You are currently browsing the tag archive for the 'Γιώργος Παπανδρέου' tag.
Οι παρούσες εκλογές και η απερχόμενη κυβέρνηση σφραγίζονται με πολλούς τρόπους από τους πενηντάρηδες. Από τους συν-πλην πενηντάρηδες, τους γεννηθέντες στη δεκαετία ‘50-’60. Ας πούμε, Κώστας Καραμανλής, Γιώργος Παπανδρέου. Κοντινές ηλικίες, έτσι ώστε να τους χαρακτηρίζεις γενιά, αλλά και με διαφορετικές συμπεριφορές, έτσι ώστε να μας δίνουν τη δυνατότητα να ρισκάρουμε μια πιο κοντινή ανάγνωση αυτών των «πενηντάρηδων της εξουσίας».
Είναι πολλοί και αρκετά προβεβλημένοι αυτοί οι πενηντάρηδες. Ας μείνουμε στους προειρηθέντες, γιατί συγκεντρώνουν κάποιους τυπικούς χαρακτήρες, ενδεικτικούς.
Είναι λίγο-πολύ η γενιά μου. Υπό μία έννοια, η δική τους επιτυχία ή αποτυχία με αφορά ― υπό μία έννοια, μόνο, γενεαλογική. Και υπό άλλη έννοια, αυτή ακριβώς η γενεαλογική ταύτιση με προκαλεί να ανιχνεύσω ή και να συμμεριστώ τις πνευματικές τους πορείες, τα περάσματα ενηλικίωσης, τα διαβάσματα, τα διλήμματα. Υπό μία αίρεση: η δική σχέση τους με την εξουσία είναι μοναδική, προσωπική. Εμείς παρατηρούμε τα απότοκα αυτής της σχέσης.
Ο Κώστας Καραμανλής εκφράζει πολλούς Ελληνες ομηλίκους του με την εικόνα που εκπέμπει, ενός ντόμπρου και έντιμου ανθρώπου, ζεστού και φιλικού, πιστού στους φίλους του. Είναι ο άνθρωπος που θα ήθελες να έχεις φίλο. Ταυτόχρονα, με την πάροδο του χρόνου και την μακρά παραμονή του στην εξουσία, στην ηγεσία του κόμματός του και στην ηγεσία της χώρας, εκπέμπει και την εικόνα ενός ανθρώπου που δεν έδωσε μάχες, που δεν μάτωσε, δεν άνοιξε καν τη μύτη του. Δεν παίρνει τις αποφάσεις την ώρα που πρέπει, δεν είναι σκληρός όταν χρειάζεται, χάνει τον χρόνο και την ιστορική ευκαιρία.
Γιατί; Δεν ξέρει να μάχεται, γιατί ποτέ δεν του χρειάστηκε. Τα βρήκε όλα εύκολα, κερδισμένα εκ των προτέρων, ο δρόμος προς την εξουσία και την επιτυχία ήταν ανοιχτός, ανεμπόδιστος, δεν χρειάστηκε να συγκρουστεί, δεν χρειάστηκε να μισήσει, να ταπεινωθεί, να ηττηθεί προσώρας και να πρέπει να ξανασηκώσει κεφάλι μόνος, χωρίς βοήθεια. Κενό βρήκε στο κόμμα του και εξελέγη αρχηγός θριαμβευτικά σαράντα-κάτι χρονών, κενό βρήκε το 2004 μετά την πτώση Σημίτη και καβάλησε το κύμα της πανεθνικής ευφορίας εκείνου του καλοκαιριού της μέθης. Ακοπα, αναίμακτα. Πριν τα πενήντα.
Οταν σπατάλησε το ακόπως κερδισμένο κεφάλαιο της ευφορίας, άρχισαν τα δύσκολα. Διαπλεκόμενοι, γέροντες, μήντια, προβλήματα διοίκησης, προβλήματα καθημερινά, προβλήματα στρατηγικά. Ολα ζητούσαν συγκρούσεις, μάχες, θυσίες, αίμα. Ο Κ. Καραμανλής, καλοαναθρεμμένος, με βίο εκτός συγκρούσεων, κήρυττε “σεμνά και ταπεινά”. Το εννοούσε. Αλλά δεν μπορούσε να το επιβάλει, γιατί η επιβολή απαιτεί βία, και ο Κ. Καραμανλής δεν μπορούσε να λερώσει τα χέρια του. Ποτέ ο Καραμανλής δεν φέρθηκε βίαια την ώρα που έπρεπε· έκανε πίσω, κι όταν αποφάσιζε να δράσει είχε χάσει τον ιστορικό βηματισμό.
Γιατί; Γιατί ο Καραμανλής είναι ένας Ελληνας χαϊδεμένος, που έφτασε στα πενήντα, που έφτασε στην κορυφή, απλώς γλιστρώντας πάνω στο έλκηθρο Rosebud που τον μετέφερε: όνομα, παράδοση, οικογενειακή ευμάρεια, εύκολες σπουδές, εξασφαλισμένη σταδιοδρομία. Η εξουσία του χαρίστηκε, δεν την κατάκτησε.
Ακριβώς όπως και ο Γιώργος Παπανδρέου, ο έτερος πορφυρογέννητος. Κι αυτός καβάλα στο έλκηθρο με το μαγικό όνομα της δυναστείας γραμμένο με φωτιά ανεξίτηλα, από το Καστρί στην Καλιφόρνια και τη Σουηδία, κι από κει στην Τρικούπη και την Ιπποκράτους. Μόνο που αυτός έζησε υπό τη σκέπη (και τη σκιά) όχι του θείου, αλλά του πατέρα, ενός γοητευτικού, λαοφιλούς, ισχυρού πολιτικού πατέρα. Μεγάλωσε στο λίκνο της ισχύος και γαλουχήθηκε με εξουσία. Η εξουσία ήταν το πεπρωμένο του, δεν μπόρεσε, δεν μπορεί να φανταστεί τον εαυτό του έξω απ’ αυτήν.
Δεν ήταν πάντα γλυκιά η εξουσία στη σκιά του πατέρα και των σαρδόνιων δελφίνων, αλλά ο Γ. Παπανδρέου ήξερε να περιμένει, και ήξερε επίσης ότι την κρίσιμη στιγμή μπορεί το όνομα, η μόνη κληρονομιά, να βάραινε αποφασιστικά. Και βάρυνε. Ο Γ. Παπανδρέου, ανάμεσα σε αλλεπάλληλες εκλογικές ήττες, επιβλήθηκε στο κόμμα του, ό,τι είχε απομείνει τέλος πάντων. Επιβλήθηκε σαν πρίγκιπας και βασιλικός διάδοχος, παρακάμπτοντας τη νομενκλατούρα και το καταστατικό, αντλώντας ισχύ απευθείας από τους φίλους του ΠΑΣΟΚ. Κάνει πολιτική σαν έφηβος, σαν τον παιγνιώδη Λεονάρντο: στήνοντας την καταδική του ατζέντα, με γκάτζετ, πράσινα οράματα καινοτομιών, φίλους, πρόσωπα με συστάσεις και CV. Mε το εφηβικό πείσμα του εξ αίματος διαδόχου άσκησε και ασκεί πολιτική, σε μια πραγματικότητα που την φέρνει και του τη φέρνουν στα μέτρα του, με μια ιδιοσυγκρασιακή αντίληψη αυτού του ρευστού σύγχρονου ελληνισμού, αντίληψη ιδαλγού, σχεδόν φιλελληνική.
Και ο Κώστας και ο Γιώργος, με διαφορετικούς τρόπους, εκφράζουν όσους από τη γενιά τους δεν ίδρωσαν, δεν μάτωσαν, δεν ζήλεψαν. Ολα τους δόθηκαν, ελάχιστα έχουν να κερδίσουν. Εκφράζουν κάποιους Ελληνες ασφαλώς. Αλλά φοβούμαι ότι αυτοί οι Ελληνες τυχεροί, οι προνομιούχοι και πορφυρογέννητοι, είναι πολύ λίγοι· είναι μια ελίτ, που θεωρεί πεπρωμένο της να κυβερνά άκοπα, αναίμακτα, καβάλα σε ένα μαγικό έλκηθρο. Ομως, η κοινωνία συντίθεται από πολύ περισσότερους μη προνομιούχους, ταπεινογεννημένους, που μοχθούν να ανέλθουν, που ανταγωνίζονται λυσσαλέα κάθε μέρα και ιδρώνουν και ματώνουν και δημιουργούν. Αυτοί οι πολλοί, η μάζα, δεν εκφράζεται, από τους χαιδεμένους κεντριστές γόνους της ελίτ, τους χωρίς πυγμή. Αυτοί οι πολλοί συνιστούν σήμερα την ελληνική κοινωνία, αυτοί ορίζουν το δημόσιο πεδίο. Μπορεί και να ψηφίζουν τους ομηλίκους Κώστα και Γιώργο· μα σίγουρα δεν εκφράζονται. Μπορεί να τους ψηφίζουν όμως, ακριβώς γιατί θα ήθελαν κι αυτοί οι πολλοί, οι μη προνομιούχοι, να τα εύρισκαν όλα έτοιμα, χωρίς μάχη.
φωτ.: Πάνος Κοκκινιάς, Πρέσπες 2009.

«Δεν προσμετράσαι και δεν συγκαταλέγεσαι στη συντεταγμένη δύναμη της Κοινοβουλευτικής Ομάδας…» — ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ απευθύνεται στον πρώην πρωθυπουργό Κ. Σημίτη, τον άνθρωπο που του ενεχείρισε το δαχτυλίδι της κομματικής εξουσίας ένα βράδυ του 2004, στην οδό Αναγνωστοπούλου, μπροστά στις κάμερες της τηλεδημοκρατίας. Και ο Κώστας Σημίτης ανταπαντά: «Κάνε ό,τι νομίζεις…»
Και οι δύο ηγέτες έχουν προβάλει προφίλ μετριοπαθών, ήπιων πολιτικών· και οι δύο όμως έχουν επιδείξει πείσμα και βοναπαρτισμό, όταν η εξουσία ή η εικόνα τους απειλείται. Τη σφοδρότητα της παρούσας σύγκρουσης ορίζει ακριβώς αυτό το διακύβευμα: η εικόνα και η εξουσία. Ο πρώην πρωθυπουργός, πολύ πατερναλιστικά, αρκούντως εριστικά, επιτιμά δημοσίως τον αρχηγό του κόμματος για τις επιλογές του, και του υπενθυμίζει ότι αλλιώς τα χειρίζονταν αυτά οι προπάτορες και διδάχοι, οι πρωθυπουργοί: ο ίδιος αλλά και ο πατέρας Παπανδρέου. Ο διάδοχος, ο εννοούμενος ως «μικρός», νιώθει να απειλείται η εξουσία του και αντιδρά βίαια. Tον διαγράφει.
Εν τω μεταξύ, η αφορμή της σύγκρουσης έχει ξεχαστεί: Ποιος μιλά για Συνθήκη της Λισσαβώνας; Ποιος αναρωτιέται για το περιεχόμενο και τους όρους της ευρωπαϊκής διεύρυνσης, για την πορεία της ευρωπαϊκής συνομοσπονδίας, τη μοίρα των κρατών-μελών, το μέλλον της εθνικής και λαϊκής κυριαρχίας; Ποιος αναστοχάζεται πάνω στους όρους λειτουργίας και τα όρια της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας;
Οχι, η ελληνική Κεντροαριστερά δεν βασανίζεται με τέτοια ερωτήματα, δεν παράγει πολιτική πάνω στην κόψη των καιρών, δεν ανησυχεί για την απομείωση των πολιτικών εξουσιών και την αποθηρίωση των funds, δεν ιδρώνει για την περιφρόνηση του λαού προς τους δωροδοκούμενους πολιτικούς. Οι ηγέτες της Κεντροαριστεράς αθλούνται στα αρχαία αθλήματα της εικονοθηρίας, της καρεκλολατρίας, της βατραχομυομαχίας: Ποιος βαραίνει περισσότερο στα δελτία των 8, στα πρωτοσέλιδα; Ποιος είναι ο πατερούλης και ποιος ο αρχηγός; Ποιος είναι ο ηγεμών στο διαρκώς συρρικνούμενο, στο όλο και πιο αμήχανο κόμμα;
Ειρωνεία του αναχρονισμού: Παρόμοια σύγκρουση, παλαιού και νέου, είχε συμβεί στη Νέα Δημοκρατία, μεταξύ Κων. Μητσοτάκη και Κώστα Καραμανλή. Η ιστορία επαναλαμβάνεται – σαν φάρσα.
Καθημερινή, 14.06.2008
Zωγραφική: Δημ. Τάταρης



















