You are currently browsing the tag archive for the 'Αριστερά' tag.

Το κομφούζιο στην Αριστερά, του Συνασπισμού και του ΣΥΡΙΖΑ προκαλεί τη χλεύη των σταθερών επικριτών του, και δικαίως ως ένα βαθμό. Οι έριδες των φατριών, η ιδεολογική πολυθολούρα, η πολιτική αφλογιστία, η τριχοτόμηση της τρίχας, η ίντριγκα ως αυτοσκοπός, η εσωκομματική υπερδημοκρατία συνδυαζόμενη με ωμό νεοσταλινισμό, η σκιαμαχία αριστεριστών- συστημικών, αντικαπιταλιστών – ρεφορμιστών, όλα τούτα τελούμενα σε φόντο βαθιάς πολτικής κρίσης και κοινωνικής ανησυχίας, προκαλούν τη χλεύη. Ωστόσο, οι πλείονες των χλευαστών είναι τζάμπα μάγκες· πλήττουν εκ του ασφαλούς τον εύκολο στόχο. Κλωτσάνε τον λαβωμένο, τον αυτόχειρα.

Η αυτόχειρ Αριστερά έκανε τα πάντα για να φτάσει εδώ, λοιδορούμενη και πτυόμενη. Παρασύρθηκε από έναν εύκολο κινηματισμό, έναν υπερακτιβισμό μάλλον, μια λατρεία της νεολαίας, χωρίς όμως να δίνει ουσιαστικό πολιτικό περιεχόμενο στην ανησυχία, την αναταραχή, την ανυπακοή. Η συνασπισμένη Αριστερά κολακεύτηκε και κολάκεψε, π.χ. στο φοιτητικό πεδίο· ο αγώνας κατά της μεταρρύθμισης δεν έπειθε πάντα, ότι προασπίζει το δημόσιο σχολείο, ότι το στηρίζει σαν καλό σχολείο, δημοκρατικό και αξιοκρατικό, προωθητικό των ανθρώπων και της κοινωνίας.

Παρ’ όλες τις αδυναμίες της πάντως, αυτή η Αριστερά, τα τελευταία χρόνια, ανταποκρίθηκε στο διάχυτο κοινωνικό αίτημα για άλλο πολιτικό λόγο και πράξη. Στρεβλά έστω, με αδυναμίες και μερικεύσεις, με αστοχίες, πάντως η Αριστερά άκουγε το κοινωνικό σώμα, κυρίως τους αδύναμους και τους μη ακουόμενους, και τους έδινε φωνή, τη φωνή που δεν τους αναγνωρίζει κανείς άλλος. Υπερασπίστηκε επίσης, δυναμικά, τον δημόσιο χώρο, υπερασπιζόμενη ουσιαστικά το Σύνταγμα και τους νόμους, όπως στην περίπτωση της απελευθέρωσης των παραλιών. Η αντίθεσή της μάλιστα στην ανέγερση Μολ στον Ελαιώνα έδειξε ότι η Αριστερά δεν φοβάται το συμβατικό πολιτικό κόστος, μπορεί να συγκρούεται με μεγάλα συμφέροντα και αγελαίες πεποιθήσεις.

Οι σημερινοί χλευαστές της φυσικά δεν στέκονται σε αυτά τα χαρακτηριστικά. Οπως δεν στέκονται ποτέ ερμηνευτικά και αναστοχαστικά, καταγραφικά και περιγραφικά έστω, απέναντι στις αναδυόμενες νέες ανάγκες, τις νέες επιθυμίες, τους νέους ανθρωπολογικούς τύπους. Κύρια ή και αποκλειστική έγνοια αυτών των σχολιαστών άλλωστε δεν είναι η κοινωνία, είναι η εξουσία. Και μάλιστα η διαχείριση, η νομή της εξουσίας· αυτής της εξαθλιωμένης τρέχουσας εξουσίας, αυτού του ρακένδυτου συστήματος που παράγει παρακμή, αυτού του συστήματος που καυτηριάζει αποστασιοποιημένα ο ευρωπαϊκός Τύπος.

Είναι αξιοσημείωτο: οι καθ’ έξιν και κατ΄επάγγελμα τιμητές της Αριστεράς, πληθωρικοί σε ευφυολογήματα και κακιούλες, δεν βρίσκουν να πουν κάτι αναλόγως βιτριολικό για τους νομείς της εξουσίας. Δεν βρίσκουν δομικές αδυναμίες ούτε στους απερχόμενους ούτε στους επελαύνοντες βαρώνους: Ποια κοινωνική αγωνία εκπροσωπούν, τι ελπιδοφόρο νέο κομίζουν, ποιο ρίσκο αναλαμβάνουν, ποιους υπερασπίζονται; Η κριτική τους είναι ανύπαρκτη ή ανώδυνη· ήπια σχόλια για το λάιφστάιλ, για προσωπικά χούγια, κουτσομπολιά. Ποτέ επί της ουσίας. Είναι πολιτική για οπαδούς και πελάτες, για αγέλες, για αναγνώστες σκανδαλοθηρίας. Για το «Hola» που μάς αξίζει…

Ακόμη και η ανάδειξη του Αλέξη Τσίπρα στην ηγεσία του ΣΥΝ δεν έπαψε ποτέ να συνοδεύεται από ειρωνεία και υποτίμηση, για το νεαρό της ηλικίας του, για τη μοτοσικλέτα του, για το κούρεμά του. Η προτεινόμενη τολμηρή ανανέωση ηγεσίας ουδέποτε ετέθη αντιμετώπη με την παρακμιακή εικόνα οικογενειοκρατίας των μεγάλων κομμάτων. Κι όμως από τους ίδιους αυτούς χλευαστές του «ντιντή» Τσίπρα, τους σιωπηρούς αβανταδόρους του επίσης νέου Κυριάκου Μητσοτάκη, η ανανέωση σε άλλες δυτικές δημοκρατίες χαιρετίστηκε με ενθουσιασμό. Δικαίως: Το φαινόμενο Ομπάμα έδειχνε την ικανότητα μιας κοινωνίας να ανανεώνεται και να τολμά, να ψηφίζει για Ελπίδα και Αλλαγή.

Η Αριστερά τόλμησε. Εκανε βήματα. Οχι αρκετά, όχι σχεδιασμένα, όχι στρατηγικά. Η ανομοιογένειά της, οι ασάφειες και οι τακτικισμοί στα ηγετικά κλιμάκια, οι λυκοφιλίες και οι αντίρροπες, αλληλομισούμενες τάσεις, δεν της επέτρεψαν να εκμεταλλευτεί την ιστορική ευκαιρία του 2007-2008. Η Κουμουνδούρου δεν άκουσε εγκαίρως τα μέλη της Αριστεράς, τους ψηφοφόρους, τους ανένταχτους, τη συντριπτική πλειονότητα των ανθρώπων που είναι η Αριστερά, χωρίς τίτλους ιδιοκτησίας και νεοσταλινικούς φετφάδες.

Αλλά ο πολιτικός χρόνος είναι μακρύς, είναι ιστορικός, δεν εξαντλείται σε μια ευκαιρία. Εν όψει και των εκλογών, η Αριστερά μπορεί μόνο να πράξει το στοιχειώδες: να ακούσει τον κόσμο της, και να παραμείνει γειωμένη στην κοινωνία.

H κρίση στον Συνασπισμό της Αριστεράς, βαθιά, διαρκής, δομική, καθρεφτίζει την κρίση όλου του πολιτικού συστήματος. Τουλάχιστον του συστήματος που απαρτίζουν τα κοινοβουλευτικά κόμματα. Κρίση ηγεσίας, κρίση γραμμής, κρίση τακτικής, κρίση στρατηγικής, κρίση λόγου, κρίση ταυτότητας. Κρίση οντολογική. Η Αριστερά συνταράσσεται όχι μόνο από τη δική της κρίση, αλλά από την κρίση που σιγοκαίει και κλυδωνίζει την πολιτική σκηνή, που διατρέχει σαν διαρκής τονικός σπασμός το κοινωνικό σώμα. Και επειδή αυτή η συγκεκριμένη Αριστερά, η συνασπίζουσα και στεγάζουσα αντίρροπους κι ανένταχτους, είναι μικρή στο δέμας, χαλαρή στην ύφανση, διαφανής και ευανάγνωστη, γι’ αυτό και η κρίση της, η αδυναμία και η αρρώστια της διαβάζονται σαν ανοιχτό βιβλίο.

Ολα τελούνται δημόσια: σκυλοκαβγάδες και κουβέντες με πόνο, μαχαιρώματα, πλατφόρμες συμμαχιών, η απεγνωσμένη νοσταλγία, ο τρόμος ενώπιον του νέου, η τρικυμία ενώπιον του νέου, η φιλαυτία του πρωτοπόρου και η αριστερόστροφη ηθικολογία, η αυταρέσκεια και η ξύλινη ρητορεία. Ολα δημόσια – ιδίως ο αυτοοικτιρμός και η αυτολοιδορία.

Οι λοξές κουβέντες του αριστεριστή Κοροβέση, οι έκκεντρες συμπεριφορές του ηγετικού Αλαβάνου, ανεξαρτήτως της αντικειμενικής αξίας που φέρουν, αυθόρμητες και πηγαίες ωστόσο, απρόβλεπτες, ερεθίζουν τα αντανακλαστικά των συντρόφων τους, διότι καταπατούν την άτυπη συμφωνία σιωπής, σπάνε τον κώδικα ηθικολογούσας διαγωγής, και κυρίως διότι δείχνουν το πολιτικό πάπλωμα τρύπιο και τριμμένο, φτενό. Κι αυτό το πάπλωμα δεν είναι μόνο της Αριστεράς, είναι το όλον. Είναι το σύνολο πολιτικό σύστημα.

Σε ό, τι αφορά την κυβερνώσα Νέα Δημοκρατία, είναι ολοφάνερη πλέον η δομική της ανικανότητα όχι να οδηγήσει τη χώρα στο βραχύ μέλλον, αλλά κυρίως η ολοσχερής ανικανότητά της να διαχειριστεί τα καθ’ ημέραν, να αντιμετωπίσει προβλεπτούς κινδύνους, να αντιδράσει ψύχραιμα και συντεταγμένα στα απρόβλεπτα. Η ανικανότητα πηγάζει από έλλειψη οποιουδήποτε σχεδίου, αφενός, από το απελπιστικά χαμηλό επίπεδο του πολιτικού προσωπικού, αφετέρου. Αμορφωσιά, κυνισμός, ελαστικές συνειδήσεις, αδράνεια, θεμελιώδεις ανεπάρκειες, αδυναμία και απροθυμία να αφουγκραστούν τη μεταβαλλόμενη πολύμορφη κοινωνία.

Ανάλογη ανθρωπολογία συναντάμε στο ΠΑΣΟΚ. Δεν γνωρίζουμε ποιο θα είναι το κυβερνητικό επιτελείο του Γ. Παπανδρέου, εφόσον εκλεγεί, γνωρίζουμε όμως ότι το ΠΑΣΟΚ, το μεγάλο κόμμα της μεταπολίτευσης, είναι ένα κόμμα βαριά κουρασμένο και εσωστρεφές, το οποίο ακόμη και τώρα, μετά τρεις εκλογικές ήττες, ευρισκόμενο στα πρόθυρα της ποθητής του εξουσίας, του δικού του raison d’tre, παραμένει αορίστως καταγγελτικό, γενικολογεί, αντιπολιτεύεται, χωρίς να προτείνει τίποτε εκτός από τη δική του άνοδο στην εξουσία. Κόμμα διαχειριστών και όχι πολιτικών, χωρίς αυτοκριτική, χωρίς ανάλυση της πραγματικότητας, χωρίς επεξεργασία συνθέσεων.

Σε αρκετά ζωτικά θέματα, μάλιστα, οι άδηλες ή εκφρασμένες θέσεις του κεντροαριστερού Γ. Παπανδρέου δεν διαφέρουν ουσιωδώς από τις αντίστοιχες θέσεις του κεντροδεξιού Κ. Καραμανλή. Και οι δύο πενηντάρηδες ηγέτες άλλωστε ποντάρουν πολύ στην ίδια κληρονομική ρητορεία και σε συναισθηματικά φορτισμένη χρήση σχημάτων του καταγωγικού τους παρελθόντος. Και οι δύο, αναπόφευκτα και αντικειμενικά, μαζί με τους επιγόνους του Κ. Μητσοτάκη, εκφράζουν μια κληρονομιά οικογενειοκρατίας και δυναστειών, τέτοια που δεν υπάρχει ανάλογό της σε καμιία ευρωπαϊκή δημοκρατία σήμερα. Ποιον εκσυγχρονισμό και ποια ανανέωση του κοινωνικού σώματος να εγγυηθούν αυτά τα κουρασμένα κόμματα – δυναστείες;

Η πολιτική είναι τέχνη του εφικτού, είναι πραγματισμός. Πράγματι. Αλλά από καιρό τώρα, η τρέχουσα πολιτική έχει χάσει κάθε σχέση και με το εφικτό και με το πραγματικό. Ολο το σύστημα, από τη νεο-λαϊκή ακροδεξιά έως το φαραωνικό απολίθωμα του Περισσού, ασχολείται εργωδώς μόνο με την αναπαραγωγή και τη αυτοσυντήρησή του. Εν κενώ, προστατευμένο από κοινωνία, συγκυρία, γεωπολιτικό περιβάλλον – όσο μπορεί, όσο του επιτρέπουν οι κεραμίδες που κάθε τόσο πέφτουν επώδυνες ζητώντας εξηγήσεις και πράξη.

Διότι η πραγματικότητα εν τω μεταξύ καλπάζει. Δύσκολη, απρόοπτη, ανατρέπουσα βεβαιότητες και ευκολίες. Απαιτεί αναλυτικές και συνθετικές ικανότητες. Απαιτεί προ πάντων ένα συνεκτικό αφήγημα, το οποίο να καταγράφει την πραγματικότητα και ταυτοχρόνως να την αναλύει και να την επιλύει, και να την υπερβαίνει.

Εδώ γυρνάμε πάλι στην κρίση της Αριστεράς, που περιέχει όλες τις κρίσεις. Η ευρωπαϊκή Αριστερά στους νεώτερους χρόνους επιχειρούσε να αφηγηθεί τον κόσμο συνθέτοντας το ουτοπικό πρόταγμα, τις επιθυμίες της παρούσας κοινωνίας και τη διαχείριση των αναγκών της. Με ελλείμματα και παρεκκλίσεις (συχνά τερατώδεις), με συχνές ήττες και πισωγυρίσματα, αλλά και λαμπρά επιτεύγματα, έτσι ξετυλίχτηκε ο πολιτικός πολιτισμός της νεωτερικότητας, από τους πρωτοφιλελεύθερους και τους ρεπουμπλικανούς έως τους ουτοπιστές σοσιαλιστές και τους ελευθεριακούς: αφηγούμενος πειστικά τον κόσμο. Σε ένα αφήγημα όπου οι πολίτες δεν είναι αφηγούμενα αντικείμενα αλλά υποκείμενα και διαμορφωτές, αφηγητές.

Αυτή η κληρονομιά συνθέσεων και τόλμης έχει χαθεί αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα. Μάλλον, έχει θαμπώσει, έχει θαφτεί κάτω από υστεροβουλία, σκοπιμοθηρία, ανικανότητα, νεποτισμό και διαφθορά. Η κοινωνία χωρίς θεσμούς, χωρίς ενοποιητικό αφήγημα, χωρίς αίσθηση του ανήκειν και του συναποφασίζειν, έχει χάσει την πίστη στον εαυτό της, στις ανανεωτικές της δυνάμεις. Φοβάται το παρόν, τρέμει το μέλλον. Κερματίζεται και αλληλοσπαράσσεται, όπως ακριβώς πράττει τώρα το κόμμα της Αριστεράς. Ιδού, σε αυτό τουλάχιστον το πεδίο, πολιτική και κοινωνία συναιρούνται: εν κρίσει.

μοτο
Το ψυχόδραμα
των παραιτήσεων
Την πολιτική εβδομάδα σφραγίζει η εξαγγελθείσα παραίτηση του Αλέκου Αλαβάνου από την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ και από το βουλευτικό αξίωμα. Ο πράος και στοχαστικός, μα και δυναμικός και έτοιμος για υπερβάσεις, Κυκλαδίτης πολιτικός αιφνιδίασε. Μάς ξάφνιασε. Οπως ξάφνιαζε παλιότερα με τις θέσεις του υπέρ της συλλογικής ηγεσίας, με την αποχώρηση από την ηγεσία του Συνασπισμού, με την προώθηση του νεαρού και άπειρου Αλέξη Τσίπρα στο τιμόνι του κόμματος, με την μόλις υποκρυπτόμενη αντι-ηγεμονική του στάση. Ξάφνιαζε με τα ποιήματα που στόλιζαν συχνά τις πολιτικές του ομιλίες, με το σθένος και τον αέρα υπεροχής που αντιμέτωπιζε τους άλλους πολιτικούς αρχηγούς, με το σθένος που υπερασπιζόταν τα νέα κοινωνικά υποκείμενα, με την ηρεμία και την καταλαγή που άκουσε την πάνδημη οργή των νέων του Δεκέμβρη.
Στο τέλος του 2007, είχα περιγράψει τον Αλέκο Αλαβάνο ως πολιτικό πρόσωπο της χρονιάς. Το κόμμα του τα είχε πάει αρκετά καλά στις εκλογές, είχε ξεκολλήσει από τον ρόγχο του 3%, είχε κερδίσει και πάλι, μετά πολύ καιρό, τον αέρα των μαζικών χώρων και της νεολαίας, διαμόρφωνε ένα αριστερό προφίλ αρκετά ελκυστικό για τις νεότερες γενιές. Ο ίδιος ήταν ο αδιαφιλονίκητος ηγέτης της Αριστεράς, είχε διασκεδάσει προσώρας τη φαγωμάρα των τάσεων, έστεκε υπέράνω της ετικέτας “Αριστερό Ρεύμα”, είχε κερδίσει με ρίσκο και αποκοτιά τη βουλευτική έδρα στο Ηράκλειο. Και τότε, στο ζενίθ του, με όλα τα χαρτιά του ανοιχτά, αιφνιδίασε και πάλι: αποχώρησε από την ηγεσία, προκρίνοντας για πρόεδρο τον “μικρό”, προκρίνοντας αλλαγή προσώπων και αλλαγή ατζέντας.
Η παραίτηση του 2007 περιγράφτηκε ως ευφυής τακτική κίνηση, με στρατηγικό βάθος, αφενός· αλλά και ως ιδιοσυγκρασιακή συμπεριφορά ενός ανθρώπου βαθύτατα πολιτικού, που παίζει ζάρια με την ιστορία. Τολμά, ρισκάρει· κι αν βγει. Προχθές, είπε μέσες-άκρες ότι δεν του βγήκε… Οτι δεν ξέρει αν μετάνιωσε. Κατόπιν, κάλεσε τις συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ, και τους ζήτησε να παραιτηθεί από την ηγεσία της κοινοβουλευτικής ομάδας και του μετωπικού μορφώματος. Σοκαρισμένοι, φαντάζομαι, οι συνιστώντες, του είπαν, όχι, δεν δεχόμαστε την παραίτηση. Το ψυχόδραμα συνεχίζεται τη Δευτέρα.
Ο 59χρονος Αλέκος Αλαβάνος, γόνος παλαιάς πολιτικής οικογενείας της Τήνου, εκπρόσωπος της αντιδικτατορικής γενιάς, από παιδί στο ΚΚΕ, ευρωβουλευτής επί 23 χρόνια (ίσως ο εμπειρότερος Ελληνας της Ευρωβουλής), είναι βετεράνος της πολιτικής. Κανείς πολιτικός αρχηγός σήμερα δεν διαθέτει την αγωνιστική και επιτελική πείρα του, σφυρηλατημένη μάλιστα μέσα σε κορυφαίες στιγμές της μεταπολιτευτικής ελληνικής ιστορίας, και κανείς δεν γνωρίζει τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ενωσης εκ τω έσω, όπως αυτός, ο αρχικά ευρωαρνητής κουκουές που σταδιακά μεταμόρφωθηκε σε αριστερό ευρωσκεπτικιστή και ευρωπαϊστή.
Στο πρόσωπο του Αλαβάνου, η Αριστερά, το κομβικό 2004, βρήκε τον ιδανικό ηγέτη: αναγνωρίσιμο, δημοφιλή και αποδεκτό στα μη αριστερά ακροατήρια, με αριστερές περγαμηνές εντούτοις, με ευρωπαϊκή εμπειρία και παιδεία, ανοιχτό στους νέους και τα νέα ρεύματα. Και παρ’ όλη την καταγωγή του από το παλαιολιθικό ΚΚΕ, έτοιμο να οδηγήσει τη Νέα Αριστερά στο δύσκολο νέο περιβάλλον, χωρίς αγκυλώσεις. Το έκανε. Οδήγησε την Αριστερά σε σκολιές ατραπούς, σε αυτοϋπερβάσεις, σε δύσκολες ερμηνείες, σε καιροσκοπικές περιπέτειες, σε κυνήγι του Zeitgeist. Εως σήμερα.
Είπαμε πριν, για ιδιοσυγκρασιακή συμπεριφορά. Πράγματι, η σχέση του με την εξουσία είναι ιδιοσυγκρασιακή, δεν ταιριάζει με τα στερεότυπα που έχουμε για τους ηγέτες, δεξιούς και αριστερούς, οι οποίοι συνήθως γαντζώνονται στην εξουσία, τρέφονται απ’ αυτήν, δεν ξέρουν πότε να αποχωρήσουν, συχνότατα ξεχνούν την ίδια την ουσία της πολιτικής, την πολιτική πράξη, την ιστορική ευθύνη, την προσωπική ακεραιότητα, την υστεροφημία. Ολα χάριν της εξουσίας. Ο ΑΑ στέκεται αμφίθυμος απέναντι στην εξουσία· σαν αριστερός ουτοπιστής περισσότερο, παρά σαν πραγματιστής διαχειριστής. Αυτό είναι αρετή μα και αδυναμία.
Παρόμοια αμφιθυμία διατρέχει τη σχέση του με το πολιτικό του τέκνο Αλέξη Τσίπρα: χειραφέτηση, αφενός, πατερναλισμός, αφετέρου. Η υπέρβαση φρενάρεται από τον πραγματισμό.
Μα αυτή η αμφιθυμία σφραγίζει την Αριστερά σήμερα: ανάμεσα στην υπέρβαση, στο ουτοπικό πρόταγμα, την ανάδειξη της κοινωνίας των στριμωγμένων και των αποκλειομένων· και στον πραγματισμό της πρότασης εξουσίας, στην πρόθεση διακυβέρνησης. Αυτή η αμφιθυμία, αυτό το ψυχόδραμα, το acting out περιέχονται όλα μες στην παραίτηση Αλαβάνου. Και η ιστορική ευθύνη ενώπιον της διηνεκούς Αριστεράς.

alavanos_mpaltas

[...]

Στο τέλος του 2007, είχα περιγράψει τον Αλέκο Αλαβάνο ως πολιτικό πρόσωπο της χρονιάς. Το κόμμα του τα είχε πάει αρκετά καλά στις εκλογές, είχε ξεκολλήσει από τον ρόγχο του 3%, είχε κερδίσει και πάλι, μετά πολύ καιρό, τον αέρα των μαζικών χώρων και της νεολαίας, διαμόρφωνε ένα αριστερό προφίλ αρκετά ελκυστικό για τις νεότερες γενιές. Ο ίδιος ήταν ο αδιαφιλονίκητος ηγέτης της Αριστεράς, είχε διασκεδάσει προσώρας τη φαγωμάρα των τάσεων, έστεκε υπέράνω της ετικέτας “Αριστερό Ρεύμα”, είχε κερδίσει με ρίσκο και αποκοτιά τη βουλευτική έδρα στο Ηράκλειο. Και τότε, στο ζενίθ του, με όλα τα χαρτιά του ανοιχτά, αιφνιδίασε και πάλι: αποχώρησε από την ηγεσία, προκρίνοντας για πρόεδρο τον “μικρό”, προκρίνοντας αλλαγή προσώπων και αλλαγή ατζέντας.

Η παραίτηση του 2007 περιγράφτηκε ως ευφυής τακτική κίνηση, με στρατηγικό βάθος, αφενός· αλλά και ως ιδιοσυγκρασιακή συμπεριφορά ενός ανθρώπου βαθύτατα πολιτικού, που παίζει ζάρια με την ιστορία. Τολμά, ρισκάρει· κι αν βγει. Προχθές, είπε μέσες-άκρες ότι δεν του βγήκε… Οτι δεν ξέρει αν μετάνιωσε. Κατόπιν, κάλεσε τις συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ, και τους ζήτησε να παραιτηθεί από την ηγεσία της κοινοβουλευτικής ομάδας και του μετωπικού μορφώματος. Σοκαρισμένοι, φαντάζομαι, οι συνιστώντες, του είπαν, όχι, δεν δεχόμαστε την παραίτηση. Το ψυχόδραμα συνεχίζεται τη Δευτέρα.

Ο 59χρονος Αλέκος Αλαβάνος, γόνος παλαιάς πολιτικής οικογενείας της Τήνου, εκπρόσωπος της αντιδικτατορικής γενιάς, από παιδί στο ΚΚΕ, ευρωβουλευτής επί 23 χρόνια (ίσως ο εμπειρότερος Ελληνας της Ευρωβουλής), είναι βετεράνος της πολιτικής. Κανείς πολιτικός αρχηγός σήμερα δεν διαθέτει την αγωνιστική και επιτελική πείρα του, σφυρηλατημένη μάλιστα μέσα σε κορυφαίες στιγμές της μεταπολιτευτικής ελληνικής ιστορίας, και κανείς δεν γνωρίζει τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ενωσης εκ τω έσω, όπως αυτός, ο αρχικά ευρωαρνητής κουκουές που σταδιακά μεταμόρφωθηκε σε αριστερό ευρωσκεπτικιστή και ευρωπαϊστή.

Στο πρόσωπο του Αλαβάνου, η Αριστερά, το κομβικό 2004, βρήκε τον ιδανικό ηγέτη: αναγνωρίσιμο, δημοφιλή και αποδεκτό στα μη αριστερά ακροατήρια, με αριστερές περγαμηνές εντούτοις, με ευρωπαϊκή εμπειρία και παιδεία, ανοιχτό στους νέους και τα νέα ρεύματα. Και παρ’ όλη την καταγωγή του από το παλαιολιθικό ΚΚΕ, έτοιμο να οδηγήσει τη Νέα Αριστερά στο δύσκολο νέο περιβάλλον, χωρίς αγκυλώσεις. Το έκανε. Οδήγησε την Αριστερά σε σκολιές ατραπούς, σε αυτοϋπερβάσεις, σε δύσκολες ερμηνείες, σε καιροσκοπικές περιπέτειες, σε κυνήγι του Zeitgeist. Εως σήμερα.

Είπαμε πριν, για ιδιοσυγκρασιακή συμπεριφορά. Πράγματι, η σχέση του με την εξουσία είναι ιδιοσυγκρασιακή, δεν ταιριάζει με τα στερεότυπα που έχουμε για τους ηγέτες, δεξιούς και αριστερούς, οι οποίοι συνήθως γαντζώνονται στην εξουσία, τρέφονται απ’ αυτήν, δεν ξέρουν πότε να αποχωρήσουν, συχνότατα ξεχνούν την ίδια την ουσία της πολιτικής, την πολιτική πράξη, την ιστορική ευθύνη, την προσωπική ακεραιότητα, την υστεροφημία. Ολα χάριν της εξουσίας. Ο ΑΑ στέκεται αμφίθυμος απέναντι στην εξουσία· σαν αριστερός ουτοπιστής περισσότερο, παρά σαν πραγματιστής διαχειριστής. Αυτό είναι αρετή μα και αδυναμία.

Παρόμοια αμφιθυμία διατρέχει τη σχέση του με το πολιτικό του τέκνο Αλέξη Τσίπρα: χειραφέτηση, αφενός, πατερναλισμός, αφετέρου. Η υπέρβαση φρενάρεται από τον πραγματισμό.

Μα αυτή η αμφιθυμία σφραγίζει την Αριστερά σήμερα: ανάμεσα στην υπέρβαση, στο ουτοπικό πρόταγμα, την ανάδειξη της κοινωνίας των στριμωγμένων και των αποκλειομένων· και στον πραγματισμό της πρότασης εξουσίας, στην πρόθεση διακυβέρνησης. Αυτή η αμφιθυμία, αυτό το ψυχόδραμα, το acting out περιέχονται όλα μες στην παραίτηση Αλαβάνου. Και η ιστορική ευθύνη ενώπιον της διηνεκούς Αριστεράς.

sneak preview

Πόσο σαστισμένος μπορεί να είναι ένας πολιτικός αρχηγός από το εκλογικό ποσοστό του, πόσο στριμωγμένος από την κομματική καμαρίλα, για να εμφανιστεί, τη βραδιά εκλογών, απολογούμενος για το 4,7%, σαν να θεωρεί ότι κατατροπώθηκε στον δρόμο προς τα Χειμρινά Ανάκτορα, και κυρίως, σαν να απευθύνεται στα κομματικά μέλη που τον δίκαζαν και όχι σε πολίτες που τον ψήφισαν. Ο πρόεδρος του Συνασπισμού Αλέξης Τσίπρας, συνήθως χαρωπός και άνετος, την περασμένη Κυριακή εξέπεμπε ήττα και περίσκεψη: πώς θα τα βγάλει πέρα με την εσωκομματική αντιπολίτευση, με τους ανανεωτικούς, με τους καναλοδίκες, με τους βαρυσήμαντους αναλυτές που θα καταδίκαζαν την πολιτική του.

Μα όλοι αυτοί θα τον έθαβαν χωρίς δίκη, θα τον καταδίκαζαν ακόμη κι αν έπιανε 6, 7 ή 8%, γιατί θα τον σύγκριναν με τα δημοσκοπικά διψήφια ποσοστά του περασμένου καλοκαιριού, αφενός, και γιατί δεν εγκρίνουν την πολιτική του Συνασπισμού έτσι κι αλλιώς· δεν τους αρέσει ο Συνασπισμός, τον μισούν, έτσι κινηματικός και αριστερός που κατάντησε, σχεδόν αντισυστημικός, με ροκ χιούμορ, με σκανδαλιστικά φιλελεύθερη προσέγγιση της νεολαίας και των αναδυόμενων συλλογικοτήτων, με σκουλαρίκια στο αυτί και συγχρωτισμούς με τους ανυπάκουους.

Οχι, δεν είναι Αριστερά αυτή ― θα έλεγε ο Λεωνίδας Κύρκος, και όλοι οι σύντροφοι της αλήστου μνήμης EAΔΕ, της ευπειθούς ροζ Αριστεράς, της γραφικής Συμμαχίας, του ΚΚΕεσωτ-Τσαουσέσκου και της ΕΑΡ του 1,5% και του 2%. Και θα συμφωνούσαν όλοι οι καναλαστέρες και οι ξινοί αναλυτές, οι οποίοι ούτε ψηφίζουν ούτε υποστηρίζουν Αριστερά· μόνο τη χλευάζουν.
Αξιοσημείωτο. Οι δριμύτεροι επικριτές της “αριστερής” στροφής του ΣΥΝ υποστηρίζουν ότι νοιάζονται για μια αξιοπρεπή, ρεαλιστική Αριστερά, όπως τον παλιό καλό καιρό του ‘74- ‘89, όταν δηλαδή ήταν κομπάρσος και παρήγαγε στελέχη για το κράτος και το ΠΑΣΟΚ. Τι ειρωνεία… Οι τιμητές της σημερινής “κινηματικής” (και τρικυμιώδους και αντιφατικής και καιροσκοπικής, θα πρόσθετα) Αριστεράς του 5% και του 4,7%, αυτοί που την προτιμούν πτωχή και τιμία, αυτοί που την προτιμούν με Λένιν-και-Λακόστ, είναι περίπου αυτοί που επί έτη πολλά την καθήλωναν στο συν-πλην 2% και την άφησαν εκτός Βουλής.

Γιατί να τους ακούσει αυτούς τώρα ο Συνασπισμός; Θα τους ακούσει, τους ακούει ήδη. Γιατί ο Συνασπισμός ―σαν κόμμα, όχι σαν έκφραση Αριστεράς― είναι ψοφοδεής και αυτιστικός, είναι ιδιοτελής ισορροπιστής και εκκολαπτήριο επαγγελματιών μηχανορράφων. Γιατί ο Συνασπισμός αυτοαναφέρεται, ενδοεπικοινωνεί μες στο περίκλειστο σύμπαν της Κουμουνδούρου, λογοδοτεί στο ιερατείο του, τακτοποιεί τάσεις και ταξίματα, εξασφαλίζει καριέρες, κλαυθμηρίζει που δεν του αφιερώνουν δυο αράδες οι εφημερίδες, που δεν τον καλούν στα πάνελ να μυρηκάσει τα ίδια ξύλινα, να απολογηθεί στον κάθε καναλαστέρα. Γιατί ο Συνασπισμός δεν αφουγκράζεται τις προσδοκίες του κόσμου του, αυτού του πεισματάρη κόσμου που του χάριζε επί τόσες αναμετρήσεις το μαγικό 3% της επιβίωσης, δεν αφουγκράζεται τους φόβους και τις προσδοκίες των ανυπάκουων μα και τόσο τρομαγμένων νέων, των επισφαλών με μάστερ, των ντελίβερι με πτυχίο, των νέων υποκειμένων που στρέφουν τα νώτα στο φθαρμένο σύστημα, που υποφέρουν από τον νεποτισμό, την αναξιοκρατία και τη διαφθορά, που στραγγαλίζονται από ένα διαλυμένο εκπαιδευτικό σύστημα και υποβαθμίζονται κοινωνικά προτού καν δοκιμαστούν.

Κι όμως, τελευταία, ο Συνασπισμός άκουσε τέτοιες φωνές. Κινήθηκε προς το μέρος των νεο-αποκλεισμένων, των μορφωμένων νεόπτωχων και του αναδυόμενου πρεκαριάτου. Ο Αλέκος Αλαβάνος ελίχθηκε τακτικά, προς τον Καιρό, επεχείρησε ανανέωση προσώπων και ατζέντας. Ταυτόχρονα όμως, ο σκουριασμένος, γερασμένος και επαγγελματοποιημένος ΣΥΝ, ανακαλύπτοντας εκ νέου τη σαγήνη των κινημάτων, των φοιτητών εν προκειμένω, κολακεύτηκε από τα πλήθη που κατέβαιναν στους δρόμους και θεώρησε ότι αυτοί οι νέοι τον ακολουθούν. Εκανε λάθος. Οι νέοι δεν ακολουθούσαν τον ΣΥΝ, ακολουθούσαν την οργή τους, την απελπισία τους, ίσως και την κακομαθησιά τους. Ο ΣΥΝ, όμως, προσβεβλημένος από έναν ιδιότυπο κινηματισμό, αντί να αναλύσει τις νέες ανάγκες, το νέο ήθος, τα νέα υποκείμενα, έκανε σημαία το άρθρο 16 και τα ιδιωτικά κολέγια, αντί να υπερασπίσει καινοτόμα το καλύτερο δημόσιο σχολείο, τον διευρυμένο δημόσιο χώρο, τον χώρο της Αριστεράς εντέλει.

Και προτού αντιληφθεί τι συνέβαινε, σε περιβάλλον απαξίωσης του πολιτικού συστήματος, με την εφήμερη δημοσκοπική προσδοκία να τροφοδοτεί αλαζονεία και εσωκομματικές διελκυνστίδες, ο Συνασπισμός, και ο Σύριζα μαζί του, τράκαρε στην οικονομική κρίση και στον Δεκέμβρη. Μάλλον, ο Δεκέμβρης τράκαρε πάνω του·και τον τσαλάκωσε, μαζί με όλα τα στερεότυπα και τις εδραίες πεποιθήσεις. Ορθώς ο Συνασπισμός δεν καταδίκασε τυφλά, δεν ξόρκισε, δεν αναθεμάτισε. Προσπάθησε να καταλάβει ― ίσως να νόμισε ότι μπορεί και να ηγεμονεύσει. Δεν μπόρεσε. Δεν είχε τα εργαλεία· αλλά και το ίδιο το παρανάλωμα του Δεκέμβρη δεν προσφέρεται για εύκολες ερμηνείες και αφομοίωση.

Οι χλευαστές λένε ότι ο ΣΥΝ πληρώνει τον Δεκέμβρη. Εν μέρει αληθές ― δημοσκοπικά αληθές: Πράγματι, οι νοικοκυραίοι στον Αγιο Παντελεήμονα λένε ότι ο Συνασπισμός τις νύχτες τούς κουβαλάει μετανάστες… Μα όχι, ο Συνασπισμός, ως έκφραση της Αριστεράς, πληρώνει τις αδυναμίες του: να αντιληφθεί τον κόσμο που αλλάζει ταχύτατα, τη μητροπολιτική Αθήνα, το απειλητικό πλήθος των μεταναστών homo sacer, τους απειλούμενους μικροαστούς, τους ανυπάκουους νέους, το, μισοτραυλό μα γνήσια αγωνιώδες, νέο discours. Αυτές οι αδυναμίες της Αριστεράς είναι αδυναμίες της κοινωνίας μας. Μα ακριβώς γι’ αυτές τις αδυναμίες, παρ’ όλες τις αδυναμίες, η Αριστερά, με αυτή ή την άλλη μορφή, με αυτόν ή άλλον ΣΥΝ, παραμένει αναγκαία διαρκής δυνατότητα. Ανοιχτή. Αναγκαία όσο και η ουτοπία.

buzz it!

H κρίση ξεκίνησε χρηματοπιστωτική και πολύ σύντομα φανερώνεται ως πολύπλευρα πολιτική και κοινωνική. Η κοινωνία των ΗΠΑ, εκμεταλλευόμενη τη συγκυρία των εκλογών, αντέδρασε πρώτη πολιτικά: επιλέγοντας μια ηγεσία που υποσχέθηκε πολιτικές αναδιευθετήσεις. Στην Ευρώπη, το αίτημα αλλαγών και αναπροσαρμογών πρώτη υποδέχεται η Αριστερά: οι παραδοσιακοί κομματικοί σχηματισμοί της κλονίζονται, διασπώνται, μετασχηματίζονται. Στη Γαλλία, την Ιταλία, την Ελλάδα.

Ακόμη και παρηκμασμένη και φθαρμένη από συγκυβερνήσεις και συναινέσεις, η ευρωπαϊκή Αριστερά λειτουργεί ως βαρόμετρο των πολιτικών αναστατώσεων. Οταν οι κοινωνίες αγωνιούν για την εργασία, το επίπεδο διαβίωσης, τις υπηρεσίες πρόνοιας, το κοινωνικό κράτος, οι πολιτικοί σχηματισμοί οφείλουν να απαντήσουν πειστικά. Δεν μπορούν. Τα καινοφανή ερωτήματα απαιτούν καινούργιες απαντήσεις. Τις αναζητούν.

Ο έμπειρος υπουργός τριών κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ, Αλέκος Παπαδόπουλος, μίλησε προχθές με δραματικούς τόνους για πολιτικό, συστημικό πρόβλημα· και δεν είναι βέβαια κανένας οραματιστής, πρακτικός και μετριοπαθής κεντρώος πολιτικός είναι. Φαίνεται πως ακόμη και στο φθαρμένο κεντρώο ΠΑΣΟΚ λειτουργούν δυνάμεις που ανησυχούν και αναγνωρίζουν το βαθύ πολιτικό πρόβλημα.

Ο Συνασπισμός, πιο ευάλωτος στις κρίσεις και την κίνηση ιδεών, στο συνέδριό του εκδηλώνει μετωπική σύγκρουση των δύο εαυτών του. Με αφορμή τον δακρυσμένο Δεκέμβρη, οι μειοψηφούντες μετριοπαθείς Ανανεωτές, σήκωσαν παντιέρα εναντίον της ριζοσπαστικότερης, «κινηματικής» και πιο καιροσκοπικής αριστερής πλειοψηφίας. Χονδρικά, οι μεν βλέπουν εξουσία, οι δε βλέπουν κινήματα και συλλογικότητες. Οι μεν ζητούν συμμετοχή στη διακυβέρνηση, οι δε ηγεμονία στην κοινωνική αντιπολίτευση.

Η σύγκρουση στην Αριστερά δείχνει όχι μόνο αντίπαλες τάσεις, αλλά και τη σφοδρότητα της πολιτικής κρίσης και τους καινοφανείς δομικούς χαρακτήρες της. Η ήδη μετασχηματιζόμενη κοινωνία επιβαρύνεται πολλαπλώς από τη διεθνή καπιταλιστική κρίση, και αναζητά σταθερές. Τα κόμματα εξουσίας φαίνονται ανίκανα να επινοήσουν έναν εαυτό άλλο από αυτόν που παρήγαγε εν πολλοίς την παρούσα κρίση ― θεσμών, αξιών, στρατηγικής. Και η Αριστερά συνταράσσεται υπαρξιακά. Ολοι περιμένουν.

athina

Δύο εβδομάδες μετά τη Νύχτα του Αγίου Νικολάου με το φόνο του 15χρονου Αλέξη και την πανελλαδική εξέγερση λυκειόπαιδων και άγριας νεολαίας, το σύνολο σχεδόν του πολιτικού κόσμου αρνείται πεισμόνως να αφουγκραστεί οτιδήποτε. Σαν να ζουν σε άλλη χώρα.

Σίγουρα δεν διαθέτουν τα αναλυτικά εργαλεία για να προσεγγίσουν τα καινοφανή υποκείμενα, τις πολυπολικές συγκρούσεις, τους εργαζόμενους νέου τύπου, τους ημιαποκλεισμένους, τους μικροαστούς που εξαθλιώνονται, τη μεσαία τάξη που ξεπέφτει. Οι συζητήσεις για τον βαθύ μετασχηματισμό της εργασίας και της σύστοιχης συνείδησης, για το μετασχηματισμό του λαού σε πλήθος, για τη νέα γενική διάνοια, για την πνευματική υπεραξία, για τους homo sacer λαθρομετανάστες, για τη βιοπολιτική, για την αυξανόμενη ενδοκοινωνική βία, για τη φθορά του δημόσιου χώρου, όλες αυτές οι συζητήσεις που ανάβουν εδώ και πολλά χρόνια, και είναι επείγουσες και αναγκαίες όσο ποτέ, ασφαλώς και δεν βρίσκονται στα ενδιαφέροντα του πολιτικού προσωπικού. Ασφαλώς. Η πολιτική ελίτ της χώρας επιδίδεται μόνο στη δράση: Πώς θα παραμείνει στην εξουσία.

Δεν μπορούν λοιπόν; Ναι. Και δεν θέλουν. Δεν θέλουν να καταβάλουν κανέναν κόπο για να σκεφτούν, πόσω μάλλον για να κατανοήσουν ή να ρισκάρουν δράση άλλη από την καθήλωση στην καρέκλα. Κι όταν ξεσπάσει κρίση; Οταν το πλήθος, που έως τώρα αγνοούσαν ή περιφρονούσαν, πάρει φωτιά από μια σπίθα; Ε, τότε το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να αναζητήσουν έναν φταίχτη εκεί έξω, έξω από τους ίδιους βεβαίως. Ενα εξιλαστήριο θύμα.

Στην περίπτωση των ταραχών, ο φταίχτης ήταν πάντα, στερεότυπα, οι γνωστοί – άγνωστοι, οι κουκουλοφόροι. Στην περίπτωση των σχολικών καταλήψεων και κινητοποιήσεων, φταίχτης ήταν πάντα οι υποκινητές της Αριστεράς. Τώρα, με την Greek Riot των λυκειόπαιδων της μεσαίας τάξης, των γονιών τους, αριστερών, φοιτητών, άγριων, αποκλεισμένων, λούμπεν, τώρα που τσουρουφλίζεται η Ελλάδα από οργή, τώρα που μυριάδες κραυγάζουν «φτάνει πια!», ποιος είναι ο φταίχτης; Η πολιτική ελίτ, κατάκοπη από σκάνδαλα, κορεσμένη από νεποτισμό, αποσυρμένη από την κόλαση του πραγματικού, η ίδια που ανέθεσε τη διαχείριση του κοινωνικού σε ειδικούς φρουρούς, βρίσκεται πια αντιμέτωπη με την κοινωνία. Και αφού δεν αναγνωρίζει καμία δική της ευθύνη, αναζητά υποκινητές, καθοδηγητές και συνοδοιπόρους. Ακριβώς με την ορολογία του Ψυχρού Πολέμου. Ο ΣΥΡΙΖΑ, σχηματισμός της Αριστεράς, σε οριακή επαφή με τα νεανικά κινήματα των τελευταίων ετών, κυρίως τα φοιτητικά, κλήθηκε να καταδικάσει τους εξεγερμένους συλλήβδην, κυρίως από εισαγγελείς–τηλεαστέρες. Οταν ο ηγέτης του Αλ. Αλαβάνος είπε ζυγισμένα, σαν γονιός, «δεν μπορώ να καταδικάσω ένα παιδί που πετάει μια πέτρα, και δεν είναι επαγγελματίας», μετατράπηκε σε αποδιοπομπαίο τράγο. Ο ΣΥΡΙΖΑ υποκινεί, υποθάλπει, καθοδηγεί τους σπάστες – ήταν η ετυμηγορία της έξαλλης μιντιόσφαιρας, της πολιτικής ελίτ και του σταλινικού ΚΚΕ, το οποίο συνεπές στην παράδοσή του χαρακτηρίζει προδότες, πράκτορες και προβοκάτορες όποιους ξεφεύγουν από τη χειραγώγησή του – από τον καιρό της ΟΠΛΑ και του Πλουμπίδη, έως τους «προβοκάτορες» του Πολυτεχνείου ’73.

Η πραγματικότητα: Η κομματική Αριστερά δεν είχε καμία ουσιαστική επιρροή στο αυθόρμητο, διάχυτο και άμορφο πλήθος της δεκεμβριανής εξέγερσης. Ωστόσο, μεταξύ των αυτόνομων εξεγερμένων υποκειμένων με πολιτική συνείδηση και της οργανωμένης Αριστεράς πάντα υπήρχε μια άτυπη διαπίδυση, διαπίδυση ιδεολογικών αντιδικιών και αντιπαραθέσεων όμως, και όχι καθοδήγησης. Οι δε σημερινοί διάχυτοι «άγριοι», βάνδαλοι και λούμπεν, δεν επηρεάζονται καν από πολιτικούς αντιεξουσιαστές, πόσω μάλλον από «καθεστωτικούς» αριστερούς.

Η δαιμονοποίηση της Αριστεράς, σε όλο το φάσμα, από τους ευπειθείς πρώην ΚΚΕ–εσωτ. έως τους αναρχικούς, συνιστά απειλή για τα θεμέλια της κοινωνίας. Ο δίαυλος του πολιτικού πρέπει να παραμείνει ανοιχτός· η οργή και η καταστροφική μανία να μετασχηματιστούν έλλογα, να εμπλουτίσουν την πολιτική κοινωνία. Η τυφλή απόρριψη μπορεί να ρίξει το εξεγερμένο πλήθος βαθύτερα στην απελπισία και τον μηδενισμό, απελευθερώνοντας πολύ πιο σκοτεινές δυνάμεις.

Γι’ αυτό το άμορφο πλήθος, η πολυμερής αντιφατική Αριστερά είναι προς το παρόν η μόνη πύλη εισόδου στο έλλογο. Αν κλείσει η πύλη, θα πλημμυρίσει η απόγνωση και η τυφλότης. Και τότε ανάμεσα στις φρουρούμενες επαύλεις της ελίτ και στους λυσσασμένους λούμπεν, θα μείνει ανυπεράσπιστη η απέραντη μεσαία τάξη, και τα παιδιά της με τα χούντις, δηλαδή όλοι μας.

Ένα βλέμμα, Καθημερινή 21.12.2008

buzz it!

21 Δεκεμβρίου 2008, οδός Στουρνάρη

 

Ευχ�ς

Ευχές

Obama rhetorics

Obama rhetorics

 

Immigrant song

Immigrant song

ποστμαστερ

mail-3.gif

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 36,746 hits