You are currently browsing the tag archive for the 'νεολαία' tag.

Η εμπλοκή των σταζ δείχνει, μεταξύ άλλων, ότι κατεξοχήν ρυθμιστής της εργασίας παραμένει το κράτος, είτε με απευθείας προσφορά θέσεων στον δημόσιο τομέα, είτε με την προσφορά θεσμίσεων και κινήτρων. Ιδίως στην παρούσα Ελλάδα, όπου η εξάρτηση των πολιτών από το Δημόσιο είναι δομική και βαθιά, για πολλούς λόγους: επειδή το πολιτικό προσωπικό και οι πολίτες συνδέονται αμοιβαία με πελατειακή σχέση από ιδρύσεως του κρατιδίου, επειδή ο παραγωγικός ιστός είναι ισχνός, επειδή δεν υπάρχει σαφής και συναποφασισμένη στρατηγική ανάπτυξης, επειδή στον ιδιωτικό τομέα οι συνθήκες εργασίας είναι σκληρές και οι θέσεις λιγοστές, επειδή και στο ελεύθερο επάγγελμα οι προοπτικές είναι όλο και πιο σκοτεινές.

Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια οι δυνατότητες προσλήψεων και η χωρητικότητα του Δημοσίου έχουν περιοριστεί δραστικά. Οι λόγοι ευδιάκριτοι: Ο περιορισμός του δημόσιου τομέα, εξαιτίας και των κοινοτικών προσαρμογών, η δραστική αλλαγή στον τρόπο διορισμού μετά τη θεσμοθέτηση του ΑΣΕΠ, η δημοσιονομική δυσπραγία, έχουν ανασχέσει τους παραδοσιακούς ρουσφετολογικούς διορισμούς. Οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, με αλλεπάλληλες ανανεώσεις, ήταν ένα παράθυρο, που έκλεισε. Οι συμβάσεις έργου, άλλο παράθυρο, ουσιαστικά μια ενοικίαση εργασίας, κλείνουν κι αυτές. Επρεπε να βρεθεί άλλο παράθυρο, για να βολευτούν οι εκλιπαρούντες πελάτες των κυβερνήσεων και να παρκαριστεί προσωρινά το διαρκώς ογκούμενο πλήθος των άνεργων νέων.

Το παράθυρο άνοιξε από την Ευρωπαϊκή Ενωση και λέγεται σταζ. Ασκηση σε επάγγελμα, για ορισμένο χρόνο, έναντι μικρού, συμβολικού μισθού. Η άσκηση στο επάγγελμα είναι δοκιμασμένη πρακτική. Δεν είναι όμως επάγγελμα· είναι μεταβατικό στάδιο, είναι πέρασμα προς άλλη κατάσταση, την κατάσταση του επαγγελματία, του εργαζόμενου με πλήρη δικαιώματα και απολαβές. Σε αυτό το σημείο εισέρχεται στη σκηνή το ελληνικό δαιμόνιο.

Η διεσταλμένη ερμηνεία της εργασιακής σχέσης stage, σύμφωνα με την οποία ένας ασκούμενος, χωρίς ουσιαστικά δικαιώματα και με γλίσχρο μισθό, καλύπτει οργανικές θέσεις μόνιμου προσωπικού, αποτέλεσε την τελευταία εφεύρεση ενός κράτους φαύλου και πελατειακού. Μια εφεύρεση που επιστρατεύθηκε ξεδιάντροπα για να αμβλύνει τις σφοδρές συνέπειες της νεανικής ανεργίας και του αποδιαρθρωμένου παραγωγικού ιστού.

Αντί το κράτος να δημιουργεί προϋποθέσεις ανάπτυξης, αντί να προστατεύει τους νέους που εισέρχονται στον κόσμο της εργασίας, αντί να θεσπίζει πλαίσιο αξιοκρατίας, καταφεύγει στην βραχυπρόθεσμη ψευδο-λύση των σταζ. Οπως συμβαίνει και με τον ευτελισμό των σχολείων, ιδίως στη μέση και την ανώτατη εκπαίδευση: τυπολατρία, υποκρισία, αναξιολόγητη εργασία, παρακμή, εξαπάτηση· με βασικό σκοπό τον ίδιο: να παρκάρει η νεολαία σε ένα ΑΕΙ – ΤΕΙ κάπου, υποστελεχωμένο, πρόχειρα και υστερόβουλα στημένο· να τζιράρει η πανεπιστημιακή επαρχιούπολη, και να εκπαιδεύεται η νεολαία στις απέραντες καφετέριες.

Παρκάρισμα, απόκρυψη, αδράνεια· να περνάει ο καιρός, με τις οικογένειες χρεωμένες και αγωνιώσες, και τους νέους αγράμματους, άεργους και ανεπάγγελτους, κι επιπλέον κακομαθημένους: ιδού το σχέδιο ανάπτυξης της χώρας. Ιδού πώς πολιτικοί και κράτος διαχειρίζονται την παιδεία και την εργασία των νεότερων γενεών.

Κοροϊδία; Ασφαλώς. Αλλά κυρίως παρακμή. Οι σταζιέρ που απομακρύνονται υπολογίζονται σε 40 με 45 χιλιάδες, στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Τόσοι είναι οι νέοι, με περισσότερα ή λιγότερα τυπικά προσόντα, που θα περιφέρονται στις καφετέριες της επικράτειας και τυπικά άνεργοι, μετά τη διακοπή των σταζ.

Ακόμη κι αν δεχτούμε ότι οι περισσότεροι μπήκαν στο δουλοπαροικιακό καθεστώς των σταζ με βύσμα, ακόμη κι έτσι, κάτι αξίζουν αυτοί οι άνθρωποι, κάτι μπορούν να προσφέρουν, μια θέση εργασίας τη δικαιούνται, κι αυτοί κι άλλοι τόσοι ομήλικοί τους, σε συνθήκες αξιοκρατίας και υγιούς ανταγωνισμού. Αλλά βέβαια σε μια αγορά που λειτουργεί με νόμους και κανόνες, σε ένα κράτος με σχέδιο και στρατηγική, σε μια κοινωνία με οράματα και αξίες.

Εχουμε όμως τέτοια αγορά, τέτοιο κράτος, τέτοια κοινωνία; Ο,τι βλέπουμε γύρω μάς απαντά: Οχι. Το θέμα άρα δεν είναι τα παράτυπα ή παράνομα σταζ, η μοριοδότηση στο ΑΣΕΠ και οι συμβάσεις, αλλά πώς η κοινωνία αντιλαμβάνεται την ανάπτυξη και το μέλλον. Παρκάρει τους νέους στα λύκεια, στα ΑΕΙ/ΤΕΙ, στα σταζ, στα καφενεία, αφαιμάσσοντας οικογένειες και εθνική οικονομία; Ή τα ξαναβλέπει όλα από την αρχή; Ας σκεφτούμε.

(Κι εν τω μεταξύ η δυσφορία και η οργή των νέων φουσκώνει.)

 

Χάρης Κοντοσφύρης, Εμψυχα παιχνίδια. Τσιμ�ντο. Από την �κθεση «Ηλεκτρικό σπίτι»

Χάρης Κοντοσφύρης, Εμψυχα παιχνίδια. Τσιμέντο. Από την έκθεση «Ηλεκτρικό σπίτι»

Η διαρκής και διάχυτη ένταση στο κοινωνικό σώμα, η αβεβαιότητα που γεννά η οικονομική κρίση, η πολιτική ρευστότητα, η κρίση θεσμών και αξιών, η διάσπαρτη μες στην καθημερινότητα βία, οι ραγδαίες αλλαγές σε θεμελιώδεις υλικότητες όπως η εργασία, ο χρόνος, ο χώρος, το έθνος-κράτος, όλα όσα συνθέτουν το εκρηκτικό σύνολο «Ελλάδα 2009», ελάχιστα γίνονται αντιληπτά από το τρέχον σύστημα πολιτικής διαχείρισης. Κοιμούνται βαθιά, και αλλού.

Στην κορυφή της ατζέντας των πολιτικών βρίσκεται η διαχείριση, μάλλον η απόκρυψη, της δικής τους χρεοκοπίας: το δείχνει περίτρανα η ανοητολογία περί νέου εκλογικού νόμου· το δείχνει ο τρόπος που διαχειρίζονται κοινωνικές και δομικές κρίσεις σκορπίζοντας αδιακρίτως λεφτά και δακρυγόνα· το δείχνει ο κάτισχνος λόγος των κομμάτων, τα ψελλίσματα που αποσκοπούν στη διάσωση των μαγαζιών τους και όχι για την αναζωογόνηση μιας κοινωνίας που βουλιάζει σε αντιφάσεις και κατάθλιψη.

Για πρώτη φορά ίσως την τελευταία εικοσαετία, το χάσμα ανάμεσα στις ελίτ εξουσίας και στο κοινωνικό σώμα είναι τόσο βαθύ και εκτενές: διανοητικά και ψυχικά. Οι πολιτικοί αδυνατούν ολοσχερώς να προσεγγίσουν το πνεύμα των νεότερων γενεών, όχι μόνο των εφήβων και των εικοσάρηδων, αλλά και των τριάντα-σαράντα, δηλαδή τριών κρίσιμων γενεών για το παρόν και το μέλλον του τόπου. Απλούστατα, είναι αλλού: οι μεν στη στρατόσφαιρα του βολέματος, οι δε στο έδαφος της επισφάλειας.

Ατεχνοι, άμουσοι, αρχαϊκοί και εφησυχασμένοι, οι πολιτικοί διαχειριστές ζητούν ψήφο από γενιές ανήσυχες και καλλιεργημένες, υπερμοντέρνες αλλά και υπερπιεσμένες και ανασφαλείς. Αυτές οι γενιές αδιαφορούν ή και περιφρονούν όσους ζητούν την ψήφο τους, ενώ ταυτόχρονα τους βάζουν στο ψυγείο της επισφάλειας και στο περιθώριο των αποφάσεων.

Σαν να κινούνται δύο κόσμοι, ασύμπτωτα: ένας παλλόμενος, αγωνιώδης, φιμωμένος, που φέρνει το μέλλον· κι ένας κόσμος αδρανής, βαρύς, αυτάρεσκος, που θέλει μόνο να το σφετεριστεί.

buzz it!

raresteak.wordpress.com/2009/01/11/temp-eternity/

Αυτή η χώρα δεν έχει μέλλον… Ή: No future. Η βαριά αυτή κουβέντα, με δύο τρόπους ειπωμένη, ακούγεται από δαφορετικούς άνθρώπους. Ο πρώτος τρόπος είναι ανθρώπων που δεν έχουν πολύ μέλλον, αλλά έχουν πλούσιο παρελθόν· μάλιστα, σε αυτή τη χώρα, την τώρα περιγραφόμενη ως ζοφερή, οι συγκεκριμένοι μεσήλικες ή ηλικιωμένοι άνθρωποι έκαναν προκοπή, φάγανε ψωμάκι, βολεύτηκαν· τώρα, ξινίζουν με την τσογλανοπαρέα που κάνει κριτική.

Ο δεύτερος τρόπος, ο οργισμένος, ανήκει σε ανθρώπους που έχουν άφθονο μέλλον· μάλλλον, οι νέοι έχουν όλο το μέλλον, και από αυτή την άποψη η διαπίστωση No Future ηχεί παράδοξα, σαν τζάμπα μεμψιμοιρία.

Και οι δύο τρόποι είναι περίβλημα μιας κοινοτοπίας· το μέλλον δεν εξαρτάται από διαπιστώσεις. Μα και οι δύο τρόποι εκφράζουν, στερεοτυπικά έστω, μια κοινή αγωνία· όχι για το άδηλο μέλλον, μα για το υλικότατο, το σωματικό παρόν, και το περιγράφουν σχεδόν όμοια: σκοτεινό, δυσοίωνο, νοσογόνο. Ενα παρόν που σαμποτάρει την «ομαλή» εκδίπλωση του μέλλοντος.

Εδώ ακριβώς, στην «ομαλή» εκδίπλωση του μέλλοντος, διαφορίζονται ηλικιωμένοι και νέοι. Κάθε ομάδα το εννοεί, το προσδοκά, το διεκδικεί αλλιώς. Οι ηλικιωμένοι το θέλουν χωρίς εκπλήξεις, κεκανονισμένο, μοιρασμένο, με προτεραιότητα στους ήδη έχοντες. Οι νέοι το θέλουν όλο, τίποτε λιγότερο.

Διελκυνστίδα. Τραβάνε οι έχοντες, από τη μια, τραβάνε οι θέλοντες, από την άλλη. Σταδιακά, κάποιοι διεκδικούντες περνάνε απέναντι, καινούργιοι προστίθενται στους μη έχοντες κ.ο.κ. Στο αδρό αυτό σχήμα βέβαια, οι κοινωνικές και ταξικές διαστρωματώσεις, δηλαδή η υλική συνθήκη, συχνά βαραίνουν περισσότερο από τις διαφορές ηλικιών. Η βιολογική-ψυχική συνθήκη, της νεότητος ή του γήρατος, δεν γέρνει μόνο αυτή τη ζυγαριά των στάσεων.

Ωστόσο, στο ηλικιακό φάσμα 15-25 μπορούμε να διακρίνουμε εναργέστερα τα χαρακτηριστικά της αναδυόμενης κοινωνίας, ακριβώς διότι λόγω ηλικίας οι συμπεριφορές είναι αμεσότερες, λιγότερο διαμεσολαβημένες και υστερόβουλες. Η επισφάλεια λόχου χάριν, στην εργασία και στο κοινωνικό πλασάρισμα, η τυραννία του καταναλωτισμού και της καριέρας, ο χυδαίος υλισμός, ο ατομοκεντρισμός, ο κομφορμισμός, είναι τα βασικά στοιχεία που επιβάλλονται στη νεολαία. Στην εικονογραφία της διαφήμισης ο νέος σκιτσάρεται στερεοτυπικά σαν χαζοχαρούμενο πρόβατο που πραγματώνει την ύπαρξή του εκλιπαρώντας περισσότερες μονάδες για το κινητό με αργκό βελάσματα, καταβροχθίζοντας αυτιστικά γκέιμ και γκάτζετ, κουρέματα και piercing. Η ελευθερία του περιγράφεται σαν κατανάλωση στυλ. Στη νεότητα επιτρέπονται μόνο ασθητικές ακρότητες· είναι εμπορευματικό συμβάν, είναι τάργκετ γκρουπ. Στην πράξη, μέγα μέρος του μαζικού ποπ εμπορεύματος παράγεται βάσει αυτών των προδιαγραφών, δηλαδή των προεξοφλημένων αναπαραστάσεων για τη νεότητα: από τα μούλτιπλεξ και τα φαστοφουντάδικα έως το packaging των γκάτζετ, των ρούχων και των ταινιών.

Στην πράξη επίσης, η νεολαία, συμπιεσμένη ανάμεσα σε υπέρμετρες προσδοκίες και ταπεινές δυνατότητες, εξεγείρεται. Οι τσακισμένες χαρές καθρεφτίζονται σε σπασμένες βιτρίνες ― κάπως έτσι περιέγραψε τη βιωματική-πολιτική ανάδυση των νέων υποκειμένων και το νέο habitus, ένας Ελληνας ανθρωπολόγος αυτής περίπου της γενιάς. Ξαφνικά ο ανέμελος καταναλωτής, το πρόβατο των φροντιστηρίων, ο καταθλιπτικός της τερατώδους ανεργίας, o λοιδωρούμενος ως γραφικός emo, κάγκουρας, χουλιγκάνι, φύτουλας, μεταλάς και ράστα, όλες οι δήθεν φυλές, σπάνε τα στερεότυπα που τους κρατούν φυλακισμένους στην απάθεια και την αυτοανάλωση, σπάνε τη διάψευση και την κατάθλιψη, σπάνε τα όρια του πωλούμενου χωροχρόνου που τους αναλογεί, και απαιτούν το δημόσιο όλον, το παρόν, το εδώ και το τώρα, μουρμουρίζουν ή κραυγάζουν, χωρίς ενσυνείδητη μνήμη ίσως, αλλά με τρομερό ένστικτο, ένστικτο αυτοσυντήρησης πρωτίστως, αλλά και έντστικτο αναγνώρισης, χειρονομούν: το αρχαίο omnia sunt communia. Ολα. Η διαφήμιση, η υποκριτική νεολατρεία, η σχολική αγωγή, η οικογενειακή ανατροφή, όλοι τους τάζουν όλα, τους τα υπόσχονται, τα κρεμάνε δόλωμα, από το γυμνάσιο έως την μακρόσυρτη ένταξη στην αλυσίδα παραγωγής. Ολα. Αυτό ζητούν.

Η θραύση της βιτρίνας προσδοκιών και υποκρισίας από τη σημερινή γενιά 15-25 είναι το πέρασμά τους στον δημόσιο βίο με τους δικούς τους όρους, είναι η υπέρβαση της κατανάλωσης και του οικόσιτου πρόβατου, το άνοιγμα προς την δύσκολη ελευθερία του λύκου, είναι κατάκτηση του δικού τους habitus, αντιφατικού και εύθραυστου, δυσχερούς, όμως δικού τους. Αυτό κανείς δεν τους το υποσχέθηκε, κανείς δεν τους το χάρισε, κανείς δεν μπορεί να τους το πάρει.

soundtrack: Fuck Buttons – Colors Move

φωτ.: raresteak

buzz it!

H νέα χρονιά αρχίζει φορτωμένη σκοτεινούς οιωνούς. Η κρίση, που διαπερνά τον πλανήτη και τη μικρή μας χώρα, δεν είναι μόνο οικονομική· είναι κρίση πολιτική και κοινωνική, είναι κρίση ηθική και κρίση αξιών. Πορευτήκαμε για πολλά χρόνια οδηγημένοι από στερεότυπα, μηρυκάζοντας κλισέ, αβασάνιστα, επιπόλαια, αφήνοντας τους εαυτούς μας σε ξένα χέρια, σε διαμεσολαβητές, σε δανεικά, σε έτοιμες λύσεις. Τώρα πορευόμαστε ανάμεσα σε διαψεύσεις. Με πικρή επίγνωση ― μα ευτυχώς, είναι επίγνωση.

Ανάμεσα στο σμήνος των σκοτεινών οιωνών, πεταρίζουν φωτεινά οι ελπίδες. Μέσα στον κρύο διαυγή Δεκέμβρη μάς φανερώνεται μια Ελλάδα μοντέρνα. Αντιφατική, με πλήθος θυλάκων καθυστέρησης, διάστικτη από αρχαϊσμούς, ναι ― παρ’ όλ’ αυτά, μοντέρνα. Με νεολαία ευαίσθητη και δυναμική, που αντιδρά, παλεύει, μορφώνεται, ταξιδεύει, επικοινωνεί· μια νεολαία χωρίς συμπλέγματα, διεθνή και ακομπλάριστη όσο ποτέ. Και ταυτόχρονα μεσογειακή και ελληνική, με αίσθηση του χωροχρόνου της, της παράδοσης και του προσώπου της.

Ακούω τα τραγούδια των νεότερων γενιών, βλέπω τις ζωγραφιές και τις παραστάσεις τους, πίνω ένα καφέ στα στέκια τους. Τους βλέπω πολύχρωμους και συντροφιασμένους, ρεαλιστές και παθιασμένους, κριτικούς και cool, πολύμορφους. Μητροπολιτικούς. Από το Μπραχάμι ώς τα Λιόσια, κι από τα Χανιά ώς την Καλαμαριά, από το πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ ώς τους δρόμους της Βαρκελώνης. Με ή χωρίς Ph.D.

Η εναλλακτική κουλτούρα, τα δίκτυα, οι παρέες, το κοινοτικό πνεύμα των νεοτέρων, αρχίζουν να διαχέονται στο υπόλοιπο, ημιαναίσθητο σώμα της κοινωνίας. Τα ραδιόφωνα ανακαλύπτουν εγχώρια σκα και ραπ, παραμερίζουν λιγάκι την κουρτίνα του σκυλοπόπ που μας τυφλώνει, στον Μελωδία και στο YouΤube, στο αυτοκίνητο, μες στον διαυγή Δεκέμβρη, ακούμε δοξαστικό το «Σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ» από μια οργιώδη μπάντα με έγχορδα και πνευστά, με έναν ακατάβλητο γκριζομάλλη τραγουδιστή: ο σχεδόν πενηντάρης Αγγελάκας συνομιλεί με τους εικοσάρηδες και τους λυκειακούς χούντις. Ενα τραγούδι καφρεφτίζει τον Καιρό.

 

ποστμαστερ

mail-3.gif

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 33,027 hits