You are currently browsing the tag archive for the ‘νέοι’ tag.
Το περίφημο μέιλ του “τραπεζικού στελέχους” που προειδοποιεί για πτώχευση την 25η Μαρτίου και επιστροφή στη δραχμή, σπείρει καχυποψία σε ένα κοινωνικό σώμα ήδη καχύποπτο και καταπτοημένο. Διαδικτυακά αναλφάβητοι και νεοφώτιστοι, διαψασμένοι για μια “εξήγηση” των μυστηρίων του σύμπαντος, επαναπροωθούν μαζικά το μέιλ και αναπαράγουν την ανόητη φήμη και τον πανικό. Βεβαιως το μέιλ της Αποκαλύψεως σπέρνεται σε ένα έδαφος έτοιμο να το δεχτεί και να το καρπίσει: σύμφωνα με το Βαρόμετρο της Public Issue η ανασφάλεια των Ελλήνων και η απαισιοδοξία τους για το μέλλον καταγράφονται σε ιστορικά υψηλά. Εννέα στους δέκα Εληνες αισθάνονται ανασφαλείς, οκτώ στους δέκα πιστεύουν ότι βαδίζουμε σε λάθος κατύθυνση, επτά στους δέκα είναι πεισμένοι ότι θα βρεθούν σε ακόμη χειρότερη κατάσταση.
Είναι διάχυτη η αίσθηση ότι η χώρα βρίσκεται σε ελεύθερη πτώση. Βουλιάζει. Και η αδράνεια έχει καταλάβει τα πάντα, μουδιάζει τα μέλη, μουδιάζει τα μυαλά: είναι φανερή λ.χ. στη δημόσια διοίκηση, όπου οι υπηρεσίες μένουν παγωμένες και αδρανείς, είτε επειδή λείπουν οι οδηγίες από την πολιτική ηγεσία, είτε επειδή λείπουν οι στοιχειώδεις πόροι, είτε επειδή ο φόβος του ελέγχου αναστέλλει στοιχειώδεις λειτουργίες. Η αδράνεια είναι φανερή και στην κυβέρνηση: η αρχική ορμή για την εφαρμογή των προβλέψεων του Μνημονίου ξεθύμανε πολύ σύντομα· ακόμη και για την εφαρμογή του δοτού μάνιουαλ απαιτείται ενεργητικότητα και στοχοπροσήλωση, κυρίως πίστη. Κι αυτά τα στοιχεία λείπουν.
Το πολιτικό προσωπικό παραπαίει εν πανικώ διότι, συνηθισμένο χρόνια τώρα στην παρασιτική αυτοαναπαραγωγή του, δεν μπορεί να αντιδράσει, να επιχειρήσει τη φυγή προς τα εμπρός. Βλέπει μπροστά την καταστροφή του: στις επόμενες εκλογικές αναμετρήσεις θα σαρωθεί. Και παρότι διαισθάνονται πια τον αφανισμό τους, ουδείς αποτολμά μια στοιχειώδη υπέρβαση. Γιατί; Διότι πρωτίστως δεν μπορούν, δεν γνωρίζουν το πώς. Και δεν έχουν την βούληση να ρισκάρουν το παραμικρό. Είναι τελειωμένοι. Είναι αυτοί που οδήγησαν τη χώρα σε αυτό το αδιέξοδο. Πώς είναι δυνατόν να τη σώσουν; Είναι οι άεργοι και ανεπάγγελτοι, οι πλουτίσαντες, οι νεποτιστές και διαπλεκόμενοι, μια αργόσχολη τάξη που επιβίωνε ανταλλάσσοντας εξαχρείωση με τους πολίτες-πελάτες. Πώς να αλλάξουν; Δεν αλλάζουν. Βρίσκονται ωστόσο στο τιμόνι του παραπαίοντος σκάφους, παγωμένοι και σταστισμένοι, και προσπαθούν ακόμη και τούτη την υστάτη ώρα, να το κυβερνήσουν σύμφωνα με τα δικά τους συμφέροντα και τις δικές τους χαμηλές δυνατότητες, εντελώς αυτονομημένοι από την κοινωνία, αποσπασμένοι από την πραγματικότητα. Δηλαδή, εκτός ιστορίας, άμοιροι της ιστορικής ευθύνης. Μοιραίοι.
Ζούμε δεινή κρίση ηγεμονίας, αλλά και δεινή κρίση ταυτότητας. Οι έως τώρα ηγεμονεύουσες ελίτ δεν θα υπάρχουν τα αμέσως επόμενα χρόνια, υπό την παρούσα μορφή. Πολλά μέρη τους θα εξαφανιστούν από το προσκήνιο, λίγα θα επιπλεύσουν· άλλα πρόσωπα, άλλοι σχηματισμοί θα εμφανιστούν για να εκφράσουν την κοινωνία όπως θα διαμορφώνεται μέσα από τις ωδίνες του νέου.
Η αγωνία της συλλογικής έκφρασης εμφανίζεται ήδη διάχυτη, με ποικίλα φανερώματα: κινήσεις πολιτών, ομάδες εθελοντών, περιοδικά, συλλογικά μπλογκ, στέκια. Οι νεότερες γενιές ιδίως, με ταπεινωμένο βίαια τον ορίζοντα προσδοκιών, κινούνται αργά μα σταθερά από το ατομοκεντρικό σύμπαν του ’90 και του ’00, το σύμπαν που τους διαμόρφωσε πνευματικά αλλά και τους φενάκισε, προς έναν κόσμο πιο συλλογικό.
Στις ηλικίες 20-40 βρίσκονται πολύτιμα κοιτάσματα ανθρώπινου δυναμικού, δυστυχώς λανθάνοντα και υπνώττοντα. Η ισχύσασα τάξις πραγμάτων απέκλειε συστηματικά τις νέες δυνάμεις από τα κέντρα σκέψεως και αποφάσεων, παρεκτός και αν ανήκαν σε πατριές και οικογένειες. Μετά την κορύφωση της κοινωνικής κινητικότητας, που παρατηρήθηκε τη δεκαετία του ’80 και σε μέρος του ’90, οι διαταξικές μετακινήσεις περιορίστηκαν δραστικά. Αυτή η κοινωνική δυσκινησία επηρέασε αρνητικά την πολιτική σκηνή και τη δημόσια διοίκηση, όπου επικράτησαν φαμίλιες και ανεπαρκείς πελάτες, αλλά επηρέασε αρνητικά ακόμη και την επιχειρηματική τάξη: η ρηχή εγχώρια αγορά κατελήφθη από εισαγόμενες νεοφιλελεύθερες ιδεοληψίες, χωρίς μελέτη των εν τω βάθει ελληνικών και μεσογειακών χαρακτήρων της οικονομίας (μικροϊδιοκτησία, πολυσθένεια, μικρές επιχειρήσεις). Το αποτέλεσμα το βλέπουμε: καρτέλ, κλεπτοκρατία, κρατικοδίαιτοι ιδιώτες, καταστροφή των μικρομεσαίων στρωμάτων.
Μεγάλο μέρος των νεότερων γενεών, που εισέρχονται τώρα στον παραγωγικό βίο με ζοφερές προοπτικές, διαθέτουν υψηλή τυπική μόρφωση και κυρίως ένα κοσμοπολίτικο πνεύμα, που δεν διέθεταν οι προηγούμενες γενιές. Είναι οι γενιές της παγκοσμιοποίησης και του Δικτύου. Και είναι ό,τι πολυτιμότερο διαθέτει τούτη η υπογεννητική, δημογραφικά γερασμένη χώρα, με το ανύπαρκτο ηθικό και τη σαρωτική απαισιοδοξία. Αλλά είναι αποκλεισμένοι, υποτιμημένοι, συμπιεσμένοι. Το σύστημα δεν τους υπολογίζει για μια εθνική αναγέννηση, ακριβώς διότι το σύστημα δεν ενδιαφέρεται για καμιά αναγέννηση, πλην της επιβίωσής του. Και δεν τους απευθύνεται· τους αγνοεί, τους θυσιάζει. Οι μεσαίας τάξης γονείς, αφού δαπάνησαν αισθήματα και χρήμα για τα βλαστάρια τους, βλέπουν τώρα, ανίσχυροι, έντρομοι, να μην μπορούν να υπερασπιστούν ούτε τα παιδιά τους ούτε τους εαυτούς τους ούτε, πολύ περισσότερο, τη μισερή κοινωνία που έφτιαξαν και ανέχθηκαν. Βρισκόμαστε ενώπιον ενός δραματικού παράδοξου: η ίδια η Ελλάδα θυσιάζει τα παιδιά της για τις αμαρτίες μιας άχρηστης και ανιστόρητης ελίτ.
Πώς θα κινητοποιηθούν αυτοί οι νέοι, και οι ωριμότεροι, με τις δυνάμεις τους και τις εμπειρίες τους; Εδώ εντοπίζεται η τραγική έλλειψη ηγεσίας, που θα ενέπνεε και θα συνήγειρε, αλλά και η έλλειψη ενός πεδίου αυτοαναγνώρισης, ενός ελαχίστου αισθήματος συνανήκειν. Οι ελλείψεις αυτές αλληλοτροφοδοτούνται, σχηματίζουν έναν βρόχο, μια λούπα. Αυτή η λούπα θα διαρραγεί το επόμενο διάστημα, αναπόφευκτα. Μέσα από τον πόνο της ρήξης, τον κουρνιαχτό των ερειπίων, θα αναδυθεί μια νέα Ελλάδα, με αυτογνωσία, κοινωνική κινητικότητα, πίστη και στόχο. Ενα στόχο κυρίως, τον δυσκολότερο: να επιβιώσει ελεύθερη.
Εγραφα προ μηνός («Διαβάζοντας τον θυμό στις ζωές των άλλων»): «Και ξάφνου η σχέση διακόπτεται, απότομα. Το παιδί αναχωρεί απ’ την εστία, μετακομίζει σε δικό του σπίτι, η επαφή αραιώνει ή χάνεται για μήνες, τα τηλεφωνήματα αραιώνουν, γίνονται με “απόκρυψη”. Αυτή η διακοπή με πάγωσε πιο πολύ απ΄όλα. Γιατί; Πώς; Τι θέλει να πει αυτή η διακοπή, η απόκρυψη, η απόσταση, η ρήξη; Μπαίνω στη θέση του «διακοπέντος» γονιού: Τι έκανα στραβά; Τι κάνω λάθος; Μπορεί όλα να είναι λάθος, μπορεί και τίποτε. Είναι θυμός, είναι πλήξη, είναι αίσθηση αποκλεισμού; Τι θυμώνει τον νέο τόσο, που διακόπτει τη σχέση με το σπίτι του και ενώνει το θυμό και το χνώτο του με συνομηλίκους όμοια θυμωμένους; Θέλει να αποδείξει ότι μπορεί να κάνει κάτι μόνος του, ενάντιο ίσως στον “σάπιο” κόσμο των μεγαλύτερων, των εξουσιών, των συστημάτων που τον ντρεσάρουν και τον αποκλείουν; »
Μερικές εβδομάδες αργότερα, έλαβα ένα μέιλ από το Λονδίνο. Με μια απάντηση: «Κανείς δεν μας είπε ποτέ “σε αγαπώ γι’ αυτό που είσαι”». Πόνεσε ο λαιμός μου. Το παραθέτω:
«Καλημέρα σας,
»Αρχικά να σας συστηθώ, με λένε Π., είμαι φοιτήτρια στα 24 (κάνω το μεταπτυχιακό μου στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου) και αναπόφευκτα έγινα κι εγώ ένας από αυτούς που “αναγκάστηκαν” να αφήσουν την πατρίδα επειδή “δεν υπάρχει” άλλος τρόπος επιβίωσης.
»Mε αφορμή ένα σας κείμενο “Διαβάζοντας τον θυμό στις ζωές των άλλων” παίρνω το θάρρος να σας γράψω για τις ανησυχίες που βιώνετε κι εσείς σαν γονιός που προσφέρετε τα πάντα στα παιδιά σας αλλά αναρωτιέστε για αυτή την απόσταση, την παύση επικοινωνίας και την οργή γύρω σας. Την αισθάνομαι κάθε μέρα, την κάνω πράξη συνειδητά πλέον και σας αποκαλύπτω ότι κρατώ απόσταση, γιατί πρέπει να δω τα πράγματα και να τα αξιολογήσω.
»Από τέτοια καθημερινή οικογένεια προέρχομαι κι εγώ, υπερ-σπουδαγμένη, με όλες τις ευκαιρίες στα πόδια μου. Αλλά κάτι με τρώει πάντα από μέσα (οργή το λένε). Δεν με ρώτησε κανείς ποτέ αν εγώ ήθελα να τα κάνω όλα αυτά, οι γονείς μου με θωράκισαν με χαρτιά, γιατί αλλιώς δεν έχω στον ήλιο μοίρα.
»Ετσι είναι; Μπορεί να είναι και έτσι, αλλά εμένα πάντα άλλα με ενοχλούσαν. Σκεφτόμουν ότι οι γονείς μου δε με αποδέχονται αλλιώς, ότι πρέπει διαρκώς να διαπραγματεύομαι την αξία μου και να αποδεικνύω ότι αξίζω και θα πάω μπροστά. Αλλιώς ξέρετε τι θα ήμουν; Ένα από αυτά τα παιδιά που όταν τα ρωτάς “τι σπουδάζεις;” αυτά σου απαντάνε (δειλά) τίποτα κι εσύ τα λυπάσαι τα καημένα γιατί δε τα κατάφερε στη ζωή του. Δεν πρόκοψε και είναι τεμπελόσκυλο.
»Έτσι φτάσαμε να αξιολογούμε τις ζωές μας; Και μετά μας φταίνε όλα; Το διαδίκτυο; Τα ΜΜΕ; Τα παιδιά σας και όλοι μας στρεφόμαστε σε εκείνους τους συνομήλικους που ασκούν τη μικρότερη κριτική πάνω μας και μας αποδέχονται όχι για τα πτυχία μας και τα κατορθώματα μας, αλλά γιατί υπάρχει ατόφια, καθαρή αγάπη και ανάγκη έκφρασης. Κάπως πρέπει να ακούσουν οι άλλοι αυτά που παράγει το κεφάλι μας. Με ορθόδοξα ή ανορθόδοξα μέσα. Είτε λέγεται ποίηση είτε λέγεται Πυρήνες της Φωτιάς.
»Κανείς δεν μας είπε ποτέ “σε αγαπώ γι’ αυτό που είσαι”, γιατί δε μας αφήσατε να γίνουμε αυτό που θέλουμε. Όσο καλό μας κάνετε με το να μας προστατεύετε, άλλο τόσο μας καταστρέψατε που δε μας αφήσατε να πάρουμε το δρόμο μας.
»Να ανησυχείτε που κρατάνε απόσταση τα παιδιά σας, ίσως βρούνε το δρόμο τους τελικά, κι ας θέλετε εσείς να τα τραβήξετε από το χέρι για να τα σώσετε και να τους δείξετε το σωστό. Αναρωτηθείτε μια στιγμή σε ποιόν κάνετε καλό και αν τελικά στη ζωή το καλό και το κακό, το σωστό και το λάθος είναι απλά μέτρο για να αξιολογείτε τα πράγματα και να τα βάζετε σε κουτιά. Οι άνθρωποι δεν θέλουν στρατηγικές και πολιτικές χειρισμού, δείξτε και νιώστε ότι η αγάπη σας δεν έχει τόσα μέτρα και σταθμά.
»Σας ευχαριστώ που με γεμίζετε με τόσο όμορφα κείμενα και σκέψεις. Ο Θεός να σας έχει καλά, συνεχίστε έτσι.
»Υ.Γ. Εγώ πάντα χορεύτρια μπαλέτου ήθελα να γίνω («άλλα είναι εκείνα που αγαπώ, / γι’ αλλού γι’ αλλού ξεκίνησα / σαν να μουν άλλος κι όχι εγώ / μες στη ζωή πορεύτηκα» ― το είπε κι ο Ελύτης).»
Διάβαζα την Κυριακή σε κυριακάτικη εφημερίδα τις μαρτυρίες των γονιών για τα παιδιά τους που συνελήφθησαν και δικάζονται ως μέλη της Συνωμοσίας των Πυρήνων της Φωτιάς. Στην αρχή, προτού διαβάσω, σαν πολίτης αγανάκτησα: ποιοι διοχετεύουν τη δικογραφία μιας εν εξελίξει δίκης στον Τύπο; Και μάλιστα αυτό το μέρος, το καυτό ιδιωτικό, τις μαρτυρίες γονιών για τα κατηγορούμενα παιδιά τους; Εν συνεχεία, σαν γονιός, υπέκυψα στον πειρασμό, και διάβασα. Και συγκλονίστηκα.
Διότι αυτό που ένιωσα μεσ’ απ΄την παγωμένη γλώσσα της δικογραφίας, μέσα απ’ τις κακογραφίες κάποιας δικαστικής υπαλλήλου, και τις απαντήσεις στα άκαμπτα ερωτήματα κάποιου ανακριτή, αυτό που ένιωσα ήταν η σημερινή μικρομεσαία Ελλάδα, η λαχταρισμένη οικογένεια, γονείς του μόχθου και παιδιά του σχολείου, άνθρωποι καθημερινοί, με προβλήματα τυπικά, με σχολεία συνηθισμένα, σε γειτονιές σαν τις δικές μας, με παρόμοιες σιωπές, ασυνεννοησίες, χάσματα, ελλείψεις.
Ενας πατέρας διηγείται πώς το παιδί του τον βοηθούσε στην ψαλτική στην εκκλησία της Μυρτιδιώτισσας και πώς διάβαζε κλασικούς της αναρχικής φιλολογίας και συζητούσαν για τον Γκάντι. Αλλος γονιός περιγράφει τις σπουδές του παιδιού στο τσέλο, άλλος λέει ότι το παιδί, φοιτητής του ΕΜΠ, ήταν του βιβλίου· δύο νεαροί συνδέονταν φιλικά από το σχολείο τους, το συντηρητικό Αρσάκειο, όλοι οι νεαροί εργάζονταν για το χαρτζιλίκι τους. Αυτά τα παιδιά θα μπορούσαν να ήταν τα δικά μας παιδιά.
Διαβάζοντας τις μαρτυρίες ένιωθα ότι διαπράττω τυμβωρυχία, ότι εισέρχομαι παρείσακτος στην οικογενειακή ζωή των διπλανών μου. Δεν μπορώ, δεν θέλω και δεν δικαιούμαι να κρίνω προθέσεις, ιδέες, σκέψεις, ασθήματα, σχέσεις. Ωστόσο διάβασα. Με λαιμαργία σχεδόν, και με οδύνη και με μια μυική σύσπαση στο στομάχι, με αδιόρατα τικ στο πρόσωπο. Γιατί σε αυτούς τους γονείς και σε αυτά τα παιδιά αναγνώριζα κάτι από τις οικογένειες των φίλων μου, και από τη δική μου οικογένεια, οικογένειες, ας πούμε, κανονικές, συνηθισμένες, μικρομεσαίες οικονομικά, με δύο γονείς που δουλεύουν και λείπουν αρκετά απ’ το σπίτι, με παιδιά που παρακολουθούν βαριεστημένα το σχολείο, που ακούνε ροκ και χιπ-χοπ, παίζουν γκέιμς, σουλατσάρουν σε ίντερνετ καφέ, τυραννιούνται με φροντιστήρια, δίνουν πανελλήνιες, φλερτάρουν, κοιμούνται μέχρι αργά, ξενυχτάνε, ψιλοκαυγαδίζουν με τους γονείς τους, τρώνε μαζί τις Κυριακές, επισκέπτονται τους παππούδες και τους νονούς δις τους έτους κ.ο.κ.
Και ξάφνου, διαβάζω, η σχέση διακόπτεται, απότομα. Το παιδί αναχωρεί απ’ την εστία, μετακομίζει σε δικό του σπίτι, η επαφή αραιώνει ή χάνεται για μήνες, τα τηλεφωνήματα αραιώνουν, γίνονται με “απόκρυψη”. Αυτή η διακοπή με πάγωσε πιο πολύ απ΄όλα. Γιατί; Πώς; Τι θέλει να πει αυτή η διακοπή, η απόκρυψη, η απόσταση, η ρήξη;
Μπαίνω στη θέση του «διακοπέντος» γονιού: Τι έκανα στραβά; Τι κάνω λάθος; Μπορεί όλα να είναι λάθος, μπορεί και τίποτε. Είναι θυμός, είναι πλήξη, είναι αίσθηση αποκλεισμού; Τι θυμώνει τον νέο τόσο, που διακόπτει τη σχέση με το σπίτι του και ενώνει το θυμό και το χνώτο του με συνομηλίκους όμοια θυμωμένους; Θέλει να αποδείξει ότι μπορεί να κάνει κάτι μόνος του, ενάντιο ίσως στον “σάπιο” κόσμο των μεγαλύτερων, των εξουσιών, των συστημάτων που τον ντρεσάρουν και τον αποκλείουν; Ενδεχομένως. Είναι η βία ενδημική πια στους νεότερους, κατοπτρική ενός βίου αποθηριωμένου, βίου ευκαιριών ανταγωνισμού, βίου δυνητικής χλιδής και διαρκούς φενάκης, βίου με είδωλα πλουτισμού και καμία ηθική ευθύνη, βίου ατομοκεντρικού και άπιστου, χωρίς σταθερές, χωρίς αξιακές αναφορές; Κι αυτά ισχύουν.
Κάτι λείπει για να το καταλάβω ολόκληρο. Πιάνω κομματάκια μόνο, κομματάκια ενός θρυμματισμένου κόσμου, που παράγει απέραντο θυμό, βία, αυτοκαταστροφή, διακοπή σχέσεων και αποκλεισμό. Αυτοτροφοδοτούμενες παρέες οργισμένων νέων, αγέλες υπαρξιακά θυμωμένων, που επιστρέφουν στην κοινωνία τον δηλητηριώδη θυμό που τους έχει προξενήσει. Αμετουσίωτη οργή, χωρίς μετασχηματισμό της, χωρίς διέξοδο για ανακούφιση, για αυτοσυχώρεση και συχώρεση του άλλου, χωρίς συμπόνια και έλεος, σαν ένα αρχέγονο τραύμα που διαρκώς πονάει. Αυτό το τραύμα, βουβό και χαίνον, βρίσκεται στο σώμα της κοινωνίας, ακατανόητο και ου φωνητό, αυτό δεν θέλουμε όχι να το ψαύσουμε αλλά ούτε καν να ακούσουμε ότι ίσως υπάρχει. Κι ας πονάει.
Μακάρι να μας γελάει το ένστικτο, μακάρι να πέφτουμε έξω, μακάρι οι φόβοι να είναι παράλογοι, αλλά αυτά τα σημάδια του θυμού, της ρήξης του κανονικού, της “διακοπής” και της “απόκρυψης”, της υπαρξιακής οργής της αγέλης, είναι σημάδια για πέτρινα, για μολυβένια χρόνια. Που δεν θα είναι μόνο ελληνικά. Μακάρι να πέφτουμε έξω.
φωτ.: Ελισάβετ Μωράκη
Η προχθεσινή μεγάλη πορεία δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων υπό βροχή θέτει εκ νέου το ερώτημα; Γιατί γιορτάζεται το Πολυτεχνείο, τριάντα τρία χρόνια μετά τη νεανική εξέγερση κατά της δικτατορίας;
Ακόμη και η λέξη γιορτή είναι προβληματική, για να περιγράψει την κατ’ έτος τελετουργική πορεία, τους λόγους, τις αψιμαχίες, τις σχετικές πανηγυρικές αναφορές στα σχολεία. Δεν είναι γιορτή· είναι τελετουργική ανάκληση ενός δραματικού συμβάντος, ενός ιστορικού συμβάντος, το οποίο εισφέρει τεράστιο συμβολικό βάρος στην πρόσφατη ιστορία, αφενός, διότι έδωσε στον ελληνικό λαό μια συλλογική αντιστασιακή ταυτότητα, ένα αντίβαρο για τα έξι προηγηθέντα χρόνια προσαρμογής και υποταγής στο πολιτικό kitsch των συνταγματαρχών.
Αφετέρου, το Πολυτεχνείο, περισσότερο από κάθε πρόσφατο ιστορικό συμβάν, ήταν μια έκρηξη προκληθείσα τυχαίως, μια έκρηξη που δεν καθοδηγήθηκε από κανέναν πολιτικό οργανισμό, μια έκρηξη που η επίσημη Αριστερά επiχείρησε να την αποτρέψει ή να την ελέγξει ως μη ώριμη, ήταν μια δραματική πράξη αντίστασης και αποκοτιάς, μια πράξη υπέρβασης.
Οι νέοι που κλείστηκαν στο Πολυτεχνείο και οι νέοι απέξω, οι νέοι που επυροβολούντο και έμεναν όρθιοι τραγουδώντας, αφελείς, παράτολμοι, σαλοί, υλοποίησαν ένα πυρακτωμένο υπόδειγμα αντιστασιακού ήθους, συνέχισαν μια μακρά παράδοση παράτολμων ηρωικών πράξεων, υπερβάσεων, ενσάρκωσαν το αντιστασιακό πνεύμα των Νεοελλήνων στην ύστερη νεωτερικότητα, όπως εκδηλώθηκε σε προηγούμενες ιστορικές στιγμές από άλλους παράτολμους, από τον ξεσηκωμό του ’21 ώς τον πόλεμο του ’40 και την Αντίσταση. Ετσι, αυτά τα τρελόπαιδα απέσυραν το πέπλο συνενοχής απ’ όλο το υπάκουο κοινωνικό σώμα.
Από αυτή τη σκοπιά, το Πολυτεχνείο είναι μια διαρκής υπενθύμιση της παράφορης νιότης, η οποία μπαίνει μπροστά χωρίς υπολογισμούς, χωρίς ιδιοτέλεια, άλλη από το άφημά της στο πάθος, στο θυμικό, στη διακινδύνευση, στην υπέρβαση. Μια ανάλογη υπέρβαση ζητεί απεγνωσμένα, μα βουβά ακόμη, ο ελληνικός λαός σήμερα· υπέρβαση του χθαμαλού εαυτού, του μαλθακού και κακομαθημένου, του υποταγμένου και υπερχρεωμένου. Ενα ξέσπασμα ζητείται, όχι τόσο δραματικό όσο του ’73, διότι ο εχθρός δεν είναι ο ίδιος, τώρα είναι πιο εσωτερικευμένος, λιγότερο προφανής, πάντως ξέσπασμα με ένταση και βάθος, με θάρρος και πίστη, που θα δράσει σαν καταλύτης και θα αποσύρει από τα μάτια μας το πέπλο της αναξιότητας, της αυτοϋποτίμησης, της ηττοπάθειας.
Οι απόκοτοι νέοι του ’73 πρόσφεραν στους γονείς τους μια νέα αφετηρία κι ένα ηθικό παράδειγμα· παρά τις θυσίες, παρά τις διώξεις, παρά την εθνική τραγωδία του ’74, το συμβάν Πολυτεχνείο τροφοδότησε με τη ζωτικότητά του τη νεογέννητη δημοκρατία ένα χρόνο αργότερα. Πολλές από τις προσδοκίες διαψεύσθηκαν, οι ματαιώσεις, η δημοκοπία, οι στρεβλώσεις δεν έλειψαν, ακόμη και από τους ίδιους τους πρωταγωνιστές του συμβάντος. Ωστόσο, το υπερβατικό σήμα, το συμβολικό φορτίο, η ηθική εκτίναξη, τροφοδότησαν και τροφοδοτούν ακόμη την πολιτική κοινωνία της μεταπολίτευσης. Τώρα χρειαζόμαστε μια νέα ώθηση φρονήματος, μια νέα υπέρβαση, με νέους τρόπους σε νέα συμφραζόμενα, για βαθιές, αρχαίες ανάγκες.
Οι πρόσφατοι ξυλοδαρμοί νεαρών εξελήφθησαν εν πολλοίς ως επεισόδια ακήρυκτου πολέμου μεταξύ στυλιστικών συμμοριών. Ας πούμε, οι trendy δέρνουν τους emo. Και: τι είναι trendy, τι είναι emo; – ακολουθεί ανάλυση των στυλ, ίσως και της συνοδού υποκουλτούρας ενός εκάστου στυλ.
Η τέτοια προσέγγιση της βίας ενέχει κινδύνους. Κυρίως έναν: να δούμε τη βία ως αισθητικό επεισόδιο, ως σύγκριση στυλ, ως αντιπαράθεση λαϊφστάιλ. Είναι και αυτό, αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Οπως ακριβώς οι συγκρούσεις των χούλιγκαν, με νεκρούς κάποτε, δεν πηγάζουν από τη διαφορά χρώματος φανέλας ή τακτικής των χαφ.
Κανείς δεκαεπτάχρονος που ζει στην Αθήνα κι έχει παραστεί σε επεισόδια, δεν έχει αμφιβολία για το πώς χαρακτηρίζονται οι ομήλικοί του που ορμούν με ψαλίδια και σουγιάδες σε γυμνασιόπαιδα emo, για να τους κόψουν τις φράντζες και να τους τσακίσουν τα πρόσωπα: είναι τραμπούκοι. Ετσι, σκέτα.
Αν συνεχίσεις την έρευνα, πιθανόν να ακούσεις για τους «κάγκουρες»: αγέλες ημιάγριων εφήβων από τις λαϊκές συνοικίες, με μοτασακό, που περιφέρονται έως ότου επισημάνουν ένα δυο ξεμοναχιασμένα παιδιά με φράντζες. «Γιατί κοιτάς, ρε;» – έτσι ξεκινάει η επαφή, για να καταλήξει ακαριαία σε ξυλοδαρμό.
Η συμπεριφορά αγέλης και η διασπορά βίας είναι χαρακτηριστικά μιας νεολαίας γεμάτης θυμό, χωρίς ομαλή ένταξη ή μύηση. Με γκρεμισμένο και απαξιωμένο σχολείο, με κοινωνία που μοιράζει αφειδώς υποκρισία και ανασφάλεια, με επαγγελματική διέξοδο τη διανομή πίτσας ή σεκιούριτι στη νύχτα, με τις ιδεολογίες μίσους να πωλούνται σε κάθε πάγκο του Ιντερνετ (New Age και φασίζουσες σέχτες), οι έφηβοι, κυρίως αυτοί οι ημιαποκλεισμένοι έφηβοι, ωθούνται στην επιθετικότητα, στον τυφλό ανταγωνισμό, στον αποκλεισμό των «άλλων», στη σύσταση αγελών εντός των οποίων αναγνωρίζονται. Το πέρασμα στην ενηλικίωση είναι πέρασμα προς την παραβατικότητα και την αποκλίνουσα συμπεριφορά. Η βία επί των ομηλίκων τους είναι ουσιαστικά η βία που γεννά η αποξένωσή τους, ο αποκλεισμός, ακούσιος και εκούσιος.
Ασφαλώς σε κάθε νεανικό περιβάλλον, σε κάθε εποχή, κάποιοι νταήδες δέρνουν τους πιο αδύναμους. Οι περιπτώσεις όμως αυτών των ξυλοδαρμών, στη Γλυφάδα ή το Σύνταγμα, έχουν χαρακτήρες αγελαίας συμπεριφοράς, είναι ιδίου γένους με τις συχνά μοιραίες συμπλοκές των λούμπεν χούλιγκαν. Η βία δεν είναι μόνο αισθητική.
Καθημερινή, 07.12.2007























