You are currently browsing the tag archive for the 'σκάνδαλο' tag.

Το σκάνδαλο Siemens δεν υπήρξε ποτέ. ΟΙ γερμανικές αρχές δεν εκδίδουν τον Μιχ. Χριστοφοράκο, διευθύνοντα σύμβουλο της εταιρείας στην Ελλάδα· τον απαλλάσσουν σύμφωνα με το δικό τους νόμο, και τον αφήνουν ελεύθερο. Οι παράνομες πράξεις του στην Ελλάδα δεν είναι παράνομες στη Γερμανία. Ο μαέστρος του μεγαλύτερου ίσως σκανδάλου πολιτικού χρήματος τις τελευταίες δεκαετίες, κυκλοφορεί ελεύθερος και ατιμώρητος, χωρίς μαρτυρία, χωρίς λογοδοσία στην Ελληνική Δημοκρατία, σε αναγκαστική υπερορία βέβαια, αλλά ελεύθερος.
Χωρίς την προασαγωγή του επικεφαλής της Siemens ενώπιον της Δικαιοσύνης, χωρίς τη δική του μαρτυρία, η διαλεύκανση του σκανδάλου ματαιώνεται. Ολοι θα γνωρίζουν μέσες-άκρες ότι χρήμα πολύ κύλησε σε ταμεία πολιτικών και κομμάτων, αλλά κανείς δεν θα μπορεί να το αποδείξει, και κανείς δεν θα τιμωρηθεί.
Το σκάνδαλο Siemens δεν υπήρξε ποτέ. Ο φάκελος θα κλείσει. Οπως έκλεισε ο φάκελος των υποκλοπών Vodafone, όπως κλείνουν ένας ένας οι φάκελοι των κουμπάρων και των καρτέλ, της λεηλασίας των ταμείων δια των δομημένων ομολόγων, του Βατοπεδινού real estate και άλλα. Τα σκάνδαλα σκάνε, φουντώνουν στα μήντια και στα καφενεία, διαβρώνουν ακόμη βαθύτερα την εμπιστοσύνη στο δημοκρατικό κράτος, κι ύστερα σβήνουν μες στην ατιμωρησία και το κουκούλωμα, στη λήθη, έως ότου σκάσει το επόμενο σκάνδαλο, ακόμη πιο επαίσχυντο, ακόμη πιο παραλυτικό.
Το σκάνδαλο Siemens δεν υπήρξε ποτέ. Ηταν ένα απλό επεισόδιο στο διαρκές μεγασκάνδαλο που κατατρώει το πολιτικό σώμα της Ελληνικής Δημοκρατίας, απλό επεισόδιο στη διαρκή κυκλοφορία άοσμου πολιτικού χρήματος, στη σταθερή εναλλαγή δυναστειών και φατριών στην εξουσία, στη διαρκή συναλλαγή δωροδοτών και δωροληπτών σε κάθε μικρό και μεγάλο έργο.
Ηρεμοι, απαλλαγμένοι, βαδίζουμε προς την ανανέωση της δημοκρατίας δια της ψήφου μας.
«Κατάργησαν τα μάτια τους, τυφλοί. / Μάρτυρες δεν υπάρχουν πιά, για τίποτε.» (Γ. Σεφέρης)
Η αθηναϊκή δημοκρατία είχε θεσμίσει τη λήθη· το άγος, το δεινό, η ήττα, η συμφορά, ό,τι προ πάντων θύμιζε τη στάση και τον εμφύλιο, ό,τι δηλαδή απειλούσε να αφανίσει τη δημοκρατία, έπρεπε να ξεχαστεί, να μην αναφέρεται, ώστε ο δήμος να κοιτά μπροστά, να κοιτά την παρούσα ζωή, και όχι την ντροπή του παρελθόντος. Ο Επιτάφιος του Περικλή είναι εν μέρει ένα τέτοιο κείμενο: επικαλείται τη λησμονιά, εξωραϊζει τη δημοκρατία, επαινεί το παρόν, εξορκίζει τον εμφύλιο.
Οπως όμως παρατηρεί η ιστορικός και ανθρωπολόγος Νικόλ Λορώ, που μελέτησε διεξοδικά τις δομές της Αθήνας, αυτή η επιβολή της λήθης επέφερε και το αντίθετο αποτέλεσμα: η μνήμη δεν εξορίζεται οριστικά· η απαγορευμένη συμφορά επανέρχεται διαρκώς στη σκέψη και επηρεάζει τις πράξεις των ανθρώπων και τον δημόσιο βίο. Η πολιτική λειτουργία της αρχαίας τραγωδίας είναι αυτή ακριβώς: υπενθυμίζει διαρκώς το νείκος, τη στάση, τη διαφορά, την έριν. Η απαγόρευση εντέλει συνιστά διαρκή υπόμνηση.
Σκεφτόμουν αυτό το δυναμικό σχήμα μνήμης-λήθης, καθώς παρακολουθούμε την επιχειρούμενη συγκάλυψη μιας επαίσχυντης πράξης, που απειλεί τη δημοκρατία· την πορεία της υπόθεσης Siemens προς το δικαστικό αρχείο, προς τη λήθη. Η Γ’ Ελληνική Δημοκρατία του 21ου αιώνα τελετουργεί άραγε όπως η Αθηναϊκη Δημοκρατία του 5ου π.Χ. αιώνα; Εξορκίζει την Στάση, προκρίνοντας τη Λήθη;
Οχι. Καταρχάς αμφιβάλλω αν υπάρχει Ελληνας πολιτικός που έχει μελετήσει το έργο των μεγάλων ελληνιστών ιστορικών και ανθρωπολόγων πάνω στην αθηναϊκή δημοκρατία και το φαντασιακό του δήμου. Κατόπιν, οι διαφορές είναι προφανείς και βαθιές. Η σημερινή μαζική αντιπροσωπευτική δημοκρατία μικρή ή ελάχιστη μόνο σχέση έχει με την άμεση δημοκρατία των ολίγων πολιτών της Αθήνας. Ο αρχαίος άνθρωπος είναι βαθιά άλλος. Και ο αρχαίος πολιτικός.
Παρόμοιες στο άκουσμα, φέρουσες ωστόσο άλλο περιεχόμενο, είναι μόνο οι λέξεις: λήθη, συγκάλυψη, εμφύλιος, δημοκρατία, δήμος, ντροπή, δεινό. Κι επειδή είναι γοητευτικό διανοητικά το παιχνίδι των αναλογιών, έστω με όρους αναχρονισμού, βλέπουμε πόσο φτωχή είναι σήμερα η δημοκρατική τελετουργία, πόσο στενός και ρηχός είναι ο πολιτικός χώρος, και πόσο πολύ λείπει η ανακουφιστική επαναφορά στον μύθο και στη σύγκρουση, στη θεομαχία και στην ανθρωποφαγία, που πρόσφερε η πολιτικά ζωντανή τραγωδία.
Βέβαια παίζεται και σήμερα η τραγωδία, συχνά μάλιστα με πρόδηλες πολιτικές αναφορές, μάλιστα επικαιρικές, αλλά είναι πια εντελώς άλλη η δραστικότητα και η εμβέλειά της· αφορά, το πολύ, το κοινό της Επιδαύρου… Και δεν ανακουφίζει, δεν ανησυχεί, δεν διαποτίζει την κοινή γνώμη.
Η κοινή γνώμη σήμερα διατηρεί το άσαρκο δικαίωμα να δυσπιστεί, να υποπτεύεται, να σαρκάζει: Οι πολιτικοί τα παίρνουν… τα κουκουλώνουν… όλοι ίδιοι είναι. Μα αφού ασκήσει αυτό το άσαρκο δικαίωμα, εξαντλεί μία μόνο από τις δυνατότητες: αποσύρεται, και υποτάσσεται. Η Λήθη σήμερα είναι παθητική υποταγή, κυνική αποδοχή, συμψηφισμός, διεύρυνση των εννοιολογήσεων, ποσοτική αποτίμηση της ευθύνης: για μια οικοσκευή, για ένα ταξιδάκι θα μιλάμε τώρα;
Η συγκάλυψη της ανομίας και της διαφθοράς, ωστόσο, αυτή η καινοφανής παραγωγή εκβιασμένης λήθης, τελείται πρωτίστως από άφρονες και λιπόψυχους ηγέτες. Ηγέτες που δεν αντιλαμβάνονται εαυτούς ως μέρη της δημοκρατίας, που δεν θεωρούν αποστολή τους την προάσπιση της ηθικής ακεραιότητας και της ψυχικής ενότητας του δήμου, αλλά θεωρούν τους εαυτούς τους κάτι άλλο, άλλους. Θεωρούν ότι βρίσκονται υπεράνω του δημόσιου ελέγχου, πέραν της ιστορικής αναγκαιότητας, πέραν της τιμωρίας και της θυσίας. Δεν αντέχουν καν (ή δεν ξέρουν, που είναι χειρότερο) να προβούν σε τελετουργικές θυσίες, στο κορυφαίο δίδαγμα της τραγωδίας ― δι’ ελέου και φόβου περαίνουσα την των τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν. Θεωρούν, και έχουν, ασυλία ― έτσι ακριβώς όπως τη θεσμοθετούν και ταμπουρώνονται πίσω της, και σπανιότατα την αίρουν.
Η πολιτική και δικαστική ηγεσία με αυτή την εκβιασμένη κατασκευή λήθης προς ίδιον όφελος, όλο και συχνότερα, βρίσκονται εκτός δήμου, βρίσκονται απέναντι στους πολίτες, συμπεριφέρονται ως άλλοι, ως εχθροί. Συμπεριφέρονται όχι ως ταγμένοι θεματοφύλακες, αλλά ως κληρονομικοί διαχειριστές της κρατικής ισχύος και του κοινού πλούτου· δρούν εντός ενός δικαίου κληρονομικού και αυτοοριζόμενου, σε ένα εγωτιστικό σύμπαν, με μόνο σκοπό την αυτοαναπαραγωγή τους. Σαν εχθροί. Είναι εχθροί. Εκτός του δήμου, εκτός πολιτικής κοινωνίας. Κατασκευαστές μιας φτηνής, δυσώδους λήθης που μας πνίγει όλους.
Ένα βλέμμα, Καθημερινή 06.07.2008
Εικον.: “Folded-in”, a project created by Personal Cinema and The Erasers
Οπως σε κάθε σκάνδαλο, έτσι και στο σκάνδαλο Siemens, ακούγεται συχνά ότι ο πυρήνας του είναι οικονομικός και πολιτικός, όχι ηθικός· αν λειτουργούν οι νόμοι και ο ανταγωνισμός, τέτοια φαινόμενα δεν συμβαίνουν. Ωστόσο τα γεγονότα τα ίδια, κυρίως ο τρόπος που απορροφά η κοινή γνώμη τους κραδασμούς του σκανδάλου, δείχνουν ότι η ηθική διάσταση είναι κυρίαρχη. Ο κόσμος νιώθει αηδιασμένος και το δηλώνει παντοιοτρόπως σε κάθε δημοσκόπηση των τελευταίων ημερών. Οι πολίτες αγανακτούν για την ολιγωρία της δικαστικής έρευνας, την οποία θεωρούν απόπειρα συγκάλυψης, οργίζονται για την αναισθησία των πολιτικών, οι οποίοι είτε διαψεύδουν με μισόλογα είτε σιωπούν είτε κρύβονται πίσω από τη δικαστική έρευνα.
Ο αιρετός ηγέτης ορκίζεται όχι μόνο να διαφυλάσσει τις ελευθερίες και τον νόμο, αλλά και να είναι ό ίδιος ζων παράδειγμα χρηστού πολίτη. Ωστε στο πρόσωπό του να ενσαρκώνονται συμβολικά οι αξίες του δημοκρατικού κράτους. Οταν ο αιρετός άρχων, ο φύλακας του δημόσιου πλούτου, ο εκφραστής του δημόσιου ήθους, λαμβάνει δώρα, ασχημονεί, προκαλεί, χαριεντίζεται με τους εθνικούς προμηθευτές, ζει ως σταρ και όχι ως δημόσιος λειτουργός, ακόμη κι αν δεν προκύπτει ποινική ευθύνη, εφόσον έχει παραβεί τον ηθικό κώδικα, έχει τελειώσει. Κι αν δεν το αντιλαμβάνεται ο ίδιος, κι αν δεν παραιτείται, τότε οι άλλοι αιρετοί πρέπει να του το ζητήσουν: να θυσιαστεί, για να διασωθεί η συμβολική τάξη, ο ηθικός σκελετός που συνέχει το σύστημα.
Δεν το κάνουν. Μένουν γαντζωμένοι, με νύχια και δόντια, στην εξουσία που τους δανείστηκε προσωρινά και με σκληρούς όρους, λες και η εξουσία είναι κληρονομική, σαν ελέω Θεού μοναρχίσκοι, σαν μωροί Λουδοβίκοι και Αντουανέτες. Αυτή την αναξιοπρέπεια βλέπουν οι πολίτες, τη λιποψυχία και τη βαθιά ιδιοτέλεια, το συντεχνιακό πνεύμα που κουκουλώνει και προστατεύει τα μέλη του κλαν, την αλαζονοδειλία της μη λογοδοσίας και της ασυλίας, αυτά βλέπουν ως παράδειγμα πολιτικού ήθους από τους αιρετούς ηγέτες τους. Και αναρωτιούνται: Μα δεν ντρέπονται; Οχι.
As with every scandal, the Siemens affair is considered to be financial and political in nature, not moral – if the laws are enforced and competition functions properly, then such things don’t happen.
However, the facts, and above all the way public opinion has absorbed the shocks, show that the moral aspect is the dominant one.
People feel disgust and are expressing it in opinion polls. They are frustrated at the way the judiciary has dragged its feet on the issue, which they interpret as an attempt at a cover-up, and they are angry at the insensitivity of politicians who either half-heartedly deny the accusations, keep silent or pass the buck to the judicial inquiry.
An elected leader not only takes an oath to safeguard freedoms and the law, but should set an example, as a symbol of the values of a democratic state. When an elected leader, the guardian of public property, the representative of public morals, receives gifts, consorts with state suppliers, lives a celebrity lifestyle rather than that of a civil servant, he is finished, even if no crime has been committed other than a violation of the moral code.
If the politician concerned fails to realize this, and does not resign, then the other elected officials must call on him to do so, to sacrifice his post for the benefit of the moral structure that holds the system together.
But they don’t do this. They cling tooth and nail to the power that has been temporarily granted them as if it were an inherited privilege, like Louis XVI and Marie Antoinette.
This lack of dignity is what the people see, this ingrained selfishness, the mentality of clubbing together that protects and cloaks all members of the clan, this arrogance and lack of accountability. It is this which the people see as an example of the political morality of their elected leaders.
And they may well ask, “Aren’t they ashamed of themselves?”
The answer is: “No, not at all.”
Καθημερινή, 05.07.2008






















