You are currently browsing the tag archive for the 'θάνατος' tag.
Χιλιάδες Νεοέλληνες κατέκλυσαν την περασμένη Τετάρτη το Μέγαρο Μουσικής, σπρώχτηκαν για ένα δελτίο εισόδου. Ποιο αστέρι της τέχνης προκάλεσε την πρωτοφανή κοσμοσυρροή; Ενας ψυχαναλυτής· με μια διάλεξη περί θανάτου. Ο 77χρονος Ιρβιν Γιάλομ, συγγραφέας διδακτικής μυθοπλασίας και ψυχαναλυτής, λατρεύεται με ασυνήθιστη ένταση στη χώρα μας. Στις ΗΠΑ είναι πολύ λίγο γνωστός. Εδώ, διαβάζεται και λατρεύεται περίπου ως γκουρού.
Υποψιάζομαι ότι οι περισσότεροι αναγνώστες του Γιάλομ δεν έχουν ακολουθήσει κάποιους είδους σοβαρή ψυχοθεραπεία αναλυτικού τύπου. Προτιμούν το διάβασμα από τη θεραπεία ― το διάβασμα είναι ανώδυνο και φτηνό, δεν απαιτεί εμπλοκή. Μα ασφαλώς οι αναγνώστες και ακροατές του Γιάλομ αναζητούν απαντήσεις, λύσεις, ελπίδα, παρηγοριά· για τον φόβο του θανάτου, για τις ενοχές, για τα συναισθηματικά κενά, για τον πόνο της ύπαρξης, για την απουσία χαράς.
Ακριβώς τα ίδια αναζητούσαν προ μηνών και τα πλήθη που συνέρρεαν στους ναούς της Αττικής για να προσκυνήσουν το λείψανο του Ρώσου Αγίου Σεραφείμ του Σάροφ. Συγχώρεση για τις αμαρτίες του αδύναμου ανθρώπου, παρηγοριά έναντι του θανάτου, αποκούμπι μες στον δύσκολο βίο.
Ψυχές πονεμένες και αγωνιώσες, με ερωτήματα και φόβους, κι εδώ κι εκεί. Εντός της εκκλησίας, την παρηγοριά και τη συγχώρεση οικονομεί ο πνευματικός, ο εξομολόγος· ακούει πολύ, μιλάει λίγο, μεσιτεύει τον Λόγο στον πιστό, νουθετεί· κυρίως, μεσιτεύει τη συγχώρεση, κάνει το βάρος της ενοχής λιγότερο αβάσταχτο. Στο κοσμικό πλαίσιο, το έργο της μεσιτείας αναλαμβάνει ο ψυχοθεραπευτής: οδηγεί τον θεραπευόμενο στον εαυτό του, να συγχωρέσει τον εαυτό του και να τον αποδεχθεί, να αναγνωρίσει τα αισθήματα και τα πάθη του, ενδεχομένως να μάθει να αγαπά και ν’ αγαπιέται.
Ιδια η αγωνία, πυρηνικά ίδια η διαχείριση. Οι άνθρωποι ζητούν απαντήσεις και παρηγοριά. Ενας διαφορισμός: στο λείψανο συνέρρευσε η φτωχολογιά, θεοφοβούμενοι, ρωσόφωνοι· στον ψυχαναλυτή συνέρρευσε η εκκοσμικευμένη μεσαιοανώτερη τάξη.

Δυο διαφορετικές συζητήσεις διασταυρώθηκαν πάνω μου τις περασμένες μέρες: Μια για την κοινή λογική και μια για τον θάνατο και την αγάπη. Μια συζήτηση για το common sense· για την ουσία του εργαλειακού λόγου, που έχει λύσεις για όλα, που δεν βλέπει μπροστά του άλυτα προβλήματα, αλλά προκλήσεις για χρήση εργαλείων. Είναι λόγος που αντηχεί τον επιστημονισμό του 19ου αιώνα, την τυφλή πίστη ότι επιστήμη και τεχνική θα λύσουν κάθε πρόβλημα του ανθρώπου· αντηχεί τον μεσσιανισμό της αιωνίας προόδου, αντηχεί τη λατρεία του καπιταλισμού ως μόνης δυνατότητας οργάνωσης του υλικού και του φαντασιακού.
Αντηχεί βεβαίως και τη θεμιτή αντίσταση στη θολούρα θεωρητικών και ιερέων, αντηχεί την ανάγκη να προάγουμε τον πρακτικό βίο, να διευκολύνουμε τη vita activa. Αλλά οι περισσότερες χρήσεις της λεγομένης κοινής λογικής είναι χρήσεις αυτάρεσκης εργαλειακότητας, εχθρικής και καχύποπτης απέναντι στο απρόβλεπτο, στο χαοτικό, το μη γραμμικό, το μεταφυσικό. Ο εργαλειακός λόγος καυχιέται ότι διευθετεί τα πάντα· πώς να αποδεχτεί την αδυναμία του ενώπιον του μυστηρίου, του ανείπωτου, του μεταφυσικού, ενώπιον της αγάπης, του πόνου ή του θανάτου;
Ενας φίλος αναρωτήθηκε πικρά αν τα εργαλεία μπορούν να σκεφτούν τον εαυτό τους. Προεκτείνω: Τι γίνεται με τους ανθρώπους που σκέφτονται σαν εργαλεία; Που δεν σκέφτονται τον εαυτό τους μέσα στον άλλο, που δεν στοχάζονται την επαφή και τη σύντηξη; Που έχουν εξορίσει από το εννοιολόγιό τους το μηδέν και το άπειρο;
Δύο γυναίκες, με διαφορετικά βιώματα, διαφορετική γλώσσα, άλλες στοχεύσεις, μου απάντησαν με τον τρόπο τους. Η Γαλλίδα ψυχολόγος πόνου Μαρί Ντ’ Ενεζέλ και η Βελγίδα φιλόσοφος Λυς Ιριγκαρέ. Η πρώτη στο βιβλίο της «Μύχιος θάνατος» υποστηρίζει ότι οι ετοιμοθάνατοι μάς μαθαίνουν τη ζωή. Παράδοξο; Η Ντ’ Ενεζέλ εκκινεί από την πράξη: τι έμαθε συνοδεύοντας ανθρώπους έως το κατώφλι του περάσματος. Μιλά παθιασμένα για τη σχέση με τον ανίατο ασθενή, για το άγγιγμα, την απτική σχέση, για την ντροπή του ρημαγμένου σώματος, για τη συμφιλίωση, την παραδοχή, το ειρηνικό και ανεπαίσχυντο τέλος.
«Είμαι το βλέμμα του άλλου»: η περαματάρισσα Ντ’ Ενεζέλ ανακαλεί τον Λακάν, για να θεμελιώσει και θεωρητικά ό,τι της διδάσκει καθημερινά η σχέση της με τον θάνατο του άλλου. Ο άλλος σβήνει εν ειρήνη καθώς καθρεφτίζεται στη συμπόνια και την αποδοχή, όταν δεν αντικρίζει θυμό, αποστροφή ή αδιαφορία. Και η μοίρα μας είναι κοινή: Προστατεύοντας τον ετοιμοθάνατο, προστατεύουμε τον εαυτό μας, λέει η Ντ’ Ενεζέλ. Εκκινώντας από την πραγματικότητα της μοναξιάς και της εγκατάλειψης, από τον εκμηχανισμό της ιατρικής, φτάνει στη ρίζα της ανθρωπινότητας: πώς αναμετριόμαστε σήμερα με τη φθορά και τον θάνατο.
Από άλλη αφετηρία, στο «Δρόμο της αγάπης» η φιλόσοφος Ιριγκαρέ, πλησιάζει στο ίδιο τέρμα: στον άλλο. Αναζητεί τον δρόμο προς το ξέφωτο του Χάιντεγκερ, δρόμο πάντα κρυμμένο και πάντα φανερό. Η Ιριγκαρέ γράφει σαν σοφός, όχι σαν ακαδημαϊκός· χωρίς υποσημειώσεις και παραπομπές, μα και χωρίς ευκολίες, πυκνά, με απαιτήσεις. Στοχάζεται τη γλώσσα ως άγγιγμα, ως γέφυρα με τον άλλο: «Για να υπάρχει ανταλλαγή, είναι ουσιώδες ο άλλος να μας αγγίζει, ιδίως μέσω των λέξεων…»
Βασιζόμενη στον Χάιντεγκερ και τον Λακάν, η Ιριγκαρέ ακτινογραφεί τη διαφορά, τη μοναδικότητα, τη σχέση, τη ζωή ως θαύμα: «Η ταυτότητα του ανθρώπου δεν προϋποθέτει μια μάλλον ή ήττον καλυμμένη σχέση του ίδιου με τον εαυτό του… Υποδηλώνει τη σχέση του ίδιου με τον άλλο». Η κριτική της προς τον κυρίαρχο σήμερα εργαλειακό ατομικισμό θυμίζει τον πλατωνικό Φαίδρο, όπου ο Σωκράτης αναζητεί διδάγματα στους εν τω άστει ανθρώπους.
Ψαύει την «καταυγάζουσα χάρη της αγάπης», σαν φωτοσκίαση: «Η αγάπη ανοίγει έναν τόπο καταφυγής και στοχαστικής συγκέντρωσης. Προϋποθέτει την ικανότητα για άφημα όσο και για πλάσιμο. Και την αποδοχή ενός μοιράσματος ανάμεσα στη σκιά και το φως».
Υμνεί, κι αυτή, το άγγιγμα: «Το άγγιγμα επιτρέπει την επιστροφή στον εαυτό, στην κατοικία του οικείου φωτός. Αλλά επίσης πηγαίνει να συναντήσει τον άλλο, φωτισμένο-φωτεινό, ξεχειλίζοντας τον δικό του κόσμο, προκειμένου να γευτεί μια άλλη φωτεινότητα. Προκειμένου να δώσει και να λάβει αυτό που φωτίζει τους θνητούς στο μονοπάτι τους».
Να, ο άνθρωπος σκέφτεται τον εαυτό του: σαν μοναδικό έργο τέχνης και όχι σαν εργαλείο.
εικον.: Αντρέι Ταρκόφσκι, Νοσταλγία

Ακούω τον ψίθυρο του κύματος απαράλλαχτο. Ακούω γουργουρητό πολυβάλβιδου κινητήρα. Ακούω αναστεναγμούς γερόντων λουομένων. Ακούω λογαριασμούς νεόπλουτων μητέρων, πώς θα μεταφέρουν στο νησί το κέτερινγκ για τα γενέθλια του μικρού – με ελικόπτερο ίσως;


















