You are currently browsing the tag archive for the 'πόλη' tag.

Δεν χρειάζεται να συμβαίνει κάποια διαδήλωση για να πάθει συμφόρηση η Αθήνα· τελεί μονίμως εν αποπληξία. Η εικόνα της πρωτεύουσας εδώ και πολλούς μήνες είναι εικόνα τριτοκοσμικής μητρόπολης, μείον τον εξωτισμό. Η κυκλοφορία είναι μαρτυρική, για εποχούμενους και πεζούς. Τα στενά πεζοδρόμια είναι κατειλημμένα και ρημαγμένα. Οι δρόμοι αδιάβατοι. Και στις παρυφές επικρατεί βρωμιά.
Η αναγκαστική διέλευση από το αθηναϊκό κέντρο κατακλύζει άγχος τον πολίτη· κάνει ότι δεν το σκέφτεται, λειτουργεί σαν αυτόματο για να γλιτώσει λίγο στρες, περιμένει καρτερικά το φορτηγό να ξεφορτώσει εμφιαλωμένα στην Ακαδημίας, κορνάρει διακριτικά, ελίσσεται ανάμεσα σε λακούβες και κάδους, σφίγγει τα δόντια, έως ότου περάσει η δοκιμασία. Ετσι θωρακισμένοι κι αναίσθητοι κυκλοφορούμε στην πόλη, κι έτσι δεν βλέπουμε πια τον παραλογισμό, την αυθαιρεσία, την ακηδία και την περιφρόνηση του δημόσιου χώρου, από όλους, αλλά κυρίως από τους δημοτικούς άρχοντες, από τις αστυνομικές αρχές και από την πολιτική ηγεσία.
Είναι ντροπή. Ελάχιστα τετράγωνα από τη Βουλή των Ελλήνων, το πρωθυπουργικό μέγαρο και το Δημαρχείο, κυβερνά η ανομία. Στους κεντρικότερους δρόμους, Σόλωνος, Σκουφά, Ακαδημίας, Ιπποκράτους, Συγγρού, παντού, ΙΧ παρκάρουν παρανόμως, SUV διπλοπαρκάρουν με θράσος, φορτηγά ξεφορτώνουν ολημερίς με αναίδεια, μοτοσικλέτες, περίπτερα, ψυγεία και τραπεζοκαθίσματα εξαφανίζουν τα πεζοδρόμια, συνεργεία ξεκινούν εργασίες καταμεσήμερο κι αφήνουν πίσω τους συντρίμμια. Και παντού σκουπίδια, ασάρωτες γωνιές, ρημαγμένες πλάκες, διαλυμμένα ρείθρα, ανασκαμμένοι δρόμοι.
Είναι ντροπή. Αυτή η ασυδοσία, η βαριά δυσλειτουργία, η τόση νοσηρότητα, είναι ντροπή για όλους. Αυτό το χάλι είναι εικόνα του πολιτικού μας πολιτισμού· αυτό το χάλι δείχνει πώς αντιλαμβάνεται την πόλη του ο εκλεγμένος Δήμαρχος, δείχνει πώς εκτελεί το καθήκον του ο Αρχηγός της Αστυνομίας, δείχνει πόσο πονάνε τον τόπο οι τόσοι συναρμόδιοι υπουργοί. Ντροπή τους και ντροπή μας.
Ας απαγορευτεί καθολικά η κυκλοφορία ΙΧ στον ιστορικό δακτύλιο· ας εφαρμοστούν διόδια· ας γενικευτεί η ελεγχόμενη στάθμευση, ας κατάσχονται οι άδειας κυκλοφορίας των παρανομούντων. Ας γίνουν όλα μαζί και ταυτοχρόνως, ας γίνει κάτι άλλο, πιο ριζοσπαστικό. Αλλά ας γίνει κάτι, τώρα, επειγόντως, αμέσως. Γιατί έτσι όπως ζούμε βγάζουμε τα μάτια μας. Γιατί η πόλη είναι αβίωτη, μας βαραίνει, μας λιώνει.
Η πόλη έγινε η ντροπή μας.
Καθημερινή 18.04.2008

Μια γρίπη ρουτίνας μες στις γιορτές σε βυθίζει στον πυρετό, την κακουχία, τη συρρίκωνση. Ο κόσμος έξω λάμπει, θορυβεί, πηγαινοέρχεται. Εσύ μέσα, αποκομμένος, αδύναμος, θλιβερός. Καταπίνεις ματζούνια και προσδοκάς την ανάσταση· δηλαδή να ξαναμπείς στον κόσμο απύρετος και διαυγής, έτοιμος για άλλους πόνους άγνωστους ποθητούς.
Κλεισμένος κι ανήμπορος, για τέσσερις-πέντε κρίσιμες μέρες, κλεισμένος στον εαυτό σου, σ’ ένα νοσηρό κουκούλι πόνων και παραισθήσεων, αναλογίζεσαι τη σημασία του Εξω. Η έλλειψη του Εξω, της κυκλοφορίας, των εικόνων, των άλλων, αυτό είναι που σε καταβάλλει περισσότερο απ’ όλα. Ανακατεμένος στα σεντόνια, αφυδατωμένος και μίζερος, λαχταράς να βρεθείς μες στον κόσμο· στα διαλείμματα των πυρετών, και μέσα σ’ αυτούς, χάνεσαι στους πολύβοους δρόμους, το σώμα αποκολλάται απ’ την αρρώστια του και τριγυρνάει στον τόπο του: στους δρόμους. Το νοσταλγών σώμα αντικρίζει πάλι κατάπληκτο τον κόσμο, περπατάει σαν σε όνειρο, πετάει χαμηλά, σαρώνει το πεδίο με περισκοπική όραση πουλιού: πολλά μαζί, υπερευρυγώνια, δυναμικά σύνολα και ρευστές λεπτομέρειες μαζί. Το σώμα γίνεται βλέμμα, ακοή, γίνεται άγγιγμα, οσφραίνεται και γεύεται το Εξω, το σώμα λιώνει μες στον κόσμο. Αυτό το σώμα τραγουδά εγγαστρίμυθα:
«Δρόμοι παλιοί που αγάπησα και μίσησα ατέλειωτα / Κάτω απ’ τους ίσκιους των σπιτιών να περπατώ / Νύχτες των γυρισμών αναπότρεπτες κι η πόλη νεκρή / [...] (Και προχωρούσα μέσα στη νύχτα χωρίς / Να γνωρίζω κανένανε κι ούτε / κανένας με γνώριζε)»
Το σώμα, γεννημένο και ηλικιωμένο στην πόλη, νοσταλγεί διαρκώς τους δρόμους, εκεί όπου χάθηκε μαγεμένο παιδί, τους λευκούς πάμφωτους δρομίσκους της αχειροποίητης πολιτείας πλάι στη θάλασσα, τους χωμάτινους δρόμους της εργατούπολης, τα καλντερίμια και τα μάρμαρα της ξεπεσμένης αρχόντισσας, τα μάρμαρα και τα βουλιστά του αιγαιακού ερειπιώνα, τις παγωμένες αλέες και τα κανάλια των βόρειων μητροπόλεων, και πάντοτε, πάντοτε, τους σκονισμένους δρόμους τούτου δω του άστεος, αυθάδεις και γυμνούς, αυτάρκεις κομψούς μες το ιώδες αττικό φως.
Η ηλικία μετριέται με περιπλανήσεις, με επαναλήψεις, περικυκλώσεις του ίδιου και πάντα άλλου, με ανακαλύψεις κάτω απ’ την επιδερμίδα του προφανούς. Ολα γυρνούν ίδια και άλλα: εκεί που ο παπατζής με τον αβανταδόρο ξάφριζαν επαρχιώτες, εκεί όπου γητευτές διαλαλούσαν τσατσάρες και λαχεία, τώρα απλώνουν Prada στο σεντόνι και σέρνουν τον μπαλαριστό της πρέζας.
Δεν έχει καφενεία εργατών και φτωχοδιαβόλων, δεν έχει παλαιικό ψωνιστήρι αρσενικών, δεν έχει ερείπια ξενοδοχεία· έχει λαμπρά πολυκαταστήματα και σούδες με κινέζικα, έχει αγκίστρια με μαϊμούδες απλωμένα για λιμάρηδες φτωχούς, έχει φυλές, έχει λαλιές πολύχρωμες στα κινητά, τσάρκες αργόσυρτες και χασομέρηδες, έχει υπόνοιες μοντέρνας βίας μητροπολιτικής.
Το σώμα νιώθει τις ουλές, παλιές και νέες, νιώθει τα σύνορα ανάμεσα κάτω και άνω πόλης, νιώθει τη γεωγραφία που αλλάζει από γωνία σε γωνία. Ολα τα νιώθει το σώμα μες στους δρόμους· και πιο πολύ την ύλη του εαυτού του χυμένη μες στον κόσμο:
«Την ασήμαντη παρουσία μου / βρίσκω σε κάθε γωνιά / κάμε να σ’ ανταμώσω κάποτε / φάσμα χαμένο του πόθου μου»
Ξέρω τον πόθο, βλέπω το φάσμα·είναι ο δεκαοχτάχρονος που τον ξεβγάζει το λεωφορείο στη γαστέρα της Βάθης, και τριγυρνά στα κάγκελα της Στουρνάρη, στις στοές της Κάνιγγος, σε φροντιστήρια και αντηλιές καφενείων, σε υπόγεια βιβλιοπωλεία, ανηφορίζει την Ακαδημίας, βγαίνει στο ξέφωτο των Προπυλαίων, μαζεύει από κάτω προκηρύξεις κείμενα παράφορα ρομαντικά, μεμιάς οι δρόμοι και οι χρόνοι σμίγουν, εκτείνονται αξεδιάλυτοι, δρόμοι και χρόνοι, πόνοι, χαρές και στοναχές, Φθιώτιδος, Μαυρομιχάλη, Δαφνομήλη, Δορυλαίου, Αλεξάνδρας, Ερεσσού, Καλλιδρομίου, Βατάτζη, Δελφών, Βουλγαροκτόνου και Σωκράτους.
Είμαι το φάσμα του σώματος μες στους δρόμους, λιωμένος λυτρωμένος μες στην ερημία του πλήθους, είμαι ο δρόμος.
Είμαστε οι δρόμοι μας, η περιπλάνησή μας, η απώλεια και η πτώση, η επιστροφή απ’ το ξενύχτι ακολουθώντας μία κάφτρα.
«Και προχωρούσα μέσα στη νύχτα / χωρίς να γνωρίζω κανένανε / κι ούτε κανένας με γνώριζε» (Μαν. Αναγνωστάκης)
Ένα βλέμμα, Καθημερινή 13.01.2008
Εικον.: Χριστίνα Κάλμπαρη, σχέδιο με κιμωλία. Γκαλερί Μπαταγιάννη, 22 Ιαν. – 29 Φεβρ.

Από τον Ιούνιο η νύχτα στην Αθήνα είναι σύντομη και πυκνή. Αργεί να σκοτεινιάσει, ξημερώνει νωρίς, ο ύπνος λιγοστεύει· όσοι μένουν στην πόλη για δουλειά ή από ανημπόρια, διασχίζουν το καλοκαίρι με ένταση και χαύνωση μαζί: ο νους χάνει βάρη, διαυγάζεται, απλώνει· το σώμα ακολουθεί, μπαίνει σε ολιγάρκεια, οικονομεί τους χυμούς του, μα ζητά κιόλας τη σπατάλη. Η λογοτεχνία συχνά έχει ποτίσει τις λέξεις της σε αυτή τη διασταύρωση παραδομού και λαγνείας, στην πόλη με τους ιδρωμένους ανθρώπους· θυμάμαι ανάκατα Εμπειρίκο, Μιχαήλ Μητσάκη, Ταχτσή, Καραγάτση, Μήτσορα και Συμπάρδη. Read the rest of this entry »


















