You are currently browsing the tag archive for the 'ΠΑΣΟΚ' tag.

H νέα κυβέρνηση του Γιώργου Παπανδρέου εμφανίζει και το νέο ΠΑΣΟΚ, το 3ης γενιάς. Φυσικά, εκφράζει τον ηγέτη, τον ίδιο τον Γ. Παπανδρέου, όπως τα προηγούμενα ΠΑΣΟΚ και οι σύστοιχες κυβερνήσεις εξέφραζαν τον ιδρυτή και γενάρχη Ανδρέα Παπανδρέου και τον Κώστα Σημίτη αντιστοίχως.

Το ΠΑΣΟΚ v.1 του Ανδρέα ήταν το, ας πούμε, το λαϊκό, λαϊκιστικό, με σοσιαλιστική φρασεολογία της τελευταίας ψυχροπολεμικής περιόδου και οργανωτισμό δανεισμένο από τα προσωποπαγή κομμουνιστικά κόμματα. Το v.1 εισήγαγε, μεταξύ πολλών άλλων, την ιδιότυπη πασοκική New Speak, με μαζικές μετονομασίες και βαφτίσια θεσμών και λειτουργιών, δίνοντας έτσι όγκο (αντί περιεχόμενο) στην Αλλαγή. Αλλαγή παντού.

Η New Speak είχε αρχίσει πριν από την άνοδο στην εξουσία, από το Κίνημα (=κόμμα), και μετά το ‘81 απλώθηκε πολλαπλασιαστικά, σαν νεοπλασία, σε όλο τον δημόσιο χώρο, σκορπώντας απλόχερα βερμπαλισμό, άλλοτε μιμούμενο καθεστώτα του Υπαρκτού (Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας…), άλλοτε βαφτίζοντας τη νομαρχία νομαρχιακή αυτοδιοίκηση, και το υπουργείο Εσωτερικών σε Αποκέντρωσης… (Και in memoriam γέμισε κάθε γωνιά της Ελλάδας με οδούς, πολιτιστικά κέντρα και νοσοκομεία Γ. Γεννηματά και Μ. Μερκούρη.)

Το ΠΑΣΟΚ v.3, του Γ. Παπανδρέου, παρ’ όλες τις μεταλλάξεις του, εφαρμόζει ακόμη την παλαιά, γνώριμη New Speak: Υπουργεία Κλιματικής Αλλαγής, Δια Βίου Μάθησης, Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, Διαφάνειας… Φυσικά φαινόμενα, εργαλεία, ηθικές κατηγορίες, ευσεβείς πόθοι θεσμίζονται, γίνονται αντικείμενα διοικητικών αποφάσεων, γραφειοκρατικοποιούνται. Οπως στις αλησμόνητες χώρες του Υπαρκτού, συν μια προσθήκη: οι νέες λέξεις αντλούνται από ένα λεξιλόγιο πράσινο και εναλλακτικό, ακόμη και τεχνομανιακό. Και πάντως με ενδιάθετη τη ροπή προς την πολιτική αφυδάτωση των λέξεων, με τη μετατόπισή τους προς έναν εργαλειακό, άχρωμο βερμπαλισμό.

(Μάκαρι το ΠΑΣΟΚ v.3 να εννοεί όσα εκφέρει, να μη σερβίρει ένα ακόμη ξεγέλασμα με λόγια, με άδεια κελύφη, τσόφλια…)

Το ΠΑΣΟΚ v.2, του Κώστα Σημίτη, έφερε τη λατρεία του εκσυγχρονισμού και των τεχνοκρατών, τη λατρεία της αιωνίας προόδου, το θάμβος ενώπιον των αγορών, την εφαρμογή νεοφιλελεύθερων δοξασιών, συμπλέοντας εν μέρει με ανάλογες εμμονές των Ευρωπαίων σοσιαλοδημοκρατών εκείνης της εποχής. Αυτές οι λατρείες, συνοδευόμενες από αλαζονεία, απληστία και διαπλοκή, βούλιαξαν το v.2 πολιτικά και ηθικά.

Το v.3 φαίνεται καταρχάς να έχει διαδαχτεί από τη συντριβή των αλαζόνων. Οχι μόνο ενσωματώνει στο δικό του New Speak λέξεις-θραύσματα από τους Πράσινους και τον Τρίτο Δρόμο του Γκίντενς, αλλά επιπλέον ντύνει αόριστα πλην κομψά τον λόγο του με θραύσματα της ξεχασμένης και συκοφαντημένης σοσιαλδημοκρατίας, της πριν από τα ‘90s των αγορών. Διότι εν τω μεταξύ έχει μεσολαβήσει η παγκόσμια κρίση και η αποκαθήλωση των σύγχρονων μύθων.

Λελογισμένος λαϊκισμός, επίκληση του αναγκαίου εκσυγχρονισμού, νεοφιλελεύθερο μάνατζμεντ, διακριτικοί υπαινιγμοί περί κοινωνικού κράτους, πράσινο λεξιλόγιο, λατρεία της τεχνολογίας σαν πολιτικό περιεχόμενο, μοντέρνα εικόνα με σκηνοθεσία conceptual, απότοκη του Johnnie Walker: το εννοιολόγιο, το λεξιλόγιο και το εικονολόγιο του v.3 είναι ένα γοητευτικό κοκτέιλ φτιαγμένο να αρέσει σε ακροατήρια διψαλέα και εικονοφάγα, μα και φοβισμένα και εκνευρισμένα.

Το v.3 συνέλαβε και προβάλλει μια Ελλάδα ωραίων και μοντέρνων, fit και κορέκτ, με πρόσωπα μιας ζηλευτής ανώτερης τάξης. Μια εικόνα στην οποία πολλοί θα ήθελαν να προβάλλουν εαυτούς και να ταυτιστούν. Χωρίς φόβο ότι θα μοιάζουν με το άξεστο, λαϊκό, επιθετικό ΠΑΣΟΚ v.1 ή με το ημικαλβινιστικό άχαρο, μισητό v.2. Ως προς τούτο, πέτυχε. Το Νέο ΠΑΣΟΚ αναδύεται από την πλημμύρα οικειότητας του Facebook, σαν εκφραστής του digital lifestyle, αναδύεται από την πολιτική ορθοφροσύνη και τον λόγο περί οικουμενικών δικαιωμάτων, ευαγγελίζεται τον εξισωτισμό μεταξύ των πληβείων δωριζόμενο από μια ελίτ εξισωτιστών, μια δημοκρατία διάχυτη και απλούστατη, άχρωμη, συναινετική, σχεδόν απολιτική.

Στην φρενήρη κούρσα προς το καινοφανές, μερικές αντιφάσεις. Λόγου χάριν: Το v.3 τολμά να βάλει οκτώ γυναίκες στην κυβέρνηση, σχεδόν ευρωπαϊκό ρεκόρ. Μπράβο! Ταυτοχρόνως βάζει πρόσωπα χωρίς διαδρομές στον δημόσιο χώρο, χωρίς κοινωνικό πρόσωπο, που δεν έχουν εκλεγεί, που δεν λογοδοτούν σε κάνεναν πλην του αρχηγού, δηλαδή με ελάχιστη ή ανύπαρκτη νομιμοποίηση. Δηλαδή, η κρίση της πολιτικής αντιμετωπίζεται με μη πολιτικά πρόσωπα. Και υπό αυτή την έννοια, είμαστε πια στα βαθιά της μεταδημοκρατίας.

H κρίση στον Συνασπισμό της Αριστεράς, βαθιά, διαρκής, δομική, καθρεφτίζει την κρίση όλου του πολιτικού συστήματος. Τουλάχιστον του συστήματος που απαρτίζουν τα κοινοβουλευτικά κόμματα. Κρίση ηγεσίας, κρίση γραμμής, κρίση τακτικής, κρίση στρατηγικής, κρίση λόγου, κρίση ταυτότητας. Κρίση οντολογική. Η Αριστερά συνταράσσεται όχι μόνο από τη δική της κρίση, αλλά από την κρίση που σιγοκαίει και κλυδωνίζει την πολιτική σκηνή, που διατρέχει σαν διαρκής τονικός σπασμός το κοινωνικό σώμα. Και επειδή αυτή η συγκεκριμένη Αριστερά, η συνασπίζουσα και στεγάζουσα αντίρροπους κι ανένταχτους, είναι μικρή στο δέμας, χαλαρή στην ύφανση, διαφανής και ευανάγνωστη, γι’ αυτό και η κρίση της, η αδυναμία και η αρρώστια της διαβάζονται σαν ανοιχτό βιβλίο.

Ολα τελούνται δημόσια: σκυλοκαβγάδες και κουβέντες με πόνο, μαχαιρώματα, πλατφόρμες συμμαχιών, η απεγνωσμένη νοσταλγία, ο τρόμος ενώπιον του νέου, η τρικυμία ενώπιον του νέου, η φιλαυτία του πρωτοπόρου και η αριστερόστροφη ηθικολογία, η αυταρέσκεια και η ξύλινη ρητορεία. Ολα δημόσια – ιδίως ο αυτοοικτιρμός και η αυτολοιδορία.

Οι λοξές κουβέντες του αριστεριστή Κοροβέση, οι έκκεντρες συμπεριφορές του ηγετικού Αλαβάνου, ανεξαρτήτως της αντικειμενικής αξίας που φέρουν, αυθόρμητες και πηγαίες ωστόσο, απρόβλεπτες, ερεθίζουν τα αντανακλαστικά των συντρόφων τους, διότι καταπατούν την άτυπη συμφωνία σιωπής, σπάνε τον κώδικα ηθικολογούσας διαγωγής, και κυρίως διότι δείχνουν το πολιτικό πάπλωμα τρύπιο και τριμμένο, φτενό. Κι αυτό το πάπλωμα δεν είναι μόνο της Αριστεράς, είναι το όλον. Είναι το σύνολο πολιτικό σύστημα.

Σε ό, τι αφορά την κυβερνώσα Νέα Δημοκρατία, είναι ολοφάνερη πλέον η δομική της ανικανότητα όχι να οδηγήσει τη χώρα στο βραχύ μέλλον, αλλά κυρίως η ολοσχερής ανικανότητά της να διαχειριστεί τα καθ’ ημέραν, να αντιμετωπίσει προβλεπτούς κινδύνους, να αντιδράσει ψύχραιμα και συντεταγμένα στα απρόβλεπτα. Η ανικανότητα πηγάζει από έλλειψη οποιουδήποτε σχεδίου, αφενός, από το απελπιστικά χαμηλό επίπεδο του πολιτικού προσωπικού, αφετέρου. Αμορφωσιά, κυνισμός, ελαστικές συνειδήσεις, αδράνεια, θεμελιώδεις ανεπάρκειες, αδυναμία και απροθυμία να αφουγκραστούν τη μεταβαλλόμενη πολύμορφη κοινωνία.

Ανάλογη ανθρωπολογία συναντάμε στο ΠΑΣΟΚ. Δεν γνωρίζουμε ποιο θα είναι το κυβερνητικό επιτελείο του Γ. Παπανδρέου, εφόσον εκλεγεί, γνωρίζουμε όμως ότι το ΠΑΣΟΚ, το μεγάλο κόμμα της μεταπολίτευσης, είναι ένα κόμμα βαριά κουρασμένο και εσωστρεφές, το οποίο ακόμη και τώρα, μετά τρεις εκλογικές ήττες, ευρισκόμενο στα πρόθυρα της ποθητής του εξουσίας, του δικού του raison d’tre, παραμένει αορίστως καταγγελτικό, γενικολογεί, αντιπολιτεύεται, χωρίς να προτείνει τίποτε εκτός από τη δική του άνοδο στην εξουσία. Κόμμα διαχειριστών και όχι πολιτικών, χωρίς αυτοκριτική, χωρίς ανάλυση της πραγματικότητας, χωρίς επεξεργασία συνθέσεων.

Σε αρκετά ζωτικά θέματα, μάλιστα, οι άδηλες ή εκφρασμένες θέσεις του κεντροαριστερού Γ. Παπανδρέου δεν διαφέρουν ουσιωδώς από τις αντίστοιχες θέσεις του κεντροδεξιού Κ. Καραμανλή. Και οι δύο πενηντάρηδες ηγέτες άλλωστε ποντάρουν πολύ στην ίδια κληρονομική ρητορεία και σε συναισθηματικά φορτισμένη χρήση σχημάτων του καταγωγικού τους παρελθόντος. Και οι δύο, αναπόφευκτα και αντικειμενικά, μαζί με τους επιγόνους του Κ. Μητσοτάκη, εκφράζουν μια κληρονομιά οικογενειοκρατίας και δυναστειών, τέτοια που δεν υπάρχει ανάλογό της σε καμιία ευρωπαϊκή δημοκρατία σήμερα. Ποιον εκσυγχρονισμό και ποια ανανέωση του κοινωνικού σώματος να εγγυηθούν αυτά τα κουρασμένα κόμματα – δυναστείες;

Η πολιτική είναι τέχνη του εφικτού, είναι πραγματισμός. Πράγματι. Αλλά από καιρό τώρα, η τρέχουσα πολιτική έχει χάσει κάθε σχέση και με το εφικτό και με το πραγματικό. Ολο το σύστημα, από τη νεο-λαϊκή ακροδεξιά έως το φαραωνικό απολίθωμα του Περισσού, ασχολείται εργωδώς μόνο με την αναπαραγωγή και τη αυτοσυντήρησή του. Εν κενώ, προστατευμένο από κοινωνία, συγκυρία, γεωπολιτικό περιβάλλον – όσο μπορεί, όσο του επιτρέπουν οι κεραμίδες που κάθε τόσο πέφτουν επώδυνες ζητώντας εξηγήσεις και πράξη.

Διότι η πραγματικότητα εν τω μεταξύ καλπάζει. Δύσκολη, απρόοπτη, ανατρέπουσα βεβαιότητες και ευκολίες. Απαιτεί αναλυτικές και συνθετικές ικανότητες. Απαιτεί προ πάντων ένα συνεκτικό αφήγημα, το οποίο να καταγράφει την πραγματικότητα και ταυτοχρόνως να την αναλύει και να την επιλύει, και να την υπερβαίνει.

Εδώ γυρνάμε πάλι στην κρίση της Αριστεράς, που περιέχει όλες τις κρίσεις. Η ευρωπαϊκή Αριστερά στους νεώτερους χρόνους επιχειρούσε να αφηγηθεί τον κόσμο συνθέτοντας το ουτοπικό πρόταγμα, τις επιθυμίες της παρούσας κοινωνίας και τη διαχείριση των αναγκών της. Με ελλείμματα και παρεκκλίσεις (συχνά τερατώδεις), με συχνές ήττες και πισωγυρίσματα, αλλά και λαμπρά επιτεύγματα, έτσι ξετυλίχτηκε ο πολιτικός πολιτισμός της νεωτερικότητας, από τους πρωτοφιλελεύθερους και τους ρεπουμπλικανούς έως τους ουτοπιστές σοσιαλιστές και τους ελευθεριακούς: αφηγούμενος πειστικά τον κόσμο. Σε ένα αφήγημα όπου οι πολίτες δεν είναι αφηγούμενα αντικείμενα αλλά υποκείμενα και διαμορφωτές, αφηγητές.

Αυτή η κληρονομιά συνθέσεων και τόλμης έχει χαθεί αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα. Μάλλον, έχει θαμπώσει, έχει θαφτεί κάτω από υστεροβουλία, σκοπιμοθηρία, ανικανότητα, νεποτισμό και διαφθορά. Η κοινωνία χωρίς θεσμούς, χωρίς ενοποιητικό αφήγημα, χωρίς αίσθηση του ανήκειν και του συναποφασίζειν, έχει χάσει την πίστη στον εαυτό της, στις ανανεωτικές της δυνάμεις. Φοβάται το παρόν, τρέμει το μέλλον. Κερματίζεται και αλληλοσπαράσσεται, όπως ακριβώς πράττει τώρα το κόμμα της Αριστεράς. Ιδού, σε αυτό τουλάχιστον το πεδίο, πολιτική και κοινωνία συναιρούνται: εν κρίσει.

«Δεν προσμετράσαι και δεν συγκαταλέγεσαι στη συντεταγμένη δύναμη της Κοινοβουλευτικής Ομάδας…» — ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ απευθύνεται στον πρώην πρωθυπουργό Κ. Σημίτη, τον άνθρωπο που του ενεχείρισε το δαχτυλίδι της κομματικής εξουσίας ένα βράδυ του 2004, στην οδό Αναγνωστοπούλου, μπροστά στις κάμερες της τηλεδημοκρατίας. Και ο Κώστας Σημίτης ανταπαντά: «Κάνε ό,τι νομίζεις…»

Και οι δύο ηγέτες έχουν προβάλει προφίλ μετριοπαθών, ήπιων πολιτικών· και οι δύο όμως έχουν επιδείξει πείσμα και βοναπαρτισμό, όταν η εξουσία ή η εικόνα τους απειλείται. Τη σφοδρότητα της παρούσας σύγκρουσης ορίζει ακριβώς αυτό το διακύβευμα: η εικόνα και η εξουσία. Ο πρώην πρωθυπουργός, πολύ πατερναλιστικά, αρκούντως εριστικά, επιτιμά δημοσίως τον αρχηγό του κόμματος για τις επιλογές του, και του υπενθυμίζει ότι αλλιώς τα χειρίζονταν αυτά οι προπάτορες και διδάχοι, οι πρωθυπουργοί: ο ίδιος αλλά και ο πατέρας Παπανδρέου. Ο διάδοχος, ο εννοούμενος ως «μικρός», νιώθει να απειλείται η εξουσία του και αντιδρά βίαια. Tον διαγράφει.

Εν τω μεταξύ, η αφορμή της σύγκρουσης έχει ξεχαστεί: Ποιος μιλά για Συνθήκη της Λισσαβώνας; Ποιος αναρωτιέται για το περιεχόμενο και τους όρους της ευρωπαϊκής διεύρυνσης, για την πορεία της ευρωπαϊκής συνομοσπονδίας, τη μοίρα των κρατών-μελών, το μέλλον της εθνικής και λαϊκής κυριαρχίας; Ποιος αναστοχάζεται πάνω στους όρους λειτουργίας και τα όρια της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας;

Οχι, η ελληνική Κεντροαριστερά δεν βασανίζεται με τέτοια ερωτήματα, δεν παράγει πολιτική πάνω στην κόψη των καιρών, δεν ανησυχεί για την απομείωση των πολιτικών εξουσιών και την αποθηρίωση των funds, δεν ιδρώνει για την περιφρόνηση του λαού προς τους δωροδοκούμενους πολιτικούς. Οι ηγέτες της Κεντροαριστεράς αθλούνται στα αρχαία αθλήματα της εικονοθηρίας, της καρεκλολατρίας, της βατραχομυομαχίας: Ποιος βαραίνει περισσότερο στα δελτία των 8, στα πρωτοσέλιδα; Ποιος είναι ο πατερούλης και ποιος ο αρχηγός; Ποιος είναι ο ηγεμών στο διαρκώς συρρικνούμενο, στο όλο και πιο αμήχανο κόμμα;

Ειρωνεία του αναχρονισμού: Παρόμοια σύγκρουση, παλαιού και νέου, είχε συμβεί στη Νέα Δημοκρατία, μεταξύ Κων. Μητσοτάκη και Κώστα Καραμανλή. Η ιστορία επαναλαμβάνεται – σαν φάρσα.

Καθημερινή, 14.06.2008

Zωγραφική: Δημ. Τάταρης

buzz it!

ποστμαστερ

mail-3.gif

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 35,091 hits