You are currently browsing the tag archive for the ‘ΠΑΣΟΚ’ tag.

Ενα μήνα προ των εκλογών όλα είναι ρευστά και μεταβαλλόμενα, όπως περίπου η διπολική συμπεριφορά της κοινωνίας: από τη μανία, στην κατάθλιψη. Ενα πέρασμα από γραφεία, μαγαζιά και καφενεία, δυο σύντομες κουβέντες αρκούν για να αντιληφθείς ότι το ποικιλόχρωμο πλήθος, ο κόσμος μας, βαδίζει, δεν βαδίζει καν, στέκεται μες στο σκοτάδι, θρυμματισμένος, αποκαρδιωμένος, τυφλός, έμφοβος.
Οι δημοσκοπήσεις κυνηγούν λαχανιασμένες αυτόν τον τρελαμένο υδράργυρο. Και δείχνουν, με τον τρόπο τους, ότι ο διπολικός μας κόσμος, ο θρυμματισμένος, οδηγεί αναπόδραστα σε ιστορικά πρωτοφανή πολιτική ρευστότητα, τέτοια που έχει να καταγραφεί από το 1950, αμέσως μετά τη λήξη του Εμφυλίου Πολέμου. Η ρευστότητα οδηγεί σε υγροποίηση, σε τήξη του πολιτικού συστήματος που εδέσποσε στην 38ετή Τρίτη Ελληνική Δημοκρατία. Τα δύο κόμματα που κυριάρχησαν σε αυτή την περίοδο, συγκεντρώνοντας αθροιστικά το 75%-80% του εκλογικού σώματος, σήμερα καταμετρούνται περί το 38% (Public Issue), με πιθανότητες να καταγραφούν στην κάλπη περίπου στο 40%-50%. Μιλάμε δηλαδή για υποδιπλασιασμό της εκλογικής τους απήχησης μέσα σε δύο χρόνια.
Τα δύο αυτά χρόνια βεβαίως, το 2010-12, συντελείται μείζων ιστορικός μετασχηματισμός της Ελλάδας – και συνεχίζεται. Υπό τους σφοδρούς ανέμους της διεθνούς κρίσης, το μεταπολιτευτικό ιστορικό Παράδειγμα καταρρέει με πάταγο και μεγάλη οδύνη για τη συντριπτική πλειονότητα του ελληνικού λαού. Μεταξύ των θυμάτων, τα δύο μεγάλα κόμματα (κατ’ ακρίβειαν, πρώην μεγάλα), τα οποία εναλλάχθηκαν στην εξουσία και τα οποία πολλοί πλέον τα βλέπουν σαν θύτες. Αυτά τα πρώην μεγάλα κόμματα ωστόσο θα κληθούν, κατά πάσα πιθανότητα, μετεκλογικά να στηρίξουν μια κυβέρνηση συνασπισμού. Με ποια νομιμοποίηση και ποιο πολιτικό κεφάλαιο; Ισχνότατα έως ανύπαρκτα. Διότι στη μεν Βουλή μπορεί να εξασφαλίσουν αθροιστικά πλειοψηφία εδρών, αλλά στο εκλογικό σώμα δεν θα διαθέτουν καθαρή πλειοψηφία.
Μια αδύναμη κυβέρνηση συνασπισμού και μια Βουλή με δυσκολίες νομοθέτησης είναι ένα από τα πιθανότερα μετεκλογικά σενάρια, εφόσον δεν παρεμβληθεί κάποιος απροσδιόριστος παράγοντας τις ερχόμενες τριάντα ημέρες, που θα συσπειρώσει τους εκλογείς προς τα πρώην μεγάλα κόμματα. Τις δυσκολίες διακυβέρνησης θα επιτείνει ασφαλώς η ζοφερή πραγματικότητα της χώρας: η ύφεση, η ανεργία, η τήρηση των δυσβάστακτων, πλην ανειλημμένων, δανειακών υποχρεώσεων, η επιβολή νέων μέτρων λιτότητας επί της ακίνητης αγοράς και της εξουθενωμένης κοινωνίας.
Τα κόμματα, παλαιά ή νεοπαγή, πρώην μεγάλα ή πρώην μικρά, δεν έχουν αντιληφθεί τον βαθμό απονομιμοποίησής τους, ούτε τον βαθμό απόγνωσης των εκλογέων – τουλάχιστον αυτό φαίνεται από τη δειλή έως ανύπαρκτη ανανέωση προσώπων και από τις ιδιοτελείς, καιροσκοπικές μεταγραφές. Αλλά και με την τυχοδιωκτική μετατόπιση της ατζέντας που επιχειρούν: αντί να μιλούν ειλικρινά και ρεαλιστικά για την οικονομική καταστροφή και τις δυνατότητες ανάσχεσής της, αντιπαραθέτουν δημαγωγικά την ασφάλεια απέναντι στην εξαθλίωση, υπονομεύοντας εν τοις πράγμασι και την ασφάλεια και την ομοψυχία και την ανάκαμψη και τη δημοκρατία.
Ο κύκλος καταστροφής δεν έχει κλείσει ακόμη.
Ζωγραφική: Μάρω Μιχαλακάκου, Γκαλερί Ιλεάνα Τούντα
H προχθεσινή δημοσκόπηση της Public Issue για την Καθημερινή συγκεφαλαιώνει το πολιτικό μωσαϊκό: εννέα κόμματα στη Βουλή, κάμψη της αποχής, απαισιοδοξία για τη χρεοκοπία της χώρας, απόλυτη έλλειψη εμπιστοσύνης στη μεταβατική κυβέρνηση συνεργασίας. Οι προορισμοί της δημοσκοπικής προτίμησης θα μπορούσαν να μπουν σε τρεις κατηγορίες.
Πρώτη, η κατηγορία των δύο πρώην μεγάλων κομμάτων: και τα δύο μεγάλα κόμματα μαζί πασχίζουν αθροιζόμενα να συγκεντρώσουν ποσοστό αυτοδυναμίας, δηλαδή ό,τι συγκέντρωναν από μόνα τους στο παρελθόν. Είναι φανερό ότι η κοινή γνώμη αντιμετωπίζει με μόνιμη καχυποψία τα κόμματα που κυβέρνησαν τη χώρα επί τριάντα χρόνια και την οδήγησαν στη γνωστή κατάσταση. Αρα ακόμη και η κυβέρνηση συνασπισμού των δύο κομμάτων εξουσίας, που φαίνεται να προωθείται, δεν θα καθησυχάσει την κοινή γνώμη ούτε θα εξασφαλίσει ευρύτερη συναίνεση. Λογικό: οι πολίτες της χρεοκοπημένης χώρας έχουν μνήμη και πικρή πείρα από τις ικανότητες των προσώπων που κυβέρνησαν τα χρόνια του εκτροχιασμού. Η αυτοκριτική στην οποία πολύ όψιμα και πολύ άτολμα καταφεύγει αυτές τις μέρες, εν όψει εκλογών, δεν μπορεί να σώσει το μοιραίο πολιτικό προσωπικό από την κατακραυγή και την εκλογική συντριβή.
Δεύτερος πόλος δημοσκοπικής προτίμησης, η άκρα δεξιά. Ο ΛΑΟΣ διακινδυνεύει πλέον τη θέση του στο κοινοβούλιο, λόγω του ακραίου καιροσκοπισμού του, και λόγω της ορμητικής εισόδου στο ακροδεξιό φάσμα δύο νέων δυνάμεων. Η μία είναι παλιά, καταγραμμένη ήδη στον Δήμο Αθηναίων: η νεοφασιστικής-ρατσιστικής ρητορικής Χρυσή Αυγή. Η άλλη είναι η εθνικιστικής-αντιμνημονιακής ρητορικής κίνηση του βουλευτή Πάνου Καμμένου, διαγραμμένου από τη ΝΔ. Αθροιζόμενη η άκρα δεξιά φτάνει το 11,5%, ποσοστό πρωτοφανές αλλά αναμενόμενο: τα αστικά κόμματα του μεσαίου χώρου δεν μπορούν πλέον να παράγουν πολιτική, αδυνατούν ακόμη και να διαχειριστούν την σφοδρή κοινωνική κρίση και τον φόβο. Σε αυτό το περιβάλλον της παγωμένης μεταδημοκρατίας και απουσίας πολιτικής διεξόδου, η μεσαία τάξη, έμφοβη και πληβειοποιημένη, στρέφεται προς τα άκρα. Ο σκληρός, ωμός λόγος της άκρας δεξιάς σπεκουλάρει πάνω στην ανασφάλεια, την ανεργία και την ξενοφοβία. Και κερδίζει.
Τρίτος προορισμός, η πλειοψηφική, πλην όμως πολυδιασπασμένη, ετερόκλητη και αλληλοαποκλειόμενη αριστερά. Μόνο κοινό χαρακτηριστικό, η ολοφάνερη απροθυμία όλων των αριστερών κομμάτων να αναλάβουν τη διακυβέρνηση της πτωχευμένης, εξαρθρωμένης χώρας. Η αντιπολίτευση, λιγότερο ή περισσότερο συνεπής ως προς τον εαυτό της, είναι το προσφιλές πεδίο των κομμάτων της αυτοαναφορικής αριστεράς. Κανένα δεν προβάλλει πειστική πρόταση εξουσίας. Ακόμη και η δημοσκοπική φούσκα της ΔΗΜΑΡ συντηρείται χάρη στην επαμφοτερίζουσα αντιπολίτευσή της, και στη ροή κεντρογενών ψηφοφόρων από το διαλυόμενο ΠΑΣΟΚ.
Με όσα βλέπουμε τώρα: Οι επικείμενες εκλογές θα σαρώσουν παλαιά πρόσωπα, θα φθείρουν παλαιούς σχηματισμούς, θα πολώσουν, αλλά δεν θα αρκέσουν να δώσουν ένα νέο βιώσιμο μπλοκ εξουσίας. Θα χρειαστούν κι άλλες εκλογές.

Aλλος με χειροπέδες προφυλακισμένος για χρέη προς το Δημόσιο, άλλος πουλάει το σπίτι του για να μην πάει φυλακή, άλλος λουφάζει και περιμένει τη σειρά του. Το λάιφστάιλ πέθανε, λένε. Δεν πέθανε τώρα, διορθώνω. Εχει πεθάνει από καιρό, τώρα εξαπολύθηκε η δυσωδία των πτωμάτων του.
Η εγχώρια βιοτεχνία του λαϊφστάιλ, εκδότες, μοντελίστ, δημοσιογράφοι, μοντέλες, γλάστρες, τηλεπερσόνες, πάρτι άνιμαλ, ντίλερ, κοθώνια, θύματα, γεννήθηκε στη δεκαετία του ’80 και άνθησε όσο κυκλοφορούσε ορμητική η δίψα της ανόδου, ο θαυμασμός για την αρπαχτή, και άφθονο μαύρο χρήμα. Εξέπνευσε όταν μαράθηκαν όλα αυτά. Παρήγαγε αέρα. Ηταν μια φούσκα, Η φούσκα, που μέσα της όμως περιείχε τον τοξικό αέρα του θράσους, του κυνισμού, την υπόσχεση της επιτυχίας, κι εντέλει τον αέρα της ματαίωσης και της διάψευσης.
Εξέφρασε το ήθος του μαύρου χρήματος, του χρήματος της αρπαχτής και του χρηματιστηρίου, δηλαδή τα χρυσά χρόνια του πρώτου ΠΑΣΟΚ, αλλά και τα χρόνια του εκσυγχρονισμού και της ολυμπιακής ευφορίας. Εντουτοις η αναμφίλεκτη επιρροή του εφαρμοζόταν ενδοφλέβια στα λαϊκά πλήθη, στους πελάτες: σε αυτά το Κλικ και οι επίγονοι έκαναν ενέσεις μαγκιάς και σεξισμού. Τα λαϊκά παιδιά από τις δυτικές συνοικίες και τη διψαλέα επαρχία ρουφούσαν συνταγές ανόδου διατυπωμένες σε καλιαρντο-ποπ, τα λαϊκά παιδιά κατανάλωναν τα εγχειρίδια της καλής κατανάλωσης και πείθονταν ότι δεν ζούσαν στο Μπουρνάζι αλλά στη Σάντα Μόνικα ή στο Μανχάταν. Κι αυτά τα διαβουκολευμένα πλήθη προσγειώνονταν άτσαλα από τον κόσμο του Κλικ στον κόσμο του σκληρού μεροκάματου, κι από κει στον κόσμο της πικρής χρεοκοπίας.
Τώρα όλοι μυρίζουν τη δυσωδία των πτωμάτων. Στην 25ετία της τροχιάς τους όμως πολύ λίγοι διείδαν τη σχέση αυτού του αισθητικού και πενυματικού σκουπιδιού με την σαθρή κοινωνία που εξέφραζε. Οι εκδότες και σκουπιδογεννήτριες εκαλούντο στα τηλεπάνελ να σχολιάσουν το εκλογικό αποτέλεσμα και την πολιτική σκηνή, εκαλούντο ως τιμητές της ελληνικής κοινωνίας, είχαν και έχουν στενές σχέσεις με κορυφαίους πολιτικούς, νυν και πρώην υπουργούς, έπαιρναν υπερδάνεια από τις «κουτές» τράπεζες, άντλησαν δισεκατομμύρια δρχ. από το Χρηματιστήριο, μπαινόβγαιναν στις επαύλεις του μεγάλου χρήματος, έκαναν μπίζνες και κολεγιές. Οι ισχυροί τούς χρησιμοποιούσαν, σαν διασκεδαστές, σαν πλυντήρια, σαν βαποράκια, σαν παπαγάλους. Αλλά και συναγελάζονταν, έπιναν και γελούσαν μαζί· διότι είχαν κοινό το έθος και την κουλτούρα. Μεγαλοπαράγοντες και φτωχοδιάβολοι μοιράζονταν τον ίδιο πολιτιστικό ορίζοντα, είχαν ίδιες αισθητικές ααναζητήσεις, ίδιες πνευματικές ανησυχίες. Αργά τη νύχτα, μετά το Μέγαρο των χορηγιών, μετά τα ακριβά ρεστωράν, όλοι κατέληγαν στον Μαζωνάκη και την Πέγκυ Ζήνα. Ολοι.
Ολοι, οι ίδιοι, συνωστίζονταν στα αριθμημένα και στα VIP των γηπέδων, γαύροι και βάζελοι, χειροκροτητές προέδρων και συνδαιτημόνες λαμογιών, περιστοιχισμένοι από μπράβους και νονούς. Ολοι, οι ίδιοι, έκαναν ρεζερβέ στα στέκια της Μυκόνου, κι αργότερα έχτιζαν φαραωνικές επαύλεις αυθαίρετες στις αλωθείσες Κυκλάδες. Οι ίδιοι που πηδούσαν από κότερο σε κότερο.
Την είχε καταλάβει ο Τσουκάτος τούτη τη γενετική σχέση, είχε δει ότι κι ο Γιώργος Παπανδρέου προτιμούσε το Κλικ για συνεντεύξεις περί αειφορίας και free μαριχουάνας, εξ ου και συμβούλευσε τον εκσυγχρονιστή Σημίτη να συνάξει το ΠΑΣΟΚ στο μοδάτο Βαρελάδικο ― όπερ και έπραξε ο καλβινιστής πρωθυπουργός. Ας είναι.
[edit: O K. Σημίτης την τελευταία του ουσιαστική συνέντευξη πριν τις εκλογές 2000 και την πρώτη μετεκλογική την παραχώρησε στο Nitro. Στο ίδιο έδωσε συνέντευξη και ο Κώστας Μητσοτάκης]
Ας ξύσουμε τη φτενή χρυσομπογιά, που γράφει κλικ, μαξ, φλας, νίτρο, φρι πρες, σταρ, δεν ξέρω γω τι. Ο τσίγκος, από κάτω, είναι χτυπημένος με τατουάζ «ΠΑΣΟΚ for ever», «χρήμα über alles», «σκυλοπόπ», «κλεπτοκρατία». H βιοτεχνία μεταποιούσε φτηνά υλικά και τα πουλούσε σαν Greek Dream. Η κλεπτοκρατία χρειαζόταν όργανα ιδεολογικής κυριαρχίας πολυδύναμα, πέρα από την επίσημη προπαγάνδα. Το λάιφστάιλ ήταν αυτό ακριβώς το όργανο υπόγειας, αθέατης, διαβρωτικής προπαγάνδας, όργανο εκμαυλισμού και κυριαρχίας: πλάσαρε την παράγκα για παλατάκι, κι ο φτωχοδιάβολος μες στην παράγκα χόρταινε την απληστία του με ηδονοβλεψία και ψευδαίσθηση: μπορούσε να ξοδέψει τρία μηνιάτικα ή ένα διακοποδάνειο για μια βδομάδα στη Μύκονο, να κολυμπήσει πλάι στα σελέμπριτι και να ψωνίσει Gavalas.
Πολλοί βιοτέχνες του λάιφστάιλ κυκλοφορούν ακόμη στα μήντια, ξεπουπουλιασμένοι, κυνηγώντας το μεροκάματο του κλόουν με το πλατινένιο ρινοδιάφραγμα, άλλοι ξεπλένονται ως δημοσιογράφοι αφού ξέπλυναν χρήμα, άλλοι υποδύονται τους ξινούς τιμητές και τις Αντουανέτες. Οι περισσότεροι ξέπεσαν. Η παράγκα κατέρρευσε, τα σελέμπριτι θρηνούν στο Μεταγωγών και στα πρωτοδικεία, ξεπουλάνε Ντόλτσε ε Καμπάνα, Καγιέν, Λέξους και σπίτια.Οι μαικήνες τους κάνουν ότι δεν τους ξέρουν, δεν σηκώνουν τα τηλέφωνα. Μαζί με την παράγκα όμως καταρρέει και η χώρα που τους ανέχθηκε, τους έθρεψε, τους μιμήθηκε και τους θαύμασε.
[ edit 2: 16 Μαΐου 2010 γράφαμε στην Καθημερινή κάτι παρόμοιο, στο πλαίσιο ενός αφιερώματος: Lifestyle, η ζωή ήταν δανεική... ]
[ edit 3: Στις 22 Απριλίου 2001, στην Καθημερινή, Από το lifestyle στην άποψη ― βερεσέ ]
Η χθεσινή δημοσκόπηση της Public Issue καταγράφει με αριθμούς ό,τι ήδη αντιλαμβάνεται κάθε Ελληνας που ζει σε αυτή τη δοκιμαζόμενη χώρα: Οτι, δηλαδή, το κυβερνητικό ΠΑΣΟΚ οδεύει προς τον σκουπιδοτενεκέ της ιστορίας, μαζί με τον πρόεδρό του, με ποσοστά επιπέδου 1974. Εφόσον μάλιστα εκφραστεί και εκλογικά η απαξίωση του ΠΑΣΟΚ, τότε 5 από τους 7 παρόντες βουλευτές του ΠΑΣΟΚ θα δουν την πολτική τους καριέρα να τερματίζεται οριστικά.
Μεγαλύτερη συμπαγής ομάδα παραμένουν οι απέχοντες και αποδοκιμάζοντες: ένας στους τρεις ερωτώμενους. Αυτή την πλειοψηφική ομάδα μπορούμε να υποθέσουμε ότι την απαρτίζουν οι πλέον απελπισμένοι, όσοι έχουν χάσει κάθε ελπίδα για αναμόρφωση του πολιτικού συστήματος. Η απόγνωση όμως εντοπίζεται και σε άλλες συμπεριφορές του δημοσκοπούμενου σώματος: στη χαμηλότατη ελπίδα για βελτίωση της οικονομίας από τον πρωθυπουργό Λ. Παπαδήμο (ένας στους δύο δεν εμπιστεύεται), στην αμφίθυμη στάση έναντι των εκλογών (ένας στους δύο επιθυμεί εκλογές), στην υψηλότατη δυσαρέσκεια από τη λειτουργία της νέας κυβέρνησης (8 στους 10).
Δύο ακόμη δημοσκοπικά ευρήματα με σημασία: ένα, η πρωτοφανής δημοσκοπική έκρηξη των κομμάτων της Αριστεράς, που υπερβαίνουν αθροιστικά το 40%, ποσοστό διαμαρτυρίας ασφαλώς, το οποίο όμως όσο κι αν συρρικνωθεί στην κάλπη, καταδεικνύει ριζοσπαστικοποίηση μεγάλου μέρους του πληθυσμού. Δύο, ο αυξανόμενος ευρωσκεπτικισμός: αισθητή η άνοδος μετά τον εκβιασμό των Καννών.
Συνολικά, οι Ελληνες φαίνονται κατάκοποι, απογοητευμένοι, απορριπτικοί για το Μνημόνιο, εξοργισμένοι με το ΠΑΣΟΚ, δύσπιστοι προς το πολιτικό σύστημα και τις μεταμορφώσεις του. Ελάχιστοι πιστεύουν ότι μπορεί να επιτευχθεί ανάσχεση της πτώσης, πόσω μάλλον ανάταξη, με το φθαρμένο, ηττημένο και απαξιωμένο πολιτικό προσωπικό και τους κίβδηλους συσχετισμούς δυνάμεων που καταγράφονται στην παρούσα Βουλή. Από αυτή τη σκοπιά, θα είχε πλέον ενδιαφέρον μια έρευνα για τις κοινωνικές προτεραιότητες και τις ιδεολογικές ζητήσεις σε περιβάλλον εκτάκτου ανάγκης.
Η κυβέρνηση συνεργασίας Ν.Δ.-ΠΑΣΟΚ, που συμφωνήθηκε χθες, έδωσε τέλος στην αγωνία των τελευταίων ημερών: δεν πάμε στην Ανατολή και στη δραχμή, τουλάχιστον όχι τώρα. Τα διεθνή ΜΜΕ ήδη ταξιδεύουν για Ιταλία, στον κυρίως όγκο της χιονοστιβάδας ευρωπαϊκού χρέους. Μένουμε μόνοι, ενώπιον της δανειακής σύμβασης, για την οποία ξέρουμε ελάχιστα, με μια εξαρθρωμένη χώρα κι ένα κουρασμένο πολιτικό σύστημα, το οποίο με την ψυχή στα δόντια θα παλέψει να υπάρξει υπό επιτροπεία, μέσα σε μια κοινωνία όλο και πιο φτωχή, όλο και πιο καχύποπτη. Θα προσπαθήσει να κυρώσει τη συμφωνία και τα παρελκόμενά της, να αποσπάσει την περίφημη 6η δόση, να συντάξει προϋπολογισμό και να οδηγήσει της χώρα σε εκλογές.
Η χθεσινή μέρα εσήμανε το τέλος της κυβέρνησης Παπανδρέου, αλλά όχι και το τέλος του κυβερνητικού ΠΑΣΟΚ. Το εφτάψυχο ΠΑΣΟΚ αντί να πτοηθεί από το χάος που προκάλεσε εντός και εκτός συνόρων το δημοψήφισμα του γνησίως χαοτικού αρχηγού του, το εκμεταλλεύτηκε και επέζησε. Ακριβώς στο οριακό σημείο, στο σημείο θραύσεως της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας του, όταν θα έπρεπε να κυρώσει επαχθείς όρους του δευτέρου Μνημονίου και να λάβει νέο κύκλο επώδυνων μέτρων, απέσεισε μέρος της ευθύνης του και το εναπόθεσε στους ώμους της Νέας Δημοκρατίας. Ο Αντώνης Σαμαράς, δεχόμενος αφόρητες πιέσεις για την αντιμνημονιακή του στάση, εντός και εκτός Ελλάδος, υπέκυψε και συναίνεσε για μια μεταβατική κυβέρνηση. Δεν μπόρεσε να αγνοήσει τον διάχυτο φόβο του κόσμου για άτακτη χρεοκοπία. και δεν μπόρεσε, καθώς φαίνεται, να επιβάλει την αρχική του ελάχιστη ατζέντα, που θα περιόριζε τη φθορά του και θα έφερνε γρήγορη κάλπη.
Το κλίμα που διαμορφώθηκε μετά την νύχτα των Καννών ήταν τρομοκρατικό: Μέρκελ-Σαρκοζί απείλησαν ουσιαστικά με αποπομπή της Ελλάδας από την ευρωζώνη και την Ε.Ε., κάτι που για τους κατάκοπους και ήδη φοβισμένους Ελληνες ισοδυναμεί με πολιτισμική κατάρρευση, πλάι στην ήδη βιωμένη φτώχεια και πληβειοποίηση. Η εθνική ταπείνωση των Καννών πυροδότησε μνήμες υπανάπτυξης και υποτέλειας, αλλά κι έναν ζωώδη φόβο: ο αποσυνάγωγος των αγορών μετατρέπεται σε παρία της Ευρώπης. Στην επώδυνη υλική εμπειρία του 2010-11 και την ανασφάλεια για το μέλλον προστέθηκε το λαβωμένο φαντασιακό. Θα τις θυμόμαστε αυτές τις ώρες, ιδίως τη νύχτα των Καννών.
Το δεύτερο Μνημόνιο φιλοδοξεί να ρυθμίσει τον οικονομικό-πολιτικό βίο σε βάθος δεκαετίας. Σύμφωνα με όσα είδαμε από το πρώτο Μνημόνιο, το σοκ θα συνεχιστεί και η κοινωνία θα συνεχίσει να αντιδρά, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Δεν γνωρίζουμε πώς και πόσο θα ισχύσει το Μνημόνιο, πώς θα επιζήσει το ευρώ, πόσο θ΄ αντέξουν Ιταλία και Ισπανία. Για την Ελλάδα πάντως ξέρουμε ότι από σήμερα αρχίζει το τέλος των μεγάλων αστικών κομμάτων και της κυριαρχίας τους, όπως την ξέραμε από το ’74. Καθώς θα μετασχηματίζεται η κοινωνία του Μνημονίου και θα τήκονται τα υπάρχοντα μεσοστρώματα, θα αναδύονται νέα κοινωνικά υποκείμενα, με νέα αυτοσυνείδηση, νέες ανάγκες, που θα αναζητούν άλλους φορείς πολιτικής έκφρασης. Ούτε καλύτερους ούτε χειρότερους, απλώς άλλους.
Η χθεσινή συνεδρίαση της Βουλής κράτησε ξάγρυπνους Ελληνες και ξένους, αλλά το τελικό εξαγόμενο δεν ανακούφισε τους μεν ούτε φώτισε τους δε. Το μόνο βέβαιο είναι ότι το ΠΑΣΟΚ και ο Γιώργος Παπανδρέου κατάφεραν να ανανήψουν από την κατάσταση σοκ που βρέθηκαν τη μαύρη νύχτα των Καννών. Με λαμπρή τακτική και αλλεπάλληλα διλήμματα ο κ. Παπανδρέου πρόσφερε μια εναλλακτική εξουσίας στο κόμμα του, ενώ ταυτοχρόνως η κρίση αποδυνάμωσε τακτικά τον Αντώνη Σαμαρά, ο οποίος ενώπιον του αδυσώπητου διλήμματος «συναίνεση ή άτακτη χρεοκοπία» υπερέβη σε πρώτο βαθμό την αντιμνημονιακή στρατηγική του, απέσπασε συγχαρητήρια από τον Πρόεδρο Ομπάμα και τους Ευρωπαίους, και εντέλει βρέθηκε σε αδιέξοδο μονόδρομο, χωρίς εκλογές.
Ωστόσο για την κοινωνία και τη χώρα η αβεβαιότητα συνεχίζεται. Η τακτική νίκη του κ. Παπανδρέου δεν είναι νίκη της Ελλάδας. Το δεύτερο Μνημόνιο θα περιέχει νέα σκληρά μέτρα λιτότητας επί ενός πληθυσμού εξουθενωμένου, τα οποία σε συνδυασμό με την προβλεπόμενη εκχώρηση κυριαρχίας, θα φουντώσουν την ήδη τεράστια λαϊκή δυσαρέσκεια. Η παραμονή στην εξουσία των ίδιων προσώπων, που συνδέονται στο συλλογικό αίσθημα με την ανθρωποβόρο ύφεση και με την εικόνα ταπείνωσης των Καννών, δεν αποσυμπιέζει, αντιθέτως ερεθίζει. Δηλαδή, υπονομεύει την πιο απαραίτητη προϋπόθεση για ανάνηψη: την εθνική ενότητα έναντι του κινδύνου, κάτι που φάνηκε να αναδύεται τη νύχτα της 3ης Νοεμβρίου.
Επιπλέον, το διευρυνόμενο χάσμα μεταξύ λαϊκής βούλησης και διακυβέρνησης μπορεί να αποβεί μοιραίο για τη σύνολη πολιτική σκηνή και για την κοινωνική ομαλότητα. Χωρίς ανανέωση, χωρίς εναλλαγή, χωρίς δικλίδες εκτόνωσης, το πολιτικό σύστημα κινδυνεύει άμεσα με καθολική απαξίωση. Ασφαλώς όλα ενδέχεται να ανατραπούν, όπως ανατράπηκαν έως τώρα, αλλά η τακτική, όσο λαμπρή, δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη στρατηγική, τη θανάσιμα αναγκαία τούτη τη στιγμή. Και για στρατηγική ανάταξης δεν ακούσαμε τίποτε χθες το βράδυ στη Βουλή.
Είχαμε την αίσθηση ότι η κυβέρνηση απουσιάζει, ότι ο πρωθυπουργός έχει σιγήσει, ότι οι υπουργοί αδρανούν, περιμένοντας την κουρά και τους καβαφικούς βάρβαρους.
Λάθος. Την περασμένη Κυριακή, ο πρωθυπουργός εμφανίστηκε δις, με άρθρο ιστορίας ΠΑΣΟΚ και με συνέντευξη, ενώ κορυφαίοι υπουργοί επιδόθηκαν σε ένα νέο είδος επικοινωνίας: τη συλλογική αρθρογραφία. Το άρθρο των τριών υπουργών, Αννας Διαμαντοπούλου, Ανδρ. Λοβέρδου, Γ. Ραγκούση συγκέντρωσε το ενδιαφέρον, εις βάρος του πρωθυπουργού, και δικαιολογημένα: δείχνει όχι μόνο το ήθος των καιρών, αλλά και το σχήμα των πραγμάτων που έρχονται – ή τουλάχιστον την προσδοκία επιβίωσης του πολιτικού προσωπικού.
Το συλλογικό άρθρο παρουσιάζει ενδιαφέρον ως συμβάν, ως φόρμα και από τις συμπαραδηλώσεις του, πολύ περισσότερο από το περιεχόμενό του. Ως συμβάν: τρεις εν ενεργεία υπουργοί, και όχι ένας, απευθύνονται στο πανελλήνιο, σε συγκυρία κατάρρευσης του πολιτικού συστήματος. Αρα ομάδωση, πόλος εξουσίας, εν όψει ρήξεων και μετασχηματισμών. Οι τρεις αρθρογράφοι έχουν διαφορετική πολιτική και κομματική καταγωγή. Η κ. Διαμαντοπούλου ενηλικιώθηκε και ωρίμασε στο κόμμα και το κράτος, όλη η ζωή της είναι κομματική και κυβερνητική. Το ίδιο και ο κ. Ραγκούσης, σε πολύ χαμηλότερες θέσεις ωστόσο, έως ότου ο Γ. Παπανδρέου τον εκτόξευσε στην κυβερνητική κορυφή. Ο κ. Λοβέρδος έχει επιδείξει αξιοθαύμαστες ικανότητες, προσαρμογής στον καιρό και αλλαγής συμμάχων, πάντα με τον εκάστοτε νικητή. Παρ’ όλες τις διαφορές, οι κομματοθρεμμένοι και κρατικοδίατοι συγκλίνουν. Γιατί; Τους οδηγεί το ένστικτο επιβίωσης. Το ΠΑΣΟΚ ως κυβέρνηση και κράτος πεθαίνει, κι αυτοί δεν θέλουν να πεθάνουν μαζί του. Απαγκιστρώνονται από το βυθιζόμενο σκάφος, αποποιούμενοι ευθύνες, στρέφοντας τον προβολέα εκτός παιδιάς. Με τη φόρμα του άρθρου…
Η φόρμα του άρθρου υποδηλώνει παρατηρητή των γεγονότων, και όχι αυτουργό και υπεύθυνο. Διαπιστώσεις, περιγραφή, ανάλυση, εντοπισμός και καυτηριασμός των κακώς κειμένων, εντοπισμός υπευθύνων, έκκληση προς τους αιρετούς άρχοντες – αυτό είναι το άρθρο. Ο αρθρογράφος ευθύνεται μόνο για τις τρέχουσες παρατηρήσεις και επισημάνσεις του, δεν αναλαμβάνει την ευθύνη για το πώς φτάσαμε ώς εδώ, ποιος διαμόρφωσε τη δομή εξαχρείωσης, τον συντεχνιασμό και την ανομία. Ο αρθρογράφος δεν είναι ηγέτης, είναι παρατηρητής. Εξ ου και οι παρατηρήσεις του μπορούν να αποφεύγουν το οδυνηρό βάθος, την ανασκαφή της Μεταπολίτευσης, το πώς και το ποιοι έχτισαν τον συντεχνιασμό και την ανομία: ποιοι εξέθρεψαν τις φυλές των ΔΕΚΟ, ποιοι διόριζαν τους εαυτούς και τους συγγενείς τους σε χρυσοπληρωμένες αργομισθίες, ποιοι εξασφάλισαν συντάξεις από φαλιρισμένες ΔΕΚΟ, ποιοι αναρριχήθηκαν στα κομματικά οφίτσια και άλωσαν το κράτος, ποιοι δεν βρέθηκαν ποτέ στα ανταγωνιστικά έμπεδα της ελεύθερης αγοράς.
Ακόμη κι έτσι, όμως, χωρίς ανασκαφή, οι αρθρογράφοι περιέγραψαν το κόμμα τους, το κόμμα-βασίλισσα και τους κλώνους-κηφήνες. Κατά τούτο ήσαν ειλικρινείς αυτοπροσωπογραφούμενοι.
Ο υπουργός Υγείας Ανδρέας Λοβέρδος κατάφερε να κερδίσει τα δικά του πέντε λεπτά δημοσιότητας και πάλι, προχθές, όταν με εντυπωσιακές ατάκες εντόπισε τα ιστορικά αίτια της παρούσας κακοδαιμονίας: οι δημόσιοι υπάλληλοι, το Σύνταγμα και η Αριστερά. Με λίγα λόγια και αιχμηρά ο υπουργός έθιξε τις, ας πούμε, ιερές αγελάδες της μεταπολιτευτικής Ελλάδας. Πράγματι, το διογκωμένο και δυσλειτουργικό Δημόσιο, ιδίως οι παραφυάδες του, βαραίνουν και καθυστερούν τη χώρα. Πράγματι, η Αριστερά φάνηκε νωθρή και ανεξέλικτη στα χρόνια της ευφορίας και στα χρόνια της κρίσης.
Εντούτοις η παρρησία του ρήτορος ελέγχεται διότι είναι μερική, άρα αυτοϋπονομευμένη. Ποιος έχτισε το τέρας του ληθαργικού δημόσιου τομέα και των ΔΕΚΟ, δεξαμενή διορισμών και κομματικών πραιτωριανών, και ποιος άντλησε εκείθεν κατά τις παρελθούσες δεκαετίες, αν όχι το ΠΑΣΟΚ, το κόμμα του κ. Λοβέρδου; Ποιος αναθεώρησε πολλάκις το Σύνταγμα, υπηρετώντας την τρέχουσα πολιτική συγκυρία, αν όχι η παράταξη του συνταγματολόγου κ. Λοβέρδου; Και εντέλει, ναι, πράγματι η Αριστερά στις ποικίλες εκφάνσεις της αξίζει τις σφοδρότερες των επικρίσεων για το όραμα και τη στρατηγική που δεν παρήγαγε, αλλά σίγουρα δεν μπορεί να επικριθεί για το έργο και τα σφάλματα των κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ και της Ν.Δ.
Οι εκδραματίσεις του κ. Λοβέρδου στα εσπερινά μήντια, ενώπιον του μελαγχολικού πλήθους, είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσες ως αναπαραστάσεις της δικής του αντινομίας. Είναι σαν να αναπαριστά τη Ζώσα Αντίφαση. Ανδρώθηκε μέσα στην κομματοκρατία και τις διαπλεκομένες σχέσεις κράτους-κρρατικοδίαιτων, τις οποίες τώρα καταγγέλει σαν παρθενογεννημένος. Ο λόγος του, ο οιονεί τολμηρός, είναι σκανδαλιστικά ανιστορικός, άχρονος, δεν αναφέρει καμία σχέση αιτίου-αιτιατού. Δεν περιέχει κανένα στοιχείο αυτοκριτικής και καμία κριτική για το πολιτικό σύστημα το οποίο εξέθρεψε το τέρας της γραφειοκρατίας και της κλεπτοκρατίας. Λησμονεί ή αποκρύπτει ότι ο ίδιος είναι δημόσιος υπάλληλος, καθηγητής σε δημόσιο πανεπιστήμιο, μάλιστα σε ένα ιδιόρρυθμο Τμήμα με 23 μέλη ΔΕΠ, το όποίο ουδέποτε έχει εμφανισθεί στο μηχανογραφικό δελτίο εισαγωγής προπτυχιακών φοιτητών. Αραγε συμφωνούν όσα λέει τώρα στα μήντια με όσα έχει πει στους φοιτητές του (όσους έτυχε να διδάξει) περί συνταγματικής νομιμότητας και ιστορίας των θεσμών; Δεν έχει σημασία πια.
Ο συνταγματολόγος βουλευτής θεραπεύει ως νεοφώτιστος την κοινωνική μηχανική, σκηνοθετεί το τρέχον δράμα, φιλοτεχνεί ένα θέαμα. Συναρπαστικό θέαμα: Οι εκδραματίσεις του κ. Λοβέρδου δείχνουν την ηγετική ελίτ σαν μια drama queen που δεν θέλει να θυμάται τι ήταν, δεν θέλει να ξέρει τι είναι. Το κεχηνός πλήθος παρακολουθεί.

Ο ανασχηματισμός, αντί μιας κυβέρνησης συνεργασίας, βρίσκει στη θέση του πρωθυπουργού και πάλι τον Γ. Παπανδρέου, αλλά την κυβέρνηση στα χέρια του ΠΑΣΟΚ. Ο κύκλος του opengov διαλύεται, υπό το αβάσταχτο βάρος τη κρίσης, και οι βετεράνοι του κόμματος σπεύδουν να περισώσουν ό,τι μπορούν, ουσιαστικά το μαγαζί τους, ένα μαγαζί όμως πλέον υπό διάλυση. Το ένστικτο αυτοσυντήρησης οδηγεί το προσωπικό του ΠΑΣΟΚ να παραμείνει ενωμένο στη νομή της εξουσίας, ακόμη κι αν αυτή η νέα κυβέρνηση πρόκειται να υπογράψει τη χρεοκοπία της χώρας. Πρωταρχικό μέλημα των επαγγελματιών της πολιτικής είναι η επιβίωσή τους, υπό τη σκέπη μιας αναγνωρίσιμης ταμπέλας.
Ο Βαγγέλης Βενιζέλος, αντιπρόεδρος και υπουργός Οικονομικών του Μεσοπρόθεσμου, παραλαμβάνει το δαχτυλίδι (My Precious!) σε συνθήκες ήττας και με ορίζοντα εκλογικής συντριβής του κόμματος. Το γνωρίζει. Παραλαμβάνει όμως το Precious τώρα, που του δίδεται, επιδιορθώνοντας καθυστερημένα το βουλιμικό του λάθος του 2007. Ελπίζει βάσιμα ότι θα ηγηθεί ενός μετεκλογικού ΠΑΣΟΚ εξ ερειπίων, μιας εφεδρείας ικανής ωστόσο να διαδραματίσει ρόλο στο μέλλον. Ετσι, επιβιωτικά, σκέφτονται και όλοι όσοι έσπευσαν να συμμετάσχουν στην πιο επισφαλή μονοκομματική κυβέρνηση της Μεταπολίτευσης.
Ποιον Ελληνα ενδιαφέρουν όμως οι ελιγμοί επιβίωσης ενός γένους επαγγελματιών και προυχόντων; Αλλωστε αυτό το γένος παρήγαγε την παρούσα κρίση, την πολιτική και ηθική εν όλω, και εν πολλοίς την οικονομική. Ο τρώσας και ιάσεται; Ουδείς το πιστεύει, ακόμη και ο σημερινός εν απογνώσει Ελληνας μικρομεσαίος. Το πληττόμενο πλήθος άρα θα εξακολουθεί να αγωνιά για το παρόν, να αγανακτεί, να αντιδρά. Οι πιέσεις από την εν συγχύσει Ε.Ε. θα συνεχίσουν αμείωτες, το χρέος θα διογκώνεται, η ύφεση θα βαθαίνει, η ανεργία θα αυξάνει. Ολες οι λύσεις είναι επώδυνες ― ακόμη και στον «Αρχοντα των Δαχτυλιδιών».

Το πρόσωπο του Ακη Τσοχατζόπουλου στις εφημερίδες των περασμένων ημερών εικονίζει μια εποχή, και το τέλος της. Ο άλλοτε πανίσχυρος υπουργός και γραμματέας του ΠΑΣΟΚ, μέλος τη τρόικας, στενός συνεργάτης του Ανδρέα Παπανδρέου, παρ’ όλίγον πρόεδρος του κόμματος, ο συμπαθής Beau Brummel με τον ακατάληπτο σοσιαλίζοντα λόγο, απολογήθηκε ενώπιον της Επιτροπής Διαφάνειας του ΠΑΣΟΚ για το πώς απέκτησε τα πλούτη του και πώς συναλλάσσεται με υπεράκτιες εταιρείες. Το κόμμα του, το κόμμα που συνίδρυσε μαζί με άλλα ιστορικά μέλη το 1974, αφού τον άκουσε, αποφάσισε να αναστείλει την κομματική του ιδιότητα· να διώξει τον Ακη.
Ο 71χρονος πολιτικός εμφανίστηκε μπροστά στις κάμερες και τα μικρόφωνα για το τελευταίο του On, στο πεζοδρόμιο της Χ. Τρικούπη, εκεί όπου κάποτε παρλάριζε και χρησμοδοτούσε. Δεν έμοιαζε με τον συμπαθή γόη του παρελθόντος. Ηταν κουρασμένος, αδυνατισμένος, σουρωμένος, κατηφής. Δεν φορούσε γραβάτα, το πουκάμισό του ήταν ανοιχτό, φαινόταν ατημέλητος, παραιτημένος. Η φωνή του βγήκε βραχνή, ξέπνοη. Και το βλέμμα του… Το βλέμμα του ήταν θαμπό και άδειο, το βλέμμα ενός ανθρώπου που μόλις συνειδητοποίησε την ήττα, το βλέμμα ενός ανθρώπου που γέρασε απότομα και συρρικνώθηκε και άδειασε.
Μετά τα παλικάρια του εκσυγχρονισμού Μαντέλη και Τσουκάτο, Πασόκους του 1997-2004, το σύστημα ρίχνει κι άλλα κόκκαλα στο αγριεμένο πλήθος, ρίχνει τον Ακη, θεμέλιο του ΠΑΣΟΚ για τρεις δεκαετίες. Το κόμμα του Γιώργου Παπανδρέου δεν περιμένει πια τον εισαγγελέα, τι θα πει, τι θα βρεί· σπεύδει να ξεσαβουρώσει, σπεύδει να εξευμενίσει την πάνδημη οργή, πετάει ό,τι του είναι περιττό. Πετάει κόκκαλα στο αγριεμένο πλήθος που καταδιώκει μανιασμένο το σύστημα, μήπως και κερδηθεί λίγος πολύτιμος χρόνος, μήπως και η προσοχή αποσπαστεί από τη θύελλα που έχει ξεσπάσει, από την απειλή φτώχειας και αποκλεισμού, από την αίσθηση ομηρίας, από το θαμπό παρόν και το δυσοίωνο μέλλον.
Το πλήθος ορμάει στο κόκκαλο, αλλά πολύ γρήγορα αποστρέφει το πρόσωπό του. Δεν χορταίνει με κόκκαλα, δεν χορταίνει με ξοφλημένους και καμένους, με ό,τι έχει ξεφωνηθεί. Tο πλήθος θα μείνει πεινασμένο και αγριεμένο. Και θα φερμάρει και θα αλυχτάει, όλο και περισσότερο, όσο θα σφίγγει ο κλοιός της επισφάλειας.
To επόμενο γεύμα θα είναι δημοσιογράφοι. Η λίστα με τους (πενήντα, εξήντα;) δημοσιογράφους που πήραν δώρα από τη Siemens. H λίστα ακούστηκε αλλά δεν εμφανίστηκε δημοσίως. Από μέιλ σε μέιλ κι από στόμα σε στόμα όμως κυκλοφορούν ονόματα, φήμες, πληροφορίες. Συνεχείς μικροδόσεις δημητήριου, τόσο όσο να σβήνει η δίψα του κοινού, τόσο όσο να μην σκοτώσει τον ασθενή. Ο Τάδε πήγε ταξίδι VIP με έξοδα της εταιρείας, ο Δείνα πήρε δώρο οικοσκευή, ο άλλος έλαβε δώρο σε ρευστό. Η λίστα κρέμεται πάνω από κεφάλια αδίκων και δικαίων, πάνω από την τιμή ενός επαγγελματικού κλάδου, που θα στολιστεί πάλι εν χορώ “αλήτες, ρουφιάνοι” κ.λπ., κρέμεται σαν χατζάρα πάνω από την αξιοπιστία των μήντια, που διαμεσολαβούν και κανονίζουν.
Ολοι εναντίον όλων. Υπό το φάσμα της κλιμακούμενης χρεοκοπίας, όλοι φημολογούν εναντίον όλων, η κοινωνία ποτίζεται ως το μεδούλι από μνησικακία, εχθρότητα, φθόνο, μοχθηρία, εκδίκηση. Κι όσο ποτίζεται, τόσο ερεθίζεται και ζητάει κι άλλο. Η μνησικακία φουντώνει μόνη της, αυτοτροφοδείται.
Οσο αντικρίζει ηττημένα βλέμματα, θρασείς επίορκους και δωρολήπτες, πολιτικά ερείπια, η κοινή αγριότητα θα ζητάει κι άλλα, κι άλλα. Το σύστημα θα απαντά, θα ρίχνει κόκκαλα και κορμιά στην αρένα. Ποιο το κέρδος από τούτη την ασύντακτη, σπασμωδική πτωματοφαγία; Κανένα ουσιώδες. Η φυσική εξόντωση προσώπων ήδη καταβαραθρωμένων ηθικά ικανοποιεί τη δίψα για τιμωρία και εκδίκηση, αλλά θέτει εκτός εστίασης τα πιο φλέγοντα προβλήματα, τις δομικές ανωμαλίες ενός συστήματος που αναπαράγεται τρώγοντας σάπια μέλη.
Η δίκη και η καταδίκη των καταχραστών είναι αναγκαία. Αλλά δεν είναι αρκετή. Η δικαστική εκκαθάριση του πολιτικού βίου αλά ιταλικά θα σαρώσει τα ήδη ερείπια· ίσως καταλήξει σε κράτος δικαστών, ίσως οδηγήσει σε εξαφάνιση των υπαρχόντων πολιτικών σχηματισμών, ίσως οδηγήσει σε μπερλουσκονισμό και Παλινόρθωση, ίσως σε νέες μορφές αυταρχισμού. Πολύ δύσκολα όμως μπορούμε να διακρίνουμε πώς μπορεί ο αυτοκανιβαλισμός του συστήματος να δράσει χειραφετητικά και να οδηγηθούμε σε αναγεννημένο κράτος δικαίου. Οι ελεύθερες κοινωνίες δεν τρέφονται με πτώματα.

Σε μια από τις κρισιμότερες συνεδριάσεις της, ίσως την κρισιμότερη κατά την Γ’ Ελληνική Δημοκρατία, η Βουλή με τις ψήφους του ΠΑΣΟΚ και του ΛΑΟΣ ενέκρινε το Πρόγραμμα Στήριξης και τα συνοδά μέτρα λιτότητας του ΔΝΤ και της Ε.Ε. Το δίλημμα, ΔΝΤ ή χρεοκοπία, απαντήθηκε, και το φάσμα της χρεοκοπίας απομακρύνθηκε προσώρας. Το τίμημα προβλέπεται εξαιρετικά οδυνηρό. Ουσιαστικά πρόκειται για δοκιμασία πρωτοφανή, όχι μόνο για την ελληνική αλλά για οποιαδήποτε δυτική κοινωνία: Μπορεί η Ελλάδα να αντέξει περικοπές που μεταβάλλουν δραματικά τον τρόπο ζωής; Μπορεί η Ελλάδα σε ελάχιστο χρόνο, ουσιαστικά σε έξι μήνες, να μεταρρυθμίσει όλες σχεδόν τις βασικές της δομές, σε συνταξιοδοτικό, ασφαλιστικό, φορολογικό, δημόσια διοίκηση, ανταγωνιστικότητα;
Ολόκληρο το άρθρο
Η Ελλάδα και η Ευρώπη ζουν ιστορικές στιγμές. Η οικονομική κρίση και η απειλή του greed capitalism αναγκάζουν τα έθνη της Ευρωπαϊκής Ενωσης να επανεξετάσουν θεμελιώδεις συμφωνίες, όπως της ΟΝΕ, τα αναγκάζουν να σκεφτούν την κρίση με πολιτικούς όρους ― επιτέλους. Η Ελλάδα ευρισκόμενη στην αιχμή των εξελίξεων, δείχνει το δρόμο που μπορεί να πάρει η Ε.Ε. στο μέλλον, και ταυτόχρονα, ως πειραματόζωο, βρίσκεται στη δεινότερη θέση: εκχωρεί εθνική κυριαρχία, προκειμένου να πάρει μια ανάσα από τα χρέη που την πνίγουν.
«Χάσαμε μέρος της κυριαρχίας μας…» Ο πρωθυπουργός Γ. Παπανδρέου περιέγραψε με σαφήνεια τι συνέβη στη Σύνοδο Κορυφής της Ε.Ε. για τη διάσωση της ελληνικής οικονομίας. Η Ελλάδα δεν έλαβε χρήματα, απεδέχθη σκληρή τριπλή επιτήρηση, από Κομισιόν, ΕΚΤ και ΔΝΤ, πιθανόν με διορισμένο επίτροπο στην Αθήνα, δεσμεύτηκε να επιβάλει και επιπλέον δημοσιονομικούς περιορισμούς στο μέλλον, και αντ’ αυτών έλαβε ρηματική πολιτική στήριξη, η οποία, όπως αναλύει ο γερμανικός τύπος, είναι ουσιαστικά στήριξη προς το ευρώ και την ευρωζώνη απέναντι στις απειλητικές διαθέσεις των κερδοσκοπικών κεφαλαίων.
Για την επόμενη τριετία, όσο θα διαρκέσει το Πρόγραμμα Σταθερότητας, η Ελλάδα θα επιτηρείται στενά· δηλαδή, η εκλεγμένη της κυβέρνηση θα φέρει όλη την ευθύνη του χρέους, αλλά θα διαθέτει περιορισμένα περιθώρια κινήσεων: όλες οι κινήσεις της θα τελούν υπό αίρεση και υπό έγκριση. Ιδίως σε ό,τι αφορά ριψοκίνδυνες πράξεις για πυροδότηση της ανάπτυξης ή ανακούφιση του πληθυσμού από τα επίχειρα της επερχόμενης ύφεσης.
Δεν γνωρίζουμε πώς και πότε θα ανάσανει ελεύθερα η χώρα μας, αν θα ανακτήσει πλήρως την ανεξαρτησία της στην εκπνοή της τριετίας. Γνωρίζουμε όμως ότι υπό την παρούσα κυβέρνηση το ιδρυτικό τρίπτυχο του ΠΑΣΟΚ “Εθνική ανεξαρτησία – Λαϊκή κυριαρχία -Κοινωνική Απελευθέρωση” εξέπνευσε οριστικά, μαζί με όλα τα στερεότυπα και τις ψευδαισθήσεις της Μεταπολίτευσης.
H νέα κυβέρνηση του Γιώργου Παπανδρέου εμφανίζει και το νέο ΠΑΣΟΚ, το 3ης γενιάς. Φυσικά, εκφράζει τον ηγέτη, τον ίδιο τον Γ. Παπανδρέου, όπως τα προηγούμενα ΠΑΣΟΚ και οι σύστοιχες κυβερνήσεις εξέφραζαν τον ιδρυτή και γενάρχη Ανδρέα Παπανδρέου και τον Κώστα Σημίτη αντιστοίχως.
Το ΠΑΣΟΚ v.1 του Ανδρέα ήταν το, ας πούμε, το λαϊκό, λαϊκιστικό, με σοσιαλιστική φρασεολογία της τελευταίας ψυχροπολεμικής περιόδου και οργανωτισμό δανεισμένο από τα προσωποπαγή κομμουνιστικά κόμματα. Το v.1 εισήγαγε, μεταξύ πολλών άλλων, την ιδιότυπη πασοκική New Speak, με μαζικές μετονομασίες και βαφτίσια θεσμών και λειτουργιών, δίνοντας έτσι όγκο (αντί περιεχόμενο) στην Αλλαγή. Αλλαγή παντού.
Η New Speak είχε αρχίσει πριν από την άνοδο στην εξουσία, από το Κίνημα (=κόμμα), και μετά το ‘81 απλώθηκε πολλαπλασιαστικά, σαν νεοπλασία, σε όλο τον δημόσιο χώρο, σκορπώντας απλόχερα βερμπαλισμό, άλλοτε μιμούμενο καθεστώτα του Υπαρκτού (Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας…), άλλοτε βαφτίζοντας τη νομαρχία νομαρχιακή αυτοδιοίκηση, και το υπουργείο Εσωτερικών σε Αποκέντρωσης… (Και in memoriam γέμισε κάθε γωνιά της Ελλάδας με οδούς, πολιτιστικά κέντρα και νοσοκομεία Γ. Γεννηματά και Μ. Μερκούρη.)
Το ΠΑΣΟΚ v.3, του Γ. Παπανδρέου, παρ’ όλες τις μεταλλάξεις του, εφαρμόζει ακόμη την παλαιά, γνώριμη New Speak: Υπουργεία Κλιματικής Αλλαγής, Δια Βίου Μάθησης, Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, Διαφάνειας… Φυσικά φαινόμενα, εργαλεία, ηθικές κατηγορίες, ευσεβείς πόθοι θεσμίζονται, γίνονται αντικείμενα διοικητικών αποφάσεων, γραφειοκρατικοποιούνται. Οπως στις αλησμόνητες χώρες του Υπαρκτού, συν μια προσθήκη: οι νέες λέξεις αντλούνται από ένα λεξιλόγιο πράσινο και εναλλακτικό, ακόμη και τεχνομανιακό. Και πάντως με ενδιάθετη τη ροπή προς την πολιτική αφυδάτωση των λέξεων, με τη μετατόπισή τους προς έναν εργαλειακό, άχρωμο βερμπαλισμό.
(Μάκαρι το ΠΑΣΟΚ v.3 να εννοεί όσα εκφέρει, να μη σερβίρει ένα ακόμη ξεγέλασμα με λόγια, με άδεια κελύφη, τσόφλια…)
Το ΠΑΣΟΚ v.2, του Κώστα Σημίτη, έφερε τη λατρεία του εκσυγχρονισμού και των τεχνοκρατών, τη λατρεία της αιωνίας προόδου, το θάμβος ενώπιον των αγορών, την εφαρμογή νεοφιλελεύθερων δοξασιών, συμπλέοντας εν μέρει με ανάλογες εμμονές των Ευρωπαίων σοσιαλοδημοκρατών εκείνης της εποχής. Αυτές οι λατρείες, συνοδευόμενες από αλαζονεία, απληστία και διαπλοκή, βούλιαξαν το v.2 πολιτικά και ηθικά.
Το v.3 φαίνεται καταρχάς να έχει διαδαχτεί από τη συντριβή των αλαζόνων. Οχι μόνο ενσωματώνει στο δικό του New Speak λέξεις-θραύσματα από τους Πράσινους και τον Τρίτο Δρόμο του Γκίντενς, αλλά επιπλέον ντύνει αόριστα πλην κομψά τον λόγο του με θραύσματα της ξεχασμένης και συκοφαντημένης σοσιαλδημοκρατίας, της πριν από τα ‘90s των αγορών. Διότι εν τω μεταξύ έχει μεσολαβήσει η παγκόσμια κρίση και η αποκαθήλωση των σύγχρονων μύθων.
Λελογισμένος λαϊκισμός, επίκληση του αναγκαίου εκσυγχρονισμού, νεοφιλελεύθερο μάνατζμεντ, διακριτικοί υπαινιγμοί περί κοινωνικού κράτους, πράσινο λεξιλόγιο, λατρεία της τεχνολογίας σαν πολιτικό περιεχόμενο, μοντέρνα εικόνα με σκηνοθεσία conceptual, απότοκη του Johnnie Walker: το εννοιολόγιο, το λεξιλόγιο και το εικονολόγιο του v.3 είναι ένα γοητευτικό κοκτέιλ φτιαγμένο να αρέσει σε ακροατήρια διψαλέα και εικονοφάγα, μα και φοβισμένα και εκνευρισμένα.
Το v.3 συνέλαβε και προβάλλει μια Ελλάδα ωραίων και μοντέρνων, fit και κορέκτ, με πρόσωπα μιας ζηλευτής ανώτερης τάξης. Μια εικόνα στην οποία πολλοί θα ήθελαν να προβάλλουν εαυτούς και να ταυτιστούν. Χωρίς φόβο ότι θα μοιάζουν με το άξεστο, λαϊκό, επιθετικό ΠΑΣΟΚ v.1 ή με το ημικαλβινιστικό άχαρο, μισητό v.2. Ως προς τούτο, πέτυχε. Το Νέο ΠΑΣΟΚ αναδύεται από την πλημμύρα οικειότητας του Facebook, σαν εκφραστής του digital lifestyle, αναδύεται από την πολιτική ορθοφροσύνη και τον λόγο περί οικουμενικών δικαιωμάτων, ευαγγελίζεται τον εξισωτισμό μεταξύ των πληβείων δωριζόμενο από μια ελίτ εξισωτιστών, μια δημοκρατία διάχυτη και απλούστατη, άχρωμη, συναινετική, σχεδόν απολιτική.
Στην φρενήρη κούρσα προς το καινοφανές, μερικές αντιφάσεις. Λόγου χάριν: Το v.3 τολμά να βάλει οκτώ γυναίκες στην κυβέρνηση, σχεδόν ευρωπαϊκό ρεκόρ. Μπράβο! Ταυτοχρόνως βάζει πρόσωπα χωρίς διαδρομές στον δημόσιο χώρο, χωρίς κοινωνικό πρόσωπο, που δεν έχουν εκλεγεί, που δεν λογοδοτούν σε κάνεναν πλην του αρχηγού, δηλαδή με ελάχιστη ή ανύπαρκτη νομιμοποίηση. Δηλαδή, η κρίση της πολιτικής αντιμετωπίζεται με μη πολιτικά πρόσωπα. Και υπό αυτή την έννοια, είμαστε πια στα βαθιά της μεταδημοκρατίας.
H κρίση στον Συνασπισμό της Αριστεράς, βαθιά, διαρκής, δομική, καθρεφτίζει την κρίση όλου του πολιτικού συστήματος. Τουλάχιστον του συστήματος που απαρτίζουν τα κοινοβουλευτικά κόμματα. Κρίση ηγεσίας, κρίση γραμμής, κρίση τακτικής, κρίση στρατηγικής, κρίση λόγου, κρίση ταυτότητας. Κρίση οντολογική. Η Αριστερά συνταράσσεται όχι μόνο από τη δική της κρίση, αλλά από την κρίση που σιγοκαίει και κλυδωνίζει την πολιτική σκηνή, που διατρέχει σαν διαρκής τονικός σπασμός το κοινωνικό σώμα. Και επειδή αυτή η συγκεκριμένη Αριστερά, η συνασπίζουσα και στεγάζουσα αντίρροπους κι ανένταχτους, είναι μικρή στο δέμας, χαλαρή στην ύφανση, διαφανής και ευανάγνωστη, γι’ αυτό και η κρίση της, η αδυναμία και η αρρώστια της διαβάζονται σαν ανοιχτό βιβλίο.
Ολα τελούνται δημόσια: σκυλοκαβγάδες και κουβέντες με πόνο, μαχαιρώματα, πλατφόρμες συμμαχιών, η απεγνωσμένη νοσταλγία, ο τρόμος ενώπιον του νέου, η τρικυμία ενώπιον του νέου, η φιλαυτία του πρωτοπόρου και η αριστερόστροφη ηθικολογία, η αυταρέσκεια και η ξύλινη ρητορεία. Ολα δημόσια – ιδίως ο αυτοοικτιρμός και η αυτολοιδορία.
Οι λοξές κουβέντες του αριστεριστή Κοροβέση, οι έκκεντρες συμπεριφορές του ηγετικού Αλαβάνου, ανεξαρτήτως της αντικειμενικής αξίας που φέρουν, αυθόρμητες και πηγαίες ωστόσο, απρόβλεπτες, ερεθίζουν τα αντανακλαστικά των συντρόφων τους, διότι καταπατούν την άτυπη συμφωνία σιωπής, σπάνε τον κώδικα ηθικολογούσας διαγωγής, και κυρίως διότι δείχνουν το πολιτικό πάπλωμα τρύπιο και τριμμένο, φτενό. Κι αυτό το πάπλωμα δεν είναι μόνο της Αριστεράς, είναι το όλον. Είναι το σύνολο πολιτικό σύστημα.
Σε ό, τι αφορά την κυβερνώσα Νέα Δημοκρατία, είναι ολοφάνερη πλέον η δομική της ανικανότητα όχι να οδηγήσει τη χώρα στο βραχύ μέλλον, αλλά κυρίως η ολοσχερής ανικανότητά της να διαχειριστεί τα καθ’ ημέραν, να αντιμετωπίσει προβλεπτούς κινδύνους, να αντιδράσει ψύχραιμα και συντεταγμένα στα απρόβλεπτα. Η ανικανότητα πηγάζει από έλλειψη οποιουδήποτε σχεδίου, αφενός, από το απελπιστικά χαμηλό επίπεδο του πολιτικού προσωπικού, αφετέρου. Αμορφωσιά, κυνισμός, ελαστικές συνειδήσεις, αδράνεια, θεμελιώδεις ανεπάρκειες, αδυναμία και απροθυμία να αφουγκραστούν τη μεταβαλλόμενη πολύμορφη κοινωνία.
Ανάλογη ανθρωπολογία συναντάμε στο ΠΑΣΟΚ. Δεν γνωρίζουμε ποιο θα είναι το κυβερνητικό επιτελείο του Γ. Παπανδρέου, εφόσον εκλεγεί, γνωρίζουμε όμως ότι το ΠΑΣΟΚ, το μεγάλο κόμμα της μεταπολίτευσης, είναι ένα κόμμα βαριά κουρασμένο και εσωστρεφές, το οποίο ακόμη και τώρα, μετά τρεις εκλογικές ήττες, ευρισκόμενο στα πρόθυρα της ποθητής του εξουσίας, του δικού του raison d’tre, παραμένει αορίστως καταγγελτικό, γενικολογεί, αντιπολιτεύεται, χωρίς να προτείνει τίποτε εκτός από τη δική του άνοδο στην εξουσία. Κόμμα διαχειριστών και όχι πολιτικών, χωρίς αυτοκριτική, χωρίς ανάλυση της πραγματικότητας, χωρίς επεξεργασία συνθέσεων.
Σε αρκετά ζωτικά θέματα, μάλιστα, οι άδηλες ή εκφρασμένες θέσεις του κεντροαριστερού Γ. Παπανδρέου δεν διαφέρουν ουσιωδώς από τις αντίστοιχες θέσεις του κεντροδεξιού Κ. Καραμανλή. Και οι δύο πενηντάρηδες ηγέτες άλλωστε ποντάρουν πολύ στην ίδια κληρονομική ρητορεία και σε συναισθηματικά φορτισμένη χρήση σχημάτων του καταγωγικού τους παρελθόντος. Και οι δύο, αναπόφευκτα και αντικειμενικά, μαζί με τους επιγόνους του Κ. Μητσοτάκη, εκφράζουν μια κληρονομιά οικογενειοκρατίας και δυναστειών, τέτοια που δεν υπάρχει ανάλογό της σε καμιία ευρωπαϊκή δημοκρατία σήμερα. Ποιον εκσυγχρονισμό και ποια ανανέωση του κοινωνικού σώματος να εγγυηθούν αυτά τα κουρασμένα κόμματα – δυναστείες;
Η πολιτική είναι τέχνη του εφικτού, είναι πραγματισμός. Πράγματι. Αλλά από καιρό τώρα, η τρέχουσα πολιτική έχει χάσει κάθε σχέση και με το εφικτό και με το πραγματικό. Ολο το σύστημα, από τη νεο-λαϊκή ακροδεξιά έως το φαραωνικό απολίθωμα του Περισσού, ασχολείται εργωδώς μόνο με την αναπαραγωγή και τη αυτοσυντήρησή του. Εν κενώ, προστατευμένο από κοινωνία, συγκυρία, γεωπολιτικό περιβάλλον – όσο μπορεί, όσο του επιτρέπουν οι κεραμίδες που κάθε τόσο πέφτουν επώδυνες ζητώντας εξηγήσεις και πράξη.
Διότι η πραγματικότητα εν τω μεταξύ καλπάζει. Δύσκολη, απρόοπτη, ανατρέπουσα βεβαιότητες και ευκολίες. Απαιτεί αναλυτικές και συνθετικές ικανότητες. Απαιτεί προ πάντων ένα συνεκτικό αφήγημα, το οποίο να καταγράφει την πραγματικότητα και ταυτοχρόνως να την αναλύει και να την επιλύει, και να την υπερβαίνει.
Εδώ γυρνάμε πάλι στην κρίση της Αριστεράς, που περιέχει όλες τις κρίσεις. Η ευρωπαϊκή Αριστερά στους νεώτερους χρόνους επιχειρούσε να αφηγηθεί τον κόσμο συνθέτοντας το ουτοπικό πρόταγμα, τις επιθυμίες της παρούσας κοινωνίας και τη διαχείριση των αναγκών της. Με ελλείμματα και παρεκκλίσεις (συχνά τερατώδεις), με συχνές ήττες και πισωγυρίσματα, αλλά και λαμπρά επιτεύγματα, έτσι ξετυλίχτηκε ο πολιτικός πολιτισμός της νεωτερικότητας, από τους πρωτοφιλελεύθερους και τους ρεπουμπλικανούς έως τους ουτοπιστές σοσιαλιστές και τους ελευθεριακούς: αφηγούμενος πειστικά τον κόσμο. Σε ένα αφήγημα όπου οι πολίτες δεν είναι αφηγούμενα αντικείμενα αλλά υποκείμενα και διαμορφωτές, αφηγητές.
Αυτή η κληρονομιά συνθέσεων και τόλμης έχει χαθεί αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα. Μάλλον, έχει θαμπώσει, έχει θαφτεί κάτω από υστεροβουλία, σκοπιμοθηρία, ανικανότητα, νεποτισμό και διαφθορά. Η κοινωνία χωρίς θεσμούς, χωρίς ενοποιητικό αφήγημα, χωρίς αίσθηση του ανήκειν και του συναποφασίζειν, έχει χάσει την πίστη στον εαυτό της, στις ανανεωτικές της δυνάμεις. Φοβάται το παρόν, τρέμει το μέλλον. Κερματίζεται και αλληλοσπαράσσεται, όπως ακριβώς πράττει τώρα το κόμμα της Αριστεράς. Ιδού, σε αυτό τουλάχιστον το πεδίο, πολιτική και κοινωνία συναιρούνται: εν κρίσει.

«Δεν προσμετράσαι και δεν συγκαταλέγεσαι στη συντεταγμένη δύναμη της Κοινοβουλευτικής Ομάδας…» — ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ απευθύνεται στον πρώην πρωθυπουργό Κ. Σημίτη, τον άνθρωπο που του ενεχείρισε το δαχτυλίδι της κομματικής εξουσίας ένα βράδυ του 2004, στην οδό Αναγνωστοπούλου, μπροστά στις κάμερες της τηλεδημοκρατίας. Και ο Κώστας Σημίτης ανταπαντά: «Κάνε ό,τι νομίζεις…»
Και οι δύο ηγέτες έχουν προβάλει προφίλ μετριοπαθών, ήπιων πολιτικών· και οι δύο όμως έχουν επιδείξει πείσμα και βοναπαρτισμό, όταν η εξουσία ή η εικόνα τους απειλείται. Τη σφοδρότητα της παρούσας σύγκρουσης ορίζει ακριβώς αυτό το διακύβευμα: η εικόνα και η εξουσία. Ο πρώην πρωθυπουργός, πολύ πατερναλιστικά, αρκούντως εριστικά, επιτιμά δημοσίως τον αρχηγό του κόμματος για τις επιλογές του, και του υπενθυμίζει ότι αλλιώς τα χειρίζονταν αυτά οι προπάτορες και διδάχοι, οι πρωθυπουργοί: ο ίδιος αλλά και ο πατέρας Παπανδρέου. Ο διάδοχος, ο εννοούμενος ως «μικρός», νιώθει να απειλείται η εξουσία του και αντιδρά βίαια. Tον διαγράφει.
Εν τω μεταξύ, η αφορμή της σύγκρουσης έχει ξεχαστεί: Ποιος μιλά για Συνθήκη της Λισσαβώνας; Ποιος αναρωτιέται για το περιεχόμενο και τους όρους της ευρωπαϊκής διεύρυνσης, για την πορεία της ευρωπαϊκής συνομοσπονδίας, τη μοίρα των κρατών-μελών, το μέλλον της εθνικής και λαϊκής κυριαρχίας; Ποιος αναστοχάζεται πάνω στους όρους λειτουργίας και τα όρια της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας;
Οχι, η ελληνική Κεντροαριστερά δεν βασανίζεται με τέτοια ερωτήματα, δεν παράγει πολιτική πάνω στην κόψη των καιρών, δεν ανησυχεί για την απομείωση των πολιτικών εξουσιών και την αποθηρίωση των funds, δεν ιδρώνει για την περιφρόνηση του λαού προς τους δωροδοκούμενους πολιτικούς. Οι ηγέτες της Κεντροαριστεράς αθλούνται στα αρχαία αθλήματα της εικονοθηρίας, της καρεκλολατρίας, της βατραχομυομαχίας: Ποιος βαραίνει περισσότερο στα δελτία των 8, στα πρωτοσέλιδα; Ποιος είναι ο πατερούλης και ποιος ο αρχηγός; Ποιος είναι ο ηγεμών στο διαρκώς συρρικνούμενο, στο όλο και πιο αμήχανο κόμμα;
Ειρωνεία του αναχρονισμού: Παρόμοια σύγκρουση, παλαιού και νέου, είχε συμβεί στη Νέα Δημοκρατία, μεταξύ Κων. Μητσοτάκη και Κώστα Καραμανλή. Η ιστορία επαναλαμβάνεται – σαν φάρσα.
Καθημερινή, 14.06.2008
Zωγραφική: Δημ. Τάταρης






















