέου ιστορικού κύκλου, που αρχίζει το 1944-45, η αριστερά αποσπάται από τη συνθήκη της ήττας και του κομπάρσου και διεκδικεί θέση στην κεντρική σκηνή. Η ευθύνη είναι βαριά ασφαλώς και ενώπιον εθνικού ακροατηρίου ο λόγος και η πράξη του θα στρογγυλέψουν και θα αποκτήσουν βάρος.
Η εκλογική αποτύπωση της 6ης Μαΐου αποτελεί το πρελούδιο ενός μείζονος κοινωνικού και πολιτικού μετασχηματισμού, στην Ελλάδα οπωσδήποτε, αλλά και στην Ευρώπη, που παρακολουθεί με προσοχή τα συμβαίνοντα στο μελλοντολογικό εργαστήριο του Νότου. Η Ελλάδα προβάρει την Ιστορία του 21ου αιώνα.
Η κρίση χρέους και τα συνακόλουθα Μνημόνια προκάλεσαν σοκ στην κοινωνία και ακολούθως αποδόμησαν το πολιτικό σύστημα. Τα μεγάλα αστικά κόμματα που εδέσποσαν στην Γ΄Δημοκρατία, που ουσιαστικά όρισαν και μορφοποίησαν όλη την πολιτεία κατά τις βουλήσεις τους, βγαίνουν βαριά πληγωμένα από την αναμέτρησή τους με την κρίση. Ευλόγως: και οι δύο σχηματισμοί φάνηκαν ανέτοιμοι να απαντήσουν πειστικά ή, έστω, λειτουργικά στα αμείλικτα ερωτήματα που έθεταν ταυτοχρόνως η διεθνής κρίση, η ασύμμετρη αρχιτεκτονική του ευρώ και οι δομικές ασθένειες του ελληνικού κράτους και της εγχώριας πραγωγικής δομής.
Ποιος καταλαμβάνει το πολιτικό-λειτουργικό κενό που καταλείπει ο παραδοσιακός δικομματισμός; Καθώς η μέση λυγίζει έως ρήξεως, θα υπέθετε κανείς ότι τα άκρα θα συμπλήρωναν το κενό. Αυτό συμβαίνει εν μέρει, αλλά μόνο ποσοτικά και μόνο προσωρινά. Στην πραγματικότητα, κανένα από τα μικρότερα, «αντιμνημονιακά» κόμματα δεν μπορεί να διεκδικήσει ηγεμονικό ρόλο για το μέλλον. Μόνο ο ΣΥΡΙΖΑ πρόβαλε με αξιώσεις ηγεμονίας και κυβερνητική ρητορική· κι αυτός το έπραξε τις τελευταίες εβδομάδες, ωθούμενος και από τις δημοσκοπικές καταγραφές. Η ηγεμονική παρουσία του ΣΥΡΙΖΑ έχει βαρύνουσα σημασία, αφενός, διότι για πρώτη φορά, από την εποχή της Βάρκιζας και την έναρξη του Ψυχρού Πολέμου, η Αριστερά αποκολλάται από την εσωτερικευμένη ήττα και την κλαψιάρικη διαμαρτυρία, αποκολλάται δηλαδή από το πεδίο του κομπάρσου ή του τρίτου ρόλου και αυτοπροτείνεται ως πόλος εξουσίας.
Κατά τη γνώμη μας, δεν είναι σε θέση να κυβερνήσει, στην παρούσα φάση τουλάχιστον. Δεν διαθέτει το αναγκαίο ανθρώπινο δυναμικό και το διανοητικό-πολιτικό απόθεμα· ο λόγος του είναι μερικός και ρηχός, καίτοι αιχμηρός, δεν διαπερνά το εθνικό ακροατήριο σε ικανή έκταση και βάθος. Ωστόσο ο ΣΥΡΙΖΑ φαίνεται να συλλαμβάνει πρώτος τη ραγδαία μεταβαλλόμενη συγκυρία και να προσαρμόζει τη ρητορική του αναλόγως, μεταμορφωνόμενος από πολύχρωμο μικρό κόμμα διαμαρτυρίας σε κόμμα που προσπαθεί να προσελκύσει το πιο δυναμικό και φιλοευρωπαϊκό-ανοιχτό τμήμα της πολυάριθμης πλην πολυδιασπασμένης ευρείας αριστεράς-κεντροαριστεράς. Κατά κάποιο τρόπο, δεν απευθύνεται πια μόνο στην αριστερή πελατεία του, αλλά σε όλο το αντιμνημονιακό πλήθος. Επιπλέον επέδειξε σε αυτό το φοβισμένο πλήθος τις ενεργούς συμμαχίες του με τα αριστερά κόμματα της Ευρώπης, μια επίδειξη δύναμης και διεθνών ερεισμάτων, και επικουρούμενος από την επιτυχία του Μελανσόν στη Γαλλία, υιοθέτησε το σύνθημα “μήνυμα στην Ευρώπη”.
Μόνο οι Οικολόγοι-Πράσινοι έχουν να επιδείξουν ανάλογο ευρωπαϊκό προσανατολισμό και λειτουργική σύνδεση με Ευρωπαίους ομολόγους, εκ των οποίων μάλιστα οι Γερμανοί έχουν πλούσια κυβερνητική πείρα. Οι Ο.Π. αφυπνίστηκαν αργά, αλλά φάνηκαν αρκετά πραγματιστές, με δουλεμένο πρόγραμμα, έτοιμοι για συνεργασίες βάσει θέσεων.
Αυτό το ρεφλέξ και αυτή την πραγματιστική προσαρμογή δεν την επέδειξαν οι όμοροι σχηματισμοί, ΔΗΜΑΡ και ΚΚΕ. Η μεν ΔΗΜΑΡ συμπεριφέρθηκε αμήχανα και χωρίς συνοχή λόγου, σαν χώρος ευκαιριακής συγκόλλησης ετερόκλιτων προσώπων, σαν χώρος τράνζιτο εν όψει εξελίξεων. Μόνο συνεκτικό στοιχείο απέμεινε η μετριοπαθής μορφή του Φώτη Κουβέλη. Η σφοδρότης των μετεκλογικών ερωτημάτων θα δοκιμάσει την αντοχή της ΔΗΜΑΡ, αλλά και το αριστερό-σοσιαλδημοκρατικό της πρόσημο.
Το πιο εντυπωσιακό φαινόμενο όμως της προεκλογικής περιόδου είναι η βίαιη άρνηση της πραγματικότητας από το ΚΚΕ. Περιχαρακωμένο, αγοραφοβικό, σταλινικό απολίθωμα στον 21ο αιώνα ― όλα αυτά τα ξέραμε. Το νέο στοιχείο είναι η φυγή ολοταχώς προς τα έσω, η βίαιη απόρριψη του πραγματικού, η απόδραση από τα ερωτήματα του επίγειου κόσμου εν ονόματι μιας απροσδιόριστης επανάστασης, μιας Αποκάλυψης. Στο λόγο του ΚΚΕ η τοποθέτηση επί του πραγματικού βαφτίζεται «στρούγκα»· αντηχώντας έτσι τη βαθιά εσωτερίκευση της παλαιάς ήττας, των διασπάσεων, της διάψευσης από την ιστορία· έτσι, εγκυστώνεται στο παρελθόν, δεν αντέχει το παρόν και δεν σκέφτεται καν το μέλλον, παρά μόνο ως εσχατιά του χρόνου.
Τις τελευταίες μέρες ο λόγος του ΚΚΕ θύμιζε λόγο ζηλωτών της Μονής Εσφιγμένου ή Μαρτύρων του Ιεχωβά, λόγο σαλού προφήτη που προφητεύει χαιρέκακα στα πληβειακά πλήθη την καταστροφή τους και την επιδιώκει για να επαληθευτεί. Η στάση του ΚΚΕ θα χαρακτηριζόταν φιλοσοφικά ως σολιψισμός, αν δεν εμπεριείχε την ιδιοτέλεια της ηγεσίας του και τη υποκρυπτόμενη μοχθηρία προς τις δοκιμαζόμενες μάζες, προς τα άτακτα, ανυπάκουα, αλλόπιστα κοινωνικά υποκείμενα.
Η συντομότατη προεκλογική περίοδος έδειξε ήδη τεταμένες τις ραφές του πολιτικού συστήματος, στην αρχή της ρήξης.
Η δεινή οικονομική θέση της χώρας έχει φέρει την πλειονότητα της κοινωνίας σε κατάσταση κατάθλιψης, ενώ μεγάλο μέρος της δοκιμάζει ήδη τις αντοχές της απέναντι στον χειμώνα και τις καθημερινές βιοτικές ανάγκες. Οι μεσοαστικές πολυκατοικίες χωρίς επαρκές πετρέλαιο θέρμανσης δεν είναι σπάνιες φέτος, ενώ στους κεντρικούς δρόμους της Αθήνας τον τόνο δίνουν οι σκουπιδοσυλλέκτες και τα πλήθη των ζητιάνων.
Το αδιέξοδο κατοπτρίζεται και στην πολιτική σκηνή. Τα μεγάλα κόμματα εξουσίας αδυνατούν να επεξεργαστούν σχέδια διάσωσης, εκτός των προβλεπομένων από την τρόικα. Γνωρίζουμε δε πολύ καλά πια, από την 18μηνη εμπειρία εφαρμογής τους, ότι τα σχέδια της τρόικας δεν οδηγούν σε έξοδο από την κρίση· στην καλύτερη περίπτωση, παρατείνουν μια κατάσταση νεκροφάνειας, ενώ η ύφεση και η ανεργία διαρκώς επιδεινώνονται. Η πρόταση «Ζάππειο ΙΙ» του Αντώνη Σαμαρά προσπάθησε να αφήσει μια χαραμάδα ελπίδας για άλλη διαχείριση της κρίσης, αλλά οι εξελίξεις έχουν ξεπεράσει και αυτή την προσπάθεια.
Αναζητώντας διέξοδο, η κοινή γνώμη στρέφεται προς τα αριστερά, τουλάχιστον σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις. Τα κόμματα της αριστεράς εισπράττουν δημοσκοπικά τη διαμαρτυρία και το αίσθημα πνιγμού των πληττόμενων λαϊκών και μεσαίων στρωμάτων. Εχουν όμως να αντιπροτείνουν μια ολοκληρωμένη πρόταση διάσωσης; Το ΚΚΕ αρκείται να αναλύει την κρίση σαν κρίση του καπιταλισμού εν γένει, και υπόσχεται μια άλλη ζωή όταν επικρατήσει ο σοσιαλισμός. Τα στελέχη του επαναλαμβάνουν στερεότυπα μια συνεκτική, πλην αυτοναφορική, γραμμή, και ακόμη και η αρχηγός του κόμματος αδυνατεί να τοποθετηθεί εκτός γραμμής όταν ερωτάται σε κρίσιμες στιγμές.
Ο Συνασπισμός και ο ΣΥΡΙΖΑ ασκούν σκληρή αντιπολίτευση, αλλά ούτε αυτό το τμήμα της αριστεράς αρθρώνει ενώπιον εθνικού ακροατηρίου έναν ολοκληρωμένο πειστικό λόγο για διάσωση και έξοδο από την κρίση. Σε παρόμοια γραμμή, με διαφοροποιήσεις, κινούνται και οι μικρότεροι: η Δημοκρατική Αριστερά, στην οποία καταγράφεται μειοψηφικό ρεύμα υπέρ των μνημονιακών πολιτικών, και οι Οικολόγοι-Πράσινοι.
Η αριστερά φέρεται σαν να απευθύνεται στα δικά της μερικά ακροατήρια και να επωφελείται από τις μετακινήσεις διαμαρτυρόμενων ψηφοφόρων, σαν να μην την ενδιαφέρει η ευθύνη για το όλον, έστω το πλειονοτικό, άρα και ένας συνολικός λόγος προς τους πληττόμενους. Απουσιάζουν συγκεκριμένες λύσεις για άμεση ανακούφιση των αναγκεμένων, για μερική έστω απασχόληση των νέων, πρωτίστως για ένα βιώσιμο παραγωγικό μοντέλο· απουσιάζει το «εδώ και τώρα», αντιθέτως, περισσεύει η καταγγελία του φρικτού παρόντος και η επαγγελία ενός αόριστου μέλλοντος.
Ισως ζητούνται πολλά από τα κόμματα της αριστεράς, ζητείται να ξεπεράσουν τους εαυτούς τους. Κι όμως τα δημοσκοπικά ποσοστά (αθροιζόμενα) προοιωνίζονται ποσοστά ΕΔΑ του 1958. Οφείλουν άρα να υπερβούν τους εαυτούς της νωχελικής αυτάρεσκης μεταπολίτευσης, όπως όλοι, και να δοθούν στην πολιτική πράξη επανεφευρίσκοντας περιεχόμενο και μορφές. Στο κατώφλι μιας εθνικής καταστροφής και ενός κοινωνικού μετασχηματισμού, οι πολιτικές δυνάμεις προτείνουν σχέδιο επιβίωσης, όχι άλλη μια καταγγελία.
Μπορεί να είναι η αίσθησή μας λανθασμένη, και μακάρι να είναι: η χώρα είναι ακίνητη, παγωμένη, και σε ελεύθερη πτώση. Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις η ύφεση βαθαίνει διαρκώς, με ορατές μικροκοινωνικές συνέπειες, με άγνωστες μακροκοινωνικές. Και τίποτε, μα τίποτε απολύτως, δεν προβάλλει σαν ελπίδα, σαν υπαινιγμός, ώστε να πιστέψουμε ότι η πτώση θα ανακοπεί σύντομα.
Διάβασε παρακάτω
Η κρίση που διατρέχει τον Συνασπισμό της Αριστεράς συμπυκνώνει εν πολλοίς την κρίση που διατρέχει όλο το πολιτικό σύστημα σήμερα. Η διάσπαση που συνέβη στο πρόσφατο συνέδριο του Συνασπισμού δείχνει καταρχάς την κρίση ταυτότητας, την αδυναμία του να παραγάγει πρωτεγενώς πολιτική και να αφουγκραστεί την κοινωνία, ακόμη και τα μέλη του, αλλά και τις ισχυρές φυγόκεντρες δυνάμεις στο σώμα του, τον κερματισμό των δυνάμεών του.
Ο Συνασπισμός, στην αδυναμία του να έχει μια σαφή, διακριτή φυσιογνωμία και ένα συνεκτικό σχέδιο απαντήσεων στα ερωτήματα της ελληνικής κοινωνίας, έφτασε να θεσμοθετήσει τις τάσεις στο εσωτερικό του εν ονόματι του θεμιτού πλουραλισμού και να προβάλει την αδυναμία σύνθεσης ως δημοκρατική αρετή. Η αδυναμία αποσαφήνισης και συνοχής δεν έχει μόνο ιδεολογικές και γενεαλογικές αιτίες· σε μεγάλο βαθμό, ο κερματισμός του ΣΥΝ οφείλεται στη λυσσαλέα και ασίγαστη σύγκρουση των ομάδων για την επικράτησή τους, για την κυριαρχία· και στον διαρκή αγώνα των στελεχών του μηχανισμού για αυτοαναπαραγωγή τους.
Οι στιγμές κρίσης επέδρασαν καταλυτικά πάνω στον εύθραυστο Συνασπισμό, έδειξαν ακριβώς το έλλειμμα ιδεολογίας και πολιτικής μεθόδου, έδειξαν την παθολογική εσωστρέφειά του και την απώλεια αίσθησης του πραγματικού. Το πρώτο ρήγμα το προκάλεσε ο Δεκέμβρης ’08, αλλά τη θραύση την έφερε η μεγάλη οικονομική κρίση. Και στις δύο στιγμές ο πολυτασικός, εσωστρεφής, ενδοανταγωνιστικός ΣΥΝ δεν βρέθηκε σε θέση να απαντήσει στις προκλήσεις, να απευθυνθεί στην κοινωνία συνολικά και να προτείνει μια καθολική αφήγηση. Φυσικό: ο πολυκερματισμένος και απήρυνος αδυνατεί να αξιώσει τη σύνθεση και την καθολικότητα.
Είναι παράδοξο, αλλά έτσι συνέβη: όταν η πολυαναμενόμενη κρίση του καπιταλισμού έφτασε, και μάλιστα εξαιρετικά σφοδρή, η αριστερά βρέθηκε ανέτοιμη και ομφαλοσκοπούσα, χωρίς εργαλεία, χωρίς αντανακλαστικά. Δεν μπόρεσε καν να καρπωθεί τη διάχυτη αμυντική ριζοσπαστικοποίηση σημαντικών τμημάτων του πληθυσμού.
Μια ομάδα εντός του ΣΥΝ αντελήφθη τις κρίσεις σαν ευκαιρίες για επίδειξη τακτικής ετοιμότητας, σαν πεδίο άγρας οπαδών, ευκαιρία να εκφράσει ο ΣΥΝ προνομιακά την δυναμική των ταραγμένων υποκειμένων. Χωρίς όμως ανάλυση, χωρίς στρατηγική· χωρίς καν να αντιλαμβάνεται ότι τα νέα υποκείμενα του δύσθυμου 2007 και του φλεγόμενου 2008 θεωρούσαν εν πολλοίς και τον ίδιο τον ΣΥΝ μέρος της κρίσης, μέρος του παλιού κόσμου. Το καινοφανές, μηδενιστικό, υπαρξιακό “μη αίτημα” του Δεκέμβρη δεν μπορούσε να συναντηθεί με τον πατερναλισμό ή τον αμήχανο οπορτουνισμό αυτής της αριστεράς.
Μια άλλη ομάδα, αυτή που αποχώρησε τελικά, θεώρησε τον Δεκέμβρη καθαρό μπάχαλο χωρίς πολιτικό ή κοινωνικό περιεχόμενο· δεν είχε τη διάθεση, αλλά ούτε τα εργαλεία, να προσεγγίσει την έκρηξη οργής και βίας, ούτε καν για οπαδοθηρία.
Υπό την αφόρητη πίεση της δύσκολης πραγματικότητας, οι τάσεις εντός του ΣΥΝ συσπειρώθηκαν βάσει γενεαλογίας· θυμήθηκαν οι μεν την ευγενή καταγωγή εκ του ΚΚΕ-εσωτ. και της ΕΑΡ, οι δε την αριστερή καταγωγή εκ του ΚΚΕ, εκ του βολονταριστικά ενιαίου Συνασπισμού του ’89-90, και εκ των κινημάτων. Οι ανανεωτές θυμήθηκαν τον ευρωπαϊσμό τους, οι άλλοι θυμήθηκαν τον αντικαπιταλισμό τους. Και οι δύο όμως, όταν εξερράγη η μεγάλη κρίση, δεν είχαν να πουν τίποτε.
Ενώπιον της κρίσης, και οι δύο τάσεις βρέθηκαν ανέτοιμες· ο τρεϊντγιουνισμός, ο ευρωσκεπτικισμός, η πλειοδοσία σε αιτήματα, η διαρκής καταγγελία δεν συνιστούν πλατφόρμα, δεν φτιάχνουν ατζέντα. Πώς απαντάς στο μνημόνιο της τρόικας και τον επαχθή δανεισμό; Πώς αποφεύγεις την ύφεση; Πώς χειρίζεσαι το εκρηκτικό χρέος; Πώς αμφισβητείς τη Συνθήκη του Μάαστριχτ όταν την έχεις υπερψηφίσει; Παρότι ορισμένοι αριστεροί οικονομολόγοι έσπευσαν να αναλύσουν και να προτείνουν, με τόλμη αλλά και υπευθυνότητα, ο ΣΥΝ δεν μπόρεσε ούτε αυτούς να συναρθρώσει σε ολοκληρωμένο λόγο. Αφλογιστία.
Πολύ περισσότερο οι ανανεωτές: αυτοί ουσιαστικά σιώπησαν, δεν είπαν τίποτε ουσιώδες για την κρίση, εγκλωβισμένοι σε έναν απολιθωμένο ευρωπαϊσμό του ’70-’80, ο οποίος σήμερα βάλλεται πανταχόθεν. Αντιθέτως, η πολιτική τους ζωτικότητα εξαντλήθηκε σε έναν ιδιότυπο Ανένδοτο για επιβολή της μειοψηφούσας τους άποψης, που έφτασε στα όρια του εκβιασμού: ή διαλύετε τον ΣΥΡΙΖΑ ή αποχωρούμε. Αποχώρησαν. Ωστόσο, κανείς δεν έχει καταλάβει ποια είναι η ανάλυση της σημερινής πραγματικότητας και η σημερινή πλατφόρμα αυτής της ομάδας των media darlings, που αποσκιρτά κατηγορώντας τους άλλους για αριστερισμό και αντιευρωπαϊσμό. Η αποσκίρτηση των ανανεωτών τροφοδοτείται από πληγωμένο ναρκισσισμό, από ξεθυμασμένη αλαζονεία, από νοοτροπία νομενκλατούρας, χωρίς όμως καμία υλική προϋπόθεση: ηλικιακά και ποσοτικά οι ανανεωτές συνιστούν όμιλο στελεχών, όχι κόμμα. Η δε ατζέντα τους θα μπορούσε κάλλιστα να υλοποιηθεί από το ΠΑΣΟΚ του Γ. Παπανδρέου.
Στο εγγύς μέλλον, σε κλίμα πόλωσης και συγκρούσεων, οι ανανεωτές δεν θα βρουν χώρο στην πολιτική αρένα· θα εξατμιστούν ή θα απορροφηθούν από το ΠΑΣΟΚ. Οι Οικολόγοι με το ισχυρό brand name, αν διαθέτουν ένστικτο αυτοσυντήρησης, δεν θα δεχτούν εκλογική συνεργασία, διότι οι ανανεωτές με τη στελεχική και κομματική τους εμπειρία θα αλώσουν εν μια νυκτί τους ερασιτέχνες Πράσινους.
Ο Συνασπισμός έχει μόνο μια επιλογή επιβίωσης: να καταλάβει μια θέση στα αριστερά του φάσματος καρπωνόμενος τη ριζοσπαστικοποίηση και την απόγνωση των συνθλιβόμενων μεσοστρωμάτων. Αν δεν το καταφέρει, θα συρρικνωθεί στο όριο-θρίλερ του 3% ή και παρακάτω. Σε κάθε περίπτωση, οι περιφερειακές εκλογές του Νοεμβρίου (ή οι αιφνίδιες εθνικές) θα είναι κρίσιμη (ή και αποφασιστική) δοκιμασία για την εκτός ΚΚΕ αριστερά. Οπως άλλωστε και για το ΠΑΣΟΚ, τη ΝΔ και το ΚΚΕ. Για όλους.
φωτ.: Ελισάβετ Μωράκη
Η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ στον γνωστό δημοσιογράφο Στάθη Σταυρόπουλο να τεθεί επικεφαλής του ψηφοδελτίου Επικρατείας και η εν συνεχεία αποπομπή του, προκαλούν τη σκέψη μας. Ας δούμε τον λόγο για την οποίο απεπέμφθη εντέλει ο Στ. Σταυρόπουλος από την πρώτη θέση του ψηφοδελτίου. Οπως ο ίδιος έγραψε δημοσίως, και όπως από προχθές ήδη εφημολογείτο στις αίθουσες τύπου, ο δημοσιογράφος εξαιρέθηκε διότι μερίδα του ΣΥΝ του προσήψε τη ρετσινιά του εθνικιστή. Δηλαδή; Τι δηλαδή; Είναι απλό: Αν καταλαβαίνουμε καλά τη χροιά και το ειδικό βάρος του όρου “εθνικιστής”, όπως το εννoούν ένιοι της αντιεθνικιστικής Αριστεράς, ο Στάθης είναι «εθνίκι», πατριώτης, Ελληναράς· μάλιστα, ως βουλευτής μπορεί να υπερψήφιζε θέσεις των εθνικιστικών ΚΚΕ και ΛΑΟΣ…
Απορία: Είναι σαφές πώς αντιλαμβάνεται ενιαία ο ΣΥΡΙΖΑ τον εθνικισμό, τον πατριωτισμό, την εθνική ανεξαρτησία, την εθνική κυριαρχία; Κι αν ναι, αυτή η ενιαία και αρραγής εννοιολόγηση βρέθηκε κατάφωρα αντίθετη με την ιδεολογία του παρ’ ολίγον επικεφαλής του ψηφοδελτίου; Αμφιβάλλω αν έχει ξεκάθαρη πολιτική και ιδεολογική πλατφόρμα ο ΣΥΡΙΖΑ για τα εθνικά ζητήματα· με ιδεοληψίες μάλλον και ρητορικές ασάφειες πολιτεύεται. Και με παλινωδίες: όπως λ.χ. στην αντιμετώπιση του Σχεδίου Ανάν· όταν με οριακή πλειοψηφία το κεντρικό όργανο του Συνασπισμού ετέθη υπέρ του Σχεδίου, ενώ ο τότε ευρωβουλευτής και μετέπειτα πρόεδρος Αλ. Αλαβάνος αρθρογραφούσε εναντίον.
Η ιδεοληπτική και ορθοτομούσα Αριστερά, που απέκλεισε το “εθνίκι” Σταυρόπουλο, προσλαμβάνει επιλεκτικά τον Διαφωτισμό· αφαιρεί τον ριζοσπαστικό εθνικισμό, τον προοδευτικό πατριωτισμό, κρατάει τον διεθνισμό της σοβιετοκίνητης Κομιντέρν, συγκερασμένο με έναν αφηρημένο κοσμοπολιτισμό, περιέργως τον ίδιο με του υπερεθνικού καπιταλισμού που καταγγέλλει.
Κατ’ αυτόν τον τρόπο, με αβαρίες και απλουστεύσεις, με υποκλίσεις στο κυρίαρχο αποστειρωμένο λαϊφστάιλ των γκόλντεν μπόις και της φυλής των αεροδρομίων, η αριστερά εγκαταλείπει την ακόμη επίκαιρη κληρονομιά του δημοκρατικού πατριωτισμού του ΕΑΜ και του ριζοσπαστικού εθνικισμού, την εγκαταλείπει βορά στην άκρα δεξιά. Και εις επίρρωσιν, κανιβαλίζει αυτάρεσκα έναν δικό της άνθρωπο.

[...]
Στο τέλος του 2007, είχα περιγράψει τον Αλέκο Αλαβάνο ως πολιτικό πρόσωπο της χρονιάς. Το κόμμα του τα είχε πάει αρκετά καλά στις εκλογές, είχε ξεκολλήσει από τον ρόγχο του 3%, είχε κερδίσει και πάλι, μετά πολύ καιρό, τον αέρα των μαζικών χώρων και της νεολαίας, διαμόρφωνε ένα αριστερό προφίλ αρκετά ελκυστικό για τις νεότερες γενιές. Ο ίδιος ήταν ο αδιαφιλονίκητος ηγέτης της Αριστεράς, είχε διασκεδάσει προσώρας τη φαγωμάρα των τάσεων, έστεκε υπέράνω της ετικέτας “Αριστερό Ρεύμα”, είχε κερδίσει με ρίσκο και αποκοτιά τη βουλευτική έδρα στο Ηράκλειο. Και τότε, στο ζενίθ του, με όλα τα χαρτιά του ανοιχτά, αιφνιδίασε και πάλι: αποχώρησε από την ηγεσία, προκρίνοντας για πρόεδρο τον “μικρό”, προκρίνοντας αλλαγή προσώπων και αλλαγή ατζέντας.
Η παραίτηση του 2007 περιγράφτηκε ως ευφυής τακτική κίνηση, με στρατηγικό βάθος, αφενός· αλλά και ως ιδιοσυγκρασιακή συμπεριφορά ενός ανθρώπου βαθύτατα πολιτικού, που παίζει ζάρια με την ιστορία. Τολμά, ρισκάρει· κι αν βγει. Προχθές, είπε μέσες-άκρες ότι δεν του βγήκε… Οτι δεν ξέρει αν μετάνιωσε. Κατόπιν, κάλεσε τις συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ, και τους ζήτησε να παραιτηθεί από την ηγεσία της κοινοβουλευτικής ομάδας και του μετωπικού μορφώματος. Σοκαρισμένοι, φαντάζομαι, οι συνιστώντες, του είπαν, όχι, δεν δεχόμαστε την παραίτηση. Το ψυχόδραμα συνεχίζεται τη Δευτέρα.
Ο 59χρονος Αλέκος Αλαβάνος, γόνος παλαιάς πολιτικής οικογενείας της Τήνου, εκπρόσωπος της αντιδικτατορικής γενιάς, από παιδί στο ΚΚΕ, ευρωβουλευτής επί 23 χρόνια (ίσως ο εμπειρότερος Ελληνας της Ευρωβουλής), είναι βετεράνος της πολιτικής. Κανείς πολιτικός αρχηγός σήμερα δεν διαθέτει την αγωνιστική και επιτελική πείρα του, σφυρηλατημένη μάλιστα μέσα σε κορυφαίες στιγμές της μεταπολιτευτικής ελληνικής ιστορίας, και κανείς δεν γνωρίζει τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ενωσης εκ τω έσω, όπως αυτός, ο αρχικά ευρωαρνητής κουκουές που σταδιακά μεταμόρφωθηκε σε αριστερό ευρωσκεπτικιστή και ευρωπαϊστή.
Στο πρόσωπο του Αλαβάνου, η Αριστερά, το κομβικό 2004, βρήκε τον ιδανικό ηγέτη: αναγνωρίσιμο, δημοφιλή και αποδεκτό στα μη αριστερά ακροατήρια, με αριστερές περγαμηνές εντούτοις, με ευρωπαϊκή εμπειρία και παιδεία, ανοιχτό στους νέους και τα νέα ρεύματα. Και παρ’ όλη την καταγωγή του από το παλαιολιθικό ΚΚΕ, έτοιμο να οδηγήσει τη Νέα Αριστερά στο δύσκολο νέο περιβάλλον, χωρίς αγκυλώσεις. Το έκανε. Οδήγησε την Αριστερά σε σκολιές ατραπούς, σε αυτοϋπερβάσεις, σε δύσκολες ερμηνείες, σε καιροσκοπικές περιπέτειες, σε κυνήγι του Zeitgeist. Εως σήμερα.
Είπαμε πριν, για ιδιοσυγκρασιακή συμπεριφορά. Πράγματι, η σχέση του με την εξουσία είναι ιδιοσυγκρασιακή, δεν ταιριάζει με τα στερεότυπα που έχουμε για τους ηγέτες, δεξιούς και αριστερούς, οι οποίοι συνήθως γαντζώνονται στην εξουσία, τρέφονται απ’ αυτήν, δεν ξέρουν πότε να αποχωρήσουν, συχνότατα ξεχνούν την ίδια την ουσία της πολιτικής, την πολιτική πράξη, την ιστορική ευθύνη, την προσωπική ακεραιότητα, την υστεροφημία. Ολα χάριν της εξουσίας. Ο ΑΑ στέκεται αμφίθυμος απέναντι στην εξουσία· σαν αριστερός ουτοπιστής περισσότερο, παρά σαν πραγματιστής διαχειριστής. Αυτό είναι αρετή μα και αδυναμία.
Παρόμοια αμφιθυμία διατρέχει τη σχέση του με το πολιτικό του τέκνο Αλέξη Τσίπρα: χειραφέτηση, αφενός, πατερναλισμός, αφετέρου. Η υπέρβαση φρενάρεται από τον πραγματισμό.
Μα αυτή η αμφιθυμία σφραγίζει την Αριστερά σήμερα: ανάμεσα στην υπέρβαση, στο ουτοπικό πρόταγμα, την ανάδειξη της κοινωνίας των στριμωγμένων και των αποκλειομένων· και στον πραγματισμό της πρότασης εξουσίας, στην πρόθεση διακυβέρνησης. Αυτή η αμφιθυμία, αυτό το ψυχόδραμα, το acting out περιέχονται όλα μες στην παραίτηση Αλαβάνου. Και η ιστορική ευθύνη ενώπιον της διηνεκούς Αριστεράς.
sneak preview
Πόσο σαστισμένος μπορεί να είναι ένας πολιτικός αρχηγός από το εκλογικό ποσοστό του, πόσο στριμωγμένος από την κομματική καμαρίλα, για να εμφανιστεί, τη βραδιά εκλογών, απολογούμενος για το 4,7%, σαν να θεωρεί ότι κατατροπώθηκε στον δρόμο προς τα Χειμρινά Ανάκτορα, και κυρίως, σαν να απευθύνεται στα κομματικά μέλη που τον δίκαζαν και όχι σε πολίτες που τον ψήφισαν. Ο πρόεδρος του Συνασπισμού Αλέξης Τσίπρας, συνήθως χαρωπός και άνετος, την περασμένη Κυριακή εξέπεμπε ήττα και περίσκεψη: πώς θα τα βγάλει πέρα με την εσωκομματική αντιπολίτευση, με τους ανανεωτικούς, με τους καναλοδίκες, με τους βαρυσήμαντους αναλυτές που θα καταδίκαζαν την πολιτική του.
Μα όλοι αυτοί θα τον έθαβαν χωρίς δίκη, θα τον καταδίκαζαν ακόμη κι αν έπιανε 6, 7 ή 8%, γιατί θα τον σύγκριναν με τα δημοσκοπικά διψήφια ποσοστά του περασμένου καλοκαιριού, αφενός, και γιατί δεν εγκρίνουν την πολιτική του Συνασπισμού έτσι κι αλλιώς· δεν τους αρέσει ο Συνασπισμός, τον μισούν, έτσι κινηματικός και αριστερός που κατάντησε, σχεδόν αντισυστημικός, με ροκ χιούμορ, με σκανδαλιστικά φιλελεύθερη προσέγγιση της νεολαίας και των αναδυόμενων συλλογικοτήτων, με σκουλαρίκια στο αυτί και συγχρωτισμούς με τους ανυπάκουους.
Οχι, δεν είναι Αριστερά αυτή ― θα έλεγε ο Λεωνίδας Κύρκος, και όλοι οι σύντροφοι της αλήστου μνήμης EAΔΕ, της ευπειθούς ροζ Αριστεράς, της γραφικής Συμμαχίας, του ΚΚΕεσωτ-Τσαουσέσκου και της ΕΑΡ του 1,5% και του 2%. Και θα συμφωνούσαν όλοι οι καναλαστέρες και οι ξινοί αναλυτές, οι οποίοι ούτε ψηφίζουν ούτε υποστηρίζουν Αριστερά· μόνο τη χλευάζουν.
Αξιοσημείωτο. Οι δριμύτεροι επικριτές της “αριστερής” στροφής του ΣΥΝ υποστηρίζουν ότι νοιάζονται για μια αξιοπρεπή, ρεαλιστική Αριστερά, όπως τον παλιό καλό καιρό του ‘74- ‘89, όταν δηλαδή ήταν κομπάρσος και παρήγαγε στελέχη για το κράτος και το ΠΑΣΟΚ. Τι ειρωνεία… Οι τιμητές της σημερινής “κινηματικής” (και τρικυμιώδους και αντιφατικής και καιροσκοπικής, θα πρόσθετα) Αριστεράς του 5% και του 4,7%, αυτοί που την προτιμούν πτωχή και τιμία, αυτοί που την προτιμούν με Λένιν-και-Λακόστ, είναι περίπου αυτοί που επί έτη πολλά την καθήλωναν στο συν-πλην 2% και την άφησαν εκτός Βουλής.
Γιατί να τους ακούσει αυτούς τώρα ο Συνασπισμός; Θα τους ακούσει, τους ακούει ήδη. Γιατί ο Συνασπισμός ―σαν κόμμα, όχι σαν έκφραση Αριστεράς― είναι ψοφοδεής και αυτιστικός, είναι ιδιοτελής ισορροπιστής και εκκολαπτήριο επαγγελματιών μηχανορράφων. Γιατί ο Συνασπισμός αυτοαναφέρεται, ενδοεπικοινωνεί μες στο περίκλειστο σύμπαν της Κουμουνδούρου, λογοδοτεί στο ιερατείο του, τακτοποιεί τάσεις και ταξίματα, εξασφαλίζει καριέρες, κλαυθμηρίζει που δεν του αφιερώνουν δυο αράδες οι εφημερίδες, που δεν τον καλούν στα πάνελ να μυρηκάσει τα ίδια ξύλινα, να απολογηθεί στον κάθε καναλαστέρα. Γιατί ο Συνασπισμός δεν αφουγκράζεται τις προσδοκίες του κόσμου του, αυτού του πεισματάρη κόσμου που του χάριζε επί τόσες αναμετρήσεις το μαγικό 3% της επιβίωσης, δεν αφουγκράζεται τους φόβους και τις προσδοκίες των ανυπάκουων μα και τόσο τρομαγμένων νέων, των επισφαλών με μάστερ, των ντελίβερι με πτυχίο, των νέων υποκειμένων που στρέφουν τα νώτα στο φθαρμένο σύστημα, που υποφέρουν από τον νεποτισμό, την αναξιοκρατία και τη διαφθορά, που στραγγαλίζονται από ένα διαλυμένο εκπαιδευτικό σύστημα και υποβαθμίζονται κοινωνικά προτού καν δοκιμαστούν.
Κι όμως, τελευταία, ο Συνασπισμός άκουσε τέτοιες φωνές. Κινήθηκε προς το μέρος των νεο-αποκλεισμένων, των μορφωμένων νεόπτωχων και του αναδυόμενου πρεκαριάτου. Ο Αλέκος Αλαβάνος ελίχθηκε τακτικά, προς τον Καιρό, επεχείρησε ανανέωση προσώπων και ατζέντας. Ταυτόχρονα όμως, ο σκουριασμένος, γερασμένος και επαγγελματοποιημένος ΣΥΝ, ανακαλύπτοντας εκ νέου τη σαγήνη των κινημάτων, των φοιτητών εν προκειμένω, κολακεύτηκε από τα πλήθη που κατέβαιναν στους δρόμους και θεώρησε ότι αυτοί οι νέοι τον ακολουθούν. Εκανε λάθος. Οι νέοι δεν ακολουθούσαν τον ΣΥΝ, ακολουθούσαν την οργή τους, την απελπισία τους, ίσως και την κακομαθησιά τους. Ο ΣΥΝ, όμως, προσβεβλημένος από έναν ιδιότυπο κινηματισμό, αντί να αναλύσει τις νέες ανάγκες, το νέο ήθος, τα νέα υποκείμενα, έκανε σημαία το άρθρο 16 και τα ιδιωτικά κολέγια, αντί να υπερασπίσει καινοτόμα το καλύτερο δημόσιο σχολείο, τον διευρυμένο δημόσιο χώρο, τον χώρο της Αριστεράς εντέλει.
Και προτού αντιληφθεί τι συνέβαινε, σε περιβάλλον απαξίωσης του πολιτικού συστήματος, με την εφήμερη δημοσκοπική προσδοκία να τροφοδοτεί αλαζονεία και εσωκομματικές διελκυνστίδες, ο Συνασπισμός, και ο Σύριζα μαζί του, τράκαρε στην οικονομική κρίση και στον Δεκέμβρη. Μάλλον, ο Δεκέμβρης τράκαρε πάνω του·και τον τσαλάκωσε, μαζί με όλα τα στερεότυπα και τις εδραίες πεποιθήσεις. Ορθώς ο Συνασπισμός δεν καταδίκασε τυφλά, δεν ξόρκισε, δεν αναθεμάτισε. Προσπάθησε να καταλάβει ― ίσως να νόμισε ότι μπορεί και να ηγεμονεύσει. Δεν μπόρεσε. Δεν είχε τα εργαλεία· αλλά και το ίδιο το παρανάλωμα του Δεκέμβρη δεν προσφέρεται για εύκολες ερμηνείες και αφομοίωση.
Οι χλευαστές λένε ότι ο ΣΥΝ πληρώνει τον Δεκέμβρη. Εν μέρει αληθές ― δημοσκοπικά αληθές: Πράγματι, οι νοικοκυραίοι στον Αγιο Παντελεήμονα λένε ότι ο Συνασπισμός τις νύχτες τούς κουβαλάει μετανάστες… Μα όχι, ο Συνασπισμός, ως έκφραση της Αριστεράς, πληρώνει τις αδυναμίες του: να αντιληφθεί τον κόσμο που αλλάζει ταχύτατα, τη μητροπολιτική Αθήνα, το απειλητικό πλήθος των μεταναστών homo sacer, τους απειλούμενους μικροαστούς, τους ανυπάκουους νέους, το, μισοτραυλό μα γνήσια αγωνιώδες, νέο discours. Αυτές οι αδυναμίες της Αριστεράς είναι αδυναμίες της κοινωνίας μας. Μα ακριβώς γι’ αυτές τις αδυναμίες, παρ’ όλες τις αδυναμίες, η Αριστερά, με αυτή ή την άλλη μορφή, με αυτόν ή άλλον ΣΥΝ, παραμένει αναγκαία διαρκής δυνατότητα. Ανοιχτή. Αναγκαία όσο και η ουτοπία.
Εκλογές 2004: Επικρατούσε κλίμα αλλαγής, κυριαρχούσε η προσδοκία. Η ευφορία του χρυσού καλοκαιριού, του ευρωπρωταθλήματος και των Ολυμπιακών, σκέπασε κάθε σκεπτικιστή. Εκλογές 2007: Διεξάχθηκαν εν μέσω πρωτοφανούς δυσφορίας και απαξίωσης της πολιτικής· και η κατήφεια συνεχίζεται.
Με τις χθεσινές εκλογές δεν κλείνει τίποτε· η πραγματική πολιτική αναμέτρηση μόλις τώρα αρχίζει. Τα ποσοστά αναδιατάχθηκαν ισορροπώντας επισφαλώς σε ένα αποτέλεσμα ανοιχτό, που θέτει υπό δοκιμασία τους πολιτικούς σχηματισμούς ― όσους μπορούν να λάβουν το μήνυμα της δοκιμασίας.
Θέτει σε δοκιμασία τον Κ. Καραμανλή: ο ισχυρός πρωθυπουργός του 2004 επανεκλέγεται το 2007 οριακά, δηλαδή πολιτικά εξασθενημένος και με ραγισμένη την εμπιστοσύνη προς το πρόσωπό του. Την αντιπολίτευση, ο πρωθυπουργός με το ημιτελές πρόγραμμα 2004, θα τη συναντήσει πλέον στα πεζοδρόμια και στους νέους κοινωνικούς χώρους, φυσικούς και δικτυακούς. Και θα είναι σκληρή και διαρκής. Η ηγεμονία του 2004 εξανεμίστηκε.
Το ΠΑΣΟΚ αποδοκιμάστηκε βίαια, για τα φθαρμένα πρόσωπα, τη δομική κόπωση, τις βαρωνείες, τις ανύπαρκτες ιδέες του. Η δοκιμασία του είναι μία, η πιο σκληρή: να δει τον εαυτό του.
Η Αριστερά φαίνεται κερδισμένη. Είναι; Το ΚΚΕ, χωρίς πρόγραμμα, ζήτησε και κέρδισε ψήφο διαμαρτυρίας. Κατά τη γνώμη μου, θα συνεχίσει να αυτοδοξολογείται, χωρίς ούτε να θέλει ούτε να μπορεί να υποβληθεί σε καμία δοκιμασία, σε καμιά ανανέωση. Θα μείνει στη σιγουριά του αναχρονισμού του.
Ο ΣΥΡΙΖΑ κέρδισε έναν ηγέτη, ήρεμο και δυναμικό. Κέρδισε ψήφους από τη νεολαία, παίρνοντας το ρίσκο να προσεγγίσει τα αναδυόμενα νέα υποκείμενα. Αντιμετωπίζει μια ιστορική πρόκληση: να μεταβεί από τη διαμαρτυρία στην ηγεμονία. Πώς; Απευθύνοντας σε ευρύτερες μάζες τις προχωρημένες του θέσεις για το περιβάλλον, τις νέες εργασιακές συνθήκες, την κοινωνία της πληροφορίας. Και βέβαια αναδεικνύοντας νέα πρόσωπα και νέες ιδέες, χωρίς τα παλιά του γνωρίσματα: εσωστρέφεια, παραγοντισμό, μικρομεγαλισμό, άτολμη ορθοφροσύνη.
Να και ο θολοδεξιός λαϊκισμός. Ο Γ. Καρατζαφέρης, χωρίς να λέει απολύτως τίποτε, απέσπασε ψήφους αγανακτισμένων και αυτοδημιούργητων, και κατέλαβε μέρος του πολιτικού κενού. Ο ακροδεξιός λαϊκισμός ανθεί την τελευταία δεκαετία στους μεταπολιτικούς λειμώνες της Ευρώπης· τώρα φύτρωσε κι εδώ, σε εγχώρια φαιδρή βερσιόν.
Τι μένει; Το πλήθος της αποχής. Τα λευκά. Και η δυσφορία: διαρκής, δομική, ενδημούσα, εν τω βάθει πολιτική.
Η ηγεμονεύουσα τάξη θα εξακολουθεί να αγωνιά για την επιβίωση του κλαν, επιδιδόμενη σε χειραγώγηση του πλήθους με επικοινωνιακά τρυκ, αποστρέφοντας το πρόσωπό της από τη δυσάρεστη πραγματικότητα. Κάθε τμήμα της κοινωνίας, με τις δικές του προσδοκίες και διακριτές ανάγκες, θα πιέζει για έκφραση ή και ηγεμονία στο πολιτικό πεδίο. Οι απροσδιόριστοι των μπλογκ, των SMS, των συγκεντρώσεων με τα μαύρα, παραμένουν σπόροι προς βλάστηση ― μια εκδήλωση της δυσφορίας με στυλ. Οι σπόροι των δυσφορούντων όμως είναι πια πολλοί, είναι ποικίλοι, είναι διάσπαρτοι, είναι παντού.
Εικον.: Domenico Feti, Malinconia, ca. 1622
























