You are currently browsing the tag archive for the 'Αθήνα' tag.
Παλιότερα, όταν άκουγα μύθους και τέρατα για τα Εξάρχεια, αδιαφορούσα, σνομπάριζα, υπομειδιούσα με συγκατάβαση. Τι ξέρουν… Ελεγα. Ζώ πολλά χρόνια εκεί, πάνω από δύο δεκαετίες, και τριγυρνάω στα δρομάκια τους, σε τυπογραφεία, γραφεία και μαγαζιά, από το χειμώνα του ‘77 όταν μπήκα στον Ηράκλειτο της οδού Κωλέττη. Από τότε, δεν τα άφησα ποτέ.
Στα Εξάρχεια παντρεύτηκα, στον Αγιο Νικόλαο Πευκακίων, εκεί κάναμε τη μία βάπτιση· στο Λόφο του Στρέφη βγήκαν τις πρώτες βόλτες τους τα μωρά με το καρότσι, κι ύστερα στον παιδικό σταθμό της Μαυρομιχάλη και στον πεζόδρομο της Μεθώνης. Τα πρώτα δέντρα που είδαν ήταν οι μουριές της Καλλιδρομίου και τα πεύκα του λόφου· κατόπιν είδαν αμπέλια και λεμονιές. Στο λόφο πρωτόπαιξαν χιονιές, στο λόφο κατέφυγαν τη μέρα του σεισμού, στο λόφο είδαν Καραγκιόζη, έπαιξαν ποδόσφαιρο και μπάσκετ.
Στη γειτονιά αυτή μεγαλώνουν παιδιά, κάνουν παρέες που διαρκούν ακόμη κι όταν σκορπάνε σε διάφορα σχολεία, ξαναβρίσκονται στους πεζόδρομους, πίνουν καφέ στην πλατεία, στους πεζόδρομους με τα γκράφιτι υποδέχονται συμμαθητές από τα βόρεια και τα ανατολικά. Σε συτή τη γειτονιά θα πάνε φροντιστήριο, θα πάρουν πανεπιστημιακά βιβλία, στο ποτάμι της Σόλωνος, σε βιβλιοπωλεία κιβωτούς και ναυτίλους, θα εμβαπτισθούν στη λογοτεχνία και την πολιτική, στην ποίηση, τα κόμικς και τη φιλοσοφία. Και στη Stournari Valley θα μυηθούν στη δική τους εποχή.
Μια γειτονιά που μεγαλώνει παιδιά δεν μπορεί να είναι άβατη. Ούτε σβησμένη. Μια γειτονιά, όπου σε κάθε καφενείο συγκροτείται μια κοινότητα σε διαρκή ώσμωση με την κοινότητα του παραδίπλα καφενείου, δεν μπορεί να θεωρείται κλειστή και άβατη· είναι κοινωνία, είναι σώμα. Η κοινότητα του ιστορικού Παρασκήνιου, υπό την άτυπη ηγεσία του Μίμη, με τη μυρωδιά απ’ το πούρο του αείμνηστου Νίκου Μπαλή, με τη μνήμη του Χρήστου Βακαλόπουλου (οδός Ασημάκη Φωτήλα), με τον θυμόσοφο ίσκιο του Κωστή Παπαγιώργη, με τις ατέλειωτες συζητήσεις ζωγράφων, ποιητών και ηθοποιών, αυτή η πυρηνική κοινότητα της Καλλιδρομίου συγκοινωνεί διαρκώς με τον βραδινό Ενοικο του Βαγγέλη, με το Αμα Λάχει του Χρήστου και του Μήτσου, με τα σαββατιάτικα ούζα στις Μουριές μες στην καρδιά της λάμπουσας λαϊκής, με τα νεανικά καφέ στους νότιους πεζόδρομους, με τα ροκ καφέ της πλατείας όπου ακόμη πίνει τον εσπρέσο του ο παλαίμαχος λιθογράφος Χρίστος της Ερεσσού.
Οσο θυμάμαι τον εαυτό μου στα Εξάρχεια, θυμάμαι παρέες και κοινότητες. Ελληνικές· παει να πει, κοινότητες με φαγωμάρες και οίστρους, με αγάπες και ψύχρες, με μεθύσια και ξενερώματα, με μεροκάματα και deadline, με ποιήματα και άγριες καζούρες, με χάπενινγκ και μελαγχολίες, με πτώσεις και θανατικά. Και οι γενιές μπαινοβγαίνουν στις κοινότητες, διαδέχονται η μία την άλλη, περνούν από μυητήριες τελετές· στο μπαρ Decadence, πρώην κατοικία Ζωιτάκη, όπου φωτογραφίζεται ο Σαββόπουλος και ρητορεύουν σκηνοθέτες ενώπιον ενζενύ στις αρχές του ‘80, το ίδιο μπαρ αναζητούν ακόμη σήμερα ροκ δεκαοχτάρηδες: «Συγγνώμη, ξέρετε πού είναι η οδός Πουλχερίας» ρωτούν τις νύχτες οι νεοσσοί. Επί τρεις δεκαετίες ο ανθός της ελληνικής νεολαίας μυείται στα Εξάρχεια, μυείται σ’ έναν ιδιότυπο, αντιφατικό, ρευστό μα γοητευτικό και πολύτιμο κοινοτισμό, τέτοιον που δεν προσφέρει κανένα mall, καμιά διασκεδασούπολη Ψυρρή, κανένα fun park.
Γιατί εδώ; Γιατί έτσι; Γιατί ποιητές, ζωγράφοι, θεατρίνοι και κινηματογραφιστές δουλεύουν και συγχρωτίζονται εδώ; Γιατί η καθημερινότητα των μόνιμων κατοίκων παραμένει ζωντανή και αναμμένη, παρά τους χαλασμένους δρόμους, σε πείσμα της εγκληματικής παραμέλησης του Δήμου, παρά τον κλεφτοπόλεμο των αναρχικών με τα ΜΑΤ, παρά το διαρκές νταραβέρι των τοξικομανών που συνεχώς προς το «άβατο» προωθούνται; Γιατί;
Είπαμε. Γιατί οι άνθρωποι έχουν ανάγκη έναν κοινόχρηστο χώρο, ελεύθερο δημόσιο χώρο, χώρο ολοήμερης και ολονύχτιας ζωής, έχουν ανάγκη μια συνοικία ονείρων και ανταλλαγών, μια γειτονιά ομιλιών και αντεγκλήσεων, να σε ανέχονται και να μη σε επικρίνουν γιατί δεν ταιριάζεις στις νόρμες, να σε αποδέχονται γι’ αυτό που είσαι, ό,τι είσαι, πένης, σαλός, νεραϊδοπαρμένος, προκομένος, μοναχοδαρμένος, υπερκοινωνικός, φαφλατάς, ανέστιος, πλάνης, και νοικοκύρης.
Τα Εξάρχεια, μυθολογημένα, παρεξηγημένα, στερεοτυπικά, αντιφατικά, ακόμη κι έτσι, είναι μια από τις λιγοστές προτάσεις πολύχρωμης οργάνωσης αστικού βίου, απέναντι στην επέλαση των υπνωτηρίων, των μεζονετών και της ραδιενεργού πλήξης των προαστίων.
Ένα βλέμμα, Καθημερινή 28.12.2008
07.12.2008, 21:00
Ενα παιδί 15 ετών νεκρό. Τα μάτια μου δακρύζουν, καθώς αντικρίζω το αγένειο πρόσωπό του σην τηλεόραση σ ‘ ένα καφέ της οδού Τοσίτσα, ανάμεσα σε δακρυγόνα, πυροσβεστικά οχήματα, και συμπλοκές.
Μετά το παιδί, δεύτερο θύμα, η πόλη.
Δεν ξέρω γατί δακρύζω: από τα δακρυγόνα, ή από την απόγνωση. Δεν έχω λύση, δεν έχω απάντηση, έχω μόνο πόνο, απορία, οργή, απορία.
Η Αθήνα είναι Σεράγεβο. Είναι Βαγδάτη. Μα δεν μπορεί να είναι. Κατασπαράζουμε τις σάρκες μας.
Δεν ξέρω πια γιατί δακρύζω.

Από τον Ιούνιο η νύχτα στην Αθήνα είναι σύντομη και πυκνή. Αργεί να σκοτεινιάσει, ξημερώνει νωρίς, ο ύπνος λιγοστεύει· όσοι μένουν στην πόλη για δουλειά ή από ανημπόρια, διασχίζουν το καλοκαίρι με ένταση και χαύνωση μαζί: ο νους χάνει βάρη, διαυγάζεται, απλώνει· το σώμα ακολουθεί, μπαίνει σε ολιγάρκεια, οικονομεί τους χυμούς του, μα ζητά κιόλας τη σπατάλη. Η λογοτεχνία συχνά έχει ποτίσει τις λέξεις της σε αυτή τη διασταύρωση παραδομού και λαγνείας, στην πόλη με τους ιδρωμένους ανθρώπους· θυμάμαι ανάκατα Εμπειρίκο, Μιχαήλ Μητσάκη, Ταχτσή, Καραγάτση, Μήτσορα και Συμπάρδη. Read the rest of this entry »
























