You are currently browsing the tag archive for the 'κρίση' tag.

Υπάρχει κρίση; Ή δεν υπάρχει; Μήπως υπάρχει μεν, αλλά προβλέπεται κάποια φάση ανάκαμψης από τον επόμενο χρόνο; Τα μηνύματα είναι αντιφατικά. Την περασμένη εβδομάδα διαπιστώθηκε επισήμως έκρηξη της ανεργίας στην Ελλάδα ― μάλιστα, της φανερής, καταγεγραμμένης ανεργίας. Μόνο το τελευταίο οκτάμηνο 163.729 άνθρωποι βρέθηκαν άνεργοι· οι απολύσεις αυξήθηκαν κατά 11,7 το α’ τρίμηνο, ενώ οι προσλήψεις μειώθηκαν κατά 19% για το 2008.
Ταυτοχρόνως, κορυφαίοι επιτελικοί κεντρικών τραπεζών, όπως λ.χ. ο αντιπρόεδρος της ΕΚΤ Λουκάς Παπαδήμος, προβλέπουν ανάκαμψη από το 2011, ενώ στα χρηματιστήρια, μετά την κατάρρευση, το παιχνίδι με χαρτιά και προεξοφλήσεις προσδοκιών συνεχίζεται ως εάν να μη συμβαίνει τίποτε. Ως εάν… Τι κι αν ο Πολ Κρούγκμαν και άλλοι οικονομολόγοι, που είχαν μάλιστα επικρίνει τον άγριο νεοφιλελευθερισμό και είχαν προβλέψει τα χείριστα, μιλούν για δύσκολη και επώδυνη έξοδο από την κρίση, μιλούν για αλλαγή παραδείγματος και για ανάγκη παρέμβασης των κοινωνιών στην αυτονομημένη σφαίρα της οικονομίας;
Μπορούμε να αναφέρουμε και άλλα πολλά παραδείγματα, για τα διφυή, αντικορυόμενα μηνύματα. Το μήνυμα προς τις μεγάλες επιχειρήσεις είναι: κρίση είναι , θα περάσει, λάβετε θέσεις για να είσθε πιο ανταγωνιστικοί και πιο κερδοφόροι μετά την ύφεση· και σε αυτή τη δύσκολη φάση, τα κράτη θα συνεισφέρουν με γενναιοδωρία κεφάλαια και διευκολύνσεις. Το μήνυμα προς τον κόσμο της εργασίας είναι: η κρίση βαθαίνει και σας αφορά· θέσεις εργασίας χάνονται και θα χάνονται διαρκώς· ξεχάστε το παλαιό καθεστώς κοινωνικής προστασίας, προσφέρετε μεροκάματα και μισθούς για διάσωση των επιχειρήσεων, το μέλλον έχει πολλή ξηρασία.
Τι πράγματι συμβαίνει; Και τα δύο. Ο καζινοκαπιταλισμός, που θέριεψε τις τελευταίες δεκαετίες, με την εκδήλωση της χρηματοπιστωτικής κρίσης επλήγη υλικά και, προς στιγμήν, απονομιμοποήθηκε, έχασε το αλάθητο και τη μονοκρατορία. Ακόμη και οι πιο πιστοί απολογητές του, είτε βουβάθηκαν είτε άρχισαν να συνηγορούν θερμά υπέρ της ρύθμισης, των κρατικών παρεμβάσεων, και βέβαια υπέρ της αρωγής: δισεκατομμύρια δημόσιου χρήματος σε τράπεζες και εταιρείες, για να μην παγώσει η αγορά. Ομως η αγορά παγώνει. Διότι οι πολίτες-εργαζόμενοι-καταναλωτές μένουν χωρίς δουλειά και χρήμα, στεγνοί, απελπισμένοι, τρομοκρατημένοι. Πρώτοι οι εργαζόμενοι δέχονται την παλίρροια της κρίσης, ως εάν η εργασία να φταίει για τα τοξικά προϊόντα και την κερδοσκοπική κυκλοφορία χρήματος και την εκθεμελίωση της πίστης. Ως εάν η εργασία να φταίει για την απαξίωση της εργασίας και τον ευτελισμό του ανθρώπου-πολίτη-εργαζόμενου από ένα σύστημα που τρέφεται με δημιουργία υπεραξιών και όχι αξιών.
Οπως ήδη έχουν πει πολλοί, η κρίση είναι πολιτική. Και πολιτικής υφής είναι η διχοστασία των εκτιμήσεων για την πορεία και την έκβαση της κρίσης. Οταν δεν μπορείς να διακρίνεις την ιδιοτέλεια πίσω από τα λόγια, αυτό το αντιφατικό διπλό μήνυμα είναι σαν το double bind της ψυχανάλυσης και της ανθρωπολογίας: είναι σχιζοφρενιογόνο.
Και είναι ιδιοτελές. Το διπλό μήνυμα υπηρετεί την τάξη πραγμάτων προ της κρίσης, πριν από την ηθική ήττα και την απονομιμοποίηση του νεοφιλελευθερισμού. Μετά το πρώτο σοκ, μετά τις οργισμένες και συχνά οξυδερκείς απαντήσεις πολιτικών ηγετών που πιάστηκαν στον ύπνο, μετά την κατάπληξη και την οργή των πληττόμενων λαών, μετά τον φόβο για κοινωνικές εκρήξεις, μετά τη ροή του δημόσιου χρήματος για ανάταξη των λαβωμένων κολοσσών που παρήγαγαν την κρίση, το σύστημα ανακάμπτει. Ο κόσμος κουράζεται, είναι φοβισμένος, η χρόνια πλύση εγκεφάλου λειτουργεί, τον στέλνει υποταγμένο και πειθήνιο στη Γιουροβίζιον και τη δημοκρατία των ψήφων SMS. To σύστημα που παρήγαγε κρίση, πλιάτσικο και καταλήστευση του πλούτου των εθνών, προσπαθεί να πέσει στα μαλακά, να εξηγήσει ότι η κρίση είναι τεχνική, και εν πάση περιπτώσει θα περάσει ― αλλά με θυσίες. Μονομερείς θυσίες βεβαίως. Θυσίες εις βάρος του κόσμου της εργασίας, με γενίκευση τoυ part time και του stage, με ασπιρίνες και μαντζούνια για θεραπεία της συστημικής νόσου, με ψεύδη και υπονομεύσεις στο σώμα της ήδη νοσούσας και λειψής δημοκρατίας.
Το διπλό μήνυμα, το double bind, είναι η ρητή έκφραση μιας ιδιότυπης Παλινόρθωσης που ήδη τελείται: επαναφορά στην κανονικότητα του εικονικού χρήματος, του τερατωδώς άνισου πλούτου και της οικουμενικής διασποράς ληστευμένων ζωών.
ζωγραφική: Βασίλειος Πάσπαλης
H κρίση πλήττει όχι μόνο τις τράπεζες και τα golden boys, πλήττει ήδη τα μεγάλα εισοδήματα, όσα γιγαντώθηκαν με υπεραξίες και παγκοσμιοποιημένες κινήσεις χρήματος. Υπό μία έννοια, το εικονικό χρήμα ξεφουσκώνει, και οι εκρηκτικές ανισότητες μειώνονται. Αλλά η ύφεση που όλοι φοβούνται θα πλήξει βαρύτατα τα χαμηλά εισοδήματα, τα λαϊκά στρώματα, τα πλήθη που ζουν καταναλώνοντας παρόν, που σιζίτονται μόνο εκ της εργασίας τους· τα πλήθη που μεταναστεύουν μαζικά, εδώ και δεκαετίες, από τον Τρίτο και τον Δεύτερο Κόσμο, σαν φωτοπεταλούδες προς τις βιτρίνες του Πρώτου Κόσμου· τα μικρομεσαία πλήθη που γνώρισαν μερικές δεκαετίες ευημερίας μετά τον Πόλεμο, και τώρα καλούνται να συνεισφέρουν το υστέρημά τους, ασφάλιση, κοινωνικές παροχές, τιμαριθμική προσαρμογή μισθού, σχολείο, νοσοκομείο, αποταμίευση, για να ανορθωθεί το σύστημα που τους ρήμαξε.
Είναι αντιφατικό ασφαλώς, σχεδόν παράλογο, το δημόσιο χρήμα να σπεύδει να ανορθώσει τα ερείπια που αφήνουν πίσω τους οι αυτορυθμιζόμενες αγορές, αλλά αναλόγως παράλογη ήταν η νεοφιλελεύθερη αυτορύθμιση των αγορών ερήμην των κοινωνιών, που συνέβαινε τις τελευταίες δεκαετίες.
Αναλόγως παράλογη ήταν η πολιτική που οδήγησε σε αυτό το εκκρεμές: κρατισμός-αγορά-κράτος: Το νεοφιλελεύθερο ιδεολόγημα εφάρμοσαν ―στην Ερώπη τουλάχιστον― οι σοσιαλδημοκράτες, αυτοί ακριβώς που ιστορικά τάσσονταν υπέρ του ρυθμιστικού ρόλου του κράτους, οι υποστηρικτές του κράτους πρόνοιας και της δικαιότερης αναδιανομής του πλούτου μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι εκφραστές του κόσμου της εργασίας, συγκληρονόμοι της πλούσιας αριστερής παράδοσης της νεωτερικής Ευρώπης.
Είναι νωπά τα πρόσωπα και οι ιδεολογίες εντός της ευρωπαϊκής συνομοσπονδίας, όσα οραματίστηκαν και υλοποίησαν το νεοφιλελεύθερο πρόγραμμα της απελευθέρωσης των αγορών, προτάσσοντας μια Ευρώπη των μεγάλων επιχειρήσεων, εις βάρος της κοινωνικής συνοχής, εις βάρος ακόμη και της κατακτημένης, δεδομένης ευημερίας του μεταπολέμου. Είναι οι ηγέτες της σοσιαλδημοκρατίας… Ολοι θυμόμαστε τον τρίτο δρόμο των Μπλαιρ και Σρέντερ, όλοι θυμόμαστε ποιοι συνέδεαν τις εκλογές με τον πίνακα της Σοφοκλέους.
Κι αν η σοσιαλοδημοκρατία πρόδωσε την παράδοσή της και μετετράπη σε διαχειριστή του πλιάτσικου, η ριζοσπαστική Αριστερά φάνηκε ιδεολογικός και διανοητικός ουραγός. Ενώ όλη η ρητορική της τα τελευταία χρόνια ήταν μια μονότονη καταγγελία του νεοφιλελευθερισμού, όταν η κρίση έφτασε, αυτή κοιμόταν, βρέθηκε χωρίς εργαλεία, χωρίς αναλύσεις, χωρίς ιδεολογικές εναλλακτικές. Η ελληνική αριστερά, λ.χ., η εκτός του απολιθωμένου ΚΚΕ, μετά το σοκ του ‘89, αναλώθηκε σε μάχες χαρακωμάτων υπέρ μιας συγκεχυμένης κουλτούρας δικαιωμάτων, σε καταγγελίες και μικροέριδες, που αφορούσαν το φαντασιακό μορφωμένων αστικών μεσοστρωμάτων, και καθόλου την υλική συνθήκη τους, πόσω μάλλον την υλική συνθήκη των οικονομικά και μορφωτικά αδύναμων.
Ο Συνασπισμός, το πιο ζωντανό και ενδιαφέρον μόρφωμα της αριστεράς, μπορεί να δώσει όλες του τις δυνάμεις σε συμβολικές μάχες, για τη συμβίωση ομοφυλοφίλων, για το βιβλίο Ιστορίας, για το μάθημα Θρησκευτικών κ.λπ., και καλώς πράττει. Αλλά πόσες δυνάμεις διαθέτει για τη μητέρα όλων των πολιτικών μαχών; Πώς συνομιλεί με τα δοκιμαζόμενα πλήθη όταν απειλείται όχι το συμβολικό, όχι το φαντασιακό, αλλά το υλικό, ο ζωτικός δημόσιος χώρος, η ήδη συρρικνωμένη ευημερία τους, η ίδια η ύπαρξή τους; Στην παρούσα χαοτική κατάσταση, όπου το διακύβευμα είναι η ίδια η αξία της πολιτικής, ο τρόπος που βλέπουμε τον πλανήτη και τους εαυτούς μας, δεν αρκεί η ευαισθησία για τα δικαιώματα και τις αποκλίνουσες συμπεριφορές, δεν αρκεί μια αριστερά σε ρόλο συνηγόρου του πολίτη.
Πολύ λίγα πράγματα λέει η αριστερά τώρα που ο κόσμος τη χρειάζεται περισσότερο από ποτέ, τώρα που οι μετά το ‘89 ιδεολογίες σωριάζονται μέσα στη σκόνη τους, όπως ακριβώς σωριάστηκαν οι προ ‘89. Δεν λέει τίποτε ουσιώδες για το ρημαγμένο ΕΣΥ, για το ξεχαρβαλωμένο σχολείο, δεν λέει τίποτε για τον θάνατο των μικρομεσαίων, δεν λέει ποιον πραγματικό κόσμο προτείνει, δεν δείχνει μια κάποια έξοδο από την κρίση. Διότι δεν είχε σκεφτεί επαρκώς. Διότι σκέφτεται με όρους γκάλοπ, και χορταίνει με ποσοστά. Ισως διότι εκτίμησε ότι πολιτική είναι να τσιμπολογάς τη δημοσκοπική δυσαρέσκεια. Ισως διότι δεν αγωνιά.
Αλλά με τον μανουτσαορεπουσομπαφισμό δεν απαντάς στην κρίση του καπιταλισμού· γίνεσαι παρελθόν, και το ΠΑΣΟΚ που έστησε φούσκες και ασυδοσία, κερδίζει πόντους στα γκάλοπ. Αυτή η καθυστέρηση μάς πονάει όλους.
Ένα βλέμμα, Καθημερινή 16.11.2008
Εικόνα: Αντώνης Βολανάκης, έκθεση Transleat me



















