You are currently browsing the tag archive for the 'μνήμη' tag.

ielefantis_katzourakis

Ενα χρόνο από τον θάνατο του Αγγελου Ελεφάντη, ένας άλλος θάνατος, του Μιχάλη Παπαγιαννάκη, συνεργάτη και συνοδοιπόρου του στον “Πολίτη”, ανέβαλε το πολιτικό μνημόσυνο στο Εθνικό Ιδρυμα Ερευνών, την περασμένη Τετάρτη. Η κηδεία υπερισχύει του μνημοσύνου.

Επανέρχομαι. Οπως επανέρχονται οι φίλοι του και πνευματικοί συνοδοιπόροι, από τα χρόνια του Παρισιού, το ‘60, έως το 2008, οι συνομιλητές του Αγγελου Ελεφάντη, του γραφιά, του πολιτικού νου, του ιστορικού άνδρα, του ασκητή ανθρώπου, του κατεξοχήν διανοούμενου. Επανέρχομαι σε έναν άνδρα, τον οποίο συνάντησα στη νιότη μου, όταν αυτός ήταν ώριμος, μια γενιά μεγαλύτερος· με οδήγησε ο αδελφοποιτός Παντελής, δικός μου συνοδοιπόρος στη γραφή και στον εγκοινωνισμό.

Σε αυτόν τον δύσκολο άνδρα, με τα χρόνια και με πηγαινέλα, αναγνώρισα έναν μακρινό πρόγονο, έναν άτυπο δάσκαλο, ένα καταγωγικό ίχνος.  Δεν ήμουν κομμουνιστής, δεν ήμουν τυπικός αριστερός, δεν ερχόμουνα από οικογένεια ανταρτών ή αριστερών, ο Πόλεμος και ο Εμφύλιος είχαν χτυπήσει την πόρτα της οικογένειάς μου σαν Μοίρα, αφήνοντας θάνατο και πένθος μεταξύ γυναικών. Η ιστορία της γειτονιάς μου έμοιαζε περισσότερο με το Τρίτο Στεφάνι του Ταχτσή, παρά με τα Minima Memorialia του Ελεφάντη. Ομως στα είκοσι-κάτι μου, ροκάς και ελευθεριακός, συνεπαρμένος εξίσου από τον Φρανκ Ζάππα, τον Φίλιπ Ντικ, τον Ντεμπόρ και τον Βάλτερ Μπένγιαμιν, αναζητούσα προγόνους, πνευματικούς προγόνους, μύριζα τα πατήματά τους, τα μαρκαρίσματα των παλιότερων λύκων.

Ο Αγγελος Ελεφάντης ήταν ένας παλιός λύκος. Πολύ παλιότερος και βαθύς απ’ όσο τον κατάλαβα όταν τον πρωτογνώρισα, το ‘80, στην οδό Κέκροπος. Αρχισα να τον καταλαβαίνω μια δεκαετία αργότερα, όταν στήσαμε την εφημερίδα Εποχή. Αυτός μας μάζεψε, τριαντάρηδες πια, γραφιάδες ήδη, και μας έδωσε την ευκαιρία να γράφουμε πολιτικά κάθε βδομάδα, ελεύθερα, δηλαδή υπεύθυνα. Εκεί, στα Σάββατα του τυπογραφείου, στο γράψιμο επί του μαρμάρου, και σε όποια βόλτα ακολουθούσε σποράδην, άκουσα τον Αγγελο· τον άκουσα να κρίνει το γραφτό μου, τον ξανάκουσα να μιλάει για ληστές και αντάρτες, για βουνά, για πλοία μεταγωγών, για λαϊκούς ανθρώπους, για μνήμη βαθιά χαραγμένη, για τους ιδεότυπους του Καραγκιόζη· κι αυτά τα λίγα χρόνια κατ’ εβδομάδα σύμπλευσης, που γράφαμε πλάι-πλάι, είδα να μεταμορφώνεται και η γραφή του, να απλώνει, να μαλακώνει, να αποκτά μια τροπή αφηγηματική και ομιλητική, να αντηχεί χωνεμένα τις μιλιές των νεοτέρων, να γίνεται πιο πατρικός και αδελφικός. Να γράφει εντέλει: το κόμμα που μας έλαχε ― κι ο Σπύρος Ασδραχάς το εξήγησε ακαριαία: Τίμα ταν έλαχας Σπάρτην. 

Τολμώ να πω: ο αφηγητής του ξενυχτιού, ο συναρπαστικός συνομιλητής της ταβέρνας, ο λιτός και αυστηρός σύμβουλος στην ώρα της βιαστικής γραφής, ο μετασχηματισμένος ήδη αφηγητής, άφησε πίσω του οριστικά τα αλτουσεριανά σχήματα και τον όποιο βολονταρισμό, εκείνα τα χρόνια, του ‘90. Και οδηγήθηκε στο συγγραφικό επίτευγμα «Minima Memorialia – Η ιστορία του παππού μου», ένα μοναδικό κείμενο στα σύγχρονα ελληνικά γράμματα, χρονικό, μικροϊστορία, διήγηση και δοκίμιο μαζί, σμιλεμένο στην πέτρα, σκαμμένο σε αγριόξυλο με το τεράστιο τσεκούρι του αόρατου παππού.

Το κείμενο αυτό σαν συγκίνηση αισθητική και νοητική το βάζω πλάι στην «Ιστορία ενός αιχμαλώτου» του Στρατή Δούκα, πλάι στο «Σπίτι μου» της Μέλπως Αξιώτη, μόνο που εδώ δεν υπάρχει καν η αθωότητα του χρονικού, ή η ποιητική ροή της νοσταλγίας. Εδώ υπάρχει η συνειδητή απόφαση ενός βαθύτατα ιστορικού νου, να αφηγηθεί μια ιστορία-παραμύθι, μέσα από τα μισόλογα της γιαγιάς, θέλει να αφηγηθεί τον ματωμένο 20ό ελληνικό αιώνα σαν «ιστορία του λάθους», σαν το ατομικό πάθος που γίνεται αξεδιάλυτα συλλογικό, σαν το παρελθόν που είναι έτσι κι αλλιώς ιστορία: «παραμυθιάστηκα μ’ αυτή την ιστορία-παραμύθι, όπως στ’ αλήθεια παραμυθιασμένοι ήταν κι οι άνθρωποι όλ’ αυτά τα χρόνια που έφτιαξαν κι έζησαν την ιστορία τους» (σ. 16).

Αυτά τα λόγια του Α.Ε., γραμμένα το 2001, φωτίζουν όσα υποψιάστηκα από αυτόν, από τις σποραδικές αφηγήσεις του για «αρματολούς, κλέφτες, σαμαρίνες, τσοπαναραίους, ληστές, τσέτες λύκων, νομάδες…» Το καταγωγικό ίχνος που μας πρόσφερε ήταν ένα νήμα προς το ζων παρελθόν, προς την ιστορία σαν παραμύθι. Ετσι, σαν παλαιό άνθρωπο, σε ιστορία-παραμύθι, τον θυμάμαι.

ζωγραφική: Κυριάκος Κατζουράκης, “Τέμπλο”

H γυναίκα μου καμάρωνε τα φυτά της στη βεράντα, τα ονομάτιζε και διέτρεχε σύντομο ιστορικό παγετώνων, καυσώνων και βασάνων. Διέκρινα μιαν αδυναμία στα μυριστικά, στη λουίζα που έπιασε επιτέλους, στο δυόσμο, τα βασιλικά, σγουρό και πλατύφυλλο, το δεντρολίβανο και τη ματζουράνα· μα και στη λεμονιά, που έκαψε ο χιονιάς του περασμένου χειμώνα, αλλά ζωντάνεψε πάλι.

Ζήλεψα. Και θυμήθηκα. Λουλούδια και φυτά που στόλισαν τον βίο μου, από την γενέθλια αυλή του Πειραιά ώς τα μπαλκόνια των Εξαρχείων, μέσω Μυκόνου και Σύρου.

Θυμήθηκα ότι στον ενήλικο βίο μου δέθηκα συναισθηματικά, βαθιά, με δύο φυτά: το κεράκι και το φούλι. Αυτά μοσχομύριζαν επί πολλά χρόνια το εργένικο μπαλκόνι των φοιτητών, αυτά με συνόδεψαν στον έγγαμο βίο. Τα προσφιλή της, η κληρονομιά της, της θείας Μανταλένας, ό,τι κράτησα απ’ αυτήν όταν πέρασε απέναντι: την ευωδιά της μνήμης της. Κάθε που άνθιζαν, τη θυμόμουν· όταν τα πότιζα, τη θυμόμουν· όταν τα μύριζα, ήταν εκεί. Και πόσο ωραία φυτά, τι λουλούδια…

Ολη η ζωή μπορεί να αντιστοιχιστεί με φυτά, άνθη, χρώματα και μυρωδιές. Τα πρώτα που θυμάμαι ήταν της μάνας μου, στην αυλή και στη ταράτσα: θηριώδη δεντρόφυλλα, γαριφαλιές και ντάλιες. Η πιο ζωηρή παιδική ανάμνηση είναι οι ντάλιες, μωβ. Και οι παπαρούνες, Πάσχα του Μαραθώνα.

Η Μύκονος πρόσφερε κεφαλάγκαθα και ασφοντίλια αποξεραμένα, παντού μες στο σκληρό φως και το μελτέμι· αθάνατους κάπου στη Χώρα, λυγαριές στα λαγκάδια, ευωδιαστά τριαντάφυλλα στο στερνάκι του απάνω κήπου, κρινάκια της άμμου στον Κόρφο, γεράνια και γαριφαλιές σε ντενεκέδες φέτας αφημένους σε πεζούλες και γλυμμένους γρανίτες. Στο φόντο, τα δέντρα αυτής της φρυγμένης γης: φραγκοσυκιές, αμπέλια, συκιές, ευκάλυπτοι, ένας ταλαίπωρος αξός, μια συκαμνιά, λεμονίτσες προστατευμένες πίσω από καλαμιώνες. Και καλαμιώνες να θροϊζουν, να τραγουδούν, να φιλοξενούν αποδημητικά.

Στη Σύρο με υποδέχτηκαν γιασεμιά και γαρδένιες. Τα γιασεμιά, χιώτικα, αράπικα, τα έφτιαχναν γιρλάντες. Τις γαρδένιες τις έβαζαν σε μια κουπίτσα με νερό και κρατούσαν όλη τη βεγγέρα. Η Ερμούπολη, η Σύρος, ήταν αστική.

Κι ήταν εργατική και εγκαταλειμμένη. Στα αναρίθμητα χαλάσματα, στα “βουλιστά”, βασίλευαν οι μελισσιές και οι μολόχες, με ωραία άνθη, κι οι άσπλαχνες τσουκνίδες: αυτές εδέσποζαν στις εξερευνήσεις των τοπικών αγυιόπαιδων Χωκ Φιν. Σαν καλοκαίριασε, είδα την κάππαρη, καταρράκτη στους θαλασσόβραχους. Και παντού, πάντα, οι πελώριοι φοίνικες στην θεσπέσια Πλατεία, την κλειστή ιταλική πλατεία, σαν Ντε Κίρικο χωρίς τη μεταφυσική, στα πόδια του υπερήφανου δημαρχιακού μεγάρου· πελώριοι φοίνικες οριεντάλ, στην καρδιά του πιο συμπαγούς νεοκλασικισμού: Σμύρνη, Αλεξάνδρεια, Παλέρμο και Νάπολη, σμίγουν με γιασεμιά και γαρδένιες καταμεσής του Αιγαίου. Οι φοίνικες… Μετά τους συριανούς, ο φοίνικας που θυμάμαι περισσότερο φυτρώνει στην καρδιά του δηλιανού ερειπιώνα, ένας μονάχος, έτσι το θυμάμαι σε μια παιδική εκδρομή· κάτω απ’ τον λιγνό ίσκιο του, μου είπαν, κάτω απ’ το ανελέητο ηλιόφως ( το ‘νιωθα να μου τσουρουφλίζει τα βλέφαρα και διψούσα), γέννησε η Λητώ τον Απόλλωνα και την Αρτεμη. Φοίνικας, Φοίβος, Ηλιος. Δήλος.

Φυτά και άνθη τυλίγουν τις ζωές, και τις ποτίζουν γεωγραφίες, ταξίδια, υβρίδια, παράξενους γάμους, μεταφυτεύσεις και μετασχηματισμούς, συγκρητισμό· συγκρητισμό, αυτόν κυρίως. Πολύ αργότερα, διαβάζοντας για τη Μεσόγειο από τους ιστορικούς των Annales, έμαθα κατάπληκτος και γοητευμένος πότε ήρθαν εδώ τα δικά μας, τα μεσογειακά φυτά: η ασιατική γαρδένια και ο αυστραλιανός ευκάλυπτος, η αμερικανίδα ντομάτα, η πορτοκαλιά, ό,τι ήταν σήμα μας είχε έρθει από μακριά και ρίζωσε βαθιά κι έμεινε. Αυτή η γνώση δεν τα έκανε λιγότερα δικά μου.

Δεν μου αρέσει, μα την αγαπώ. Είμαι εγώ, όσο είμαι Κυκλάδες κι Αρχιπέλαγος. Στην Αθήνα η ζωή των φυτών ξεκίνησε με έναν φίκο. Σιωπηλό, ασκητικό, αόρατο, με ελάχιστες απαιτήσεις. Οι εγωιστές μετέφηβοι, για πολλά χρόνια δεν θα διέθεταν περισσότερο χρόνο και φροντίδα, παρά μόνο για τον μικρόφυλλο φίκο και το ανάλογο μπέντζαμιν. Θέριεψαν, παρ’ όλ’ αυτά, και μεταφυτεύτηκαν στο νησί. Κι εκεί το μπέντζαμιν-μπένγιαμιν άνθισε παράφορα και γεννοβόλησε.

Υστερα συντρόφεψα με το κεράκι και το φούλι ― τα ‘παμε. Αποχαιρέτισαν.

Τώρα ποτίζω ένα μπονζάι στο γραφείο, στο περβάζι κάτω απ’ τις περσίδες. Κι έναν πλατύφυλλο βασιλικό στο μπαλκονάκι του ακάλυπτου, στο σπίτι.

Ένα βλέμμα, Καθημερινή 22.06.2008

Ζωγραφική: Άννα-Μαρία Τσακάλη, 2007

buzz it!

ποστμαστερ

mail-3.gif

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 37,002 hits