You are currently browsing the tag archive for the ‘κρίση’ tag.

sneak preview

[...]

Σαν Ελληνaς, Hellene, Greek, Ρωμιός, Γραικός, Γιουνάν, βλέποντας την υστερική κλιμάκωση του βίντεο με τον εθνικό ύμνο στο τέλος, ένιωσα, πώς το λένε, embarassed.

Η στερεοτυπικότητα και εντέλει το kitsch, που σφραγίζουν το περιεχόμενο και τη φόρμα του viral, προκύπτουν αναπόφευκτα από την εννοιολογική προσέγγιση του θέματος. Οι Ελληνες, η Ελλάδα, η ελληνικότητα προσεγγίζονται ως προϊόν για rebranding. Αλλά μια χώρα, ένας λαός, ένα έθνος, οι αναπαραστάσεις τους και το συμβολικό πεδίο το οποίο συγκροτούν διαχρονικά, δεν είναι βεβαίως ένα προϊόν ή μια εταιρεία, δεν είναι μπίρα, κινητό ή αυτοκίνητο, δεν είναι καν τουριστικός προορισμός. Είναι δυναμικές έννοιες και ιστορικά υποκείμενα, με περιεχόμενα και ζητήσεις διαρκώς ανασημασιοδοτούμενα, είναι διαρκή διακυβεύματα και πολύσημη ανοιχτότητα. Η εννοιολογική αστοχία οδηγεί αναπόφευκτα στα απλοϊκά δίπολα του βίντεο, όπου το καλό στερεότυπο αντιπαραβάλλεται στο κακό στερεότυπο.

Η συμπαθητική, ερασιτεχνική και ανυστερόβουλη προσπάθεια της νέας καλλιτέχνιδος, προκαλεί εντούτοις το ενδιαφέρον μας: ακριβώς διότι μέσα από την εννοιολογική της σύγχυση δείχνει πράγματι την πολλαπλή πνευματική σύγχυση στην οποία βρίσκονται οι Ελληνες σήμερα. Η κρίση ράγισε την εικόνα εαυτού, μάλλον, τις εικόνες εαυτού που είχαμε στα χρόνια της πλησμονής και της αμεριμνησίας. Ας συγκρίνουμε μόνο την αυτοαντίληψη του Ελληνα το 2004 και το 2010-12· μέσα σε ελάχιστα χρόνια εξατμίστηκε η αυταρέσκεια, γκρεμίστηκε η πίστη στην Ισχυρά Ελλάδα, φάνηκε τοξική η λατρεία της συσσώρευσης.

Ράγισε η εικόνα: θα ήταν ορθότερο να λέγαμε ότι ραγίζει ο εαυτός· η κρίση μας κάνει άλλους, δεν μας δείχνει απλώς άλλους. Ζώντας όμως βυθισμένοι σε έναν κόσμο εικόνων, σε έναν κόσμο θεάματος και φενάκης, περιτριγυρισμένοι από αντίγραφα και ομοιώματα, όταν ραγίζει ο εαυτός, το σώμα κι η ψυχή, νομίζουμε ότι ραγίζει η εικόνα του, ενώ ο πυρήνας, το ον, παραμένει αδιατάρακτος. Γι’ αυτό λαχταράμε: βλάπτεται η εικόνα, να διορθώσουμε την εικόνα, τι βλέπουν οι ξένοι, τι θα πουν οι άλλοι.

Είπαμε: εικόνες εαυτού. Δεν μοιράζοντα όλοι οι Ελληνες μία εικόνα εαυτού. Απλώνονται σε ένα συνεχές: από τον υπεραυτάρεσκο Ελληναρά, που κακοβλέπει όλους όσοι δεν του μοιάζουν, έως τον κομπλεξικό που μυκτηρίζει την Ελλάδα και τη συγκρίνει διαρκώς με το Εξω. Κλειστότητα, υπεραναπλήρωση, στασιμότητα, πτωχαλαζονία. Κατωτερότητα, εθελοδουλία, σουσουδισμός, υποτέλεια. Και στα δύο άκρα εξόριστες είναι η υπερηφάνεια, η αυτογνωσία, η αυτονομία, ο αυτοκαθορισμός, οι στοχαστικές προσαρμογές.

Η ελληνικότητα δεν είναι προϊόν που αποζητά branding. Την φέρεις και σε φέρει, την ξεχνάς ενώ υπάρχει, την αλλάζεις και σε τρέφει. Είναι πολιτική και πνευματική αναζήτηση, είναι ταυτότητα υπό διαπραγμάτευση, είναι υπόσταση δυναμική εντός ιστορίας, με ρηγματώσεις, με τομές, με συνοχή και συνέχεια· έχει πριν, έχει μετά, αλλά κυρίως έχει τώρα. Η κρίση είναι πικρή και viral ― και μας διδάσκει.

Τώρα δίνεται η μάχη των δυνάμεων της αλλαγής, των μεταρρυθμίσεων, του ορθολογισμού, εναντίον των δυνάμεων του θυμού, της  ανυπακοής και της αδράνειας. Ο φίλος μού περιέγραφε αυτή τη μάχη με πάθος, με πίστη. Μιλήσαμε πολλή ώρα, διαφωνώντας και συμφωνώντας, για το πού βρίσκεται η Ελλάδα σήμερα, που βρίσκεται η Ευρώπη, τι είδους μετασχηματισμοί συμβαίνουν, πώς φανταζόμαστε το μέλλον, τι συμβαίνει στη γειτονιά του τον Αγιο Παντελεήμονα. Δεν με έπεισε, δεν τον έπεισα, άλλωστε δεν θέλαμε να πειστούμε, να συναντηθούμε θέλαμε, σαν φίλοι από παλιά, και να αναγνωρίσουμε πάλι κοινά καταγωγικά ίχνη, διαβάσματα, αναζητήσεις.

Μείναμε αρκετά στο δίπολο “θυμός-νηφαλιότητα”. Με συμβούλεψε να μην έχω θυμό. Δεν είχα, εκείνη την ώρα τουλάχιστον. Είχα όμως πολλά ερωτήματα, αμφιβολίες, απορίες, που μου προκαλούσαν δυσφορία· θα προτιμούσα να μπορώ να αποδεχτώ ένα σχήμα που τα εξηγεί όλα, όπως αυτό το διπολικό «ορθολογισμός εναντίον θυμικού» ή «μεταρρυθμίσεις εναντίον αδράνειας». Ενστικτωδώς όμως διακρίνω σε αυτά τα διπολικά σχήματα μια τεράστια αυθαιρεσία κατά τον ορισμό των πόλων, αφενός, και κατά το γέμισμά τους με περιεχόμενο, με υποκείμενα, αφετέρου.

Ας πούμε, τι ορίζουμε σήμερα ως ορθολογισμό; Τον λόγο του Γαλιλαίου, του Καρτέσιου, του Καντ; Ή τον λόγο όπως τον συζητούμε στον 21ο αιώνα, μετά τον Βιτγκενστάιν, τον Φουκώ, τον Ντελέζ, τον Μπουρντιέ; Είναι ο ορθός λόγος άχρωμος, άμοιρος του κυρίαρχου λόγου, του λόγου των νικητών, του λόγου της εξουσίας; Πώς ορίζουμε το θυμικό; Αριστοτελικά, φροϋδικά, λακανικά, λεξικογραφικά; Ποιος ορίζει το περιεχόμενο και τα υποκείμενα των μεταρρυθμίσεων; Σε αυτό θα απαντούσα με μια διερώτηση, τυπική στην πολιτική σκέψη: Who rules and who benefits? Ποιος είναι ο κυρίαρχος και ποιος ωφελείται; Εν ονόματι των μεταρρυθμισεων έχουν διαπραχθεί τα μεγαλύτερα εγκλήματα: τα ολοκληρωτικά καθεστώτα είναι πάντα ιδιαιτέρως ριζοσπαστικά. Και γιατί η αδράνεια, υπό τη μορφή του συντηρητισμού, της διατήρησης δυνάμεων σε μια συγκεκριμένη δυσμενή συγκυρία, να μην αποτελεί μιαν άμυνα των πληττομένων αδύναμων απέναντι σε δυνάμεις που τους σαρώνουν;

Ας μείνουμε σε αυτό: Ποια είναι τα υποκείμενα που καλούνται να δώσουν νόημα και πρακτικό περιεχόμενο στον ορθολογισμό ή τη μεταρρύθμιση; Και πάνω σε ποια άλλα υποκείμενα; Αναπόφευκτα, θα πρέπει να μιλήσουμε για σχέσεις εξουσίας, ξανά: Who benefits? Αναπόφευκτα βλέπουμε ότι τα δίπολα, “καθαρά” σε πρώτη ματιά, είναι στερεοτυπική ηθικολογία, δεν είναι πολιτικά προτάγματα, πόσω μάλλον πολιτική ανάγνωση της κρίσης.

Καταλαβαίνω την ανάγκη του φίλου μου για ξεκαθάρισμα του τοπίου, για αποσαφήνιση, για επιλογή δρόμου και τρόπου. Είναι θεμιτή και ανθρώπινη, είναι και δική μου. Πολύ φοβούμαι εντούτοις ότι απαιτείται πολύ μεγαλύτερος πνευματικός και ψυχικός μόχθος για να κατανοήσουμε ό,τι μας συμβαίνει, προτού διαλέξουμε δρόμους και στρατόπεδα. Και χρόνος, που είναι η ζωή μας.

Ας ξεκινήσουμε με μια παραδοχή: Η κρίση είναι σύμφυτη με τη νεωτερικότητα, μας θύμισε πρόσφατα ο φιλόσοφος Γιώργος Ξηροπαϊδης. Πιθανότατα βρισκόμαστε ενώπιον μιας μείζονος ρήξης της μεταπολεμικής κανονικότητας, στην ουρά ενός ιστορικού κύκλου που κλείνει, σύμφωνα με τη θεωρία του Ρώσου οικονομολόγου Ν. Κοντράτιεφ που εκτέλεσε ο Στάλιν. Σε μια τέτοια περίπτωση, είναι πρόδηλο ότι απαιτούνται άλλα διανοητικά εργαλεία, άλλες ψυχοπνευματικές προϋποθέσεις για να αντεπεξέλθουμε τη ρήξη και να φανταστούμε τον κόσμο στην άλλη όχθη του ρήγματος.

Η κρίση οδηγεί στην παραγωγή ενός νέου λόγου-discours, και ενός νέου ορθολογισμού, μάλιστα με αξίωση καθολικής ισχύος. Τα κράτη, μεγάλα και μικρά, αναπτυγμένα, παρηκμασμένα και αναδυόμενα, οι υπερεθνικοί σχηματισμοί όπως η Ε.Ε. και διεθνείς ρυθμιστικοί οργανισμοί, πραγματικές οικονομίες και κεφάλαια σωρευμένα σε σκιώδεις τράπεζες, δίκτυα γνώσεων και εμπορικοί δρόμοι, όλα θα αναδιαταχθούν, ενδεχομένως με κρότο και βία. Πάνω απ’ όλα, τα ίδια τα υποκείμενα της ιστορίας, οι άνθρωποι, θα αναδιαταχθούν: σαν έθνη, σαν λαοί, σαν μέλη κοινοτήτων, θα προχωρήσουν σε μια άλλη αυτοκατανόηση. Αυτό γινόταν πάντα.

Σε κάθε περίπτωση, το βολικό, ανακουφιστικό δίπολο «ορθολογισμός-θυμικό, φως-σκοτάδι» όχι μόνο δεν βοηθά αλλά συσκοτίζει και βυθίζει στο ανορθολογικό· είναι μάλλον μια προσευχή για απελπισμένους, ένα μάντρα προς εξορκισμόν των οβίδων. Μεταρρυθμίσεις θα έρθουν, αλλά δεν θα είναι αυτές που φανταζόμαστε τώρα ― αυτό ήθελα να πω στο φίλο μου, μα δεν το κατάφερα. Η ειρήνη δεν είναι αιώνια, και η πρόοδος δεν είναι απεριόριστη: είναι όση αντέχει ο πλανήτης.

Το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης στεγάζεται προσωρινά (για χρόνια) στο μοντερνιστικό κτίριο του Ωδείου Αθηνών, στα γυμνά του υπόγεια. Το ημιτελές κτίριο του Γιάννη Δεσποτόπουλου, μέρος ενός απραγματοποίητου φιλόδοξου συγκροτήματος, στέκεται ατημέλητο αλλά κομψό μες στο παρκάκι, ένα μαρμάρινο δείγμα αττικού Bauhaus, με σταθμευμένα οχήματα μες στην πόρτα του, με έφηβους σκεϊτάδες να ακροβατούν στα πεντελικά του μάρμαρα. Το όλον συνιστά καλλιτεχνικό συμβάν, προτού καν διαβείς την πόρτα. Μια οσμή βαλκάνιας φτώχειας ξεπροβάλλει, αλλά αποκρούεται από την κομψότητα του κτιρίου, την αρχοντιά των πεύκων, την ευγένεια των υπαλλήλων, την εισχώρηση του παρελθόντος μες στο παρόν, το υπεραισιόδοξο ’60-’70 του Ωδείου ξαποσταίνει μες στο ζοφερό 2012. Μια αίσθηση ξεπεσμένου αστισμού, λοιπόν, αλλά όχι παρακμή, μια αιώρηση ανάμεσα στο οικείο και το άγνωστο, ασταθής ισορροπία σε ιστορικό μεταίχμιο· προσλήψεις του υλικού περιβάλλοντος που εκβάλλουν σε μια μεταφυσική σύλληψη του τρέχοντος.

Δεν ξέρω αν μπήκα στο ωδείο-μουσείο με αυτή την αίσθηση, ή αν κατακάθισε εντός μου, αφού είδα στα έγκατά του τον «Ζωγράφο Α.Κ.», ένα ζωγραφικό μυθιστόρημα του Γιώργου Χατζημιχάλη. Διότι και το έργο του Χατζημιχάλη μου μετέδωσε παρόμοιες μεταφυσικές δονήσεις μέσα από εξόχως υλικά σημάδια. Ενας ζωγράφος αφηγείται ζωγραφικά τον βίο, το πνεύμα και την ψυχή ενός επινοημένου προσώπου, εν προκειμένω του Α.Κ., ζωγράφου το επάγγελμα, που γεννήθηκε στην Αθήνα το 1924 και πέθανε στα μέσα της δεκαετίας ’80. Ο Α.Κ. βιογραφείται μέσω των έργων του, από το πρώτα του 1939 έως τα τελευταία, των χρόνων του αυτοεγκλεισμού του, στην οικία Πολυλά 51, Κυπριάδου. Εξπρεσιονισμός, ανθρώπινες φιγούρες, αφαίρεση, τοπία, ξανά φιγούρες, κιβούρια, κενά, απουσίες· φουλ χρώμα, ολίγο χρώμα, καθόλου χρώμα, σκοτάδι· ζωγραφική, φωτογραφία, βίντεο, μακέτα. Διάφορα μέσα, διάφορες φόρμες, ένα χέρι όμως, ένα μάτι, και μια ψυχή που τρικυμίζει, επιπλέει, και στο τέλος βυθίζεται στη σιωπή. Στη σιωπή, σαν τον Παρθένη, διδάχο των Ελλήνων ζωγράφων. Στη γειτονιά των μεγάλων ζωγράφων, στην Κυπριάδου, του Κόντογλου και του Παπαλουκά, εκεί όπου ο Πικιώνης εντόπιζε μυστικά ρεύματα δροσιάς να κατεβαίνουν απ’ την Πάρνηθα.

Τα οκτώ χρόνια του εγκλεισμού του ο Α.Κ. ζωγραφίζει λεπτομέρειες του σπιτιού, όταν όλος ο κόσμος συστέλλεται και γίνεται σπίτι: πλακάκια, διακόπτες, ρουμπινέτα, σοβατεπί, δυο φέτες καλοριφέρ, μωσαϊκά, πόμολα, σύρτες, μεντεσέδες, γύψινες ροζέτες, ρωγμές, σκασίματα, κενά. Δεκάδες τετράγωνα πινακίδια, σελίδες τετραδίου, το ένα πλάι στ’ άλλο, φύλλα ημερολογίου. Είναι μια βαθύτατη, λεπταίσθητη ελεγεία για τον αστικό βίο εν Αθήναις, μια καθολικότητα κατορθωμένη με υλικά θραύσματα, βαθιά συγκινητική και ταυτόχρονα κλινικά ακριβής.

Ολα τα υπόλοιπα κεφάλαια, τα έργα, υπάρχουν για να καταλήξουν σε αυτή την αισθητική και πνευματική κορύφωση. Ζωγραφίζοντας, φωτογραφίζοντας, εικονίζοντας, ο Α.Κ. κυνηγάει την ψυχή των ανθρώπων, και τη βρίσκει όταν όλα βουβαίνονται και σιωπούν· όταν έχει στεγνώσει η ζωή, του αποκαλύπτεται η ουσία της τέχνης, και τότε σαν να γνέφει πάλι στη ζωή, δοξάζοντας τα πράγματα.

Ο βίος του Α.Κ. είναι η ζωγραφική στον 20ό αιώνα, οι αναζητήσεις και τα βάσανα των ζωγράφων, που παύουν να είναι αφηγητές του κόσμου και παρηγορητές των ανθρώπων, και γίνονται μοναχοδαρμένοι ήρωες, δημιουργοί των εαυτών τους. Κι είναι ακόμη μια σύνοψη του νεοελληνικού αστικού βίου, ένα τυραννισμένο χρονικό, φόρος τιμής στους δασκάλους των τεχνών, αλλά και φόρος τιμής στους σιωπηλούς ήρωες της ζωής, στους ανώνυμους, πλην όχι απρόσωπους, του ιστορικού πλήθους. Ο Α.Κ. δεν έχει ολόκληρο όνομα, κατάγεται από τους συνοπτικούς ήρωες του Κάφκα και του Καμύ, είναι υπαρξιακός ήρωας αλλά και ιστορικός άνθρωπος: πρωτοεκφράζεται στην αυγή του Δευτέρου Πολέμου, και σβήνει κατά τη δύση του Ψυχρού Πολέμου.

Εντοπίζω την ελληνικότητά του: τόση όση και η οικουμενικότητά του. Υπολογίζω το βάρος αυτού του μυθιστορήματος, του χρονικού, της παραβολής, στη σημερινή ιστορική σύμφραση: μου δείχνει τον Ελληνα του 21ου αιώνα, βασανισμένο, ραγισμένο, άτυχο, αλλά και βαθύ, πλούσιο, ποικίλο. Δεν εξωραΐζει, δεν νοσταλγεί, παρηγορεί κι εγκαρδιώνει, εξημερώνει. Ισως είναι ένα έργο που το γέννησε η κρίση: το άτομο τυρρανισμένο από την ύπαρξη, ζωγραφισμένο στο κάδρο της ιστορικής διάρκειας. Σίγουρα ένα έργο που έτσι είχα ανάγκη να το εισπνεύσω, ζεστό, ψυχρό, οικείο, απόμακρο, αθηναϊκό, οικουμενικό, θραυσμένο, καθολικό, σαν τις ψηφίδες των μωσαϊκών και τις ραγισματιές στα σπίτια μας. Ανάμεσα στην ύλη και τη μεταφυσική της.

Οπως και να παρουσιαστούν στον ελληνικό λαό τα αποτελέσματα του νέου Μνημονίου, η πραγματικότητα δεν αλλάζει: η χώρα έχει εισέλθει σε νέα ιστορική φάση, κατά την οποία η οικονομική υποδούλωση στους δανειστές συνεπιφέρει, εκτός από πολιτικές εξαρτήσεις, πτώση του βιοτικού επιπέδου και συρρίκνωση των κοινωνικών δικαιωμάτων. Οσα κερδήθηκαν μετά την εθνική καταστροφή του 1974 χάνονται, τα περισσότερα, με την παρούσα, άλλης τάξεως, καταστροφή. Με μια ουσιώδη διαφορά: η απώλεια τότε ήταν οριστική και πικρή μεν, πεπερασμένη και συγκεκριμένη δε. Η εθνική τραγωδία της Κύπρου έφερε την πτώση του δικτατορικού καθεστώτος και τη διάλυση του κράτους του. Ωστόσο, η πτώση άνοιγε μια νέα περίοδο, κατά την οποία μόνο τα καλύτερα μπορούσε να προσδοκά κανείς. Και συνέβησαν πολλά καλύτερα. Ο ελληνικός λαός ξεδίπλωσε τις δυνάμεις του, αξιοποίησε γεωπολιτικές και ιστορικές ευκαιρίες, στερέωσε δημοκρατικό κράτος και κοινωνία ευημερίας. Διήρκεσε ένα τρίτο του αιώνος.

Κατά αντιδιαστολή, σήμερα η πτώση, αφενός, βρίσκεται εν εξελίξει· άρχισε στο τέλος του 2009, αρχές του 2010, και δύο χρόνια αργότερα συνεχίζεται και βαθαίνει ακόμη. Δεν έχουμε πιάσει πάτο. Αφετέρου, πρόκειται για μια καταστροφή πολύμορφη, βαθιά, με ποικίλες προεκτάσεις, πέραν της οικονομικής αφετηρίας: κοινωνικές, πολιτικές, πολιτιστικές, ψυχικές. Δεν είναι εύκολο να εντοπίσεις εξωτερικό εχθρό: Είναι οι Γερμανοί; Η Ευρωπαϊκή Ενωση; Το ΔΝΤ; ΄Η μήπως η ίδια η διάρθρωση της Ευρωζώνης και η διεθνής οικονομική κρίση; Ακόμη πιο δύσκολο είναι να εντοπίσεις εσωτερικούς εχθρούς, προδότες και επίορκους – δεν είναι το ίδιο με τους χουντικούς που κατέλυσαν τη δημοκρατία και ξεπούλησαν την Κύπρο.

Η οικονομική δυσπραγία υποβαθμίζει βίαια το βιοτικό επίπεδο των Ελλήνων, αλλά το χειρότερο είναι η αδυναμία κατανόησης και η αβεβαιότητα: δεν μπορούν να κατανοήσουν πώς έφτασαν ώς εδώ, δεν γνωρίζουν πότε θα σταματήσει ο κατήφορος και, κυρίως, πώς θα ανακάμψουν. Αυτή η αδυναμία κατανόησης και η απώλεια αίσθησης του χρόνου είναι ο χειρότερος εχθρός: οι Ελληνες σήμερα ζουν σε μια χρονοδίνη που τους ρουφάει διαρκώς προς τα κάτω, προς το σκοτάδι. Αυτή η διαρκής πτώση παραλύει τον νου και παγώνει την ψυχή. Ως εκ τούτου οι Ελληνες αδυνατούν να μετρήσουν τις δυνάμεις τους, τις πολλές και αναξιοποίητες, που ασφαλώς υπάρχουν και που με αυτές ακριβώς θα αναδυθούν από την κρίση. Και αδυνατούν επίσης να ενεργοποιήσουν πλήρως τις δυνάμεις προφύλαξης από το σοκ, τις οποίες ασφαλώς εν αφθονία διαθέτουν.

Παγωμένοι, ζαρωμένοι, ακίνητοι, οι Ελληνες παρακολουθούν ένα πολιτικό σύστημα απαξιωμένο και θρυμματισμένο να διαπραγματεύεται εν πανικώ τις ιστορικές τύχες παρουσών και μελλουσών γενεών. Δεν πιστεύουν τίποτε απ’ όσα ακούνε, παρότι διακαώς θα ήθελαν να πιστέψουν και να ελπίσουν. Δυστυχώς, δεν πιστεύουν ούτε στους εαυτούς τους, στις αναγεννητικές τους δυνάμεις. Προς το παρόν. Διότι μετά κάθε καταστροφή, από το ’22 ώς το ’74, ακολούθησε μια ορισμένη αναγέννηση.

Οι τελευταίοι μήνες και ιδίως οι θερμοί Ιούλιος και Αύγουστος βρήκαν την Ελλάδα σε μια ιστορική καμπή. Η οικονομική κρίση ασφαλώς είναι αυτή που ορίζει τις συμπεριφορές, ατομικές και συλλογικές, αλλά γίνεται όλο και πιο φανερό, ακόμη και στον πιο ανυποψίαστο, ότι η κρίση είναι και κοινωνική και πολιτική. Θα τολμούσα να πω και πνευματική, υπό την έννοια ότι η κρίση αχρηστεύει τα εν χρήσει γνωστά εργαλεία και τις ορθόδοξες προσεγγίσεις· απαιτεί νέα σκέψη, τολμηρά βήματα, αυτοαναίρεση, κι αυτά λείπουν.

Οι εκτιμήσεις για το προσεχές μέλλον είναι δυσοίωνες. Τα οικονομικά στοιχεία της χώρας επιδεινώνονται σταθερά, η ύφεση ως το τέλος του 2011 εκτιμάται ότι θα υπερβεί το 5%, ίσως και το 6%, η ανεργία θα υπερβεί το 17,5%. Οι δείκτες αυτοί περιγράφουν μια οικονομία που πλήττεται από πολεμική σύρραξη. Το πολεμικό φόντο καταγράφεται πράγματι σε μια στάση του κοινωνικού σώματος όλο και πιο έκδηλη: σε μια διχοστασία, έναν ψυχικό και πολιτικό διχασμό, έναν ακήρυκτο εμφύλιο. Η εξήγηση δεν είναι μία και δεν είναι απλή. Ωστόσο, στη ρίζα αυτής της διχοστασίας βρίσκεται ο φόβος ενώπιον της κατάρρευσης του παλαιού, του γνώριμου, του οικείου ― καλό, ψυχρό, ανάποδο, δεν έχει σημασία. Η παλαιά κατάσταση καταρρέει υπό το βάρος των αμαρτιών της και ο καθείς σπεύδει να προφυλαχθεί κραδαίνοντας μια εξήγηση: φταίει αυτό το πρόσωπο, αυτό το κόμμα, αυτή η πολιτική ιδεολογία ή πρακτική. Ολες οι εξηγήσεις αναφέρονται στο παρελθόν, όλες αναζητούν υπεύθυνους, και όχι άδικα. Εντούτοις, οι εξηγήσεις αυτές πάσχουν στον πυρήνα τους: πρώτον αρθρώνονται με τα ίδια διανοητικά υλικά, τα υλικά της παλαιάς ερειπώδους κατάστασης. Δεύτερον, οι εξηγήσεις λειτουργούν περισσότερο σαν εξορκισμός του κακού και ελάχιστα σαν εφαλτήριο για υπερπήδηση της δυσχέρειας και δημιουργία.

Η κρίση παγώνει τη σκέψη, ο φόβος πνίγει τις δημιουργικές δυνάμεις. Παρότι θα περιμέναμε η απειλή να αφυπνίσει το ένστικτο αυτοσυντήρησης και να κινητοποιήσει δυνάμεις αντίστασης και αναγέννησης, αυτό που παρατηρείται προς το παρόν είναι το αντιδιαμετρικό του: Ο φόβος απελευθερώνει καταστροφικές ενορμήσεις, ο θυμός μένει αμετουσίωτος και στρέφεται εναντίον του διπλανού και εναντίον του συλλλογικού εαυτού εντέλει. Είναι μια αναγκαία φάση ασφαλώς, πλην όμως δαπανάται ζωτική ενέργεια σε μια κρίσιμη περίοδο, κατά την οποία ο ιστορικός χρόνος κυλά εξαιρετικά συμπυκνωμένος και εξαιρετικά απαιτητικός.

Αυτό το αδρό σχήμα ενδοψυχικής και ενδοκοινωνικής σύγκρουσης, αμφιθυμίας, ενδοβεβλημένου θυμού, μπορεί να εξηγήσει μέσες-άκρες και τη ζηλωτική συμπεριφορά κυβερνητικών ανδρών που εφαρμόζουν οδυνηρές πολιτικές, συχνά καταστροφικές και αδιέξοδες, ισχυριζόμενοι ότι μόνο αυτό μπορεί να γίνει και επιπλέον αυτό είναι το καλύτερο. Δεν λένε ψέματα, το πιστεύουν· το έχουν εσωτερικεύσει και το πιστεύουν, διότι δεν θα μπορούσαν να επιζήσουν διαφορετικά. Ασφαλώς υπάρχουν και οι κυνικοί και οι υποκριτές, ακόμη και οι κουτοί πολτικοί, αλλά δεν συζητάμε αυτό. Με τον ίδιο τρόπο σκέψης-δράσης, ένα είδος αυθυποβολής, πορεύονται και άλλοι πολίτες, τασσόμενοι με τη μία ή την άλλη ολοκληρωτική εξήγηση: αυτή είναι η μόνη λύση, δεν υπάρχει άλλη εναλλακτική.

Αντιλαμβανόμαστε βέβαια ότι αυτή η ζηλωτική στάση, η αρραγής σκέψη η σχεδόν φονταμενταλιστική, χωρίς καμία αμφιβολία, καμία ρωγμή ή αμυχή, περικλείει έναν πυρήνα ολοκληρωτισμού, και εφόσον η πεισματάρα πραγματικότητα επιμένει να διαψεύδει διαρκώς τους ζηλωτές, μπορεί να εκλύσει τεράστια ποσά ματαίωσης.

Την ίδια στιγμή, σε έναν παράλληλο κόσμο, η ίδια κρίση δρα σαν ισχυρό ναρκωτικό. Ικανό μέρος του πληθυσμού πορεύεται παγωμένο και μουδιασμένο, αναίσθητο, σαν ανέπαφο από οιωνούς, σημάδια και πλήγματα. Η τερατώδης αμεριμνησία των προηγούμενων χρόνων κυλά ακόμη στις φλέβες, η αδράνεια υπερνικά κάθε πραγματικό εμπόδιο, η αδράνεια αποκλείει τα εξωτερικά ερεθίσματα. Η αδράνεια μαζί με τον φόβο. Σε αυτή την περίπτωση η φόβος κινητοποιεί άλλο μηχανισμό: την άρνηση του πραγματικού. Εκεί όπου ο ζηλωτής δρα υπεραναπληρωτικά και φανατικά, πεπεισμένος ότι μπορεί να αναστρέψει την καταστροφή με τα ίδια εργαλεία που προκάλεσαν την καταστροφή, ο «αδρανής» αναχωρεί από το πραγματικό, το αρνείται, το σβήνει. Και εφόσον διαγράφει την πηγή του φόβου του, είναι σαν να μην αισθάνεται φόβο και πόνο. Μένει απαθής.

Αναπτύσσονται και άλλες συμπεριφορές, κινητοποιούνται και άλλοι μηχανισμοί άμυνας, μετουσίωσης της τρομακτικής πραγματικότητας της κρίσης, άλλοτε πιο πρωτόγονοι και άλλοτε πιο εκλεπτυσμένοι και σύνθετοι. Η βαριά δυσθυμία, η εκτεταμένη αθυμία, η κατάθλιψη, εντοπίζονται διάχυτες σε όλο το κοινωνικό σώμα· η δυσπιστία και η καχυποψία γενικεύονται, ο στοιχειώδης σχεδιασμός του μέλλοντος αναστέλλεται. Ολες αυτές οι συμπεριφορές έχουν ως κοινό παρονομαστή τη βία, είτε εσωτερικευμένη, συμπιεσμένη και μη εκτονωμένη, είτε εξωτερικευμένη, θορυβώδη, χαοτική.

Η κρίση διαρρηγνύει το άτομο, τις σταθερές του βίου του, απειλεί την οικογένειά του. Η κρίση διαρρηγνύει τις σταθερές του συλλογικού βίου, τις κανονικότητες, τις ροές. Φέρνει μαζί της και την πικρή, ακριβή επίγνωση: η κρίση, η ρήξη, η ανατροπή, η καταστροφή είναι σύμφυτες της νεωτερικότητας. Η μεταπολεμική ευημερία, η ειρήνη, ήταν ένα φωτεινό μακρύ διάλειμμα. Και τέλειωσε.

 

Λάζαρος Σώχος, Εφιππος Κολοκοτρώνης, ορείχαλκος. 1900. φωτ.: 02.07.2011
«…Διδάσκων τους λαούς πώς οι δούλοι γίνονται ελεύθεροι»

Οι αυριανές αυτοδιοικητικές εκλογές λαμβάνουν χώρα σε μια ιστορική στιγμή για την Ελλάδα, σε ένα μεταίχμιο. Ο παλιός κόσμος ψυχορραγεί από καιρό, και θα συνεχίσει για πολύ ακόμη. Ταυτοχρόνως, ο νέος κόσμος δεν ξεπροβάλλει, κανείς δεν μπορεί να διακρίνει το πρόσωπό του. Ολοι αισθάνονται όμως ότι η νέα Ελλάδα θα είναι πολύ διαφορετική· οι αλλαγές θα είναι βαθιές, και θα συντελεστούν γρήγορα, πολύ πιο γρήγορα και δραματικά απ’ όσο μπορούμε να σκεφτούμε τώρα, γιατί τώρα σκεφτόμαστε ακόμη με παλιά δεδομένα, παλιούς όρους.
Διάβασε παρακάτω

Οι καπνιστές, εξόριστοι στο προαύλιο, ανακαλύπτουν το γλυκό φως του αττικού δειλινού. Ο ήλιος γέρνει πιο νωρίς, καθώς οδεύει προς τη φθινοπωρινή ισημερία, θερμά χρώματα αστράφτουν στους υαλοπίνακες, μενεξελιά, ιώδη, έως τα μπλε της νυκτός.

Αυτό το φως ήταν πάντα παρόν, εθέρμαινε τις ψυχές, ξάνοιγε τη διάθεση. Για μήνες πολλούς, αυτό το σκληρό έτος 2010, δεν το βλέπαμε. Σοκ, κατάπληξη, φόβος, απογοήτευση, απαισιοδοξία, όριζαν τη συμπεριφορά μας. Κατήφεια και σκοτεινιά· τα ιώδη του αττικού δειλινού είχαν προσώρας ηττηθεί. Να όμως, που το φως νικάει και πάλι· έστω προσωρινά ανακόπτει την επέλαση του σκότους, της απαισιοδοξίας και της ηττοπάθειας.

Η κρίση πυροδότησε εκρήξεις απαισιοδοξίας και κασσανδρικών προβλέψεων. Ενίσχυσε επίσης μια προϋπάρχουσα τάση αυτοϋποτίμησης, αυτολοιδωρίας και αυτοοικτιρμού. Υπερεθνικιστές και μεταμοντέρνοι αριστεροί, νεοφιλελεύθεροι τεχνοκράτες και εξυπνάκηδες καφενείων, συνέκλιναν μαγικά στη διαρκή μαστίγωση του ποταπού Ελληνα, του οκνηρού, του διεφθαρμένου, του κρατικοδίαιτου, του ημιμαθούς, του οθωμανού, του σοβιετικού, του νεόπλουτου. Αξιος της χαλεπής του τύχης ο Ελληνας, του πρέπει η επιτροπεία και η υποδούλωση…

Στερεοτυπικός, ηθικολογικός, απόλυτος, κενός, ο λόγος αυτός γενικεύει, ισοπεδώνει και απαξιώνει· λόγος εντούτοις που βρίσκει απήχηση σε ένα πλήθος φοβισμένο, έτοιμο να πέσει στη μνησικακία, έτοιμο να σκεδάσει την ευθύνη μακριά από τον εαυτό του, στους άλλους. Ακόμη κι αν αυτοί οι άλλοι, οι Ελληνες, τον περιέχουν; Μα ναι, αυτός που καταφέρεται εναντίον του μίζερου ρωμέικου,ασφαλώς δεν είναι σαν κι αυτούς τους βδελυρούς ρωμιούς, εξαιρείται· από τον άμβωνα της εύκολης, μεγαληγορικής γκρίνιας του, ο νάρκισσος προφήτης κεραυνώνει όλους τους άλλους, πλην του ιδίου· ηδονίζεται με τη μνησικακία που διαχέει, με τη μνησικακία που τον διαποτίζει, με τη μνησικακία που τον κατατρώει εντέλει.

Ναι, η τέτοια υποτίμηση καταντά ίδια με την υπεραναπλήρωση: και οι δύο μηχανισμοί, από διαφορετικούς δρόμους, οδηγούν προς έναν πρωταθλητισμό απώλειας του πραγματικού. Ο μεν υποτιμά το γένος του, την κοινωνία όλη, κασσανδρικός διδάχος και υπέρτερος, για να μείνει ό ίδιος στον αφρό, εκτός κρίσεως, εφόσον όλοι είναι υπερμίζεροι, υπερκακομοίρηδες, έρμαια γονιδιακής τύχης χαλεπής. Ο δε πλειοδοτεί σε μυθικές αρετές και ιδιότητες, λαού μονίμων υπερηρώων και ελληνολεβέντηδων, χρισμένων με μύρα και υπέρτερα γονίδια. Και στις δύο περιπτώσεις ο κόσμος είναι φτωχός: είτε φως είτε σκοτάδι.

Νά όμως που το δειλινό στην Αττική μάς υπενθυμίζει τον πλούτο του ενδιάμεσου χώρου, της άπειρης παλέτας, των αισθημάτων που δεν στομώνονται, της συνείδησης που δεν ποδηγετείται από ηθικολογίες και μνησικακία. Η ελληνική κατάσταση σήμερα είναι σαν την αττική αμφιλύκη: φως και σκοτάδι, αρετές και ελαττώματα, αδυναμίες και υπερβάσεις, πραγματισμός και ελπίδα.

Ναι, οι Ελληνες δεν είναι ήρωες, δεν είναι υπερπροικισμένοι, δεν κατάγονται από Νεφελίμ και Ελοχίμ. Μα και όχι, δεν είναι ραγιάδες, άξεστοι, οκνοί, αναξιόπιστοι, διεφθαρμένοι. Οι δύο ακραίες προσεγγίσεις ανιχνεύονται σε πολλές στιγμές του νεοελληνικού ιστορικού βίου· είναι οι ξενόφοβοι και οι ξενόδουλοι, έτοιμοι οι μεν να κλειστούν στην ψευδοαυτάρκεια και στην αυταρέσκεια, οι δε να δοθούν σύσσωμοι στην εθελοδουλεία και στην υποταγή.

Και οι δύο προσεγγίσεις είναι βουτηγμένες μες στην ίδια βλακεία, και οι δύο οδηγούν στην ετερονομία και την ανελευθερία· και οι δύο τάσεις αναμετρούμενες μεταξύ τους, οδήγησαν σταθερά στον διχασμό και στον εμφύλιο, σε καταστροφές.

Να όμως που μες στην αμφιλύκη του ταραγμένου καιρού, πίσω και υπεράνω των επίορκων, των κλεφτών και των φοροφυγάδων, βλέπουμε τόσους πολλούς εκλεκτούς Ελληνες, στέρεους, ριζωμένους στη ζωή, λάτρεις της ζωής, θεράποντες του υψηλού, βαθείς γνώστες του πραγματικού, διακεκριμένους διεθνώς, και άλλους πολύ περισσότερους, άσημους μα εξίσου σημαντικούς. Βλέπουμε σκέψη, λογιοσύνη, επιστήμη, τέχνη να γεννιούνται διαρκώς, από ώριμους στοχαστές και νεότερους τεχνίτες. Ποιος τους γνωρίζει; Ποιος τους τιμά; Ποιος εμπνέεται από το ζωντανό τους παράδειγμα; Δεν είναι άγνωστοι στον τομέα τους, κάθε άλλο· είναι άγνωστοι όμως στο ευρύ κοινό, αυτό που χλευάζεται και μαστιγώνεται από παλαιές και μεταμοντέρνες κασσάνδρες.

Κι όμως, ο ευάριθμος ελληνισμός, ο δοκιμαζόμενος και λοιδωρούμενος σήμερα, έχει σπουδαία πρόσωπα να επιδείξει: Μαθηματικούς, φυσικούς, βιολόγους, γιατρούς, ιστορικούς, αρχαιολόγους διεθνούς ακτινοβολίας, που τιμούν την καταγωγή τους και επιστρέφουν στην πατρίδα τους γνώση και μαθητές· στο Κέμπριτζ, την Οξφόρδη, το CalTech, το Μπέρκλεϊ, το UCLA, το MIT, το Πρίνστον, την Ecole Normale Superieure, το CERN, την Χαϊδελβέργη, τη Ζυρίχη, την Κρήτη, την Αθήνα. Σε νοσοκομεία, εργαστήρια, σπουδαστήρια, αμφιθέατρα, βιβλιοθήκες, διοικήσεις μεγάλων επιχειρήσεων, διαπρέπουν αθόρυβοι σπουδαίοι Ελληνες, προερχόμενοι από αυτό τον λαό των λοιδωρούμενων ρωμιών, των γραικύλων, των βαλκάνιων και οθωμανών.

Οι άνθρωποι είναι το φως. Αυτό μας κληροδότησαν αρχαίοι διδάχοι, δημιουργοί του θαύματος της δημοκρατικής πολιτείας, κάτω από το ίδιο αττικό και ελλαδικό φως, στην ίδια αμφιλύκη μεταξύ υψηλού και φρικτού, μεταξύ λάμψης και πτώσης. Η παρούσα κατάσταση είναι ασφαλώς μια καμπή, μια παύση, ενδεχομένως παρακμή· εντούτοις μέσα της πάλλουν σπουδαίοι άνθρωποι, που ήταν ίδιοι και πριν από την κρίση, θα είναι ίδιοι και καλύτεροι και μετά την κρίση. Αυτοί, δηλαδή εμείς, θα περάσουμε από το λυκόφως στο λυκαυγές.

φωτ.: Ελισάβετ Μωράκη

Ο,τι μάς συμβαίνει είναι πρωτόγνωρο και σοκαριστικό, κι όχι επειδή είχαμε καλομάθει και γίναμε μαλθακοί, ούτε επειδή φταίνε καθ’ ολοκληρίαν οι παθογένειες του ελλαδικού κράτους και η οκνηροπονηρία του Ελληνος και τέτοια στερεοτυπικά. Οχι. Ο,τι συμβαίνει στην Ελλάδα τώρα και θα εξελίσσεται με σφοδρότητα μήνα με τον μήνα, είναι πρωτόγνωρο για όλη τη μεταπολεμική Ευρώπη. Η κρίση κρατικών χρεών, οι εγγενείς ασυμμετρίες στην Ε.Ε., η ταχύτατη συρρίκνωση του κράτους πρόνοιας, η ριζική αμφισβήτηση του κοινωνικού συμβολαίου, η εξουθενωτική πίεση στα μεσοστρώματα, η χειρουργική αφαίρεση του μέλλοντος, οι απειλές αποκλεισμού, ο μαζικός εκφοβισμός, η συλλογική ενοχοποίηση, όλα τούτα είναι πρωτόγνωρα για τους λαούς της μεταπολεμικής Ευρώπης, και ασφαλώς πρωτόγνωρα για τους Ελληνες της 36χρονης Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας.

Η επιχειρούμενη «λατινοαμερικανοποίηση» της Ευρώπης θέτει καινοφανή ερωτήματα στους πληττόμενους λαούς. Σε αυτά τα ερωτήματα είναι προφανές ότι δεν μπορούν πια να απαντήσουν οι πολιτικές ελίτ που κατέχουν σήμερα την εξουσία, διότι η σκέψη και η δράση τους είναι σχεδόν απολύτως ετερόφωτες και ετερόνομες· διότι αυτές ακριβώς οι ελίτ παρήγαγαν την παρούσα κρίση, είναι οργανικό μέρος της κρίσης· διότι τα διανοητικά εργαλεία τους είναι ξεπερασμένα. Τα εγχειρίδια Business Administration και Αssets Management των τεχνοκρατών που ασκούν πολιτικοοικονομική διαχείριση είναι απελπιστικά αστεία εφόδια για να αναμετρηθείς με τα σύνθετα γεωπολιτικά, ιστορικά και ανθρωπολογικά διακυβεύματα της πιο μεγάλης ίσως κρίσης του καπιταλισμού από το 1929. Η πολιτική τιμωρεί τους μάνατζερ, αλλά μαζί τιμωρεί πολύ επώδυνα και τα πλήθη που της γύρισαν την πλάτη.

Θα διακινδυνεύσω μια περιγραφή της ελληνικής περίπτωσης, με αφορμή την απουσία πρωτότυπων προσεγγίσεων και εννοιολογήσεων της κρίσης. Στον διαμορφωτικό 19ο αιώνα μεγάλα πνεύματα του ελληνισμού αναζήτησαν απαντήσεις κοιτώντας προς τη Δύση αλλά κυρίως προς τον χώρο τους και την παράδοσή τους. Συνέθεσαν πρωτότυπες, κοπιώδεις απαντήσεις, όχι πάντα λυσιτελείς, αλλά πάντα αυθεντικές, αυτόχθονες και τολμηρές: για το ποιοι είμαστε, από πού ερχόμαστε, που πάμε, τι μπορούμε να κάνουμε ― Σολωμός, Ζαμπέλιος, Παπαρρηγόπουλος, Κουμανούδης, Ροϊδης…

Μετά την ήττα του 1897, γεννήθηκε επίσης ένα νέο γηγενές πνεύμα, που εκφράστηκε πολιτικά, πνευματικά, καλλιτεχνικά, από τον Παλαμά έως τον Βενιζέλο. Στον μακρό 20ό αιώνα, μετά την καταστροφή του ’22, με ακόμη μεγαλύτερη ένταση, μια γενιά διανοουμένων, καλλιτεχνών και πολιτικών ανδρών στοχάστηκε με αυτόχθονες, αυθεντικούς όρους την ταυτότητα, τις δυνατότητες, την ιδιοσυστασία, τους δρόμους που ανοίγονται, άνδρες που επιχείρησαν μια ζεύξη του μοντέρνου με το παραδοσιακό, του διεθνούς με το εντόπιο, που είδαν τον εαυτό τους υπερήφανο και αυτοτελή. Μιλώ για τη λεγόμενη Γενιά του ’30, υπό ευρεία έννοια. Ο «κρατικός» Σεφέρης, ο υπερμοντέρνος Εγγονόπουλος, ο κεντρώος Θεοτοκάς, ο βυζαντινός Κόντογλου, ο αριστερός Δούκας, ο μυστικός Πικιώνης, ο ακατάτακτος Πεντζίκης, κ.ά., είδαν τον Ελληνα εαυτό με αγωνία και περηφάνια, σαν μέρος του Δυτικού όλου αλλά και σαν αυτόφωτο πρόσωπο. Η κληρονομιά τους είναι κληρονομιά υπερηφάνειας και αυθεντικότητας. Και κράτησε ζωντανό τον ελληνισμό του κρατιδίου μέσα από πολέμους, κατοχή, εμφύλιο, έως τη δικτατορία του ’67.

Στη μεταπολίτευση, αυτή η παράδοση πρωτογενούς σκέψης ατονεί ― για πολλούς λόγους. Ατονεί σταδιακά, έως νεκρώσεως, ακόμη και η πνευματική συνδεση των ελίτ με την ηπειρωτική Ευρώπη· παύει η τροφοδοσία από τη Γαλλία, την Ιταλία, τη Γερμανία. Οι ελίτ διαπαιδαγωγούνται πλέον αγγλοσαξωνικά, μαθαίνουν να σκέφτονται αγγλοαμερικάνικα, να καθρεφτίζονται σε υπερατλαντικούς καθρέφτες, να μην αναγνωρίζουν εαυτούς στην παράδοση. Καθίστανται ανίκανοι να σκεφτούν τον εαυτό και τον τόπο με όρους άλλους εκτός των κολεγιακών εγχειριδίων· ανίκανοι να σκεφτούν την γεωπολιτική και ιστορική Ελλάδα δυναμικά, με όρους αυτοτέλειας και ιστορικότητας. Οι ελίτ σήμερα παπαγαλίζουν αγγλοσαξωνικά, βλέπουν την Ελλάδα μηχανικά, σαν case study, τη βάζουν σε excelάκια στο λάπτοπ· ορισμένως: τη βλέπουν απ’ έξω, σαν ξένοι, που μάλιστα ντρέπονται και λίγο για το μεσογειακό και βαλκάνιο χούι, ντρέπονται για τους φτωχούς και άξεστους γονείς τους. Ντρέπονται για τον άξεστο Μακρυγιάννη, τον Καραϊσκάκη, τον Καβάφη, τον Σεφέρη; Ναι, ντρέπονται, επειδή οι ίδιοι είναι άξεστοι, άμοιροι παιδείας, ημετέρας και θύραθεν, επειδή είναι ετερόφωτοι ή άφωτοι, επαρχιώτες της Δύσεως και όχι πρωταγωνιστές της.

Είπαμε, βλέπουν την Ελλάδα απέξω, με το κυάλι αντεστραμμένο, και τη σκέφτονται αγγλικά, δηλαδή τεχνικά και αποσπασματικά. Δεν βλέπουν τον κόσμο από εδώ προς τα εκεί· και δεν τον σκέφτονται ελληνικά, δηλαδή ιστορικά και καθολικά. Και η Ελλάδα βουλιάζει.

Βαρύς ο Δεκέμβρης φέτος. Παρά την εκλογική μεταστροφή, παρά τη νέα κυβέρνηση και τις, συγκρατημένες έστω, ελπίδες που τη συνόδεψαν, η βαρυθυμία αυξάνει καθώς πλησιάζουμε στις γιορτές. Τα μηνύματα από την υπερπρωτεύουσα των Βρυξελών και από τον ευρωπαϊκό Τύπο είναι αποκαρδιωτικά, έως εκφοβιστικά. Λίγο-πολύ, λοιδωρούν την Ελλάδα, περιγράφοντάς την ως χώρα υπό χρεωκοπία, σαν Ντουμπάι της Μεσογείου, σαν τον μεγάλο ασθενή της ζώνης του ευρώ.

Προσηλωμένη στον θεσμισμένο νεοφιλελευθερισμό της, η Ε.Ε. δυσανασχετεί με την απείθαρχη και αναξιόπιστη Ελλάδα. Δικαίως, ως ένα βαθμό. Το 2004, με την απογραφή η Ελλάδα κατήγγειλε τον εαυτό της για δημιουργική λογιστική· το 2009 πάλι καταγγέλλει εαυτόν για ψευδή στοιχεία και δημιουργική στατιστική. Οι θεαματικές ασυνέχειες του ελληνικού κράτους έχουν βαριές συνέπειες για την κοινωνία: βγάζουμε τα μάτια μας. Οδηγημένες μόνο από το πάθος τους για την εξουσία, τυφλές και ράθυμες, οι εγχώριες ελίτ έχουν εξορίσει κάθε πολιτική επεξεργασία των πολλών και ακανθωδών προβλημάτων, κάθε σκέψη με ιστορικές απαιτήσεις, κάθε πολιτική δράση που απαιτεί ειλικρίνεια και ανάληψη ρίσκου. Η κοινωνία και τα σύνθετα προβλήματά της αντιμετωπίζονται με τεχνικές επικοινωνίας, με εργαλειακή σκέψη, με τεχνοκρατική νοοτροπία ― εντελώς απολιτικά όλα αυτά.

Η συρροή σκανδάλων, η δομική διαφθορά που κατατρώει τη διοίκηση και το κοινωνικό σώμα, η ανικανότητα και το ψεύδος, έχουν απογυμνώσει τις ηγεσίες από την πολιτική νομιμοποίηση, την απολύτως αναγκαία για να ζητήσουν συναίνεση και θυσίες, σε μια ιστορική καμπή. Ο πρωθυπουργός σε κάθε υπουργικό συμβούλιο καλεί την τηλεόραση και εμμέσως απευθύνει διάγγελμα στον λαό. Εχει όμως το σθένος και το απαιτούμενο πολιτικό κεφάλαιο, ώστε να συνεγείρει τον δύσθυμο λαό, να τον καλέσει σε συστράτευση για εθνική και κοινωνική ανασυγκρότηση, να ζητήσει θυσίες, να ξεβαλτώσει η χώρα και να επιχειρηθεί η φυγή προς τα εμπρός; Αυτό τον σκοτεινό Δεκέμβρη του ’09, δεν φαίνεται πιθανό τέτοιο ενδεχόμενο.

Η οικονομική κρίση επιστέφει την πολυδιαπιστωμένη πολιτική κρίση, οξύνει την ήδη σοβούσα κοινωνική κρίση, δείχνει ακόμη πιο δραματική την κρίση θεσμών και αξιών. Κάποια από τα βαθύτερα αίτια της εξέγερσης του περσινού Δεκέμβρη παραμένουν ίδια, σκοτεινά και απαράλλαχτα ― παρότι διάφοροι φαιδροθλιβεροί καθηγητίσκοι επιμένουν ότι αυτό το συμβάν δεν συνέβη ποτέ. Η δύσθυμη μεταδημοκρατία, με τις αρχαϊκές αδυναμίες και τον υπερμοντέρνο ζόφο, δεν άλλαξε επειδή άλλαξε κυβέρνηση. Τα μεσαία στρώματα πλήττονται από την κρίση και φοβούνται τα χειρότερα· τα κατώτερα στρώματα τρέμουν τη διολίσθησή τους προς τον αποκλεισμό. Και στα μάτια μεγάλου μέρους της νεολαίας το κράτος και η ηγεσία του έχουν πλήρως απονομιμοποιηθεί· αυτό, μεταξύ άλλων, φέρνει και άγνοια κινδύνου, έλλειψη φόβου, αποκοτιά, αφέλεια, διογκωμένο ναρκισισμό, αυτοκαταστροφικές τάσεις, μηδενισμό.

Το ερεθισμένο νευρικό σύστημα της νεολαίας, παραπαίον ανάμεσα σε ναρκισσιστικούς συναγερμούς και μελαγχολικές βυθίσεις, επηρεάζει αντινομικά την υπόλοιπη κοινωνία των ενηλίκων, ήδη αποσταθεροποιημένη και έμφοβη. Δικαίως. Οχι μόνο επειδή πολλές πηγές δυσθυμίας είναι κοινές, αλλά και γιατί αυτοί οι νέοι αλληλεπιδρούν άμεσα με τις καταγωγικές τους οικογένειες. Εξ ου και οι νενανικές υπερβάσεις, οι ακρότητες και οι αστοχίες, δεν καταδικάζονται αναλόγως αυστηρά από όλους. Οσοι είναι γονείς, κατά τεκμήριο, δείχνουν άλλη κατανόηση, άλλη ανοχή.

Κατανόηση, ανοχή: ιδού τα καταχωμένα, φθαρμένα θεμέλια της δυσθυμούσας κοινωνίας μας. (Θα πρόσθετα: και αυτοπειθαρχία και αυτοσεβασμός, αλλά ας μείνουμε στα πρώτα.) Την κατανόηση ας την εννοήσουμε και ως συμπάθεια, ως ενσυναίσθηση: να μπορούμε και να θέλουμε όχι μόνο να καταλάβουμε αλλά και να συναισθανθούμε, να συμπονέσουμε και να μοιραστούμε. Με διατρέχει μια εμμονή με αυτή την έννοια, αυτή τη στάση, εκ του ρομαντισμού αντλούμενη· θεωρώ ότι είναι πυλώνας του συλλογικού βίου ελεύθερων ανθρώπων. Μαζί, η ανοχή, κληρονομιά ελευθεριακή και φιλελεύθερη, διαφωτιστική.

Αυτή η κληρονομιά, αυτή η ηθική και ιστορική στάση λείπει σήμερα. Ποτισμένοι από κανιβαλικό ατομικισμό, νάρκισσοι και μόνοι, υποταγμένοι και ετερόνομοι, ανήμποροι να αφουγκραστούμε τους γόνους μας, απρόθυμοι να αναλάβουμε ευθύνες και ρίσκα, βλέπουμε τη συλλογική ζωή να βουλιάζει στη διαφθορά και την απάθεια, και αντιδρούμε με εργαλειακούς σπασμούς, λέμε ότι για το χάλι μας φταίει το spread ομολόγων και η διεθνής κερδοσκοπία. Δεν φταίνε αυτά. Εμείς φταίμε.

φωτ.: Ελισάβετ Μωράκη

PaspalisVasileios

Υπάρχει κρίση; Ή δεν υπάρχει; Μήπως υπάρχει μεν, αλλά προβλέπεται κάποια φάση ανάκαμψης από τον επόμενο χρόνο; Τα μηνύματα είναι αντιφατικά. Την περασμένη εβδομάδα διαπιστώθηκε επισήμως έκρηξη της ανεργίας στην Ελλάδα ― μάλιστα, της φανερής, καταγεγραμμένης ανεργίας. Μόνο το τελευταίο οκτάμηνο 163.729 άνθρωποι βρέθηκαν άνεργοι· οι απολύσεις αυξήθηκαν κατά 11,7 το α’ τρίμηνο, ενώ οι προσλήψεις μειώθηκαν κατά 19% για το 2008.

Ταυτοχρόνως, κορυφαίοι επιτελικοί κεντρικών τραπεζών, όπως λ.χ. ο αντιπρόεδρος της ΕΚΤ Λουκάς Παπαδήμος, προβλέπουν ανάκαμψη από το 2011, ενώ στα χρηματιστήρια, μετά την κατάρρευση, το παιχνίδι με χαρτιά και προεξοφλήσεις προσδοκιών συνεχίζεται ως εάν να μη συμβαίνει τίποτε. Ως εάν… Τι κι αν ο Πολ Κρούγκμαν και άλλοι οικονομολόγοι, που είχαν μάλιστα επικρίνει τον άγριο νεοφιλελευθερισμό και είχαν προβλέψει τα χείριστα, μιλούν για δύσκολη και επώδυνη έξοδο από την κρίση, μιλούν για αλλαγή παραδείγματος και για ανάγκη παρέμβασης των κοινωνιών στην αυτονομημένη σφαίρα της οικονομίας;

Μπορούμε να αναφέρουμε και άλλα πολλά παραδείγματα, για τα διφυή, αντικορυόμενα μηνύματα. Το μήνυμα προς τις μεγάλες επιχειρήσεις είναι: κρίση είναι , θα περάσει, λάβετε θέσεις για να είσθε πιο ανταγωνιστικοί και πιο κερδοφόροι μετά την ύφεση· και σε αυτή τη δύσκολη φάση, τα κράτη θα συνεισφέρουν με γενναιοδωρία κεφάλαια και διευκολύνσεις. Το μήνυμα προς τον κόσμο της εργασίας είναι: η κρίση βαθαίνει και σας αφορά· θέσεις εργασίας χάνονται και θα χάνονται διαρκώς· ξεχάστε το παλαιό καθεστώς κοινωνικής προστασίας, προσφέρετε μεροκάματα και μισθούς για διάσωση των επιχειρήσεων, το μέλλον έχει πολλή ξηρασία.

Τι πράγματι συμβαίνει; Και τα δύο. Ο καζινοκαπιταλισμός, που θέριεψε τις τελευταίες δεκαετίες, με την εκδήλωση της χρηματοπιστωτικής κρίσης επλήγη υλικά και, προς στιγμήν, απονομιμοποήθηκε, έχασε το αλάθητο και τη μονοκρατορία. Ακόμη και οι πιο πιστοί απολογητές του, είτε βουβάθηκαν είτε άρχισαν να συνηγορούν θερμά υπέρ της ρύθμισης, των κρατικών παρεμβάσεων, και βέβαια υπέρ της αρωγής: δισεκατομμύρια δημόσιου χρήματος σε τράπεζες και εταιρείες, για να μην παγώσει η αγορά. Ομως η αγορά παγώνει. Διότι οι πολίτες-εργαζόμενοι-καταναλωτές μένουν χωρίς δουλειά και χρήμα, στεγνοί, απελπισμένοι, τρομοκρατημένοι. Πρώτοι οι εργαζόμενοι δέχονται την παλίρροια της κρίσης, ως εάν η εργασία να φταίει για τα τοξικά προϊόντα και την κερδοσκοπική κυκλοφορία χρήματος και την εκθεμελίωση της πίστης. Ως εάν η εργασία να φταίει για την απαξίωση της εργασίας και τον ευτελισμό του ανθρώπου-πολίτη-εργαζόμενου από ένα σύστημα που τρέφεται με δημιουργία υπεραξιών και όχι αξιών.

Οπως ήδη έχουν πει πολλοί, η κρίση είναι πολιτική. Και πολιτικής υφής είναι η διχοστασία των εκτιμήσεων για την πορεία και την έκβαση της κρίσης. Οταν δεν μπορείς να διακρίνεις την ιδιοτέλεια πίσω από τα λόγια, αυτό το αντιφατικό διπλό μήνυμα είναι σαν το double bind της ψυχανάλυσης και της ανθρωπολογίας: είναι σχιζοφρενιογόνο.

Και είναι ιδιοτελές. Το διπλό μήνυμα υπηρετεί την τάξη πραγμάτων προ της κρίσης, πριν από την ηθική ήττα και την απονομιμοποίηση του νεοφιλελευθερισμού. Μετά το πρώτο σοκ, μετά τις οργισμένες και συχνά οξυδερκείς απαντήσεις πολιτικών ηγετών που πιάστηκαν στον ύπνο, μετά την κατάπληξη και την οργή των πληττόμενων λαών, μετά τον φόβο για κοινωνικές εκρήξεις, μετά τη ροή του δημόσιου χρήματος για ανάταξη των λαβωμένων κολοσσών που παρήγαγαν την κρίση, το σύστημα ανακάμπτει. Ο κόσμος κουράζεται, είναι φοβισμένος, η χρόνια πλύση εγκεφάλου λειτουργεί, τον στέλνει υποταγμένο και πειθήνιο στη Γιουροβίζιον και τη δημοκρατία των ψήφων SMS. To σύστημα που παρήγαγε κρίση, πλιάτσικο και καταλήστευση του πλούτου των εθνών, προσπαθεί να πέσει στα μαλακά, να εξηγήσει ότι η κρίση είναι τεχνική, και εν πάση περιπτώσει θα περάσει ― αλλά με θυσίες. Μονομερείς θυσίες βεβαίως. Θυσίες εις βάρος του κόσμου της εργασίας, με γενίκευση τoυ part time και του stage, με ασπιρίνες και μαντζούνια για θεραπεία της συστημικής νόσου, με ψεύδη και υπονομεύσεις στο σώμα της ήδη νοσούσας και λειψής δημοκρατίας.

Το διπλό μήνυμα, το double bind, είναι η ρητή έκφραση μιας ιδιότυπης Παλινόρθωσης που ήδη τελείται: επαναφορά στην κανονικότητα του εικονικού χρήματος, του τερατωδώς άνισου πλούτου και της οικουμενικής διασποράς ληστευμένων ζωών.

ζωγραφική: Βασίλειος Πάσπαλης

buzz it!

adonisvolanakis

 

H κρίση πλήττει όχι μόνο τις τράπεζες και τα golden boys, πλήττει ήδη τα μεγάλα εισοδήματα, όσα γιγαντώθηκαν με υπεραξίες και παγκοσμιοποιημένες κινήσεις χρήματος. Υπό μία έννοια, το εικονικό χρήμα ξεφουσκώνει, και οι εκρηκτικές ανισότητες μειώνονται. Αλλά η ύφεση που όλοι φοβούνται θα πλήξει βαρύτατα τα χαμηλά εισοδήματα, τα λαϊκά στρώματα, τα πλήθη που ζουν καταναλώνοντας παρόν, που σιζίτονται μόνο εκ της εργασίας τους· τα πλήθη που μεταναστεύουν μαζικά, εδώ και δεκαετίες, από τον Τρίτο και τον Δεύτερο Κόσμο, σαν φωτοπεταλούδες προς τις βιτρίνες του Πρώτου Κόσμου· τα μικρομεσαία πλήθη που γνώρισαν μερικές δεκαετίες ευημερίας μετά τον Πόλεμο, και τώρα καλούνται να συνεισφέρουν το υστέρημά τους, ασφάλιση, κοινωνικές παροχές, τιμαριθμική προσαρμογή μισθού, σχολείο, νοσοκομείο, αποταμίευση, για να ανορθωθεί το σύστημα που τους ρήμαξε.

Είναι αντιφατικό ασφαλώς, σχεδόν παράλογο, το δημόσιο χρήμα να σπεύδει να ανορθώσει τα ερείπια που αφήνουν πίσω τους οι αυτορυθμιζόμενες αγορές, αλλά αναλόγως παράλογη ήταν η νεοφιλελεύθερη αυτορύθμιση των αγορών ερήμην των κοινωνιών, που συνέβαινε τις τελευταίες δεκαετίες.

Αναλόγως παράλογη ήταν η πολιτική που οδήγησε σε αυτό το εκκρεμές: κρατισμός-αγορά-κράτος: Το νεοφιλελεύθερο ιδεολόγημα εφάρμοσαν ―στην Ερώπη τουλάχιστον― οι σοσιαλδημοκράτες, αυτοί ακριβώς που ιστορικά τάσσονταν υπέρ του ρυθμιστικού ρόλου του κράτους, οι υποστηρικτές του κράτους πρόνοιας και της δικαιότερης αναδιανομής του πλούτου μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι εκφραστές του κόσμου της εργασίας, συγκληρονόμοι της πλούσιας αριστερής παράδοσης της νεωτερικής Ευρώπης.

Είναι νωπά τα πρόσωπα και οι ιδεολογίες εντός της ευρωπαϊκής συνομοσπονδίας, όσα οραματίστηκαν και υλοποίησαν το νεοφιλελεύθερο πρόγραμμα της απελευθέρωσης των αγορών, προτάσσοντας μια Ευρώπη των μεγάλων επιχειρήσεων, εις βάρος της κοινωνικής συνοχής, εις βάρος ακόμη και της κατακτημένης, δεδομένης ευημερίας του μεταπολέμου. Είναι οι ηγέτες της σοσιαλδημοκρατίας… Ολοι θυμόμαστε τον τρίτο δρόμο των Μπλαιρ και Σρέντερ, όλοι θυμόμαστε ποιοι συνέδεαν τις εκλογές με τον πίνακα της Σοφοκλέους.

Κι αν η σοσιαλοδημοκρατία πρόδωσε την παράδοσή της και μετετράπη σε διαχειριστή του πλιάτσικου, η ριζοσπαστική Αριστερά φάνηκε ιδεολογικός και διανοητικός ουραγός. Ενώ όλη η ρητορική της τα τελευταία χρόνια ήταν μια μονότονη καταγγελία του νεοφιλελευθερισμού, όταν η κρίση έφτασε, αυτή κοιμόταν, βρέθηκε χωρίς εργαλεία, χωρίς αναλύσεις, χωρίς ιδεολογικές εναλλακτικές. Η ελληνική αριστερά, λ.χ., η εκτός του απολιθωμένου ΚΚΕ, μετά το σοκ του ‘89, αναλώθηκε σε μάχες χαρακωμάτων υπέρ μιας συγκεχυμένης κουλτούρας δικαιωμάτων, σε καταγγελίες και μικροέριδες, που αφορούσαν το φαντασιακό μορφωμένων αστικών μεσοστρωμάτων, και καθόλου την υλική συνθήκη τους, πόσω μάλλον την υλική συνθήκη των οικονομικά και μορφωτικά αδύναμων.

Ο Συνασπισμός, το πιο ζωντανό και ενδιαφέρον μόρφωμα της αριστεράς, μπορεί να δώσει όλες του τις δυνάμεις σε συμβολικές μάχες, για τη συμβίωση ομοφυλοφίλων, για το βιβλίο Ιστορίας, για το μάθημα Θρησκευτικών κ.λπ., και καλώς πράττει. Αλλά πόσες δυνάμεις διαθέτει για τη μητέρα όλων των πολιτικών μαχών; Πώς συνομιλεί με τα δοκιμαζόμενα πλήθη όταν απειλείται όχι το συμβολικό, όχι το φαντασιακό, αλλά το υλικό, ο ζωτικός δημόσιος χώρος, η ήδη συρρικνωμένη ευημερία τους, η ίδια η ύπαρξή τους; Στην παρούσα χαοτική κατάσταση, όπου το διακύβευμα είναι η ίδια η αξία της πολιτικής, ο τρόπος που βλέπουμε τον πλανήτη και τους εαυτούς μας, δεν αρκεί η ευαισθησία για τα δικαιώματα και τις αποκλίνουσες συμπεριφορές, δεν αρκεί μια αριστερά σε ρόλο συνηγόρου του πολίτη.

Πολύ λίγα πράγματα λέει η αριστερά τώρα που ο κόσμος τη χρειάζεται περισσότερο από ποτέ, τώρα που οι μετά το ‘89 ιδεολογίες σωριάζονται μέσα στη σκόνη τους, όπως ακριβώς σωριάστηκαν οι προ ‘89. Δεν λέει τίποτε ουσιώδες για το ρημαγμένο ΕΣΥ, για το ξεχαρβαλωμένο σχολείο, δεν λέει τίποτε για τον θάνατο των μικρομεσαίων, δεν λέει ποιον πραγματικό κόσμο προτείνει, δεν δείχνει μια κάποια έξοδο από την κρίση. Διότι δεν είχε σκεφτεί επαρκώς. Διότι σκέφτεται με όρους γκάλοπ, και χορταίνει με ποσοστά. Ισως διότι εκτίμησε ότι πολιτική είναι να τσιμπολογάς τη δημοσκοπική δυσαρέσκεια. Ισως διότι δεν αγωνιά.

Αλλά με τον μανουτσαορεπουσομπαφισμό δεν απαντάς στην κρίση του καπιταλισμού· γίνεσαι παρελθόν, και το ΠΑΣΟΚ που έστησε φούσκες και ασυδοσία, κερδίζει πόντους στα γκάλοπ. Αυτή η καθυστέρηση μάς πονάει όλους.

Ένα βλέμμα, Καθημερινή 16.11.2008

Εικόνα: Αντώνης Βολανάκης, έκθεση Transleat me

visit

Follow nikoxy on Twitter





BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

Twitting

  • RT @publicissue: Πολιτικό Βαρόμετρο 107, 2ο κύμα Μαΐου 2012 - publicissue.gr/2024 7 hours ago
  • RT @KaterinaSokou: Monti on #Greece: It must be humiliating... Europe should not ask so much so soon, "most Teutonic of Europeans" shoul ... 7 hours ago
  • RT @amna_news: Ε. Κουστουρίτσα: "Ο,τι συμβεί στην Ελλάδα θα καθορίσει το μέλλον του κόσμου". amna.gr/articleview.ph… 7 hours ago
  • RT @bankingnewsgr: Citigroup: Εν αναμονή του μπαράζ υποβαθμίσεων στην Ευρώπη οι αγορές 7 hours ago
  • RT @bankingnewsgr: Σοκάρουν οι εκτιμήσεις του Σ. Ρομπόλη: Βιοτικό επίπεδο του '70 - Χωρίς δουλειά ένας στους τρεις μέχρι τα τέλη του έτους! 7 hours ago
  • H νέα ταξική διάκριση: αυτοί που σώζονται κι αιυτοί που βουλιάζουν, όσοι φοβούνται κι όσοι απελπίστηκαν goo.gl/wj2II 9 hours ago

RSS vlemma_notes

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 436,632 hits
Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 918 other followers