You are currently browsing the tag archive for the ‘Αντώνης Σαμαράς’ tag.
Η κυβέρνηση συνεργασίας Ν.Δ.-ΠΑΣΟΚ, που συμφωνήθηκε χθες, έδωσε τέλος στην αγωνία των τελευταίων ημερών: δεν πάμε στην Ανατολή και στη δραχμή, τουλάχιστον όχι τώρα. Τα διεθνή ΜΜΕ ήδη ταξιδεύουν για Ιταλία, στον κυρίως όγκο της χιονοστιβάδας ευρωπαϊκού χρέους. Μένουμε μόνοι, ενώπιον της δανειακής σύμβασης, για την οποία ξέρουμε ελάχιστα, με μια εξαρθρωμένη χώρα κι ένα κουρασμένο πολιτικό σύστημα, το οποίο με την ψυχή στα δόντια θα παλέψει να υπάρξει υπό επιτροπεία, μέσα σε μια κοινωνία όλο και πιο φτωχή, όλο και πιο καχύποπτη. Θα προσπαθήσει να κυρώσει τη συμφωνία και τα παρελκόμενά της, να αποσπάσει την περίφημη 6η δόση, να συντάξει προϋπολογισμό και να οδηγήσει της χώρα σε εκλογές.
Η χθεσινή μέρα εσήμανε το τέλος της κυβέρνησης Παπανδρέου, αλλά όχι και το τέλος του κυβερνητικού ΠΑΣΟΚ. Το εφτάψυχο ΠΑΣΟΚ αντί να πτοηθεί από το χάος που προκάλεσε εντός και εκτός συνόρων το δημοψήφισμα του γνησίως χαοτικού αρχηγού του, το εκμεταλλεύτηκε και επέζησε. Ακριβώς στο οριακό σημείο, στο σημείο θραύσεως της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας του, όταν θα έπρεπε να κυρώσει επαχθείς όρους του δευτέρου Μνημονίου και να λάβει νέο κύκλο επώδυνων μέτρων, απέσεισε μέρος της ευθύνης του και το εναπόθεσε στους ώμους της Νέας Δημοκρατίας. Ο Αντώνης Σαμαράς, δεχόμενος αφόρητες πιέσεις για την αντιμνημονιακή του στάση, εντός και εκτός Ελλάδος, υπέκυψε και συναίνεσε για μια μεταβατική κυβέρνηση. Δεν μπόρεσε να αγνοήσει τον διάχυτο φόβο του κόσμου για άτακτη χρεοκοπία. και δεν μπόρεσε, καθώς φαίνεται, να επιβάλει την αρχική του ελάχιστη ατζέντα, που θα περιόριζε τη φθορά του και θα έφερνε γρήγορη κάλπη.
Το κλίμα που διαμορφώθηκε μετά την νύχτα των Καννών ήταν τρομοκρατικό: Μέρκελ-Σαρκοζί απείλησαν ουσιαστικά με αποπομπή της Ελλάδας από την ευρωζώνη και την Ε.Ε., κάτι που για τους κατάκοπους και ήδη φοβισμένους Ελληνες ισοδυναμεί με πολιτισμική κατάρρευση, πλάι στην ήδη βιωμένη φτώχεια και πληβειοποίηση. Η εθνική ταπείνωση των Καννών πυροδότησε μνήμες υπανάπτυξης και υποτέλειας, αλλά κι έναν ζωώδη φόβο: ο αποσυνάγωγος των αγορών μετατρέπεται σε παρία της Ευρώπης. Στην επώδυνη υλική εμπειρία του 2010-11 και την ανασφάλεια για το μέλλον προστέθηκε το λαβωμένο φαντασιακό. Θα τις θυμόμαστε αυτές τις ώρες, ιδίως τη νύχτα των Καννών.
Το δεύτερο Μνημόνιο φιλοδοξεί να ρυθμίσει τον οικονομικό-πολιτικό βίο σε βάθος δεκαετίας. Σύμφωνα με όσα είδαμε από το πρώτο Μνημόνιο, το σοκ θα συνεχιστεί και η κοινωνία θα συνεχίσει να αντιδρά, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Δεν γνωρίζουμε πώς και πόσο θα ισχύσει το Μνημόνιο, πώς θα επιζήσει το ευρώ, πόσο θ΄ αντέξουν Ιταλία και Ισπανία. Για την Ελλάδα πάντως ξέρουμε ότι από σήμερα αρχίζει το τέλος των μεγάλων αστικών κομμάτων και της κυριαρχίας τους, όπως την ξέραμε από το ’74. Καθώς θα μετασχηματίζεται η κοινωνία του Μνημονίου και θα τήκονται τα υπάρχοντα μεσοστρώματα, θα αναδύονται νέα κοινωνικά υποκείμενα, με νέα αυτοσυνείδηση, νέες ανάγκες, που θα αναζητούν άλλους φορείς πολιτικής έκφρασης. Ούτε καλύτερους ούτε χειρότερους, απλώς άλλους.
Η χθεσινή συνεδρίαση της Βουλής κράτησε ξάγρυπνους Ελληνες και ξένους, αλλά το τελικό εξαγόμενο δεν ανακούφισε τους μεν ούτε φώτισε τους δε. Το μόνο βέβαιο είναι ότι το ΠΑΣΟΚ και ο Γιώργος Παπανδρέου κατάφεραν να ανανήψουν από την κατάσταση σοκ που βρέθηκαν τη μαύρη νύχτα των Καννών. Με λαμπρή τακτική και αλλεπάλληλα διλήμματα ο κ. Παπανδρέου πρόσφερε μια εναλλακτική εξουσίας στο κόμμα του, ενώ ταυτοχρόνως η κρίση αποδυνάμωσε τακτικά τον Αντώνη Σαμαρά, ο οποίος ενώπιον του αδυσώπητου διλήμματος «συναίνεση ή άτακτη χρεοκοπία» υπερέβη σε πρώτο βαθμό την αντιμνημονιακή στρατηγική του, απέσπασε συγχαρητήρια από τον Πρόεδρο Ομπάμα και τους Ευρωπαίους, και εντέλει βρέθηκε σε αδιέξοδο μονόδρομο, χωρίς εκλογές.
Ωστόσο για την κοινωνία και τη χώρα η αβεβαιότητα συνεχίζεται. Η τακτική νίκη του κ. Παπανδρέου δεν είναι νίκη της Ελλάδας. Το δεύτερο Μνημόνιο θα περιέχει νέα σκληρά μέτρα λιτότητας επί ενός πληθυσμού εξουθενωμένου, τα οποία σε συνδυασμό με την προβλεπόμενη εκχώρηση κυριαρχίας, θα φουντώσουν την ήδη τεράστια λαϊκή δυσαρέσκεια. Η παραμονή στην εξουσία των ίδιων προσώπων, που συνδέονται στο συλλογικό αίσθημα με την ανθρωποβόρο ύφεση και με την εικόνα ταπείνωσης των Καννών, δεν αποσυμπιέζει, αντιθέτως ερεθίζει. Δηλαδή, υπονομεύει την πιο απαραίτητη προϋπόθεση για ανάνηψη: την εθνική ενότητα έναντι του κινδύνου, κάτι που φάνηκε να αναδύεται τη νύχτα της 3ης Νοεμβρίου.
Επιπλέον, το διευρυνόμενο χάσμα μεταξύ λαϊκής βούλησης και διακυβέρνησης μπορεί να αποβεί μοιραίο για τη σύνολη πολιτική σκηνή και για την κοινωνική ομαλότητα. Χωρίς ανανέωση, χωρίς εναλλαγή, χωρίς δικλίδες εκτόνωσης, το πολιτικό σύστημα κινδυνεύει άμεσα με καθολική απαξίωση. Ασφαλώς όλα ενδέχεται να ανατραπούν, όπως ανατράπηκαν έως τώρα, αλλά η τακτική, όσο λαμπρή, δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη στρατηγική, τη θανάσιμα αναγκαία τούτη τη στιγμή. Και για στρατηγική ανάταξης δεν ακούσαμε τίποτε χθες το βράδυ στη Βουλή.
Η προχθεσινή σύσκεψη των πολιτικών αρχηγών, υπό τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, πυροδότησε δικαιολογημένα αγωνία σε μεγάλες ομάδες του πληθυσμού, αλλά εντέλει ήταν άλλη μία τελετουργία με επικοινωνιακή σκόπευση, χωρίς πολιτικό περιεχόμενο, τουλάχιστον περιεχομένο ικανό για διάσωση και αναπροσδιορισμό.
Ο πρωθυπουργός Γ. Παπανδρέου προσήλθε χωρίς φανερές προτάσεις, αντιπροτάσεις, γκάμα επιχειρημάτων, ώστε να πείσει, να προσελκύσει ή, έστω, να ρυμουλκήσει την αντιπολίτευση προς μια μίνιμουμ συναίνεση. Κανείς δεν πείστηκε, κανείς δεν πιέστηκε, πλην του φαιδρού οιωνοσκόπου Γ. Καρατζαφέρη, ο οποίος άλλωστε έχει προσφέρει πλειστάκις την υποστήριξη του ζητώντας μετ΄επιτάσεως συγκυβέρνηση. Ο Αντώνης Σαμαράς έμεινε αμετακίνητος στη θέση του για επαναδιαπραγμάτευση του Μνημονίου, και παρομοίως αντίθετα να συναινέσουν στη μνημονιακή πολιτική της κυβέρνησης ήταν τα κόμματα της Αριστεράς. Πώς φτάσαμε στο προαναγγελθέν ναυάγιο της τελετουργίας συναίνεσης;
Στις δύο προηγούμενες εβδομάδες η Ελλάδα έζησε, αφόρητα πυκνά, ένα κύμα βίας, φόβου, κοινωνικών ρηγματώσεων και πολιτικών απειλών. Οι βιαιοπραγίες που συντάραξαν το κοινωνικό σώμα επισκιάστηκαν μόνο από τις απειλές περί πτώχευσης και τις αλλεπάλληλες πιεστικές παρεμβάσεις των εταίρων-δανειστών για αναδιευθέτηση του εσωτερικού πολιτικού τοπίου. Ηταν τέτοια η πίεση πάνω στην υπερχρεωμένη χώρα, που έθεσε εν αμφιβόλω την ίδια την του πολιτεύματος, την λαϊκή κυριαρχία· πολύ περισσότερο που διατυπώθηκαν ταυτοχρόνως προτάσεις για δημοψήφισμα, μέσα και έξω από το ΠΑΣΟΚ, ασύμβατες προς τα ειωθότα της Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας.
Επιπλέον, προχθές, ο κ. Παπανδρέου, δια του υπουργού Οικονομικών και με δικά του λόγια, επέσεισε ως μόνο επιχείρημα για την εκμαίευση της συναίνεσης, τον υπαρκτό κίνδυνο της χρεοκοπίας και την έξοδο από την ευρωζώνη, όπως έπραξε πριν απ΄αυτόν η επίτροπος Μαρία Δαμανάκη. Η απειλή αυτή είναι υπαρκτή και απαιτεί εθνικό συναγερμό. Δυστυχώς, όμως, για τη χώρα, το ίδιο υπαρκτή είναι και η σαρωτική απονομιμοποίηση της πολιτικής Παπανδρέου, έτσι όπως καταγράφεται στις έρευνες, αλλά και όπως καταγράφεται τα τελευταία εικοσιτετράωρα στις πλατείες της χώρας: την ώρα που ο πρωθυπουργός, αμήχανος και κουρασμένος, εξήγγειλε στην τηλεόραση την αποτυχία της σύσκεψης των αρχηγών, το παρδαλό πλήθος των Αγανακτισμένων χτυπούσε κατσαρόλες στο Σύνταγμα, έξω από τη Βουλή. Αυτοί οι αδέσποτοι Αγανακτισμένοι, απροσδιόριστοι πολιτικά και απρόοπτης δυναμικής, δρουν πλέον ως απρόβλεπτος επιταχυντής επί μιας πραγματικότητας ήδη χαοτικής και ρευστής.
Το πολιτικό πρόβλημα τροφοδοτείται προφανώς από τα ένστικτα αυτοσυντήρησης των κομμάτων: κανείς δεν θέλει να μοιραστεί την ευθύνη με την κυβέρνηση για τις επιλογές της. Αλλωστε η κυβέρνηση υπερψήφισε το Μνημόνιο, τον περασμένο Μάιο, στηριγμένη στη δική της κοινοβουλευτική πλειοψηφία, και με την επικουρική ψήφο του ΛΑΟΣ και της Ντόρας Μπακογιάννη.
Αλλά το πολιτικό πρόβλημα δεν εξαρτάται πια μόνο από τη στάση των κομμάτων. Ενα χρόνο αργότερα, οι προβλέψεις του Μνημονίου δεν έχουν επιτευχθεί, είτε λόγω κακού υπολογισμού, όπως ομολογεί και η τρόικα, είτε επειδή η κυβέρνηση δεν κατόρθωσε να τηρήσει τους ταχύτατους ρυθμούς μεταρρυθμίσεων. Η οικονομία έχει βυθιστεί στην ύφεση, οι δαπάνες δεν έχουν περιοριστεί αρκετά, τα έσοδα υπολείπονται σημαντικά του στόχου, κι όλα αυτά παρά τις οδυνηρές περικοπές μισθών-συντάξεων, παρά τους βαρείς φόρους. Υφεση, ανεργία και ανασφάλεια παραλύουν τη χώρα, και πάνω σε αυτό το υλικό υπόστρωμα φουντώνουν η ξενοφοβία, η αυτοδικία, η βία: η κρίση είναι κοινωνική. Αυτή η κρίση εκφράζεται, και καταγράφεται πλέον πολλαπλώς, σαν ρήξη του κοινωνικού ιστού, απώλεια εμπιστοσύνης προς το πολιτικό σύστημα και τους θεσμούς, έλλειψη ανοχής.
Κι ακόμη παραπέρα: ζούμε μια ηθική και πνευματική κρίση, κρίση ανθρωπολογικής τάξεως. Τα ερειπιώδη κόμματα με την αμηχανία τους και τη στειρότητά τους εκφράζουν εν πολλοίς μια αναλόγως αμήχανη και στείρα κοινωνία πελατών, γαντζωμένων σε έναν καταρρέοντα κόσμο μικροπρονομίων, θαλασσοδανείων, διορισμών. Εναν κόσμο ετερονομίας και εξαχρείωσης. Το ιταμό ύφος των εταίρων-δανειστών, με το οποίο απευθύνονται στους Ελληνες, βρίσκει έδαφος πάνω στη δική μας ασημαντότητα, στους δικούς μας ασήμαντους ηγέτες, στην εθελόδουλη και οκνηρή μας σκέψη. Είκοσι χρόνια νωρίτερα, ο Παναγιώτης Κονδύλης προφήτευε πικρά την παρούσα κρίση, με οδύνη για την πατρίδα του, για τη γλώσσα και την ποίησή της: «Η νεοελληνική ιστορία, έτσι όπως τη γνωρίσαμε στα τελευταία διακόσια χρόνια, κλείνει τον κύκλο της. Ασφαλώς, τα τραγικά και κωμικά της επεισόδια δεν τέλειωσαν ακόμη, όμως χάνεται η ενότητα της προβληματικής της και ο ειδοποιός της χαρακτήρας.» (Οι αιτίες της παρακμής της σύγχρονης Ελλάδας)
Λαός εκτός ιστορίας; Ναι και όχι. Ναι, στην παρούσα φάση, βρεθήκαμε ουραγοί. Και όχι, όχι εις το διηνεκές, όχι ακόμη και τώρα: Ιn my end is my beginning. Μας το ψιθυρίζει ο Γιάννης Βαρβέρης, μειδιώντας από το επέκεινα καθώς τον αποχαιρετούμε:
«Είμαστε προ της κρίσεως υπερήφανοι
γιατί το θαύμα ήταν πως ζήσαμε
χωρίς το θαύμα.»
(O άνθρωπος μόνος, 2009)
φωτ.: Ελισάβετ Μωράκη
Βαριά πληγωμένη οικονομικά, μουδιασμένη κοινωνικά, χωρίς σχέδιο και αυτοπεποίθηση, η χώρα πορεύεται ακυβέρνητη. Ο πρωθυπουργός φέρεται σαν να έχει απολέσει την εμπιστοσύνη των Ευρωπαίων εταίρων και του εξωτερικού παράγοντος· η δε κυβέρνηση απαρτίζεται πλέον από πρόσωπα που προετοιμάζονται για την επόμενη ημέρα και για την ατομική τους διάσωση. Αυτά διακρίνουν και η τρόικα και η Ε.Ε., εξ ου και οι υποδείξεις τους είναι πλέον ωμά πολιτικές και ασφυκτικές.
Πιο ψύχραιμος φαίνεται να είναι ο λαός, ο οποίος συνολικά έχει επιδείξει αξιοσημείωτη εγκαρτέρηση και πειθαρχία στα νέα δεδομένα πτωχείας και ανεργίας. Σε ένα βουβό πλειοψηφικό ρεύμα, αρκετές από τις μεταρρυθμίσεις που προβλέπονται στο Μνημόνιο γίνονται αποδεκτές, στο βαθμό που εξορθολογίζουν το κράτος· άλλες μεταρρυθμίσεις και περικοπές κρίνονται μη αναγκαίες ή και καταστροφικές. Αυτό που δεν γίνεται αποδεκτό είναι το ενδεχόμενο Δεύτερο Μνημόνιο, επαχθέστερο από το πρώτο και συνεπαγόμενο βαθύτερη ύφεση. Επιπλέον η κοινή γνώμη φαίνεται να μετατοπίζεται και ως προς τον Γ. Παπανδρέου: ενάμιση χρόνο από την εκλογική του νίκη, όλο και περισσότεροι τον θεωρούν υπαίτιο για το αδιέξοδο της χώρας.
Σε αυτό το κομβικό σημείο, εμφανίζεται ο Αντώνης Σαμαράς στο Ζάππειο 2. Ο πρώην αποσυνάγωγος του πολιτικού συστήματος, το αουτσάιντερ που κέρδισε την ηγεσία της συντριβείσας ΝΔ, επιβαρυμένης με κυβερνητικά σκάνδαλα και σπατάλες, αποτόλμησε κάποιες αλλαγές εν μέσω κρίσης: άλλαξε τη ρητορική του κόμματος, άλλαξε στόχευση και φυσιογνωμία. Κυρίως αποτόλμησε να εναντιωθεί στο Μνημόνιο, και τώρα, που ζητούμενο είναι μια άλλη διέξοδος, αισθάνεται δικαιωμένος ιστορικά, έτοιμος να διεκδικήσει την εξουσία.
Με την προχθεσινή του παρέμβαση αλλάζει την ατζέντα προς όφελός του: έκανε ηγετική εμφάνιση, δίνοντας έμφαση στην ανάκτηση της χαμένης αυτοπεποίθησης του λαού και παρουσιάζοντας μια διέξοδο από την ύφεση, ενώ ταυτόχρονα προσελκύει το ενδιαφέρον του ξένου παράγοντος, που αναζητεί συνομιλητές με πολιτική αποδοχή. Ο δρόμος θα είναι εξαιρετικά δύσβατος για τον Α. Σαμαρά, αλλά ήδη του ανοίγεται μια δυνατότητα.

Η υπαγωγή της χώρας στις προβλέψεις και την πειθαρχία του Μνημονίου των δανειστών της, προκειμένου να αποφύγει την χρεοκοπία στο βραχύ μέλλον, προκάλεσε βίαιη αναδιάταξη των πολιτικών δυνάμεων. Από τη μια πλευρά βρέθηκε η κυβέρνηση του σοσιαλιστικού κόμματος, που υπέγραψε το Μνημόνιο. Μαζί της βρέθηκαν το ακροδεξιό-λαϊκό κόμμα ΛΑΟΣ και η συντηρητική-νεοφιλελεύθερη βουλευτής Ντόρα Μπακογιάννη. Απέναντι, βρέθηκαν τα κόμματα της Αριστεράς, ΚΚΕ και ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, η συντηρητική Νέα Δημοκρατία.
Σε πρώτη ανάγνωση οι συμπαρατάξεις είναι παράδοξες. Ιδίως η συμπαράταξη των ακροδεξιών με τους σοσιαλιστές. Ο ΛΑΟΣ δικαιολόγησε τη στάση του ως στάση ευθύνης: ανταποκρίθηκε στο δίλημμα «μοναδική υπάρχουσα λύση ή καταστροφή». Η Νέα Δημοκρατία δέχτηκε δριμεία κριτική εκ δεξιών για την καταψήφιση του Μνημονίου: η συντηρητική παράταξη, λένε, δεν μπορεί να είναι αντισυστημική, ανεύθυνη.
Η στάση της ΝΔ μπορεί να ερμηνευθεί ως εκδήλωση αυτοσυντήρησης: αν η αντιπολίτευση ταυτισθεί με την κυβέρνηση σε μια μείζονα ιστορική επιλογή, παύει να έχει λόγο ύπαρξης, παύει να λειτουργεί ως εναλλακτική στην υπάρχουσα εξουσία. Προφανές. Αυτό που είναι λιγότερο προφανές είναι ότι η εναντίωση της ΝΔ, πολύ περισσότερο από την αναμενόμενη εναντίωση της Αριστεράς, δίνει υπόσταση στην έννοια της αντιπολίτευσης και δι’ αυτής διατηρεί δυνατή την ελευθερία, ως θεμέλιο της δημοκρατίας. Η εναντίωση της ΝΔ, ανεξαρτήτως της ιδιοτέλειας ή της ειλικρίνειας της ηγεσίας της, διατηρεί ζωντανή τη δυνατότητα επιλογής και εναλλαγής, διατηρεί ισχυρό τον έλεγχο της εξουσίας, διατηρεί ισχυρή τη διαφορά, ως θεμέλιο της ελευθερίας.
Η ταύτιση και συμπαράταξη όλου του πολιτικού φάσματος, πλην Αριστεράς, υπέρ του Μνημονίου θα προσέδιδε αφενός θρησκευτικού χαρακτήρα ορθότητα στη «μοναδική επιλογή», αφετέρου, θα προσέδιδε βοναπαρτική υπερεξουσία στην κυβέρνηση. Η κυβέρνηση ζήτησε και ζητεί απεγνωσμένα τη συναίνεση, για να μοιραστεί την ιστορική ευθύνη και να μοιράσει το βάρος του πιθανού λάθους. Εξ ου και τα σενάρια για μια «κυβέρνηση προθύμων» προσεχώς. Εξ ου και η κυβερνητική ρητορική εκδιπλώθηκε με όρους εμφυλίου: υπέρ ή εναντίον της πατρίδας. Ετσι όμως υποδαύλισε μνήμες από υπαρκτά τραύματα, από συμπεριφορές υποτέλειας, εθελοδουλείας, εξάρτησης, από πράξεις δοσιλογισμού και αδελφοκτονίας ― αυτή όμως η εκβιαστική ρητορική λειτουργεί εντέλει εις βάρος της κυβέρνησης. Η εκβίαση μονολιθικής συναίνεσης ουσιαστικά λειτουργεί διχαστικά και όχι συμφιλιωτικά. Η συμφιλίωση προϋποθέτει την αναγνώριση του αντιπάλου ως διαφορετικού, προϋποθέτει τη διαφορά, παραχωρείται αμφοτερόπλευρα, αμοιβαία, σε ιστορικά συμφραζόμενα. Η συναίνεση απαιτείται ως προσχώρηση στη «μοναδική επιλογή», ως μονομερής προσέγγιση, ως ρυμούλκηση σε συμφραζόμενα τακτικισμού· ως τέτοια, συνιστά τακτικό εκβιασμό που αντιβαίνει στην ουσία της ελευθερίας.
Ας το δούμε κι αλλιώς: η ελληνική κοινωνία πάσχει, εκτός των άλλων, από ακινησία των ελίτ, οι οποίες ράθυμες και αυτάρεσκες αυτοαναπαράγονται σε κλειστό κύκλωμα και παράγουν παρακμή. Η κρίση και η αντιπολίτευση στις ελίτ που παράγουν-διαχειρίζονται την κρίση, μπορούν να ανανεώσουν τις ελίτ, και να αναδιατάξουν τις δυνάμεις προς όφελος των μεγάλων μαζών που βρίσκονται εκτός εξουσίας. Εδώ ας θυμηθούμε τον περίφημο πολιτικό στοχαστή Τζέιμς Μπέρναμ: «Η ύπαρξη αντιπολίτευσης συνεπάγεται την ύπαρξη ρήγματος στην άρχουσα τάξη. Εν μέρει ο αγώνας που διεξάγεται μεταξύ των τμημάτων της άρχουσας τάξης είναι εσωτερικός. Ελιγμοί και ίντριγκες συμβαίνουν διαρκώς στην πορεία της συνεχούς θεσιθηρίας. Ομως όταν η αντιπολίτευση είναι δημόσια, αυτό σημαίνει ότι οι συγκρούσεις δεν μπορούν να λυθούν μόνο με εσωτερικές αλλαγές στην υπάρχουσα ελίτ. Η αντιπολίτευση αναγκάζεται να κάνει κινήσεις που υπερβαίνουν τα όρια της υπάρχουσας τάξης, [...] επιδιώκει να προσελκύσει τις μάζες με το μέρος και να πείσει τους νέους ηγέτες που αναδεικνύονται από τις γραμμές της κοινωνίας. [...] » (Οι Μακιαβελιστές, υπέρμαχοι της ελευθερίας, εκδ. Κέδρος).
Ελάχιστους μήνες μετά την κατείγουσα υπαγωγή στο Μνημόνιο, είναι φανερό ότι οι αρχικές υποσχέσεις εξασφάλισης έχουν καταρρακωθεί, οι όροι του διαρκώς αναθεωρούνται, οι αγορές προεξοφλούν την αναδιαπραγμάτευση του χρέους, και ουδείς μπορεί να πεί ότι η «μοναδική επιλογή» ήταν πράγματι μοναδική και η καλύτερη δυνατή μεσοπρόθεσμα για τα εθνικά συμφέροντα.
Κατά τούτο, η παράδοξη εναντίωση της «συστημικής» ΝΔ, μαζί με την εναντίωση της Αριστεράς, όχι μόνο εξασφαλίζει την δική τους ύπαρξη, αλλά παρέχει κι ένα πολιτικό απόθεμα στην ελληνική δημοκρατία: δεν προοικονομείται απλώς μια κυβέρνηση ενάντιων και «μη προθύμων», α λα Ουγγαρία, μα κυρίως δίνεται η ευκαιρία να επανεκκινήσει μια αναζωογονητική κυκλοφορία των ελίτ, προς όφελος και των σιωπηλών μαζών.
φωτ.: Κώστας Βαρώτσος, Σπασμένη σημαία.
H αναμέτρηση για την ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας, όπως και η ανάλογη αναμέτρηση για την αρχηγία του ΠΑΣΟΚ προ διετίας, δείχνει τους αρμούς και τους πόρους του κομματικού μας συστήματος. Υπό κλίμακα, δείχνει και βαθύτερα χαρακτηριστικά της πολιτικής μας κουλτούρας. Δείχνει, ας πούμε, ότι οι αναμετρήσεις για την ηγεσία έχουν να κάνουν λιγότερο με ιδεολογικές πλατφόρμες και προγράμματα, και περισσότερο με ονόματα, πρόσωπα και συστοιχήσεις σε γραμμές ατομικής ισχύος και προνομίων.
Οχι ότι η αδρή ιδεολογική γραμμή του ενός ή του άλλου δεν παίζουν ρόλο. Εχουν την αξία τους και οι αποχρώσεις, ιδίως αν τροφοδοτούν αντανακλαστικά και ατταβιστικές συμπεριφορές στην κομματική βάση. Αυτά τα αντανακλαστικά, λόγου χάριν, φαίνεται να ενεργοποιεί ο ασαφής πλην φορτισμένος λόγος του Αντώνη Σαμαρά, στη βάση της Νέας Δημοκρατίας. Ο Μεσσήνιος (και Αθηναίος) πολιτικός ανεμίζει τη σημαία του κληρονόμου: του κληρονόμου του καραμανλισμού, του αβερωφισμού, της λαϊκής και πατριωτικής δεξιάς. Είναι η γνωστή κληρονομιά, η οικεία στα μέλη της Ν.Δ., του ισχυρού κράτους και του ισχυρού κόμματος, την οποία ψιμυθιώνει με πιο μοντέρνα ονόματα: φερ’ ειπείν, φιλελευθερισμός με κοινωνικό πρόσωπο.
Η Ντόρα Μπακογιάνη, από την άλλη, ευαγγελίζεται μια ασαφή κεντροδεξιά, τον φιλελευθερισμό, έναν εκσυγχρονισμό της συντηρητικής παράταξης, έτσι που να μη λέγεται πια Δεξιά, και να μην ντρέπονται τα μέλη και οι φίλοι για τη ρετσινιά του δεξιού. Ως πρώτη δικαιούχος της οικογενειακής κληρονομιάς ρεαλισμού, η θυγατέρα του πρώην πρωθυπουργού Κων. Μητσοτάκη, υπόσχεται διεύρυνση προς το Κέντρο και διεμβολισμό του κεντροαριστερού ΠΑΣΟΚ του ΓΙώργου Παπανδρέου. Ουσιαστικά, υπαινίσσεται ότι το πολιτικό της στίγμα δεν απέχει πολύ από του Γ. Παπανδρέου, και ότι με αυτό και άλλα προσόντα είναι η μόνη ικανή να τον νικήσει σε μελλοντική εκλογική αναμέτρηση. Αρα, μόνη υπόσχεση είναι η εξουσία, η κατάκτηση και η νομή της· όχι μια άλλη στρατηγική προσέγγισης της κοινωνίας και των ανοιχτών προβλημάτων, μια άλλη ιδεολογική πλατφόρμα. Το διαφημιζόμενο είναι η διαχείριση του ρεσάλτου, όταν και όπως προκύψει στον καιρό.
Ακόμη κι έτσι στολισμένο, το ιδεολογικό περίβλημα δεν μπορεί να αποκρύψει ό,τι πράγματι περιέχει: συσσωμάτωμα τοπαρχών, ομάδων συμφερόντων, δημογερόντων και προυχόντων, με μόνη συνέχουσα ύλη την εξουσία, δηλαδή τη νομή της. Το κράτος, το έθνος, ο λαός, η ιστορία, η ευθύνη έναντι του κοινωνικού σώματος διαχρονικά, απουσιάζουν από τη συζήτηση. Στις πρόσφατες συνεδριάσεις της Ν.Δ. οι περισσότερες ομιλίες απευθύνονταν στο «τραυματισμένο μέλος», παρηγορούσαν το τρωθέν από την εκλογική ήττα κομματικό μέλος· κανείς δεν απευθύνθηκε απολογητικά ―ή έστω εξηγητικά― προς την κοινωνία, την τραυματισμένη εκτός των άλλων από την αποτυχημένη και φαύλη διακυβέρνηση της Ν.Δ
Η συμπεριφορά των στελεχών των μεγάλων κομμάτων, οι εμφύλιοι και η ομφαλοσκοπία ύστερα από κάθε ήττα τους, δείχνουν πόσο λίγο εθνικοί ηγέτες είναι, πόσο λίγο hommes d’etat, και πόσο πολύ κομματάρχες. Ακόμη βαθύτερα: βλέπουμε ότι η το πολιτικό-κομματικό σύστημα αρθρώνεται όχι βάσει αρχών, αλλά βάση ομαδώσεων και ατομικών συμφερόντων. Καμία ή ελάχιστη αίσθηση αποστολής, αγώνα, έντιμης αποχώρησης, ολοκλήρωσης ιστορικού κύκλου, καμία παραδοχή σφάλματος, καμία ανάληψη ευθύνης. Καμία συγγνώμη. Στην περίπτωση της Ν.Δ., ο μόνος υπεύθυνος δια τη δεινή ήττα του 2009 είναι ο απελθών και παραιτηθείς Κ. Καραμανλής. Το 2004, ο απερχόμενος ηγέτης του ΠΑΣΟΚ, ο μακρόβιος πρωθυπουργός Κ. Σημίτης, παρέδωσε το σκήπτρο και την ήττα στον Γ. Παπανδρέου. Αλλοι αρχηγίζοντες δεν δίνουν καν τη μάχη, καμία μάχη, ποτέ· εξαγγέλουν συγκρούσεις, σχηματίζουν κόμματα, συγκεντρώνουν πόρους, κι ύστερα υπαναχωρούν, επιστρέφουν στην ηδυτάτη αγκάλη της εξουσίας· κρατούν ανέπαφο το πολιτικό τους κεφάλαιο, ατσαλάκωτη την εικόνα τους, άκαπνοι, επικοινωνιακοί και πάντα κερδισμένοι.
Ποιες ιδέες, ποιες επαγγελίες, ποιοι διαφορισμοί; Ο Ευάγγελος Βενιζέλος έχασε από βιασύνη και οίηση, από ένα υπέρτερο ατταβιστικά όνομα ― κι από έναν μοιραίο φραπέ. Ο Γ. Παπανδρέου επεβίωσε χάρη στο όνομα και στο ένστικτο επιβίωσης του κομματικού δεινόσαυρου. Η Ντόρα Μπακογιάννη προσπαθεί να περάσει ως αντίπαλο δέος στον γιωργοπαπανδρεϊσμό, και ταυτοχρόνως να διασκεδάσει τη διάχυτη, παλλαϊκή αντιπάθεια προς τον μητσοτακισμό. Κι ο Αντώνης Σαμαράς επικαλείται κι αυτός ονόματα, το οικογενειακό του και των προπατόρων δεξιών. Πάντα ονόματα. Και σόγια και φατρίες.






















