You are currently browsing the category archive for the ‘media’ category.

Aλλος με χειροπέδες προφυλακισμένος για χρέη προς το Δημόσιο, άλλος πουλάει το σπίτι του για να μην πάει φυλακή, άλλος λουφάζει και περιμένει τη σειρά του. Το λάιφστάιλ πέθανε, λένε. Δεν πέθανε τώρα, διορθώνω. Εχει πεθάνει από καιρό, τώρα εξαπολύθηκε η δυσωδία των πτωμάτων του.
Η εγχώρια βιοτεχνία του λαϊφστάιλ, εκδότες, μοντελίστ, δημοσιογράφοι, μοντέλες, γλάστρες, τηλεπερσόνες, πάρτι άνιμαλ, ντίλερ, κοθώνια, θύματα, γεννήθηκε στη δεκαετία του ’80 και άνθησε όσο κυκλοφορούσε ορμητική η δίψα της ανόδου, ο θαυμασμός για την αρπαχτή, και άφθονο μαύρο χρήμα. Εξέπνευσε όταν μαράθηκαν όλα αυτά. Παρήγαγε αέρα. Ηταν μια φούσκα, Η φούσκα, που μέσα της όμως περιείχε τον τοξικό αέρα του θράσους, του κυνισμού, την υπόσχεση της επιτυχίας, κι εντέλει τον αέρα της ματαίωσης και της διάψευσης.
Εξέφρασε το ήθος του μαύρου χρήματος, του χρήματος της αρπαχτής και του χρηματιστηρίου, δηλαδή τα χρυσά χρόνια του πρώτου ΠΑΣΟΚ, αλλά και τα χρόνια του εκσυγχρονισμού και της ολυμπιακής ευφορίας. Εντουτοις η αναμφίλεκτη επιρροή του εφαρμοζόταν ενδοφλέβια στα λαϊκά πλήθη, στους πελάτες: σε αυτά το Κλικ και οι επίγονοι έκαναν ενέσεις μαγκιάς και σεξισμού. Τα λαϊκά παιδιά από τις δυτικές συνοικίες και τη διψαλέα επαρχία ρουφούσαν συνταγές ανόδου διατυπωμένες σε καλιαρντο-ποπ, τα λαϊκά παιδιά κατανάλωναν τα εγχειρίδια της καλής κατανάλωσης και πείθονταν ότι δεν ζούσαν στο Μπουρνάζι αλλά στη Σάντα Μόνικα ή στο Μανχάταν. Κι αυτά τα διαβουκολευμένα πλήθη προσγειώνονταν άτσαλα από τον κόσμο του Κλικ στον κόσμο του σκληρού μεροκάματου, κι από κει στον κόσμο της πικρής χρεοκοπίας.
Τώρα όλοι μυρίζουν τη δυσωδία των πτωμάτων. Στην 25ετία της τροχιάς τους όμως πολύ λίγοι διείδαν τη σχέση αυτού του αισθητικού και πενυματικού σκουπιδιού με την σαθρή κοινωνία που εξέφραζε. Οι εκδότες και σκουπιδογεννήτριες εκαλούντο στα τηλεπάνελ να σχολιάσουν το εκλογικό αποτέλεσμα και την πολιτική σκηνή, εκαλούντο ως τιμητές της ελληνικής κοινωνίας, είχαν και έχουν στενές σχέσεις με κορυφαίους πολιτικούς, νυν και πρώην υπουργούς, έπαιρναν υπερδάνεια από τις «κουτές» τράπεζες, άντλησαν δισεκατομμύρια δρχ. από το Χρηματιστήριο, μπαινόβγαιναν στις επαύλεις του μεγάλου χρήματος, έκαναν μπίζνες και κολεγιές. Οι ισχυροί τούς χρησιμοποιούσαν, σαν διασκεδαστές, σαν πλυντήρια, σαν βαποράκια, σαν παπαγάλους. Αλλά και συναγελάζονταν, έπιναν και γελούσαν μαζί· διότι είχαν κοινό το έθος και την κουλτούρα. Μεγαλοπαράγοντες και φτωχοδιάβολοι μοιράζονταν τον ίδιο πολιτιστικό ορίζοντα, είχαν ίδιες αισθητικές ααναζητήσεις, ίδιες πνευματικές ανησυχίες. Αργά τη νύχτα, μετά το Μέγαρο των χορηγιών, μετά τα ακριβά ρεστωράν, όλοι κατέληγαν στον Μαζωνάκη και την Πέγκυ Ζήνα. Ολοι.
Ολοι, οι ίδιοι, συνωστίζονταν στα αριθμημένα και στα VIP των γηπέδων, γαύροι και βάζελοι, χειροκροτητές προέδρων και συνδαιτημόνες λαμογιών, περιστοιχισμένοι από μπράβους και νονούς. Ολοι, οι ίδιοι, έκαναν ρεζερβέ στα στέκια της Μυκόνου, κι αργότερα έχτιζαν φαραωνικές επαύλεις αυθαίρετες στις αλωθείσες Κυκλάδες. Οι ίδιοι που πηδούσαν από κότερο σε κότερο.
Την είχε καταλάβει ο Τσουκάτος τούτη τη γενετική σχέση, είχε δει ότι κι ο Γιώργος Παπανδρέου προτιμούσε το Κλικ για συνεντεύξεις περί αειφορίας και free μαριχουάνας, εξ ου και συμβούλευσε τον εκσυγχρονιστή Σημίτη να συνάξει το ΠΑΣΟΚ στο μοδάτο Βαρελάδικο ― όπερ και έπραξε ο καλβινιστής πρωθυπουργός. Ας είναι.
[edit: O K. Σημίτης την τελευταία του ουσιαστική συνέντευξη πριν τις εκλογές 2000 και την πρώτη μετεκλογική την παραχώρησε στο Nitro. Στο ίδιο έδωσε συνέντευξη και ο Κώστας Μητσοτάκης]
Ας ξύσουμε τη φτενή χρυσομπογιά, που γράφει κλικ, μαξ, φλας, νίτρο, φρι πρες, σταρ, δεν ξέρω γω τι. Ο τσίγκος, από κάτω, είναι χτυπημένος με τατουάζ «ΠΑΣΟΚ for ever», «χρήμα über alles», «σκυλοπόπ», «κλεπτοκρατία». H βιοτεχνία μεταποιούσε φτηνά υλικά και τα πουλούσε σαν Greek Dream. Η κλεπτοκρατία χρειαζόταν όργανα ιδεολογικής κυριαρχίας πολυδύναμα, πέρα από την επίσημη προπαγάνδα. Το λάιφστάιλ ήταν αυτό ακριβώς το όργανο υπόγειας, αθέατης, διαβρωτικής προπαγάνδας, όργανο εκμαυλισμού και κυριαρχίας: πλάσαρε την παράγκα για παλατάκι, κι ο φτωχοδιάβολος μες στην παράγκα χόρταινε την απληστία του με ηδονοβλεψία και ψευδαίσθηση: μπορούσε να ξοδέψει τρία μηνιάτικα ή ένα διακοποδάνειο για μια βδομάδα στη Μύκονο, να κολυμπήσει πλάι στα σελέμπριτι και να ψωνίσει Gavalas.
Πολλοί βιοτέχνες του λάιφστάιλ κυκλοφορούν ακόμη στα μήντια, ξεπουπουλιασμένοι, κυνηγώντας το μεροκάματο του κλόουν με το πλατινένιο ρινοδιάφραγμα, άλλοι ξεπλένονται ως δημοσιογράφοι αφού ξέπλυναν χρήμα, άλλοι υποδύονται τους ξινούς τιμητές και τις Αντουανέτες. Οι περισσότεροι ξέπεσαν. Η παράγκα κατέρρευσε, τα σελέμπριτι θρηνούν στο Μεταγωγών και στα πρωτοδικεία, ξεπουλάνε Ντόλτσε ε Καμπάνα, Καγιέν, Λέξους και σπίτια.Οι μαικήνες τους κάνουν ότι δεν τους ξέρουν, δεν σηκώνουν τα τηλέφωνα. Μαζί με την παράγκα όμως καταρρέει και η χώρα που τους ανέχθηκε, τους έθρεψε, τους μιμήθηκε και τους θαύμασε.
[ edit 2: 16 Μαΐου 2010 γράφαμε στην Καθημερινή κάτι παρόμοιο, στο πλαίσιο ενός αφιερώματος: Lifestyle, η ζωή ήταν δανεική... ]
[ edit 3: Στις 22 Απριλίου 2001, στην Καθημερινή, Από το lifestyle στην άποψη ― βερεσέ ]
Oι αποκαλύψεις του τέως πρωθυπουργού Γιώργου Παπανδρέου για παρασκηνιακές ενέργειες οικονομικών και μιντιακών κύκλων μεσούσης της κρίσεως, με στόχο να αποτραπούν εξελίξεις ή να διευκολυνθούν χρηματοδοτήσεις, αφορούν ευθέως τη λειτουργία της δημοκρατίας. Ενδεχομένως, ο αρχηγός του κυβερνητικού ΠΑΣΟΚ προβαίνει στις συγκεκριμένες αποκαλύψεις τώρα λόγω της απώλειας της πρωθυπουργίας και της πιθανότατης απώλειας της ηγεσίας του κόμματος υπό δυσμενέστατες συνθήκες, δηλαδή με το στίγμα του παταγωδώς αποτυχημένου. Η πτώση φέρνει πικρία· ο πεπτωκώς αναζητεί τα αίτια της συντριβής σε οποιονδήποτε άλλο εκτός από τον ίδιο.
Ωστόσο οι αποκαλύψεις και οι αιτιάσεις του τέως πρωθυπουργού, και οι ακολουθήσασες απαντήσεις, δεν στερούνται σημασίας· δείχνουν ότι το σύστημα εξουσίας που οδήγησε τη χώρα στην οδυνηρή χρεοκοπία εξακολουθεί να κινείται με την ίδια, απαράλλαχτη μέθοδο, τη μοναδική που γνωρίζει: τον παρασιτισμό, τη διαπλοκή και την κλεπτοκρατία. Η κρίση βεβαίως κλονίζει και αποσυναρμολογεί την κραταιά κλεπτοκρατία, εξ ου και οι συμβαίνουσες τώρα διαρροές μυστικών και οι αλληλοκατηγορίες· ωστόσο όλα αυτά συμβαίνουν σε φόντο καταρρέουσας Πομπηίας.
Δυστυχώς, Πομπηία είναι η χώρα. Διαπλεκόμενοι και συνένοχοι μάχονται λυσσωδώς για να κρατήσουν τις προνομιούχες θέσεις του Παλαιού Καθεστώτος. Αλλά οι μάχες τους λαμβάνουν χώρα πάνω στις στάχτες της χώρας, πάνω σε οικονομικά και κοινωνικά ερείπια, πάνω στην αγωνία ενός ολόκληρου λαού, ο οποίος τώρα πληρώνει τα επίχειρα της σιωπής του και της ανοχής που επέδειξε έναντι φανερών και αφανών δυναστών.
Δεν είναι θέμα ηθικολογίας. Οι πολιτικοί ηγέτες οφείλουν να συνομιλούν με τους ισχυρούς της οικονομίας και τις ομάδες επιρροής. Πάντα όμως προς όφελος του κυρίαρχου πολιτικού σώματος και του δημοκρατικού κράτους. Αυτό δεν συνέβαινε όλη την προηγούμενη καταστροφική περίοδο. Το παρόν ξεκαθάρισμα λογαριασμών γεννά εντούτοις και την προσδοκία για ένα πολύτιμο δευτερογενές όφελος: να επισπεύσει την κατάρρευση του Ancien Regime.
Είχαμε την αίσθηση ότι η κυβέρνηση απουσιάζει, ότι ο πρωθυπουργός έχει σιγήσει, ότι οι υπουργοί αδρανούν, περιμένοντας την κουρά και τους καβαφικούς βάρβαρους.
Λάθος. Την περασμένη Κυριακή, ο πρωθυπουργός εμφανίστηκε δις, με άρθρο ιστορίας ΠΑΣΟΚ και με συνέντευξη, ενώ κορυφαίοι υπουργοί επιδόθηκαν σε ένα νέο είδος επικοινωνίας: τη συλλογική αρθρογραφία. Το άρθρο των τριών υπουργών, Αννας Διαμαντοπούλου, Ανδρ. Λοβέρδου, Γ. Ραγκούση συγκέντρωσε το ενδιαφέρον, εις βάρος του πρωθυπουργού, και δικαιολογημένα: δείχνει όχι μόνο το ήθος των καιρών, αλλά και το σχήμα των πραγμάτων που έρχονται – ή τουλάχιστον την προσδοκία επιβίωσης του πολιτικού προσωπικού.
Το συλλογικό άρθρο παρουσιάζει ενδιαφέρον ως συμβάν, ως φόρμα και από τις συμπαραδηλώσεις του, πολύ περισσότερο από το περιεχόμενό του. Ως συμβάν: τρεις εν ενεργεία υπουργοί, και όχι ένας, απευθύνονται στο πανελλήνιο, σε συγκυρία κατάρρευσης του πολιτικού συστήματος. Αρα ομάδωση, πόλος εξουσίας, εν όψει ρήξεων και μετασχηματισμών. Οι τρεις αρθρογράφοι έχουν διαφορετική πολιτική και κομματική καταγωγή. Η κ. Διαμαντοπούλου ενηλικιώθηκε και ωρίμασε στο κόμμα και το κράτος, όλη η ζωή της είναι κομματική και κυβερνητική. Το ίδιο και ο κ. Ραγκούσης, σε πολύ χαμηλότερες θέσεις ωστόσο, έως ότου ο Γ. Παπανδρέου τον εκτόξευσε στην κυβερνητική κορυφή. Ο κ. Λοβέρδος έχει επιδείξει αξιοθαύμαστες ικανότητες, προσαρμογής στον καιρό και αλλαγής συμμάχων, πάντα με τον εκάστοτε νικητή. Παρ’ όλες τις διαφορές, οι κομματοθρεμμένοι και κρατικοδίατοι συγκλίνουν. Γιατί; Τους οδηγεί το ένστικτο επιβίωσης. Το ΠΑΣΟΚ ως κυβέρνηση και κράτος πεθαίνει, κι αυτοί δεν θέλουν να πεθάνουν μαζί του. Απαγκιστρώνονται από το βυθιζόμενο σκάφος, αποποιούμενοι ευθύνες, στρέφοντας τον προβολέα εκτός παιδιάς. Με τη φόρμα του άρθρου…
Η φόρμα του άρθρου υποδηλώνει παρατηρητή των γεγονότων, και όχι αυτουργό και υπεύθυνο. Διαπιστώσεις, περιγραφή, ανάλυση, εντοπισμός και καυτηριασμός των κακώς κειμένων, εντοπισμός υπευθύνων, έκκληση προς τους αιρετούς άρχοντες – αυτό είναι το άρθρο. Ο αρθρογράφος ευθύνεται μόνο για τις τρέχουσες παρατηρήσεις και επισημάνσεις του, δεν αναλαμβάνει την ευθύνη για το πώς φτάσαμε ώς εδώ, ποιος διαμόρφωσε τη δομή εξαχρείωσης, τον συντεχνιασμό και την ανομία. Ο αρθρογράφος δεν είναι ηγέτης, είναι παρατηρητής. Εξ ου και οι παρατηρήσεις του μπορούν να αποφεύγουν το οδυνηρό βάθος, την ανασκαφή της Μεταπολίτευσης, το πώς και το ποιοι έχτισαν τον συντεχνιασμό και την ανομία: ποιοι εξέθρεψαν τις φυλές των ΔΕΚΟ, ποιοι διόριζαν τους εαυτούς και τους συγγενείς τους σε χρυσοπληρωμένες αργομισθίες, ποιοι εξασφάλισαν συντάξεις από φαλιρισμένες ΔΕΚΟ, ποιοι αναρριχήθηκαν στα κομματικά οφίτσια και άλωσαν το κράτος, ποιοι δεν βρέθηκαν ποτέ στα ανταγωνιστικά έμπεδα της ελεύθερης αγοράς.
Ακόμη κι έτσι, όμως, χωρίς ανασκαφή, οι αρθρογράφοι περιέγραψαν το κόμμα τους, το κόμμα-βασίλισσα και τους κλώνους-κηφήνες. Κατά τούτο ήσαν ειλικρινείς αυτοπροσωπογραφούμενοι.

Προ ημερών, γράψαμε ένα σχόλιο στην Καθημερινή, συγκρίνοντας την απρεπή συμπεριφορά του αγανακτισμένου πλήθους με την απρεπή συμπεριφορά των πολιτικών ανδρών, εντός και εκτός Βουλής. Το σχόλιο προκάλεσε την οργισμένη αντίδραση του εκ των Αντιπροέδρων της κυβερνήσεως Θόδωρου Πάγκαλου, ο οποίος με επιστολή του καταλόγισε στον συντάκτη γλωσσική και δημοσιογραφική ανεπάρκεια, ολολοκληρωτικό φρόνημα και παραταξιακή ιδιοτέλεια.
Τα παραθέτουμε όλα.
Μούτζες μέσα, μούτζες έξω
(Καθημερινή 21.06.2011)
Η κρίση αναδεύει τη συλλογική ψυχή και φέρνει στην επιφάνεια πάθη και συμπεριφορές αφτιασίδωτα. Αλλοτε με λυτρωτική ειλικρίνεια, με παρρησία, κι άλλοτε με εκπλήσσουσα ωμότητα, και χυδαιότητα ακόμη. Εχουν γραφτεί πολλά, λόγου χάριν, για τις απρεπείς εκφράσεις και τους προπηλακισμούς κατά των πολιτικών, εκ μέρους του πλήθους των αγανακτισμένων. Πράγματι, το πλήθος σε ορισμένες περιπτώσεις συμπεριφέρεται σαν όχλος, με εξάρσεις βίας, που φτάνουν σε χειροδικίες και ξυλοδαρμούς, εκδηλώσεις που καταδικάζονται καθολικά. Αλλά η κύρια δράση του αγανακτισμένου πλήθους εξαντλείται στον λεκτικό και χειρονομιακό εξτρεμισμό: η μούτζα λ.χ. προς τους πολιτικούς άνδρες ερμηνεύεται και επικρίνεται ποικιλοτρόπως. Μήπως όμως ακριβώς οι πολιτικοί δίνουν πρώτοι το έμπρακτο παράδειγμα του λεκτικού εξτρεμισμού, και μάλιστα μέσα στον φασκελωνόμενο ναό του κοινοβουλευτισμού;
Προχθές, ας πούμε, οι κατηγορούμενοι επί λαϊκισμώ αγανακτισμένοι πήραν συμπυκνωμένα μαθήματα καθύβρισης από την πολιτική ηγεσία. Το Κοινοβούλιο αντηχούσε από βαρύτατους χαρακτηρισμούς, που εκτόξευαν οι Νέστορες της πολιτικής. Ο αρχηγός του ΛΑΟΣ Γ. Καρατζαφέρης, γνωστός για τις ατάκες του επιπέδου Δελφινάριου, προχώρησε πολύ παραπέρα από το προσφιλές του καλαμπούρι: απεκάλεσε τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης, Αντώνη Σαμαρά, προδότη. «Απαξ προδότης, πάντα προδότης», είπε και κατόπιν, για να ελαφρώσει το κλίμα μάλλον, συμπλήρωσε το «Τρελαντώνης»… Αναρωτιόμαστε: Αν δεν εκαλύπτετο απο βουλευτική ασυλία, ο αυτοδημιούργητος γιος του σανοπώλη θα αποτολμούσε τέτοιους χαρακτηρισμούς για πρόσωπο κεντρικό στους πολιτικούς θεσμούς;
Οι προπηλακισμοί πολιτικών των τελευταίων ημερών οδήγησαν τον συνήθη λιμπερτίνο Θόδωρο Πάγκαλο, αντιπρόεδρο της κυβέρνησης, να χαρακτηρίσει ένα κοινοβουλευτικό κόμμα, τον ΣΥΡΙΖΑ, «κόμμα τραμπούκων». Ακολούθησε με τα ίδια λόγια, ο προσφάτως αποδοκιμασθείς υπουργός Νίκος Σηφουνάκης. Προδότες, τρελοί, τραμπούκοι ― τι άλλο μένει; Κακοποιοί, εγκληματίες και τραμπούκοι: όσοι επέκριναν διαδικτυακώς τον Παντελή Οικονόμου, νεοδιορισμένο αν. υπουργό Οικονομικών, επειδή ξήλωσε εσπευσμένως από την ιστοσελίδα του αντιμνημονιακό άρθρο που είχε δημοσιεύσει προ καιρού. Ο έμπειρος στην πολιτική αλλά νεοφώτιστος στην κουλτούρα του Διαδικτύου, κ. Οικονόμου, κατέφυγε στη δαιμονολογία, στις ύβρεις και στην ηλεκτρονική εγκληματολογία(!), αντί να εξηγήσει με πολιτικούς όρους τις αναλύσεις και τις θέσεις του.
Το πλήθος των αγανακτισμένων μουτζώνει, χλευάζει, βρίζει, ασχημονεί. Και δεν έχει θέσεις. Ετσι είναι. Ας δούμε την άλλη πλευρά, την υβριζόμενη: Πόσο πιο ορθολογικά και κόσμια, με πολιτικά και δημοκρατικά επιχειρήματα συμπεριφέρονται οι αποδοκιμαζόμενοι πολιτικοί; Πολύ χειρότερα, δεδομένων των απαιτήσεων και των προσδοκιών της θεσμικής τους θέσης: αντί να προσφέρουν υπόδειγμα πολιτικής κουλτούρας, προσφέρουν σόου χυδαίας προσωπόληπτης ατάκας και ηθικής απαξίωσης.
Επιστολή Θ. Πάγκαλου
(Καθημερινή 23.06.2011)
Λιμπερτινισμός
Kύριε διευθυντά
Oπως ίσως θυμάστε, σας έχω πει ότι διαβάζω καθημερινώς και επιμελώς την εφημερίδα σας. Δυστυχώς, εκεί που κατάντησε ο Tύπος στη χώρα μας, είναι από τις ελάχιστες εφημερίδες που αξίζουν αυτή την ονομασία. Aυτό, όμως, σας δημιουργεί και ορισμένες υποχρεώσεις, ιδιαίτερα σε στήλες όπως τα «Kαθημερινά», που εκφράζουν το έντυπο στο σύνολό του.
Διαβάζω λοιπόν, σήμερα, στο σχόλιο του κ. N. Ξυδάκη «Mούτζες μέσα, μούτζες έξω», κριτική που με αφορά, η οποία με χαρακτηρίζει «συνήθη λιμπερτίνο». Aναζήτησα τη λέξη «λιμπερτίνος» στο ελληνικό λεξικό του Γ. Mπαμπινιώτη και δεν τη βρήκα. Στο γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό λεξικό των εκδόσεων Πελεκάνος η λέξη «libertin» σημαίνει «ελευθεριάζων, άπιστος, έκλυτος». Σε υπέροχο κείμενο του K. Γεωργουσόπουλου στα «Nέα» (14-7-2007) που έχει τίτλο «Tο σεξ ως μελέτη θανάτου», οι ελευθερόφρονες (λιμπερτίνοι) περιγράφονται ως «άθεοι, κολασμένοι, κυνικοί, ερωτικά ανικανοποίητοι» (το κείμενο επισυνάπτεται). Θα μπορούσε να με πληροφορήσει ο κ. Ξυδάκης τι ακριβώς γνωρίζει για τη σεξουαλική μου ζωή, που του δίνει το δικαίωμα να χρησιμοποιεί τον όρο αυτόν εναντίον μου και αν άλλο νόμιζε ότι έλεγε, λόγω επιπολαιότητας και έλλειψης παιδείας, γιατί ταλαιπωρεί την εφημερίδα και τους αναγνώστες του με την προφανή αγραμματοσύνη του;
Tο υπόλοιπο κείμενο δεν θα το σχολιάσω, γιατί δεν έχει τίποτα το πρωτότυπο. Eίναι απλώς η συνηθισμένη αντιστροφή αιτίου και αιτιατού, την οποία χρησιμοποιούν οι απανταχού ολοκληρωτικοί κονδυλοφόροι για να δικαιολογήσουν τις παράνομες και ανήθικες πρακτικές της παράταξης που υποστηρίζουν.
Θεόδωρος Πάγκαλος
Aντιπρόεδρος της Kυβερνήσεως
Απάντηση
O αντιπρόεδρος της Κυβερνήσεως φαίνεται να αγνοεί ή να προσπερνά την πρωταρχική, ιστορικώς προσδιορισμένη και εξόχως πολιτική, σημασία του «λιμπερτίνου»: είναι ο ελευθερόφρων, ο φορέας των απελευθερωτικών ιδεών πριν και κατά τη διάρκεια του Διαφωτισμού· και ο ανυπότακτος, o άτακτος, ο αυτότροπος (Γαλλοελληνικόν Λεξικόν Ηπίτη, 1908-10). Εικάζω ότι η πραγματολογική και πολιτική ανάλυση του κ. Αντιπροέδρου δεν ήταν εξαντλητική. Ισως διότι το αναλυτικό απόθεμα εξαντλήθηκε σε βαρείς προσωπικούς χαρακτηρισμούς, εντοπισμό φρονημάτων και υποδείξεις προς την εφημερίδα.
Ν. Γ. Ξυδακης
Μιλάμε συχνά, όλο και συχνότερα, για κρίση των ΜΜΕ, αναλύουμε τις αλλαγές στις συνήθειες ενημέρωσης, τις αλλαγές στον τρόπο ζωής, την εισβολή του Διαδικτύου, και εντοπίζουμε σε αυτά τα αίτια της κρίσης. Σπανίως όμως μιλάμε για την κρίση περιεχομένου στα ΜΜΕ και σχεδόν ποτέ για την κρίση αξιοπιστίας. Είναι λοιπόν υπεράνω κριτικής τα παραδοσιακά μέσα; Φαίνεται πως όχι.
Τον τελευταίο καιρό αυξάνονται τα κρούσματα διασποράς ανυπόστατων φημών και ψευδών ειδήσεων, από μαζικά μέσα. Πρόκειται κυρίως για αδιασταύρωτες πληροφορίες, που διοχετεύονται προφορικά, από κρατικές υπηρεσίες προς δημοσιογράφους, σαν διαρροή και “εξυπηρέτηση”, και αυτές οι ανεξακρίβωτες πληροφορίες βαφτίζονται ειδήσεις και γεγονότα. Γνωστοί ρεπόρτερ, παρουσιαστές και τηλεπερσόνες αναπαράγουν άκριτα και άκοπα οτιδήποτε τους διοχετευθεί “εμπιστευτικά” χωρίς να μπουν στον κόπο να υποβάλουν σε στοιχειώδη έλεγχο την αλήθεια ή την πληρότητα της πληροφορίας ― ούτε καν ένα νωχελικό γκουγκλάρισμα στις βιβλιοθήκες του Διαδικτύου.
Πολλοί δημοσιογράφοι, ανεκπαίδευτοι επαγγελματικά, χωρίς νοητικά εργαλεία και χωρίς ηθικές αρχές, υποδουλώνονται έτσι στις πηγές τους, μετατρεπόμενοι σε “βαποράκια”, ακούσια ή εκούσια. Η τέτοια υποδούλωση όμως σημαίνει προδοσία του κοινού τους και καταστρατήγηση της θεμελιώδους αρχής της δημοσιογραφίας, που είναι η μετάδοση διασταυρωμένων ειδήσεων και η αμερόληπτη περιγραφή των γεγονότων.
Η ραθυμία, η πνευματική οκνηρία και η εξυπηρέτηση των πηγών και όχι του κοινού, γίνονται αντιληπτά πλέον από το κοινό. Και γίνονται επίσης αντιληπτά σαν απώλεια της αξιοπιστίας, σαν πτώση των κυκλοφοριών, των ακροαματικοτήτων, των πωλήσεων, της επιρροής. Σαν αργός θάνατος.
Πλήγμα στην αξιοπιστία συνιστά επίσης η πολυθεσία, η αργομισθία και το καμουφλαρισμένο πολιτικό χρήμα προς τους δημοσιογράφους, έτσι όπως αυτά καταγράφονται λ.χ. στον ρ/σ του Δήμου Αθηναίων, τον Αθήνα 9.84. Με 384 εργαζόμενους, εκ των οποίων 240 δημοσιογράφοι, με έσοδα 600 χιλιάδες και ετήσια δημοτική επιχορήγηση 15 εκατομμύρια ευρώ, ο 9,84 είναι θλιβερό παράδειγμα ρουσφετιού και διασπάθισης του δημόσιου χρήματος. Το εξοδολόγιο και η στελέχωση του 9.84 παραπέμπουν σε εγχώριο BBC, αλλά η ποιότητα και η ποικιλία του προγράμματός του ραδιοσταθμό κωμοπόλεως.
Πρωταγωνιστές σε αυτό το διηνηκές μηντιακό σκάνδαλο είναι πολιτικοί και δημοσιογράφοι. Οι μεν δήμαρχοι της εικοσαετούς “ελεύθερης ραδιοφωνίας” εξαγόραζαν εύνοια, ανοχή ή σιωπή, με τα χρήματα των φορολογουμένων· οι δε δημοσιογράφοι εισέπρατταν παχυλά επιμίσθια σχολιάζοντας τις εφημερίδες, ακκιζόμενοι με πολιτικούς και απαγγέλοντας καλαμπούρια. Κάποιοι δε εξ αυτών κατακεραύνωναν συλλήβδην τους κρατικοδίαιτους κηφήνες, τις συντεχνίες και τις ΔΕΚΟ…
Ποιος να πιστέψει αυτά τα μέσα, αυτό το θέατρο της παρακμής; Ο χειρότερος εχθρός της δημοσιογραφίας είναι κάτι τέτοιοι δημοσιογράφοι.
Κάλαντα στον radiobubble, φιλοξενούμενος του Βυτίου, συντροφιά με τον Sraosha.
Η κρίση του Τύπου είναι για τους δημοσιογράφους σαν τις ανίατες ασθένειες που πλήττουν ένα μέλος της οικογένειας: όλοι μιλούν ψιθυριστά γι΄αυτήν, με μετωνυμίες, με εξορκισμούς, όλοι πιστεύουν ότι κάποιο θαύμα θα συμβεί… Αλλά το θαύμα δεν έρχεται. Τουλάχιστον από εκεί που το περιμένουμε και όπως το περιμένουμε.
Το θαύμα έρχεται σαν τραύμα. Ιδίως στη χειμαζόμενη Ελλάδα, όπου η κρίση στον Τύπο ενδημούσε πολύ πριν από την οικονομική κρίση που κλονίζει πια όλη τη χώρα. Κρίση τριπλή: αφενός, η διεθνής δομική κρίση του Τύπου, σε μια μεταιχμιακή εποχή για την ενημέρωση και τη δημοσιογραφία, στη μετάβαση από τον χάρτινο στον ψηφιακό πολιτισμό. Μετά, η κρίση του εγχώριου μοντέλου: της διαρκώς διαστελλόμενης φούσκας των μήντια από το ’90 έως σήμερα, με αγοραπωλησίες συχνοτήτων, λαθρόβιες εφημερίδες φοροδιαφεύγουσες και εισφοροδιαφεύγουσες που συντηρούνται με κρατική διαφήμιση, σαλταδόρους επιχειρηματίες, αεριτζίδικες εταιρείες που αντλούσαν κεφάλαια απο το Χρηματιστήριο, ασφυκτική διαπλοκή με οικονομικά συμφέροντα και λόμπι εξουσίας, εντολοδόχους ή ανεπαρκείς δημοσιογράφους… Θα αρκούσαν αυτά, για να σαρωθεί ο Τύπος. Αλλά ήρθε και το τρίτο: το εγχώριο κραχ και το ευρωπαϊκό ντόμινο.
Σε αυτό το φόντο πλέον, φόντο κοινωνικής καταστροφής και πολιτικής-πνευματικής ένδειας, πρέπει να δούμε την κρίση που σαρώνει τον ελληνικό Τύπο. Και την υστάτη ώρα, να μιλήσουμε, να ασκήσουμε αυτοκριτική, να ονοματίσουμε την ασθένεια, μήπως και καταλάβουμε τι συμβαίνει και τι θα συμβαίνει εφεξής. Να κατανοήσουμε, ας πούμε, ότι το νέο τοπίο των μήντια δεν είναι καλύτερο ή χειρότερο για τους αναγνώστες-πελάτες, τους καταναλωτές ενημέρωσης (κατά τη γνώμη μου, είναι πιο χαοτικό), αλλά φαίνεται ότι μπορεί να υπάρχει και χωρίς επαγγελματίες δημοσιογράφους: αυτό νομίζουν οι καταναλωτές, αφού βρίσκουν την τροφή τους δωρεάν στο Διαδίκτυο.
Οσο διαφορετικός είναι ο ιντερνετοφάγος καταναλωτής σε σχέση με τον αστό εφημεριδαναγνώστη, άλλο τόσο διαφορετικός είναι ο δημοσιογράφος του Διαδικτύου σε σχέση με τον “εφημεριδά”. Ο εφημεριδάς ανήκε στη μεσαία τάξη και έγραφε γι΄αυτήν· ο διαδικτυακός είναι ένας πρεκάριος, ένας επισφαλής που πληρώνεται με μπλοκάκι, στην εποχή που η μεσαία τάξη πεθαίνει γοργά, άρα δεν της απευθύνεται καν. Σταδιακά, οι περισσότεροι δημοσιογράφοι γίνονται σαν τους διαδικτυακούς, ντεκλασέ και επισφαλείς· στους αντίποδες βρίσκεται μια ολιγάριθμη ομάδα επώνυμων δημοσιογράφων, με υπογραφή, με την προστιθέμενη αξία του σταρ. Οι πολλοί μεσαίοι, αυτοί που παρήγαγαν τον πολιτισμό της εφημερίδας, τον πολιτισμό της νεωτερικότητας, εξαφανίζονται μαζί με τη μεσαία τάξη που τους ανέδειξε, τους έτρεφε και στην οποία απευθύνονταν.
Το αναδυόμενο σχήμα των μήντια είναι φαινομενικά μόνο πιο δημοκρατικό· ουσιαστικά οδεύουμε σε διαφορισμό, σε μήντια δύο ταχυτήτων: γρήγορη και αργή, για πλούσιους και φτωχούς, για ελίτ και μάζες. Στην αργή ταχύτητα, τα μήντια θα είναι δωρεάν ή πολύ φτηνά, και η προσφερόμενη ενημέρωση γενική, ρηχή, χωρίς αξιολόγηση· μια διαρκής ροή θραυσμάτων χωρίς νόημα. Στη γρήγορη ταχύτητα, η ενημέρωση ιεραρχείται, αξιολογείται, ταξινομείται, εξηγείται, νοηματοδοτείται ― και πληρώνεται, απ’ όσους μπορούν να την αξιοποιήσουν για να κερδίσουν: ισχύ, επιρροή, χρήμα.
Η αργή ταχύτητα κατακλύζει ήδη τον κόσμο μας: είναι τα δωρεάν ραδιοτηλεοπτικά κανάλια, είναι τα φρι πρες, τώρα πια και τα σάιτ με αναδημοσιεύσεις και sampling των “χάρτινων” μήντια. Στην Ελλάδα, μέγα μέρος των ραδιοτηλεοπτικών μήντια και σχεδόν όλο το Διαδίκτυο στηρίζονται σε αυτό το sampling και τον σχολιασμό των παλαιών χάρτινων μήντια· ουσιαστικά συνιστούν ένα μετα-μέσο, μια μεταγλώσσα με αξία μικρότερη από την πηγή τους. Αλλά είναι δωρεάν… Εχει αξία αυτό το δωρεάν; Κατή τη γνώμη μου, ελάχιστη. Παρότι το Διαδίκτυο είναι μια ανεκτίμητη βιβλιοθήκη, η δωρεάν ενημέρωση των μπλογκ και των ιστότοπων είναι στην καλύτερη περίπτωση μια διαρκής επανάληψη ίδιων ειδήσεων, χωρίς αναφορά πηγής, εκτός πλαισίου αναφοράς, με τρόπο που δεν παράγουν νόημα. Ελάχιστοι ιστότοποι παράγουν ενημέρωση πρωτογενώς, και κανείς απ΄αυτούς δεν μπορεί να είναι βιώσιμος οικονομικά.
Με αυτή την έννοια, τα πρώτα θύματα της διεθνούς κρίσης του Τύπου και της κατάρρευσης της εγχώριας φούσκας θα είναι οι επαγγελματίες δημοσιογράφοι. Με χαμένο το κύρος τους, υποβλεπόμενοι από την υπόλοιπη κοινωνία, την μηντιοκρατούμενη και χειραγωγούμενη, κατηγορούμενοι ήδη για αναξιοπιστία και διαπλοκή, ακόμη και για προπαγάνδα, πολλοί δημοσιογράφοι θα πληγούν καίρια, μαζί με τη μεσαία τάξη, την τάξη τους, την οποία στο παρελθόν είτε πρόδωσαν είτε περιφρόνησαν είτε φενάκισαν είτε χειραγώγησαν. Δυστυχώς, δεν θα πληγούν οι χειρότεροι και οι φταίχτες. Αλλά είπαμε: το φόντο είναι μια καταστροφή.
Το ξεπούλημα μιας πορνοταινίας στα περίπτερα λέει κάτι για όσους την αγόρασαν, αλλά και για το τι είδους προϊόντα προσφέρει η ευρύτερη βιομηχανία μήντια στο περίπτερο, σε αυτή την οιονεί εθνική βιβλιοθήκη. Η συζήτηση που φούντωσε λέει κάτι παραπάνω: για τα θέματα που επιλέγει να συζητήσει η κοινωνία, τα θέματα που επιθυμεί, που αντέχει.
Περαιτέρω: η συνέντευξη της πορνοστάρ καταμεσήμερο, σε εμπορικό κανάλι, από προβεβλημένη παρουσιάστρια, με ζωντανό κοινό εφήβους που χειροκροτούν τις ατάκες, τι μας λέει; Πολλά, τα περισσότερα. Μάς δείχνει εναργώς το περιβάλλον που γέννησε την πορνοστάρ: είναι ακριβώς αυτή η Trash TV, τηλεόραση εκμαυλισμού και χυδαιότητας, εκκολαπτήριο κατινών, γλαστρών και ξέκωλων, εκφυλισμένων γελωτοποιών, που ακτινοβολούν τον εκφυλισμό τους σε κεχηνότα πλήθη· είναι η Trash TV των εισφοροφυγάδων, των φοροφυγάδων και των αυθαιρέτων· η Trash TV του “θεϊκού” και “λατρεμένου” λάιφστάιλ.
Αυτό το λάιφστάιλ, από τα βάθη των ’80s του Κλικ έως σήμερα, απεργάζεται συστηματικά, βαθιά, αδιάκοπα, τη χρεοκοπία της Ελλάδας, την παρούσα και διαρκή. Αυτό το λάιφστάιλ, ο ακκισμός εκδοτών και μεγαλοδημοσιογράφων με μοντελοβίζιτες και διανομείς κόκας, αυτό παράγει role models, πρότυπα για τη νεολαία, νέο κώδικα αξιών: την αποθέωση του γίγαντα λαμόγιου, την τυφλή λατρεία του χαβαλέ, τον ακαταμάχητο σχετικισμό του “έλα μωρέ ξενέρωτε, όλοι ίδιοι είναι, και τι έγινε;”
Και τι έγινε; Εγινε. Την ώρα που μιλάμε για διαφθορά που γονάτισε ένα έθνος, για θρυμματισμένα όνειρα και γενιές που πορεύονται στο θυσιαστήριο, την ώρα που οι πολίτες αναρωτιούνται τι έκαναν στραβά τόσα χρόνια και ενοχοποιούνται και τύπτονται, την ίδια αυτή ώρα το trash, θρασύ, ακατάβλητο, εν πλήρει ανοχή, βομβαρδίζει εγκεφάλους και ψυχές με τα τοξικά του. Ε, κάτι έγινε, δεν είναι όλοι ίδιοι. Παρουσιάστριες και μοντελοβίζιτες, ας μείνουν στον φυσικό τους χώρο: στο πίσω δωμάτιο του βίντεο κλαμπ.

Με ρωτούν συχνά: Πώς πάνε οι εφημερίδες; Συνήθως επιστρέφω το ερώτημα: Εσείς πώς τις βλέπετε να πάνε; Τις διαβάζετε, τις αγοράζετε, σας αρέσουν; Στη συζήτηση που ακολουθεί ανακαλύπτουμε ότι οι περισσότεροι υπό τον περιληπτικό όρο εφημερίδα εννοούν την ανά Κυριακή αγορά μιας ή περισσότερων πακέτων, και την πλαγία ανάγνωση μερικών άρθρων. Τα πακέτα αγοράζονται με κριτήρια ποικίλα: αν περιέχουν καλή ταινία, λαοφιλές μουσικό σι-ντι, βιβλιο τσέπης, βιβλίο ραφιού, λαχνούς για φουσκωτό. Ενα κριτήριο, όχι το ισχυρότερο, είναι η ίδια η εφημερίδα: ποια είναι, τι γράφει, ποιοι γράφουν, πώς γράφουν. Πάντως, το καθαυτό εκδοτικό προϊόν, το περιεχόμενο της εφημερίδας ―και όχι τα εξαρτήματα και τα premiums― δεν δημιουργεί την ικανή συνθήκη για την αγορά του. Κι αυτό γίνεται φανερό και από το μάρκετινγκ των κυριακάτικων πακετοεφημερίδων: διαφημίζουν τα εξαρτήματα και τα δώρα· ποτέ ή σπανίως τα θέματα και τους γραφιάδες τους.
Δεν είναι όλες οι εφημερίδες ίδιες, ασφαλώς, ούτε όλοι οι αναγνώστες ίδιοι. Αλλά την κυρίαρχη ροπή ορίζουν το αυτοκανιβαλιζόμενο μάρκετινγκ του Τύπου και η βαριεστημένη βουλιμία των αναγνωστών. H διαφθορά τελείται αμφίδρομα. Με θύμα όχι μόνο την παρακμάζουσα βιομηχανία του τύπου, αλλά τώρα πλέον την ίδια τη δημοσιογραφία.
Η δημοσιογραφία βέβαια, από καιρό, πολύ πριν από την παρούσα βαθιά κρίση, είχε φροντίσει να απομειώσει την αξιοπιστία της, την ανεξαρτησία της, τον εναντιωματικό της χαρακτήρα, τη δομική της δυσπιστία απέναντι σε κάθε λογής εξουσίες και αυθεντίες. Αντί να κοιτάει στα μάτια τον αναγνώστη, τον πελάτη, αυτόν που κρίνει και πληρώνει, αλληθώριζε προς την εξουσία, τόσο πολύ, που νόμιζε ότι είναι εξουσία η ίδια. Εγραφε απευθυνόμενη στην εξουσία, και όχι στον πολίτη, σαν να συγκυβερνά.
Μιλάμε για δημοσιογραφία· θα ήταν ορθότερο να μιλάμε για δημοσιογράφους. Ανθρωποι σφάλλουν και διαφθείρουν, άνθρωποι φέρονται σαν αδύναμοι και μοιραίοι. Αυτοί οι άνθρωποι είμαστε εμείς· οι δημοσιογράφοι που παραπίστεψαν στη διαμεσολαβητικη τους ισχύ και στην αλαζονική Τέταρτη Εξουσία. Ανθρωποι που με την τηλεόραση ένιωσαν σταρ, κι από τους σταρ πήραν τις αμοιβές και τις συμπεριφορές, άλλαξαν επαγγελματικό γένος και ήθος. Ανθρωποι που σαγηνεύτηκαν από την επέλαση του λάιφστάιλ και του νεοκυνισμού. Και σαρώθηκαν. Και επέβαλαν στα παλαιά μέσα τη νοοτροπία και τα ήθη των νέων μέσων· επέβαλαν την τυραννία του infotainment και στις παραδοσιακές, τις σοβαρές εφημερίδες· επέβαλαν την ημιμάθεια και την ελαφρότητα της πρωινής τηλεοπτικής ζώνης, όπου όχι μόνο συγχωρείται αλλά είναι και διασκεδαστική, αλλά τα ίδια αυτά ελαφρά υλικά μεταφερμένα στον γεωμετρημένο κάνναβο της εφημερίδας φαίνονται αυτόχρημα φτηνιάρικα, χτίζουν φανταχτερές προσόψεις σε λυόμενα σκυλάδικα.
Οι άνθρωποι πάντα. Γράφοντες και αναγνώστες. Και το Ιντερνετ; Ναι, η πλανητική δικτύωση αφήνει πίσω της ερείπια και λείψανα, αλλά η ηθικοπολιτική απαξίωση του τύπου είχε αρχίσει πολύ πριν αναδυθεί το Μπλογκ ως Δικαίωμα και ως Φενάκη. Μεθυσμένοι από την απέραντη εξουσία των μαζικών τους μέσων και από τις προσόδους της διαφήμισης, δημοσιογράφοι και εκδότες, στην προ-ιντερνετική εποχή, προέβησαν σε αλλεπάλληλες καταχρήσεις εξουσίας. Η ισηγορία, θεμέλιο της δημοκρατίας, περιφρονήθηκε, υποκαταστάθηκε από τα ολιγοπώλια των κατόχων των μέσων. To αυθάδικο, αφελές σφρίγος των μπλογκ, του twitter, των social networks, της λεγόμενης δημοσιογραφίας των πολιτών, υπό μία έννοια, είναι η εκδίκηση της γυφτιάς, η εκδίκηση των περιφρονημένων, των στερημένων από φωνή στον δημόσιο χώρο. Αφού οι εφημερίδες, τα όργανα του διαφωτισμού, τους έστρεψαν τα νώτα, οι άνθρωποι της μαζικής δημοκρατίας στράφηκαν σε άλλα μαζικά μέσα, με σαγηνευτικές δυνατότητες προσωποποίησης.
Η κρίση του τύπου άρα είναι και κρίση των δημοσιογράφων. Δεν είναι όλοι ίδιοι, ας το ξαναπούμε· μα η φθορά αφορά το σύνολο, η οικονομική δυσπαραγία πλήττει αδιακρίτως όλους. Ισως βιώνουμε μια παρατεταμένη, επώδυνη αλλαγή Παραδείγματος: στο πώς αναπαριστάνουμε τον κόσμο, πώς τον αφηγούμαστε, πώς τον εξηγούμε· πώς αφηγούμαστε έναν κόσμο που αλλάζει ταχύτερα απ’ όσο μπορούμε να παρακολουθήσουμε. Αλλά, διάβολε, αυτή είναι η δουλειά των δημοσιογράφων: Να βρίσκονται εκεί, την ώρα που συμβαίνει και να αφηγούνται την αλλαγή. Οχι να τη μακιγιάρουν, να την αποκρύπτουν, να τη μισολένε με χειραγωγούμενα κόπι-πέιστ. Θυμόμαστε πώς γίνεται;

Το κλείσιμο μιας μεγάλης εφημερίδας επικυρώνει την ήδη υπάρχουσα παρατήρηση, ότι δηλαδή το επικοινωνιακό και πολιτικό τοπίο μετασχηματίζονται, γρήγορα και βαθιά. Ο Ελεύθερος Τύπος δεν έκλεισε μόνο επειδή σώρευσε πολλές ζημίες, ούτε μόνο επειδή απέτυχε το επιχειρηματικό μοντέλο που εφάρμοσαν οι ιδιοκτήτες του. Ασφαλώς, περίσσεψαν οι άστοχες ενέργειες, η σπατάλη, τα επιτελεία κολάκων, η μεγαληγορία, η οίηση. Αλλά αυτό που βάρυνε εντέλει ήταν περισσότερο η απουσία στρατηγήματος και η ελλιπής ή και ανύπαρτκη ανάγνωση της πραγματικότητας.
Η λυπηρή αναστολή έκδοσης του Ελεύθερου Τύπου, μετά τον μείζονα ανασχεδιασμό του (ουσιαστικά, επαναλανσάρισμα) και την επένδυση άφθονων υλικών και ανθρώπινων πόρων, δείχνει το μέγεθος της διεθνούς κρίσης του Τύπου· κρίση δομική, ιστορική. Αλλά δείχνει και την αδυναμία των ανθρώπων του Τύπου να αντιληφθούν την αλλαγή Παραδείγματος, να αντιληφθούν δηλαδή ότι ο παρών καιρός απαιτεί άλλη σκέψη και άλλη πράξη, με άλλα εργαλεία ανάλυσης και κατανόησης, από αυτά που χρησιμοποιούσαν κατά την προδικτυακή εποχή. Η παρούσα εποχή βάζει πλάι στον Τύπο, ανταγωνιστικά, όχι μόνο την πληθωρική τηλεόραση, αλλά και το οικιακό ευρυζωνικό Διαδίκτυο, σε κάθε νοικοκυριό και γραφείο, και τα διαρκώς δικτυωμένα smartphones, σε κάθε τσέπη, και το πλήθος των καινοφανών social media, σε κάθε φαντασιακό, που κάνουν τον κάθε χρήστη μηχανής όχι μόνο καταναλωτή αλλά δυνάμει παραγωγό δημοσιότητας, της δικής του μικροδημοσιότητας έστω.
Το νέο περιβάλλον τηλεπικοινωνιών διαμορφώνει νέες ανάγκες, νέες συμπεριφορές, νέα υποκείμενα. Οι πληροφορίες, τα κείμενα, τα σήματα, οι ταινίες, οι μουσικές, τα προσωπικά στοιχεία από εκατομμύρια ζωές κυκλοφορούν διαρκώς και παντού, είναι διαρκώς διαθέσιμα, στην άκρη του ποντικιού και του δαχτύλου, σε ατέλειωτη ροή, διαφανή. Μάλιστα, υπερδιαφανή.
Σε αυτή την υπερδιαφάνεια, όλα φαίνονται, μα ελάχιστα είναι ορατά. Και μαζί με τον πληθωρισμό των σημάτων, αλλάζει και ο χρόνος του κάθε μέσου, η αίσθηση, η αντίληψη του χρόνου τους. Αλλλος ο χρόνος του Τύπου, άλλος της τηλεόρασης, άλλος του διαδικτύου.
Στην τηλεόραση ρέουν αδιάκοπα εικόνες, που όμως δεν χορταίνουν το άδειο βλέμμα. Στον Τύπο και στο δίκτυο ρέουν κείμενα. Η εκρηκτική εξάπλωση του διαδικτύου πολλαπλασίασε σύστοιχα την ανάγνωση· όμως μειώθηκαν οι αναγνώστες εφημερίδων. Τα νέα μαζικά ακροατήρια που προσήλθαν στο δίκτυο και διαμορφώνονται απ’ αυτό, διαβάζουν περισσότερο, μα κυρίως διαβάζουν διαφορετικά: διότι ο χρόνος του δικτύου είναι ακαριαίος, και διότι η δικτυακή αφήγηση προσφέρει διαρκώς τη δυνατότητα (ή και την ψευδαίσθηση, απλώς) της διάδρασης, μιας κάποιας συμμετοχής, έστω υπό μορφήν ανάρτησης σχολίου σ’ ένα φόρουμ, σ’ ένα μπλογκ· κι ακόμη, προσφέρει τη δυνατότητα της ανώνυμης περιπλάνησης και της ανώνυμης διάδρασης. Προσοχή, όμως: η ανωνυμία ή ψευδωνυμία του δικτυακού αναγνώστη-περιπλανητή δεν αναιρεί την ατομικότητα, απεναντίας επισωρεύει στο άτομο περσόνες και μάσκες, πέραν του καλού και του κακού.
Ο χρόνος της εφημερίδας δεν μπορεί να είναι ακαριαίος. Η εφημερίδα δεν μπορεί καν να καμώνεται ότι σντιδρά ακαριαία· αν το κάνει, ρεζιλεύεται. Ο χρόνος του Τύπου είναι αναστοχαστικός, ξετυλίγεται βραδύτερος και βαρύς. Κι έτσι προϋποτίθεται και ο αναγνώστης του Τύπου. Η δε συμμετοχή του στο εφημεριδικό ανάγνωσμα είναι νοερή αναδιάταξη του αφηγήματος, είναι εσωτερικός μονόλογος. Η απάντησή του, όποια προκύψει, τελείται κι αυτή σε δεύτερο χρόνο. Δεύτερου, αργού χρόνου είναι ακόμη και η πρόσβαση στο χάρτινο κείμενο: ο αναγνώστης πρέπει να πάει μέχρι το περίπτερο ή έστω στην εξώθυρα, και να αγοράσει. Αυτό το παλαιό κείμενο δεν μπαίνει στο σπίτι απροσκάλεστο και δωρεάν.
Νέα αίσθηση του χρόνου, υπερδιαφάνεια, υπερπληροφόρηση, νέοι τρόποι οργάνωσης της εργασίας και του βίου, καινοφανείς ανάγκες και συμπεριφορές. Το παλαιό χάρτινο κείμενο, για να επιβιώσει, οφείλει να προσαρμοστεί· να διεκδικήσει τον πολύ μικρότερο ζωτικό χώρο που του διατίθεται, και να τον διεκδικήσει δυναμικά, πειστικά και ταπεινά· υπερβαίνοντας τον στερεοτυπικό εαυτό του και την εξουσιαστική φενάκη, ανακαλύπτοντας νέο εαυτό για το νέο Παράδειγμα, αναταποκρινόμενο στις νέες ανάγκες του κοινού, ανακαλύπτοντας επίπονα το νέο κοινό. Ο Ελεύθερος Τύπος, παρά το ντιζάιν, δεν μπόρεσε να το κάνει. Και δεν το κάνει καμία εφημερίδα. Ο γδούπος της πτώσης ίσως ξυπνήσει τις εναπομείνασες. Ισως.
Ο Ελεύθερος Τύπος, που ανέστειλε την έκδοσή του, είναι ιστορικός τίτλος, με ρίζες στον ταραγμένο Μεσοπόλεμο. Η επανέκδοσή του τη δεκαετία 1980 ταυτίστηκε με την εκρηκτική εισβολή του ταμπλόιντ στον εγχώριο τύπο και με το νέο ύφος στην εφημεριδογραφία, για καλό και για κακό. Εν πάση περιπτώσει, η πρώτη δεκαετία του Ε.Τ. επιβραβεύτηκε από μεγάλες κυκλοφορίες και πρωτιές.
Κατόπιν, η Ελλάδα άλλαξε και μαζί της άλλαξε ταχύτατα και ο Τύπος. Μετά τη δεκαετία ‘90, το ύφος ταμπλόιντ γέρασε, τα φύλλα δεν ορίζονται μονοσήμαντα ως προς την πολιτική γεωγραφία, η εμπορική ραδιοτηλεόραση και, κυρίως, τα νέα μέσα και οι διαδικτυακές υπηρεσίες μετασχηματίζουν βαθιά την ενημέρωση, τη διανομή ειδήσεων, ακόμη και το παραδεδεγμένο περιεχόμενο της δημοσιογραφίας.
Το πρόσφατο εγχείρημα ανανέωσης του Ε.Τ. κινήθηκε από μια τέτοια διάθεση· διάθεση προσαρμογής στο νέο τοπίο, τις νέες απαιτήσεις. Καλώς ή κακώς, δεν το εξετάζουμε· πάντως τουλάχιστον μορφολογικά άλλαξε επιτυχώς. Ισως δεν προσαρμόστηκε ικανοποιητικά ως προς το περιεχόμενο, τη στόχευση, την εστίαση, την τοποθέτησή του στο νέο διεθνοποιημένο περιβάλλον των μήντια, αλλά και στο στριμωγμένο εγχώριο μηντιακό τοπίο. Ισως. Είναι νωρίς για οριστικά συμπεράσματα.
Εντούτοις, το θλιβερό συμβάν της αναστολής μάς οδηγεί σε έναν συσχετισμό. Η ανανέωση, ο εκμοντερνισμός του Ε.Τ. μοιάζει με την επιχειρηθείσα ανανέωση, τον εκμοντερνισμό της Μεσημβρινής, την περασμένη δεκαετία. Παρόμοια κόνσεπτ παρουσίασης και χτισίματος του φύλλου, παρόμοιοι Ισπανοί σύμβουλοι, παρόμοιες γραφιστικές καινοτομίες. Παρόμοιες ήταν όμως και οι ασάφειες επί του περιεχομένου, τα αναπάντητα (ή ελλιπώς απαντηθέντα) ερωτήματα περί τη φυσιογνωμία της εφημερίδας νέου τύπου, τη νέα σχέση που θα εγκαθίδρυε με τα καινοφανή ακροατήρια, τις απαντήσεις που θα πρότεινε στις αναδυόμενες νέες ανάγκες της κοινωνίας.
Δυστυχώς, οι δημοσιογράφοι παρότι ζούμε μέσα στον κόσμο, στην τύρβη και τη βοή του, συχνά στεκόμαστε μόνο στον επικρατούντα θόρυβο. Χάνουμε το σήμα. Ισως γιατί συχνά ερμηνεύουμε τον θόρυβο της εξουσίας ως θόρυβο της ζωής, και αυτάρεσκα βουλιάζουμε σε στερεότυπα και αδράνειες, στην κολακεία και την αλαζονία ― βολικά αλλά ολέθρια. Αδυνατούμε να συνθέσουμε τις γνήσιες φωνές, τις αγωνίες, τις νέες ανάγκες, τις νέες απαιτήσεις. Τότε έρχεται η ήττα, η απώλεια.
Μια εφημερίδα βέβαια δεν κλείνει μόνο εξαιτίας των δημοσιογράφων, όσο ράθυμοι ή αλλοτριωμένοι και να ‘ναι. Βασικός υπαίτιος είναι το επιχειρηματικό μοντέλο: είτε είναι απελπιστικά ξεπερασμένο, είτε είναι δύσκαμπτο και ανεδαφικό, είτε επειδή πάσχει από τις ίδιες ασθένειες που απειλούν τους δημοσιογράφους, και σε ακόμη βαρύτερη μορφή: κολακεία, αλαζονία, αδράνεια. Ολα αυτά μαζί, μάς αφήνουν κατά μια εφημερίδα λιγότερους.

Σε γραφεία, αμφιθέατρα καφενεία, μπαρ, τηλεφωνήματα, σε σύντομες συναντήσεις του δρόμου, σε τηλεφωνήματα και e-αλληλογραφία, σε μπλογκ και φόρουμ, οι ενεργοί και ανεξάρτητοι δημοσιογράφοι όλο και συχνότερα μιλούν για την κρίση του Τύπου, για την κρίση του επαγγέλματος, για το διαρκώς ερχόμενο τέλος, για το διαρκώς αναδύομενο νέο.
Δεν φταίει η οικονομική κρίση ― όχι μόνο αυτή. Η ύφεση απλώς επιδεινώνει την ήδη χάλια κατάσταση, αναδεικνύει δομικά προβλήματα, καθυστερήσεις, αναδεικνύει πόσο ρευστό είναι το περιβάλλον της ενημέρωσης, της ψυχαγωγίας, της κυκλοφορίας λόγου εντέλει. Ο χείμαρρος του Διαδικτύου και των τηλεπικοινωνιών κατεβάζει ακόμη κουφάρια και θαύματα σε γραφεία και νοικοκυριά: μπλογκ, social networks, ταινίες, μουσικές, παιχνίδια, χρηστικούς οδηγούς, wikipedia, google, youtube, όλα τα θαυμαστά του Web 2.0 που μετασχηματίζουν την καθημερινότητα, ήδη αλλαγμένη από την κινητή τηλεφωνία, ήδη κορεσμένη από τα προψηφιακά μήντια (τηλεόραση, ραδιόφωνο).
Και ο Τύπος; Ο Τύπος, μοναδικός και προνομιακός παραγωγός περιεχομένου, ακαταμάχητος δημιουργός γνώμης και πολιτικού φρονήματος, συνδιαμορφωτής της νεωτερικότητας, από την αυγή του Διαφωτισμού έως τα τέλη του 20ού αιώνα, αυτός ο Τύπος των τολμηρών ανδρών, των καινοτόμων αστών, των επαναστατών, των φιλοσόφων και των λογοτεχνών, τώρα αργοσβήνει. Ο ψηφιακός 21ος αιώνας φαίνεται να τον προσπερνάει βιαστικά, απομυζώντας του τον λόγο, δηλαδή την μακρά εμπειρία κειμένου, δηλαδή τους γραφιάδες, και προσθέτοντας δυναμικά το οξύ πνεύμα των τεχνολόγων, των επιστημόνων, των καλλιτεχνών και των νεοεμπόρων ενός μεταϋλικού κόσμου.
Ακούμε να κλείνουν ιστορικά φύλλα στις ΗΠΑ, να γονατίζουν κολοσσοί στην Ευρώπη, παρά τις προσπάθειες προσαρμογής, παρά την αναμφισβήτητη ποιότητα της δημοσιογραφίας που προσφέρουν. Και γυρνάμε το βλέμμα στα καθ’ ημάς: βλέπουμε τις κυκλοφορίες να συρρικνώνονται απελπιστικά, να χάνεται η καθημερινή αναγνωστική συνήθεια, οι νέοι να μην πιάνουν εφημερίδα στα χέρια τους πλην αθλητικής· και την αγορά να συγκεντρώνεται στο τελευταίο ανάχωμα: την Κυριακή. Μια πολυέκδοση-πακέτο, με πολλά έντυπα, με περιοδικά, και ένθετα, με ταινίες και μουσικές premium, ένα πακέτο ενημέρωσης και ψυχαγωγίας για όλη την οικογένεια. Μα ακριβώς αυτό το πληθωριστικό πακέτο,το “απ’όλα δι’ όλους”, ίσως είναι το κύκνειο άσμα μιας εποχής, της παλιάς εποχής, όπου η εφημερίδα αξίωνε καθολικότητα στην αφήγηση του κόσμου, απευθυνόμενη σε ένα ευρύ, μαζικό κοινό, ανθρώπων που ήξεραν ανάγνωση, και συμμετείχαν στο κοινωνικό μέσα από συγκεκριμένες οργανώσεις της εργασίας, της οικογένειας, του χρόνου και του χώρου. Στον 21ο αιώνα η καθολικότητα είναι άλλου γένους, η εργασία μετασχηματίζεται μαζί με την αντίληψη του χρόνου και της εδαφικότητας, το νοικοκυριό παίρνει δεκάδες νέες μορφές, η ανάγνωση μετατοπίζεται: από το χάρτινο στατικό πεδίο που απαιτεί κρίση και φαντασία, στη δυναμική, διαρκούς ροής, πολυνηματική, πολυεικονική οθόνη. Η ανάγνωση μετατοπίζεται μαζί με τη ζωή, δεν χάνεται· οι αναγνώστες δεν χάνονται, μάλλον πληθαίνουν, αλλά τους χάνει το χαρτί.
Για να μη τους χάσει όλους, το χαρτί οφείλει να απαρνηθεί την αξίωση καθολικότητας που είχε στους περασμένους αιώνες. Δεν μπορεί να αφορά όλους, σε καθετί, σε κάθε πεδίο, με κάθε τρόπο. Οφείλει να εστιάσει και να εμβαθύνει, να διαλέξει κοινό, ομάδες κοινού με ορισμένα ενδιαφέροντα, ανάγκες και γούστα, και να υπηρετήσει αυτές τις ομάδες προσφέροντας μοναδικές ποιότητες. Από σούπερ μάρκετ, με όλα για όλους, σε χαμηλές τιμές, με υπερπροσφορές, να γίνουν μπουτίκ με επιλεγμένα είδη κορυφαίας ποιότητας, με υψηλή αναγνωρισιμότητα στο design, στο brand name, στον χαρακτήρα και το κύρος των υπογραφών. Είναι ένας δρόμος αυτός, ένας πιθανός τρόπος επιβίωσης.
Είναι δύσκολος δρόμος ασφαλώς. Μαθημένος σε τρόπους περασμένων εποχών, με μικροεξαρτήσεις, με αδράνειες, με κόπωση, με ελλιπή μόρφωση, χωρίς ισχυρά κίνητρα, ο έντυπος δημοσιογράφος καλείται τώρα να επανεφεύρει τον εαυτό του, να δυσκολέψει τον εαυτό του, να τον ξεπεράσει. Είναι ρίσκο χωρίς εξασφάλιση, πλην μιας: να κερδίσει το επάγγελμά του, να συνεχίζει να δουλεύει αξιοπρεπής και αυτάρκης, αφήνοντας πίσω του την αλαζονεία της 4ης εξουσίας, την οκνηρία και τη μονομέρεια. Οι απαιτητικές ομάδες κοινού ζητούν από τους δημοσιογράφους να είναι τα πρώτα φιλοπερίεργα βλέμματα, τα μαχητικά στόματα, οι ριψοκίνδυνες συνειδήσεις, οι story tellers των καιρών. Τίποτε λιγότερο. Αυτό μόνο άνθρωποι το μπορούν, κανένα hardware, κανένα software.
Προτού καν ενηλικιωθεί η εγχώρια μπλογκόσφαιρα, το ‘ριξε στην εσωστρέφεια… Μια πρόσφατη έρευνα για την πολιτική κουλτούρα των Ελλήνων μπλόγκερ (περιοδικό Monthly Review και VPRC) και κάποιες μετρήσεις των δημοφιλέστερων μπλογκ-στόχων, κρατούν αναμμένες τις συζητήσεις. Οι οποίες συζητήσεις, οντολογικές, φαινομενολογικές, επιστημολογικές, ψυχαναλυτικές, ουδέποτε έπαψαν, εντός των μπλογκ και περί αυτών, από το καλοκαίρι του 2007.
Ουσιαστικά, λίγο πριν από το καλοκαίρι του ‘07 τα μπλογκ ανακαλύφθηκαν από τα παραδοσιακά μήντια κι άρχισε το hype: η υπερεπένδυση, η υπερερμηνεία, η υπερκατανάλωση. Δικτυακά αναλφάβητοι και τεχνοσπασίκλες μείγδην διείδαν στα μπλογκ έναν μηντιακό Μεσσία, που έδινε φωνή τους πολίτες, μετασχημάτιζε την δύσθυμη δημοκρατία, ανιαδιένειμε ισχύ. Μπλόγκερ έσπευσαν στα μικρόφωνα και τις κάμερες, έγιναν κόλουμνιστ, σπίκερ, ευθυμογράφοι, διδάσκοντες σε σχολές, σύμβουλοι σε κόμματα. Εμφανίστηκε νέο επάγγελμα-ιδιότητα: μπλόγκερ.
Ενάμιση χρόνο μετά τις βουβές και αυθόρμητες διαδηλώσεις, τα μπλογκ στοχάζονται τους εαυτούς τους. Κάποιοι μυκτηρίζουν τον λαϊκισμό, την ανωνυμογραφία και τον υποκειμενισμό· κάποιοι άλλοι λοιδωρούν τις μετρήσεις και τις μεθοδολογίες· άλλοι συνεχίζουν να μπλογκάρουν σαν να μην τρέχει τίποτε… Ωστόσο, κάτι έχει αλλάξει πράγματι.
Καταρχάς έχει αυξηθεί ο αριθμός των μπλογκ, έχουν αυξηθεί οι αναγνώστες, έχει αυξηθεί η εμβέλεια, έχει σωρευτεί άφθονο περιεχόμενο και σωρεύεται καθημερινά. Κι έχουν διαμορφωθεί φυσιογνωμίες, στυλ, είδη. Σύμφωνα με τις μετρήσεις επισκέψεων, τα πιο πολυσύχναστα μπλογκ είναι τα δημοσιογραφικού ή παραδημοσιογραφικού περιεχομένου, τα οποία συγκροτούνται με πλήθος αναδημοσιεύσεων από τον τύπο, με την προσθήκη παραπολιτικών, κουτσομπολιών, μικρολιβέλων ― στη πλειονότητά τους ανωνυμογραφήματα.
Η μέθοδος μετρήσεως επισκέψεων αμφισβητείται, και ήδη επινοούνται νέα εργαλεία για μέτρηση περισσότερων ποιοτικών παραμέτρων, αλλά γεγονός παραμένει ότι στο τρέχον Top 50 των ελληνόφωνων μπλογκ λίγα είναι τα λεγόμενα ποιοτικά, όσα θα μπορούσαν να διεκδικήσουν τις δάφνες του Νέου Μέσου, της Νέας Δημοσιογραφίας, της Δημοσιογραφίας των Πολιτών κ.ο.κ. Γεγονός είναι επίσης ότι τη δυναμική του νέου μέσου έσπευσαν πολύ γρήγορα να εκμεταλλευτούν δημοσιογράφοι των “παλαιών μέσων”, χαμηλού δυναμικού και αισθητικής, πολιτικοί ξύλινης γλώσσας, πικραμένοι και φανατικοί ― το εν γένει οικοσύστημα της εγχώριας δημοκρατίας. Αλλά είπαμε: το νέο μέσο είναι δημοκρατικό.
Η κατάληψη της μπλογκόσφαιρας από αδαείς ώς προς τη γλώσσα του μέσου και την αισθητική του, και από λαϊκιστικό-εντυπωσιοθηρικό περιεχόμενο, δίνει τον τόνο ― αν όχι τον κυρίαρχο, πάντως ισχυρό. Εφόσον συνεχιστεί αυτή η τάση, λαϊκών αποκαλυπτικών μπλογκ, με σαφείς εμπορικές βλέψεις, ο χαρακτήρας της ελληνομπλογκόσφαιρας θα αλλάξει ριζικά: θα μοιάσει με τα φθίνοντα σήμερα λαϊκά κανάλια και ταμπόιντ. Μιλάμε πάντα για τα πιο πολυσύχναστα μπλογκ.
Στην άλλη όχθη πιθανόν να παραμείνουν ολίγοι, εκλεκτοί, μα οπισθοφύλακες, με λίγες επισκέψεις, οι πρωτοπόροι, όσοι έχτισαν την κρίσιμη μάζα της μπλογκόσφαιρας, συνεισφέροντας ουσιώδες περιεχόμενο, φρέσκια γλώσσα, σύγχρονες φόρμες, προσωπικά στυλ. Αυτή η γενιά των πρωτοπόρων ίσως βγάλει (έχει αρχίσει ήδη…) και τα πρώτα επαγγελματικά στελέχη για τα δικτυακά μέσα δεύτερης και τρίτης γενιάς.
Η εσωστρεφής, μάλλον η αναστοχαστική, διάθεση αφορά ακριβώς αυτούς τους πιο “προχωρημένους” μπλόγκερ, όσους η έρευνα Monthly Review/VPRC βρίσκει τώρα σε δεσπόζουσα θέση: ανώτερηςεκπαίδευσης, με υψηλή εξοικείωση στο δίκτυο και τα νέα μέσα, αριστεροί και σκεπτικιστές, σκληροί αναγνώστες εφημερίδων. Αυτοί οι σοφιστικέ μπλόγκερ συγκροτούν ήδη μια κοινότητα γραφιάδων και αναγνωστών, αλληλοανθολογούνται, «μπαζάρουν», δηλ. προτείνουν και προβάλλουν τα πιο προκλητικά κείμενα εγχώριας και διεθνούς παραγωγής, έντυπης και δικτυακής, συχνά προσφέρουν συναρπαστικούς σχολιασμούς στα μπλογκ ή στα ανθολόγια (λ.χ. στο buzz.reality-tape.com).
Τα μέλη τούτης της ελίτ, δημιουργοί και αναγνώστες, ιδρυτές και λειτουργοί της φαντασιακής μπλογκοκοινότητας, πιθανότατα θα είναι οι πρώτοι που θα εγκαταλείψουν το μαζικό τετριμμένο μπλόγκινγκ, για να μεταπηδήσουν στο Επόμενο Μέσο, στο Web 3.0, στο Web ν+1. Μάλλον, το Επόμενο Μέσο θα το υλοποιήσει και στελεχώσει η γενιά των τωρινών εφήβων, ψηφιακή-δικτυακή από τα γεννοφάσκια, που ελάχιστα ενδιαφέρεται για το παρόν μπλόγκινγκ και συγκινείται περισσότερο με τα δικτυακά RPG, με τη φαντασία σε πρώτο ρόλο.
Εως ότου δούμε όμως το Επόμενο Μέσο ―αν το δούμε―, τα μπλογκ θα παρέχουν δυνατότητες και δυναμικό για ανανέωση: της έκφρασης, της πρόζας, της επικοινωνίας, της κυκλοφορίας ιδεών.
Ένα βλέμμα, Καθημερινή 23.11.2008
Προ ημερών συμμετείχα σε ημερίδα του Τμήματος ΜΜΕ του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης για τα new media και τη συμμετοχική δημοσιογραφία. Διοργάνωση με πολύ κόπο και φροντίδα, με λατρεία για την τεχνολογική της πλαισίωση, με πρόνοια για τηλεοπτική κάλυψη και απευθείας μεταδόσεις και ασύρματες συνδέσεις και διάφορα παράλληλα ιβέντς σε real time και… και…
Δεν δούλεψαν όλα ακριβώς όπως προβλεπόταν, τα τεχνικά εννοώ, κι αυτό το εναρκτήριο μικροατύχημα προσέδωσε μια ορισμένη τροπή στην πρώτη συνεδρία, όπου μετείχα. Κατά σύμπτωση, μετά την γενναία καθυστέρηση της έναρξης και μες στον τεχνικό πανικό, όπου τίποτε σχεδόν δεν δούλευε στην αίθουσα, είχα μπροστά μου δυο επιλογές εισήγησης: η μία ήταν δυο λόγια για το πώς οφείλει να μετασχηματιστεί ο δημοσιογράφος-auter σήμερα, αντιμέτωπος με το νέο περιβάλλον και τη συρρίκνωση του Τύπου. Η άλλη επιλογή ήταν να εκθέσω την εντελώς προσωπική μου εμπειρία για το πώς γράφω δημόσια, πώς αφηγούμαι εντός του κοινού τόπου.
Διάλεξα το δεύτερο. Και ξεκίνησα με Τσέζαρε Παβέζε, ακουσίως προφητικό για ό,τι συνέβαινε στο καλωδιωμένο και βραχυκυκλωμένο και γεμάτο προσδοκίες αμφιθέατρο της ημερίδας: «Οταν γραφτεί η πρώτη αράδα ενός αφηγήματος, έχουν ήδη επιλεγεί τα πάντα, και το ύφος και ο τόνος και η τροπή των συμβάντων. Με δεδομένη την πρώτη αράδα, δεν χρειάζεται παρά υπομονή: όλα τα υπόλοιπα πρέπει και μπορεί να βγουν απ’ αυτήν».
Η πρώτη αράδα της ημερίδας για τη Νέα Δημοσιογραφία είχε γραφτεί ερήμην μας ― είχε γραφτεί απ’ την τρέχουσα τεχνολογία. Είχαμε επενδύσει υπερβολικά πολλά πάνω της, την πιστέψαμε παραπάνω από εργαλείο, σχεδόν βάλαμε το κέλυφος πάνω και πέρα από το περιεχόμενο, με καλές προθέσεις, αλήθεια ― κι αυτή μάς θύμιζε ότι είναι απλώς ένα μέσο, εργαλείο, κέλυφος. Και αφού ήρθαν έτσι τα πράγματα, αφού τα αφήσαμε εμείς να έρθουν έτσι, χωρίς ευελιξία, χωρίς προσαρμογές, αυτή πια όριζε τα πάντα: και το ύφος και τον τόνο και την τροπή…
Η συζήτηση που ακολούθησε ετράπη προς μια αντιπαράθεση μάλλον χωρίς νόημα, χωρίς σύνθεση: αν η τεχνολογία είναι καλή ή κακή, αν οι επιφυλάξεις συνιστούν νεολουδιτισμό, αν οι παραδοσιακοί δημοσιογράφοι θα εξαφανιστούν, αν τα home video και τα snapshots στο ΥouTube και στο Flickr είναι δημοσιογραφία των πολιτών και πέρασμα στη Νέα Εποχή, τέτοια…
Παρότι τεχνοφρίκ και σχεδόν γκατζετάκιας, έπαιξα τον συνήγορο του διαβόλου· πρόβαλα αμφιβολίες και ενστάσεις, υπενθύμισα τον ιστορικό ορίζοντα αυτής της συζήτησης πολύ πέρα και από τη Γουτεμβέργεια τομή, το μεσσιανισμό που ακολούθησε τη Βιομηχανική Επανάσταση και τον ντετερμινισμό του 19ου αιώνα, τις τραγικές μεταπτώσεις του 20ού.
Δεν τα κατάφερα. Οι αμφιβολίες μου δεν γονιμοποίησαν τη συζήτηση· ίσως θεωρήθηκαν τεχνοφοβικές, ίσως ότι πετούσαν την μπάλα αράουτ, ίσως ότι μιλούσα για ψιλά γράμματα ενώ μπρος στα μάτια μας προελαύνει η Νέα Εποχή. Ισως.
Ωστόσο θεωρώ ότι η συζήτηση, έτσι στημένη κι έτσι υπονομευμένη από τις (τόσο ανθρώπινες…) τεχνικές ατέλειες, ορίστηκε από την πρώτη της αράδα: πολλά μήντια, πολλά μηχανήματα, πολλή φούρια, λιγότερη αμφιβολία, λιγότερη διερώτηση.
Το να απαγγέλλεις τις θαυμαστές δυνατότητες των νέων μέσων και να συμπεραίνεις περίπου αυτονόητη την εξ αυτών και δι’ αυτών ανάδυση νέων μορφών συμμετοχής και δημοκρατίας, είναι εύκολο. Μα περιγράφεις το προφανές. Και συμπεραίνεις το διόλου προφανές, με αυθαίρετες προβολές στο μέλλον· μάλιστα χωρίς διόλου να εξετάζεις ενδεχόμενες αναλογίες με το παρελθόν. Ετσι διακινδυνεύεις να φτάσεις σε μια άκριτη υποδοχή οτιδήποτε νέου, κατά το σχήμα «everything that’s new is interesting».
Ναι, σε πολλές περιπτώσεις ―όχι σε όλες, και όχι για όλους το ίδιο― η τεχνολογία αλλάζει το Παράδειγμα, ανοίγει δυνατότητες. Μα δεν είναι οπωσδήποτε απελευθερωτική· το κακοπαθημένο οικοσύστημα υπενθυμίζει καθημερινά την αφροσύνη μας και τις εγκληματικές καταχρήσεις των εργαλείων. Ας μην ξεχνάμε ότι ο μεγαλύτερος παραγωγός εφευρέσεων είναι ο πόλεμος· το ίδιο το Διαδίκτυο ξεκίνησε στρατιωτικό, πόρρω απέχον από τη Νοόσφαιρα που οραματιζόταν ο ανθρωπολόγος και φιλόσοφος Τεγιάρ Ντε Σαρντέν. Κι όμως, αυτός ο ιησουίτης και δαρβινιστής, ο μεταφυσικός και επιστήμονας, ο αφορισμένος του Βατικανού, ο αμφιβάλλων για τη Γένεση, επηρέασε τους πιονέρους της Silicon Valley και τον Φίλιπ Ντικ… Με αμφιβολίες και σύνθεση.
Αυτά περίπου δεν κατάφερα να πω.

Ο έντυπος λόγος φθίνει. Οχι· μετασχηματίζεται. Το Δίκτυο και τα new media σαρώνουν το κείμενο και την ανάγνωση. Οχι· τo Δίκτυο ανανέωσε το κείμενο και την ανάγνωση – τα πήγε σε άλλο επίπεδο, τα μετασχημάτισε, πάντως δεν τα σάρωσε.
Η συζήτηση για το μέλλον του Τύπου, σε περιβάλλον ραγδαίων αλλαγών στην επικοινωνία, διεξάγεται με αγωνία, ιδίως όταν οι συνομιλητές είναι δημοσιογράφοι. Οι δημοσιογράφοι αισθάνονται απειλητικές τις αλλαγές, αισθάνονται ότι οι αλλαγές εν πολλοίς συμβαίνουν ερήμην τους, κι αυτοί τις παρακολουθούν ανήμποροι.
Δεν είναι έτσι. Οι κυκλοφορίες συρρικνώνονται, τα διαφημιστικά έσοδα πέφτουν, αλλά οι εφημερίδες δεν θα πεθάνουν. Θα αλλάξουν, θα μειωθούν, θα γίνουν κάτι άλλο, αλλά δεν θα εξαφανιστούν. Οσες επιζήσουν, όμως, θα αλλάξουν, βαθιά, δραστικά, ουσιαστικά. Οι δημοσιογράφοι θα επινοήσουν αλλιώς τη δουλειά τους, τη συμμετοχή τους στο επικοινωνιακό σύμπλοκο, τη λειτουργία τους σαν γραφιάδες, σαν δημιουργοί, σαν διαμεσολαβητές· αλλά δεν θα χαθούν.
Το Δίκτυο αποκάλυψε τις αδυναμίες και τις ευκολίες των έντυπων μέσων. Αποκάλυψε την ιδιοτέλεια και την υπεροψία, το κακό ή αδιάφορο κείμενο, το copy-paste και την κουτοπόνηρη λογοκλοπή. Η αχανής, δυναμικά εμπλουτιζόμενη βιβλιοθήκη, που χτίζεται μέσα στο Διαδίκτυο, αποκαλύπτει ανελέητα όλες τις αδυναμίες και τις ευκολίες των δημοσιογράφων. Και επιπλέον κλόνισε ανεπανόρθωτα την παράδοση: Η εφημερίδα ήταν μέρος του διαφωτιστικού προγράμματος, ήταν υπό κλίμακα η Εγκυκλοπαιδεία, περιείχε όλα τα νέα και όλη τη γνώση· ήταν η πρωινή προσευχή του αστού. Οχι πια. Αφενός διότι δεν υπάρχει ο κυρίαρχος αστός, αλλά μια απέραντη μεσαία μάζα – οι κατεξοχήν χρήστες του Δικτύου σήμερα. Αφετέρου, διότι τα νέα τρέχουν ακαριαία σαν headlines παντού όπου υπάρχει ένα μόνιτορ, και η γνώση αποτίθεται δυναμικά παντού στο Δίκτυο, σε απίθανους τόπους, σε κάθε γωνιά, και όχι μόνο στη Wikipedia.
Είναι άχρηστη λοιπόν η έντυπη δημοσιογραφία; Κάθε άλλο. Ο δημοσιογράφος μπορεί να χάσει όλες τις άλλες ιδιότητες –του μεσολαβητή της εξουσίας, του προνομιακού συνομιλητή με «πηγές», του ιμάντα μεταφοράς κρατικών πληροφοριών, του θηρευτή news– αλλά δεν θα πάψει να είναι παραγωγός περιεχομένου. Παράγει κείμενο: Πρωτογενείς αφηγήσεις, ριψοκίνδυνες γνώμες, πρώτες ματιές, συνθέσεις, πλαγιοκοπήσεις. Και στυλ.
Οταν το Δίκτυο ανανεώνει το κείμενο, τον λόγο, σε νέο πλαίσιο έστω, όταν πια αντιλαμβανόμαστε ότι ο βασιλιάς δεν είναι τα νέα γκάτζετ, ούτε καν το λογισμικό, αλλά το περιεχόμενο, ε, τότε αυτός που ξέρει να παράγει περιεχόμενο βρίσκεται στο προσκήνιο. Ο δημοσιογράφος βρίσκεται στο προσκήνιο λοιπόν, αλλά πώς; Αλλος. Μετασχηματισμένος και προσαρμοσμένος στο νέο κειμενικό περιβάλλον· έτοιμος να ανανεώσει τις δομές και τις φόρμες του κειμένου του· μόνον έτσι. Ετοιμος να αλλάξει, αφήνοντας πίσω τις ευκολίες, την αλαζονεία και την οκνηρία του κλειστού γουτεμβέργειου κόσμου· έτοιμος να αποδεχτεί ότι οι πληροφορίες είναι διασπαρμένες παντού και προσιτές στον καθένα, στο κάθε συνδεδεμένο λάπτοπ των 100 δολαρίων, σε κάθε κινητό τηλέφωνο και πάλμτοπ. Κι ότι αυτός οφείλει, αδιαπραγμάτευτα, να είναι ειλικρινής, βαθύς, ταχύς, άμεσος, συνθετικός, και στυλίστας.
Δηλαδή, στην εποχή που ανατέλλει (ή λένε ότι ανατέλλει) η δημοσιογραφία των πολιτών, τα μπλογκ, τα social μικροδίκτυα, τα εκατομμύρια βίντεο YouTube, οι peer to peer συνδέσεις, οι απέραντες δεξαμενές κειμένων, αυτή ακριβώς την εποχή ο επαγγελματίας δημοσιογράφος ανατέλλει ξανά κι αυτός ικανότερος και πιο διακεκριμένος από ποτέ. Οταν όλοι μπορούν να κάνουν grosso modo την παλιά δουλειά του, αυτός πάει ένα σκαλί πιο πέρα: Κάνει άλλη δουλειά.
Αυτή η νέα δουλειά δεν είναι και τόσο νέα. Ο 20ός αιώνας, του κινηματογράφου, του ραδιοφώνου, της τηλεόρασης, των περιοδικών και των βιβλίων τσέπης, έχει ενοποιήσει ήδη τις γραφές και έχει άρει τον τυπικό διαχωρισμό Υψηλού και Μαζικού. Ο συγγραφέας δεν γράφει τυλιγμένος μετάξια στον πύργο του· ο συγγραφέας γράφει παντού και συνεχώς. Η γραφή είναι συνεχές: Ποίηση, μυθιστόρημα, σενάριο, θεατρικό, δοκίμιο, μελέτη, χρονικό, δημοσιογραφικό αφήγημα, χρονογράφημα, όλα αποτελούν ψηφίδες του ίδιου μωσαϊκού, όλα παράγουν στυλίστες, και οι επαρκείς γραφιάδες μπαινοβγαίνουν σε όλα τα είδη με την ίδια άνεση.
Αυτή είναι η μόνη οδός για τον δημοσιογράφο σήμερα· η οδός του μετανεωτερικού auteur. Κι ένα τέτοιο πλούσιο, διακεκριμένο, δυναμικά πλασμένο πεδίο γραφής θα είναι η εφημερίδα προσεχώς. Το κείμενο θριαμβεύει – αλλιώς.
Ένα βλέμμα, Καθημερινή 29.06.2008
Κι άλλα, σχετικά:
* Πώς μιλάμε για τον καιρό μας;
* Η πρώτη αράδα του αφηγήματος
* Γράφουμε όπως ζούμε: τρέχοντας

Μια αμφιλεγόμενη περίπτωση δημοσιογραφικού μπλογκ αρκούσε για να αμαυρώσει την -μάλλον υπερβολικά ειδυλλιακή- εικόνα για τα μπλογκ που εκαλλιεργείτο στα παραδοσιακά μήντια. Από τους ύμνους για τη «δημοσιογραφία των πολιτών» και τις καλοκαιρινές διαδηλώσεις των σιωπηλών, περάσαμε με την ίδια ευκολία στον αναθεματισμό του μπλόγκινγκ και στην ηλεκτρονική εγκληματολογία. Η πραγματικότητα βέβαια δεν βρίσκεται ούτε στην εξιδανίκευση ούτε στη δαιμονολογία και την αστυνόμευση – προπάντων όχι στην αστυνόμευση. Στα μπλογκ βρίσκεις διαμάντια και στάχτες. Βρίσκεις σοβαρούς και υπεύθυνους μπλόγκερ, ανεξαρτήτως του αν είναι επώνυμοι ή ανώνυμοι· βρίσκεις και ανεύθυνους, κίτρινους και χυδαίους: καθρέφτης της κοινωνίας είναι κι αυτή η μορφή επικοινωνίας, αυτή η πλατφόρμα έκφρασης.
Ο καλύτερος τρόπος ρύθμισης των διαδικτυακών τόπων είναι η αυτορρύθμιση των ίδιων των παραγωγών περιεχομένου και η ενημέρωση επισκεπτών και χρηστών – κι ίσως είναι και ο μόνος εφικτός τρόπος.
Η διαδικτυακή επικοινωνία δεν είναι πλέον προνόμιο ειδικών, δεν είναι μόνο τεχνολογία· είναι μέρος του σύγχρονου νοικοκυριού, σαν το τηλέφωνο και την τηλεόραση, σαν το SUV· είναι τόπος ψυχαγωγίας και ενημέρωσης, είναι το οικιακό στόμιο των αγωγών από και προς την πλανητική database. Τίποτε λιγότερο, τίποτε περισσότερο. Αλλά αυτό είναι ήδη πολύ.
Δυστυχώς η πλειονότητα όσων διοικούν και νομοθετούν σήμερα έχει συντριπτική άγνοια για τη φύση και τη δυναμική του μέσου· εξ ου και είναι επιρρεπείς σε θεμελιώδεις παρανοήσεις και επιρρεπείς στην εύκολη καταστολή, την ίδια ώρα που πλήθος συμβατικών παραβιάσεων τελούνται κάτω από τα μάτια τους, και την ίδια ώρα που όλοι τους μιλούν για την ανάγκη ψηφιακών υποδομών και την ανάπτυξη μιας διαδικτυακής κουλτούρας.
Ασφαλώς η ανωνυμία προσφέρει κάποιον μανδύα προστασίας για τον λιβελλογράφο, τον συκοφάντη, τον κίτρινο, τον αφελή διασπορέα ψευδολογιών. Ωστόσο η επισκεψιμότητα, άρα και η επιρροή, αυτών των «κίτρινων» μπλογκ ή σάιτ, είναι πεπερασμένη: το ψέμα έχει βραχύ βίο, η ατιμία διαρκεί περισσότερο… Τα επώνυμα και έγκυρα μπλογκ είναι αυτά που μακροπρόθεσμα προσελκύουν περισσότερους και σταθερότερους επισκέπτες. Τα άλλα, τα ευκαιριακά και κίτρινα, ξεμένουν απλώς στις ακατέργαστες εκφορτώσεις του Google.
Ας σκεφτούμε επίσης σε πόσα κυκλοφορούντα συμβατικά μέσα, έντυπα και ηλεκτρονικά, φιλοξενούνται καθημερινώς βαριά υπονοούμενα, κανιβαλισμοί προσώπων και βίων, ροζ λεπτομέρειες, μόλις καλυμμένοι εκβιασμοί… Κι ας σκεφτούμε επίσης πώς και πόσο τελέσφορα έχει ρυθμιστεί το ραδιοτηλεοπτικό τοπίο μετά την υποτιθέμενη απελευθέρωση του 1989.
Δεν φαίνεται λοιπόν πως το Διαδίκτυο ή ένας ανώνυμος μπλόγκερ απειλούν τα δημοκρατικά και επικοινωνιακά ήθη – εφόσον βέβαια δεν τελούνται αποδεδειγμένα εγκληματικές πράξεις.
Η βούληση άρα για πάταξη του εγκλήματος δεν πρέπει επ’ ουδενί να συνοδευτεί από μια αντιδημοκρατική και αφιλοσόφητη σπουδή για περιορισμό των επικοινωνιακών και πολιτικών ελευθεριών.
Διαφορετικά, θα οδηγηθούμε σε φαιδρά αλλά κυρίως επικίνδυνα φαινόμενα: να απαγορεύεται λ.χ. νομοθετικά η χρήση ηλεκτρονικών παιχνιδιών (Ελλάδα, 21ος αιώνας), ή κάποιος φανατικός να προκαλεί δικαστικές απαγορεύσεις εναντίον ολόκληρης πλατφόρμας με εκατομμύρια μπλογκ διεθνώς (αντιδαρβινιστής ισλαμιστής φανατικός απέκλεισε τη WordPress από την Τουρκία). Τα μπλογκ δεν θα είναι ίδια, σε πολύ λίγο χρόνο από τώρα· το Διαδίκτυο αλλάζει ραγδαία. Ποιος νόμος μπορεί να προβλέψει και να προκαθορίσει αυτό που κάθε μέρα ξεπερνά και τη μυθοπλασία επιστημονικής φαντασίας;
Καθημερινή, 02.03.2007
Ενα σχετικό Βλέμμα, εδώ.
Η δημόσια επιστολογραφία του Μίκη Θεοδωράκη τον τελευταίο καιρό είναι αξιοσχολίαστη ποικιλοτρόπως. Κατ’ αρχάς εντυπωσιάζει ο τρόπος που επιλέγει για να κοινοποιήσει τις απόψεις του σε ό,τι απασχολεί την κοινή γνώμη: τις σκέψεις του και τα διαγγέλματά του ο εκλεκτός μουσικοσυνθέτης τα απευθύνει σε τηλεοπτικές εκπομπές υψηλής τηλεθέασης. Τις προάλλες, λ.χ., στη φούντωση των «ζαχοπουλικών» απηύθυνε επιστολή του στον Μάκη Τριανταφυλλόπουλο («αγαπητέ Μάκη» κ.λπ.) με παράπονα για την επιχορήγηση της ορχήστρας του. Προχθές πάλι, για το κάπως σοβαρότερο θέμα της ονομασίας των Σκοπίων, απηύθυνε σχετική επιστολή-διάγγελμα στον Λάκη Λαζόπουλο, στο καυτό πράιμ-τάιμ μιας σατιρικής τηλεοπτικής εκπομπής.
Είναι προφανές ότι ο δημοφιλής συνθέτης ξέρει πού κατασκηνώνουν τα μεγάλα ακροατήρια, οι μάζες, τα πλήθη. Ξέρει επίσης πώς να αναμιγνύει το εθνικό με το ωφέλιμο, το γενικό με το ατομικό. Και είναι προφανές ότι θεωρεί καθήκον του να λέει την εκάστοτε γνώμη για τα μείζονα θέματα, εθνικά και κοινωνικά.
Θεμιτό. Και αποδεκτό ώς ένα βαθμό. Ωστόσο, από ένα ιστορικό πρόσωπο, όπως ο Μίκης Θεοδωράκης, θα περιμέναμε λίγο βαθύτερη κατανόηση της συγκυρίας και λίγη παραπάνω αίσθηση του ιστορικού διακυβεύματος. Οι προτροπές «ας κλείσουμε λοιπόν τα σύνορα» και «αφού το παιχνίδι είναι έτσι κι αλλιώς χαμένο, τότε ας πέσουμε με το κεφάλι ψηλά», «να είμαστε τουλάχιστον ωραίοι, περήφανοι και χαρούμενοι» δεν βοηθούν κανέναν, ούτε πρακτικά ούτε ψυχικά. Καμιά εθνική υπόθεση δεν κερδίζεται με ηρωικές πτώσεις, με τον αυτοχειριασμό του «μόνου κι έντιμου»· μετά την πτώση, γράφεται μόνο το τέλος, αλλά υπάρχει τέλος στην Ιστορία; Αντιθέτως, η επιμονή, το πείσμα, η σκληρή διαπραγμάτευση, το να μένεις όρθιος και να αντιστέκεσαι, κάπου οδηγούν: επιζείς και ελπίζεις, προχωράς.
Η καλλιτεχνική ιδιοσυγκρασία του προσφιλούς Μίκη προφανώς τον οδηγεί σε μια συναισθηματική, δραματική προσέγγιση καταστάσεων, οι οποίες, ωστόσο, απαιτούν ψυχρό αίμα και ένστικτο θηρευτή, όχι στάση ηρωικού θύματος. Ας ξανασκεφτεί: δεν καλείς έναν λαό να πέσει υπερήφανος· τον καλείς να μείνει όρθιος και υπερήφανος, γιατί μετά την πτώση μένουν μόνο συντρίμμια. Και καλείς τους ηγέτες να μείνουν όρθιοι, αυτοί κυρίως να πράξουν με υπερηφάνεια και ιστορική ευθύνη.
Aλλιώς, κάνουμε και την Ιστορία ατάκες για την τηλεόραση.
























