You are currently browsing the category archive for the 'griots' category.

Ενα χρόνο ακριβώς από την περσινή νύχτα του Αγίου Νικολάου, ο Δεκέμβρης 2008 πλανάται ακόμη αδέσποτος, ακατάτακτος, ακατανόητος. «Ο Νοέμβρης ανήκει σε όλους, ο Δεκέμβρης δεν ανήκει σε κανέναν», έγραφε προσφυώς ένα πανώ στην πρόσφατη πορεία για το Πολυτεχνείο. Πράγματι, ο σκοτεινός Δεκέμβρης του 2008, ως συμβολικό και πολιτικό συμβάν, δεν διεκδικείται ευθέως από κανέναν, πλην των αντισυστημικών αριστερών και, κυρίως, των αναρχικών-αντεξουσιαστών, αλλά κι εκεί ακόμη με κρίσιμους διαφορισμούς, μεταξύ των “πολίτικος” και των ποικίλων μπάχαλων, ως προς το περιεχόμενο και το νόημα.

Οσο μένει σκοτεινός, και εν πολλοίς ανεπιθύμητος, θα μένει και ακατανόητος· δηλαδή, ένα συμβάν μη οργανικό, ασύνδετο με τα πριν και τα μετά, άχρηστο, ανωφελές, μια μέλαινα οπή στο ιστορικό συνεχές. Eνα ρήγμα. Υπάρχουν όμως ιστορικά συμβάντα ανωφελή ή άχρηστα για την κριτική σκέψη; Ισως υπάρχουν, για μια ορισμένη σκέψη, που μπορεί μόνο να κατακρίνει ή να παινεύει, να εναγκαλίζεται ή να απορρίπτει ― αλλά αυτή η σκέψη δεν είναι κριτική, δεν είναι καν σκέψη, είναι κουβεντολόι περί γούστου, είναι εργαλειακός λόγος υπέρ συμφερόντων και μηχανισμών κυριαρχίας. Η κριτική σκέψη ζητά πάνω απ’ όλα να κατανοήσει· να αναλύσει μηχανισμούς, να διαβάσει πολυεπίπεδα την πραγματικότητα, να αφουγκραστεί τα μη φωνητά, να εξηγήσει. Ακόμη κι όταν το συμβάν τελείται εν θερμώ, όταν βρίσκεται εν τω γεννάσθαι.

Να πώς προσέλαβε το ελληνικό συμβάν ο Γάλλος φιλόσοφος Αλέν Μπαντιού: «[...] Ο αντίκτυπος που είχε αυτό το γεγονός ξεπερνούσε τον άμεσο, πολιτικό χαρακτήρα του. Ερμηνεύθηκε ως σύμπτωμα μιας ευρύτερης παθογένειας, κοινής σε όλες τις σύγχρονες κοινωνίες, που στερούν τη νεολαία από ελπίδα, προοπτική, νόημα ζωής. Σύμπτωμα, βεβαίως, τυφλό, ενδεχομένως και αυτοκαταστροφικό –και εδώ ο κίνδυνος του μηδενισμού, της τυφλής βίας ή και της τρομοκρατίας είναι υπαρκτός– αλλά αδιάψευστο. Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις σοκαρίστηκαν, γιατί αναγκάστηκαν να αναρωτηθούν μήπως κάτι παρόμοιο με αυτό που συνέβη στην Ελλάδα περιμένει και τις ίδιες» (Καθημερινή 29.11.09, συνέντευξη στον Π. Παπακωνσταντίνου).

Η συζήτηση για τον Δεκέμβρη δεν έγινε, τουλάχιστον με τέτοιους αναλυτικούς όρους. Αρα λιγοστά ώς τώρα είναι τα φανερά πνευματικά οφέλη μας, ως κοινωνίας, από αυτή τη μείζονα διαταραχή. Εντούτοις πολιτικά ο Δεκέμβρης έδρασε καταλυτικά, μολονότι δεν διατύπωσε κανένα αίτημα, κανένα πρόγραμμα: αποσυναρμολόγησε μια ήδη παραπαίουσα κυβέρνηση, δίχασε την Αριστερά, αιφνιδίασε τους διανοούμενους, συνήγειρε τη νεολαία, ξάφνιασε και εντέλει αναδίπλωσε τη μεσαία τάξη των γονιών.

Εμφανή χαρακτηριστικά ήταν ο θυμός, η εκδραμάτιση, η ορμητική κατάληψη της σκηνής, η πρωταρχική κραυγή των νέων («είμαστε κι εμείς εδώ, θέλουμε κάτι να γίνει, ό,τι να ‘ναι»), η αγωνιώδης απαίτηση του παρόντος, η άμορφη, χαοτική διεκδίκηση ενός άμορφου μέλλοντος, ένας ρομαντισμός στις παρυφές του μηδενισμού. Αυτά, ως περιγραφή· η ανάλυση θα έπρεπε να ξεκινήσει από αυτό το σημείο. Για να προσεγγίσουμε, τουλάχιστον, τις πηγές του θυμού, της κραυγής, του μηδενισμού· πού έφταιξαν, πού φταίξαμε, οι γονείς της σοσιαλίζουσας ευημερίας, της βαλτωμένης Μεταπολίτευσης, οι γονείς που συγχέουν το ηθικό με το νόμιμο, και τη δημοκρατία με τη μεζονέτα. Η ανυπακοή των νέων μπορεί να πηγάζει από την καταρράκωση του κύρους των γονιών τους, από το αξιακό κενό που κληρονομούν, από την κακομαθησιά και την ευτέλεια που παραλαμβάνουν και αβγατίζουν ― αναρωτιέμαι.

Αυτή η κριτική προσέγγιση έλειψε, όσο γνωρίζω. Αντ’ αυτού, είδαμε διανοούμενους γονείς της μεσαίας τάξης να κραδαίνουν δάφνες αριστεροσύνης και Πολυτεχνείου, να κομίζουν διδακτισμό και αφορισμούς, απέναντι στα ερωτήματα του ασύλληπτου παρόντος. Μάλιστα, οι μοντέρνοι αριστεροσυντηρητικοί, θεμελιωτές και ωφελημένοι του μεταπολιτευτικού consensus, παραγωγοί κυνισμού και νεποτισμού, είναι οι πιο άτεγκτοι επικριτές της αταξίας, είναι αυτοί που αρνούνται στις νεότερες γενιές, στα παιδιά τους, τη διερώτηση επί του ισχύοντος συστήματος, αυτοί που λένε στα παιδιά τους ότι μόνη πολιτική δράση είναι η συμμετοχή σε μη κυβερνητικές οργανώσεις και φιλανθρωπικά έργα. Η αλλαγή τελείται άπαξ, και ετελέσθη από εμάς, τους γονείς, το ’73-’74 και το ‘81· τι γυρεύετε εσείς τώρα; Μα αυτός ο νεοευσεβισμός, αυτή η υποκρισία των γονιών του καναπέ, πώς μπορεί να μιλήσει στις καρδιές και τα μυαλά των νέων, των νέων όποιας εποχής; Δεν μπορεί.

Ακόμη δεν θέλουμε να μιλήσουμε το συμβάν.

(Περισσότερα κείμενα για το συμβάν του Δεκέμβρη 2008, μεταξύ των οποίων και του Κων/νου Δουζίνα, στο μπλογκ Δεκέμβρης.)

Πόσο σαστισμένος μπορεί να είναι ένας πολιτικός αρχηγός από το εκλογικό ποσοστό του, πόσο στριμωγμένος από την κομματική καμαρίλα, για να εμφανιστεί, τη βραδιά εκλογών, απολογούμενος για το 4,7%, σαν να θεωρεί ότι κατατροπώθηκε στον δρόμο προς τα Χειμρινά Ανάκτορα, και κυρίως, σαν να απευθύνεται στα κομματικά μέλη που τον δίκαζαν και όχι σε πολίτες που τον ψήφισαν. Ο πρόεδρος του Συνασπισμού Αλέξης Τσίπρας, συνήθως χαρωπός και άνετος, την περασμένη Κυριακή εξέπεμπε ήττα και περίσκεψη: πώς θα τα βγάλει πέρα με την εσωκομματική αντιπολίτευση, με τους ανανεωτικούς, με τους καναλοδίκες, με τους βαρυσήμαντους αναλυτές που θα καταδίκαζαν την πολιτική του.

Μα όλοι αυτοί θα τον έθαβαν χωρίς δίκη, θα τον καταδίκαζαν ακόμη κι αν έπιανε 6, 7 ή 8%, γιατί θα τον σύγκριναν με τα δημοσκοπικά διψήφια ποσοστά του περασμένου καλοκαιριού, αφενός, και γιατί δεν εγκρίνουν την πολιτική του Συνασπισμού έτσι κι αλλιώς· δεν τους αρέσει ο Συνασπισμός, τον μισούν, έτσι κινηματικός και αριστερός που κατάντησε, σχεδόν αντισυστημικός, με ροκ χιούμορ, με σκανδαλιστικά φιλελεύθερη προσέγγιση της νεολαίας και των αναδυόμενων συλλογικοτήτων, με σκουλαρίκια στο αυτί και συγχρωτισμούς με τους ανυπάκουους.

Οχι, δεν είναι Αριστερά αυτή ― θα έλεγε ο Λεωνίδας Κύρκος, και όλοι οι σύντροφοι της αλήστου μνήμης EAΔΕ, της ευπειθούς ροζ Αριστεράς, της γραφικής Συμμαχίας, του ΚΚΕεσωτ-Τσαουσέσκου και της ΕΑΡ του 1,5% και του 2%. Και θα συμφωνούσαν όλοι οι καναλαστέρες και οι ξινοί αναλυτές, οι οποίοι ούτε ψηφίζουν ούτε υποστηρίζουν Αριστερά· μόνο τη χλευάζουν.
Αξιοσημείωτο. Οι δριμύτεροι επικριτές της “αριστερής” στροφής του ΣΥΝ υποστηρίζουν ότι νοιάζονται για μια αξιοπρεπή, ρεαλιστική Αριστερά, όπως τον παλιό καλό καιρό του ‘74- ‘89, όταν δηλαδή ήταν κομπάρσος και παρήγαγε στελέχη για το κράτος και το ΠΑΣΟΚ. Τι ειρωνεία… Οι τιμητές της σημερινής “κινηματικής” (και τρικυμιώδους και αντιφατικής και καιροσκοπικής, θα πρόσθετα) Αριστεράς του 5% και του 4,7%, αυτοί που την προτιμούν πτωχή και τιμία, αυτοί που την προτιμούν με Λένιν-και-Λακόστ, είναι περίπου αυτοί που επί έτη πολλά την καθήλωναν στο συν-πλην 2% και την άφησαν εκτός Βουλής.

Γιατί να τους ακούσει αυτούς τώρα ο Συνασπισμός; Θα τους ακούσει, τους ακούει ήδη. Γιατί ο Συνασπισμός ―σαν κόμμα, όχι σαν έκφραση Αριστεράς― είναι ψοφοδεής και αυτιστικός, είναι ιδιοτελής ισορροπιστής και εκκολαπτήριο επαγγελματιών μηχανορράφων. Γιατί ο Συνασπισμός αυτοαναφέρεται, ενδοεπικοινωνεί μες στο περίκλειστο σύμπαν της Κουμουνδούρου, λογοδοτεί στο ιερατείο του, τακτοποιεί τάσεις και ταξίματα, εξασφαλίζει καριέρες, κλαυθμηρίζει που δεν του αφιερώνουν δυο αράδες οι εφημερίδες, που δεν τον καλούν στα πάνελ να μυρηκάσει τα ίδια ξύλινα, να απολογηθεί στον κάθε καναλαστέρα. Γιατί ο Συνασπισμός δεν αφουγκράζεται τις προσδοκίες του κόσμου του, αυτού του πεισματάρη κόσμου που του χάριζε επί τόσες αναμετρήσεις το μαγικό 3% της επιβίωσης, δεν αφουγκράζεται τους φόβους και τις προσδοκίες των ανυπάκουων μα και τόσο τρομαγμένων νέων, των επισφαλών με μάστερ, των ντελίβερι με πτυχίο, των νέων υποκειμένων που στρέφουν τα νώτα στο φθαρμένο σύστημα, που υποφέρουν από τον νεποτισμό, την αναξιοκρατία και τη διαφθορά, που στραγγαλίζονται από ένα διαλυμένο εκπαιδευτικό σύστημα και υποβαθμίζονται κοινωνικά προτού καν δοκιμαστούν.

Κι όμως, τελευταία, ο Συνασπισμός άκουσε τέτοιες φωνές. Κινήθηκε προς το μέρος των νεο-αποκλεισμένων, των μορφωμένων νεόπτωχων και του αναδυόμενου πρεκαριάτου. Ο Αλέκος Αλαβάνος ελίχθηκε τακτικά, προς τον Καιρό, επεχείρησε ανανέωση προσώπων και ατζέντας. Ταυτόχρονα όμως, ο σκουριασμένος, γερασμένος και επαγγελματοποιημένος ΣΥΝ, ανακαλύπτοντας εκ νέου τη σαγήνη των κινημάτων, των φοιτητών εν προκειμένω, κολακεύτηκε από τα πλήθη που κατέβαιναν στους δρόμους και θεώρησε ότι αυτοί οι νέοι τον ακολουθούν. Εκανε λάθος. Οι νέοι δεν ακολουθούσαν τον ΣΥΝ, ακολουθούσαν την οργή τους, την απελπισία τους, ίσως και την κακομαθησιά τους. Ο ΣΥΝ, όμως, προσβεβλημένος από έναν ιδιότυπο κινηματισμό, αντί να αναλύσει τις νέες ανάγκες, το νέο ήθος, τα νέα υποκείμενα, έκανε σημαία το άρθρο 16 και τα ιδιωτικά κολέγια, αντί να υπερασπίσει καινοτόμα το καλύτερο δημόσιο σχολείο, τον διευρυμένο δημόσιο χώρο, τον χώρο της Αριστεράς εντέλει.

Και προτού αντιληφθεί τι συνέβαινε, σε περιβάλλον απαξίωσης του πολιτικού συστήματος, με την εφήμερη δημοσκοπική προσδοκία να τροφοδοτεί αλαζονεία και εσωκομματικές διελκυνστίδες, ο Συνασπισμός, και ο Σύριζα μαζί του, τράκαρε στην οικονομική κρίση και στον Δεκέμβρη. Μάλλον, ο Δεκέμβρης τράκαρε πάνω του·και τον τσαλάκωσε, μαζί με όλα τα στερεότυπα και τις εδραίες πεποιθήσεις. Ορθώς ο Συνασπισμός δεν καταδίκασε τυφλά, δεν ξόρκισε, δεν αναθεμάτισε. Προσπάθησε να καταλάβει ― ίσως να νόμισε ότι μπορεί και να ηγεμονεύσει. Δεν μπόρεσε. Δεν είχε τα εργαλεία· αλλά και το ίδιο το παρανάλωμα του Δεκέμβρη δεν προσφέρεται για εύκολες ερμηνείες και αφομοίωση.

Οι χλευαστές λένε ότι ο ΣΥΝ πληρώνει τον Δεκέμβρη. Εν μέρει αληθές ― δημοσκοπικά αληθές: Πράγματι, οι νοικοκυραίοι στον Αγιο Παντελεήμονα λένε ότι ο Συνασπισμός τις νύχτες τούς κουβαλάει μετανάστες… Μα όχι, ο Συνασπισμός, ως έκφραση της Αριστεράς, πληρώνει τις αδυναμίες του: να αντιληφθεί τον κόσμο που αλλάζει ταχύτατα, τη μητροπολιτική Αθήνα, το απειλητικό πλήθος των μεταναστών homo sacer, τους απειλούμενους μικροαστούς, τους ανυπάκουους νέους, το, μισοτραυλό μα γνήσια αγωνιώδες, νέο discours. Αυτές οι αδυναμίες της Αριστεράς είναι αδυναμίες της κοινωνίας μας. Μα ακριβώς γι’ αυτές τις αδυναμίες, παρ’ όλες τις αδυναμίες, η Αριστερά, με αυτή ή την άλλη μορφή, με αυτόν ή άλλον ΣΥΝ, παραμένει αναγκαία διαρκής δυνατότητα. Ανοιχτή. Αναγκαία όσο και η ουτοπία.

buzz it!

Athen brennt. Am Rote Fabrik.

Athen brennt. Am Rote Fabrik.

Ζυρίχη, 25η Μαρτίου 2009. Χιόνι, βροχή, χιονόνερο, ριπές παγωμένου ανέμου από τα βουνά υπεράνω της λίμνης· ο άστατος, στυφός καιρός σαρώνει τους δρόμους της καλοκουρδισμένης, φιλικής πόλης, με τα καλοκουρδισμένα τραμ, τα τέλεια τρένα, τα ωραία κτίρια, τις πάπιες και τους κύκνους στην πεντακάθαρη λίμνη. Εργατικοί, μετανάστες, μικροαστοί, νεολαία με iPod, κυκλοφορούν στο κέντρο της μικρής πόλης· οι κροίσοι, οι τραπεζίτες, τα γκόλντεν μπόις, κυκλοφορούν στα προάστια, στα καλά ξενοδοχεία, ή δεν κυκλοφορούν καθόλου.

Η ποσότητα και η ποιότητα των δημόσιων χώρων εντυπωσιακή. Ζηλεύουμε. Μη ζηλεύεις, μου λένε Ελληνες φίλοι από τη Γερμανία· όλα ωραία φαίνονται, αλλά είναι ανιαρά, χωριό είναι… Οι φίλοι έχουν μεγαλώσει και ζουν σε μητροπόλεις, όπως το Βερολίνο και το Αμβούργο. Επιμένω. Οκέι, υποχωρούν, δεν είναι άσχημα, για να δουλέψεις και να ζήσεις λίγα χρόνια, οι μισθοί είναι τριπλάσιοι από τη Γερμανία, αλλά μόνο για λίγα χρόνια, δεν συμβαίνει τίποτε εδώ, τη νύχτα πέφτει νέκρα. ΟΙ Ελβετοί φίλοι χαμογελούν.

Το βράδυ συμμετέχουμε σε μια ανοιχτή πολιτική συζήτηση. Θέμα: “Athen brennt – H Αθήνα καίγεται”. Βρισκόμαστε στην περίφημη Rote Fabrik, έναν μεγάλο πολιτιστικό οργανισμό, από τους σημαντικότερους αυτοδιαχειριζόμενους χώρους στην Ευρώπη. Από τις αίθουσες της Kόκκινης Φάμπρικας (χτισμένης με κόκκινα τούβλα), στα 29 χρόνια ζωής της, έχουν περάσει ποπ αστέρια, ζωγράφοι, σκηνοθέτες, χορευτές, φιλόσοφοι, συγγραφείς και ποιητές, κάθε πρωτοποριακό ρεύμα, αλλά και οι κορυφαίοι εν ζωή· από Nirvana και Red Hot Chili Pepper, έως Πιερ Μπουρντιέ, Νόαμ Τσόμσκι και Γκύντερ Γκρας. Ο Δήμος της Ζυρίχης επιχορηγεί το χώρο με 2,4 εκατ. φράγκα ετησίως.

Η Rote Fabrik συνδιοργανώνει τη βραδιά για τον Ελληνικό Δεκέμβρη, μαζί με την εβδομαδιαία εφημερίδα Die Wochenzeitung (WOZ, ιδρ. 1981), μια από τις εγκυρότερες αριστερές εφημερίδες του γερμανόφωνου χώρου, αυτοδιαχειριζόμενη κι αυτή,  κολεκτίβα. Παράδοξη μοίρα… Η Φάμπρικα και η WOZ είναι τέκνα της ιστορικής εξέγερσης του 1980, όταν η ελβετική νεολαία έσπαγε την Οπερα και τις τράπεζες της περίφημης Bahnhofstrasse· όταν η υπόλοιποη Ευρώπη παρακολουθούσε εμβρόντητη την εξέγερση των “χορτάτων”. «Δεν ήταν ακριβώς έτσι…» διορθώνει ευγενικά ο δημοσιογράφος Ντάνιελ Στερν, βετεράνος του κινήματος, και αξιοσέβαστος διεθνής αναλυτής στη WOZ σήμερα. «Η νεολαία ξεσηκώθηκε κατά της ισοπέδωσης της μπουρζουάδικης κουλτούρας και του αφόρητου πουριτανισμού. Από τις συγκρούσεις και τις καταλήψεις ξεπήδησαν τα πιο δημιουργικά μυαλά της γενιάς μας, κινηματογραφιστές, καλλιτέχνες, διανοούμενοι, μάνατζερ… Μερικοί δεν θέλουν να ακούσουν πια για το ‘80. Αλλοι, οι πιο φτωχοί και αδύναμοι, μετά το ‘80, βούλιαξαν στην ψυχασθένεια, τις αυτοκτονίες, τα ναρκωτικά…»

Eίμαι συγκινημένος. Η ταραγμένη Ζυρίχη του ’80 ενέπνεε τους νεαρούς Ελληνες αυτόνομους  τότε,  πρωταγωνιστούσε στα περιοδικά τους μαζί με τους καταληψίες-κράκερ του Βερολίνου και του Αμστερνταμ. Το λέω: Είκοσι εννέα χρόνια αργότερα, είμαστε εδώ, για να ανταλλάξουμε εμπειρίες και αισθήματα. Ολα έχουν αλλάξει, μα μερικά μένουν ίδια: η δίψα για ζωή, το όραμα της αυτονομίας, η ανάγκη της αυτοδιαχείρισης, ας πούμε. Ο ελληνικός Δεκέμβρης απελευθέρωσε το καρναβάλι και την καταστροφή, ορμή ζωής και ενόρμηση θανάτου· τώρα οι νέοι, το πρεκαριάτο, βρίσκονται στο μεταίχμιο, με φόντο τη διεθνή κρίση: θα τραβήξουν προς τη ζωή, στη δύσκολη ανηφόρα, υπερασπιζόμενοι ένα τόσο-δά συμβολικό παρκάκι, μια κατάληψη; Ή θα τους ρουφήξει η καταστροφική ενόρμηση, το τυφλό μπάχαλο, ο αυτοχειριασμός; Στη Ζυρίχη, οι πλούσιοι ρεπουμπλικάνοι αναγνώρισαν πάραυτα την κατάληψη της Rotte Fabrik, την άφησαν αυτοδιαχειριζόμενη και οιονεί αυτόνομη, τη χρηματοδότησαν γενναιόδωρα, την ενσωμάτωσαν στην κοινωνία, την αφομοίωσαν. Στην Αθήνα, ο δήμαρχος επιτίθεται στα καχεκτικά δέντρα και ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ερευνά ιστορικές καταλήψεις· έτσι ώστε ο δημόσιος χώρος αφενός να τσιμεντωθεί ολοσχερώς, οι δε νέοι να παραδοθούν στα Μώλ, στα Στάρμπακς, στην πρέζα και στην αυτοδικία.

Αφομοίωση… Ενσωμάτωση… Ρεφορμισμός… Το σκέφτομαι. Το συζητώ επιτόπου με τον Ντάνιελ της Ζυρίχης, με τον Βασίλη και τον Κύρο του Αμβούργου. Τι ακολουθεί τις φλόγες και τα οδοφράγματα; Η καταστολή, η αντιμεταρρύθμιση, η παλινόρθωση, η σκληρότητα, η εκδίκηση, η τυφλότητα, μια κοινωνία με κάγκελα και κάμερες και μίσος, ή… Ή, ένας ριζοσπαστικός ρεφορμισμός, που χτίζεται κάθε μέρα, κάθε μήνα, που ανοίγει δρόμους και στις επερχόμενες γενιές, ανοίγει δυνατότητες δημιουργικής εκδίπλωσης, συλλογικού βίου και αυτόνομων ζωνών στις γενιές των 15χρονων.

Η Ζυρίχη του Ζβίγγλιου και των τραπεζών, της αυτόνομης Rote Fabrik και της κολεκτιβίστικης WOZ, έχει κάτι να μας διδάξει γι’ αυτή την ανοιχτή δυνατότητα. Και μπορούμε πάντα να μην επαναλάβουμε τα λάθη τους.

ADDENDUM

Ο Ζβίγγλιος με τη ρομφαία.

Ο Ζβίγγλιος με τη ρομφαία.

1980, κατάληψη

Ζυρίχη 1980, κατάληψη.

Ζυρίχη 1980. Κάτω από την άσφαλτο, ο κήπος...

Ζυρίχη 1980. Κάτω από την άσφαλτο, ο κήπος...

Ζυρίχη 1980. Οδόφραγμα με τηλεοράσεις.

Ζυρίχη 1980. Οδόφραγμα με τηλεοράσεις.

netsayev

Προσπαθώ να καταλάβω το πνεύμα των νεαρών που ονομάζουν Σύστημα μια οποιαδήποτε βιτρίνα, ένα αυτοκίνητο, και του επιτίθενται με μια βαριοπούλα κι ένα μπουκάλι βενζίνη. Μπορώ να αντιληφθώ τις αναγωγές, τους συμβολισμούς, πώς η βιτρίνα της οδού Σκουφά και το Audi συμπυκνώνουν την πλουτοκρατία και την αδικία· αδροί συμβολισμοί, αλλά αναλόγως αδρούς συμβολισμούς χρησιμοποιεί και η κοινωνία του θεάματος για να σαγηνεύσει και να εκμαυλίσει· μερικές ώρες τηλεθέασης σε μεσημεριανάδικα και εσπερινά παράθυρα αρκούν. Αυτή η αναλογία επί του συμβολικού και της ρητορικής, μας δείχνει ωστόσο το Σύστημα και τους Εχθρούς του επίσης ανάλογους· αντιστρόφως ανάλογους, ίσως, αλλά δομικά ανάλογους. Κατοπτρικούς, θα έλεγα. Το κυρίαρχο θέαμα κατασκευάζει χαύνους υπηκόους με τον φενακισμό, με το μόλις διακρινόμενο ψέμα, με την αντιστροφή του κόσμου, με την καλλιέργεια του φθόνου· δρα κυρίως συμβολικά, αποικίζει το φαντασιακό. Ο εχθρός του κυρίαρχου τού επιτίθεται αντιστρέφοντας και εντείνοντας τη ροή της βίας· παράγοντας βία επίσης συμβολική: η τσακισμένη βιτρίνα δεν αλλάζει τις σχέσεις εξουσίας, δεν μεταβάλλει τη διανομή του πλούτου, σπείρει όμως την ανασφάλεια, διαχέει αόριστο φόβο, θαμπώνει τα περιγράμματα. Ποιος είναι το Σύστημα; Ο καταστηματάρχης; Ο καφετζής; Συμβολίζουν την εξουσία ή το κεφάλαιο, όπως τα συμβολίζουν φερ΄ ειπείν οι τράπεζες ή τα κρατικά κτίρια; Οχι. Συμβολίζουν ενδεχομένως την κατανάλωση. Μα και ο κάθε σφυροκόπος σε κάποιο καφενείο καταθέτει τον οβολό του, καταναλωτής είναι και αυτός, σε εγχρήματη οικονομία κινείται.

Σκέφτομαι λοιπόν ότι οι καταδρομικές επιχειρήσεις μικροομάδων, εναντίον συμβολικών στόχων, όπως τα μαγαζιά εν γένει ή ένας πανεπιστημιακός δάσκαλος, είναι τόσο αυθαίρετες κατά τη σύλληψή τους και θεαματικές κατά την εκτέλεσή τους, όσο και το Σύστημα που πολεμούν. Οπως περίπου έγραψε ο συνταγματολόγος Νίκος Αλιβιζάτος στο τελευταίο τεύχος της Νέας Εστίας, το βίαιο ξέσπασμα των διαδηλώσεων του Δεκεμβρίου μια δημοκρατική κοινωνία οφείλει και μπορεί να το ανεχθεί και να το αναχωνέψει, να το στοχαστεί και να προχωρήσει. Σε τελευταία ανάλυση, εκείνες τις μέρες, και τις μέρες που προηγήθηκαν, ζούσαμε μια παρατεταμένη απονομιμοποίηση του κράτους, με τα αλλεπάλληλα σκάνδαλα και τον φόνο του 15χρονου. Αλλά η βία μεμονωμένων ολιγάριθμων ομάδων που στήνουν τη δική τους βεντέτα με το Σύστημα, τροφοδοτώντας το θέαμα της βίας, είναι άλλη ιστορία. Διότι εντέλει παράγουν εικόνες προορισμένες να καταναλωθούν, εικόνες προορισμένες να παράγουν αντισυσπείρωση και αντίδραση, εικόνες που δεν προσφέρουν ούτε δέος ούτε κάθαρση ούτε στοχασμό.

Αυτό το θέαμα της βίας κατάγεται από έναν μηδενισμό νετσαγεφικό, αποκαλυπτικό και χιλιαστικό, από ένα φανατικό όραμα καταστροφής του Κακού με οποιοδήποτε τίμημα, με κάθε θυσία. Ο μηδενιστής απαντά στον ζόφο με ζόφο, απλώνει τον ζόφο παντού, τον βαθαίνει, τον εντείνει· δεν κάνει διακρίσεις και διαφορισμούς, όλα είναι Σύστημα, για όλα είναι Εχθρός. Μόνο ο επαναστάτης κατέχει την αλήθεια, μόνο αυτός βλέπει τον Καλό Θεό, όλα τα υπόλοιπα είναι έργα του Μοχθηρού Θεού, έργα κακότητας, άξια μόνο για καταστροφή. Ο πυρήνας αυτού του εγωτιστικού μηδενισμού είναι θρησκευτικός, παλαιοδιαθηκικός· είναι παρόμοιος με ό,τι κινεί τον απεγνωσμένο Σαμψών εναντίον των αμαρτωλών, είναι παρόμοιος με τον καταστροφικό μεσσιανισμό του Ιησού του Ναυή που εξαφανίζει την αμαρτωλή Ιεριχώ. Ο,τι δεν είναι σαν εμάς, ό,τι δεν χωράει στο όραμα, καταστρέφεται. Με κάθε τίμημα.
Ο σαγηνευμένος από τον μηδενισμό νέος, αρνούμενος τον Κακό Θεό, χάνει την πίστη και σε οτιδήποτε Καλό, χάνει το Καλό ως δυνατότητα, δύσκολο μεν αλλά δυνατό. Χάνει την πίστη του στη ζωή· αποστρέφει το πρόσωπό του από την χαοτική δυνατότητα της ζωής, και βουλιάζει στη βεβαιότητα της καταστροφής.

Από τη δίκαιη οργή, από τη οδυνηρή διαπίστωση της αδικίας και της διαφθοράς, μέχρι την ισοπέδωση των Γομμόρων που δεν περιέχουν ούτε έναν ενάρετο, η απόσταση είναι τεράστια. Σε αυτή την απόσταση, από το βιβλικό Κακό έως το υστερονεωτερικό σήμερα, σε αυτό τον χώρο, αναπτύσσεται κουτσά-στραβά η πολιτική κοινωνία, η δημοκρατία, η συγκατοίκηση με τον άλλο, η γόνιμη αμφιβολία, η διαλεκτική.

Αυτός ο χώρος είναι δύσκολος στη συντήρησή του, απαιτεί ενέργεια, σκέψη, καλλιέργεια σχέσεων, αμοιβαία προσφορά αισθημάτων, υπέρβαση της μνησικακίας και του φθόνου, υπόσκαψη της Μίας Απόλυτης και Τρομακτικής Αλήθειας· είναι το δύσβατο πεδίο της ανθρωπινότητας, της συμπόνιας, της ενσυναίσθησης, της αλληλοπεριχώρησης. Είναι το δύσκολο πεδίο της αγάπης.
Απέναντι στο ζόφο του μηδενισμού, κάποτε ερεθιστικού μα συχνότερα τρομακτικού και ολέθριου, απέναντι στον τόσο χαρακτηριστικά ευρωπαίκό μηδενισμό που σφραγίζει τα πνεύματα από τους Ρώσους του 19ου αιώνα και τον Νίτσε έως ποικίλες εκδιπλώσεις του φαντασιακού στον 20ό αιώνα, τι θα αντιπαραβάλλαμε;

Το δύσκολο πεδίο.

buzz it!

koukoula

Η επιχειρούμενη ποινικοποίηση της κουκούλας και κάθε καλύμματος της κεφαλής, μαντίλας, κασκόλ, κάσκας και μουτσούνας, ενδεχομένως και του μακιγιάζ με αντιδακρυγόνο Maalox, αποδεικνύει ότι ένα ανίκανο, διεφθαρμένο και ψοφοδεές κράτος μπορεί να επιλέξει αυταρχικές πρακτικές και να φαλκιδεύσει τις συνταγματικές και φυσικές ελευθερίες, ακριβώς για να καλύψει τις δικές του αδυναμίες και ανεπάρκειες. Η εσπευσμένη παραγωγή κατασταλτικών νόμων, όπως η ποινικοποίηση της κουκούλας και η αυτεπάγγελτη δίωξη της περιϋβρισης αστυνομικού οργάνου, δείχνει μια πολιτική διοίκηση που τελεί εν πανικώ, αφενός, και αδυνατεί ή και δεν θέλει να καταλάβει τι συμβαίνει στην κοινωνία, αφετέρου· μια διοίκηση που φαίνεται να μην έχει πια επαφή με την πραγματικότητα.

Οι πενήντα-εκατό-διακόσιοι μπάχαλοι που γκρεμίζουν τα μαγαζιά του αθηναϊκού κέντρου με οργάνωση μιλίτσιας, εκτός κάθε διαδηλωσιακού ή συγκρουσιακού πλαισίου, ασφαλώς εκδηλώνουν αντικοινωνική, παραβατική συμπεριφορά· η βία τους είναι αυτάρεσκη και μηδενιστική, και ελάχιστα πολιτική· είναι περισσότερο αυτοδικία ντεσπεράντο, παρά πολιτική δράση εντός κινήματος. Είναι όμως τέτοιοι οι περίφημοι κουκουλοφόροι, οι hoodies του Δεκεμβρίου, που κατέκλυσαν τους δρόμους όλων των ελληνικών πόλεων; Οχι. Οποιοσδήποτε εχέφρων και ψύχραιμος δεν ταυτίζει το μέγα πλήθος του Δεκέμβρη, ένα ποικιλόμορφο σμήνος ανθρώπων και γενεών, με ελάχιστες εκατοντάδες τυφλωμένων μπάχαλων.

Οσοι επινόησαν νέες μορφές συμβολικής διαμαρτυρίας και παραδειγματικών δράσεων, όσοι λατρεύουν τη ζωή με τρόπους νεοχίπικους, αντιηγεμονικούς, ρομαντικούς, ακόμη και αφελείς· όσοι έφηβοι κατέκλυσαν τις ελληνικές πόλεις και δήλωσαν την παρουσία τους σωματικά, που δήλωσαν πένθος και οργή, αλλά και δίψα για μια άλλη ζωή, έστω και άναρθρα· όσοι ημιαπασχολούμενοι και επισφαλείς είπαν ”φτάνει πια” απέναντι στην αλαζονεία και τη διαφθορά, όλοι αυτοί σε κάποια από τις πολλές διαδηλώσεις του Δεκέμβρη και του Γενάρη, όταν ψεκάστηκαν εξ επαφής με δακρυγόνα, όταν τα σύννεφα των χημικών έπνιγαν δικαίους και αδίκους, όλοι αυτοί κάποια στιγμή κουκουλώθηκαν, με κασκόλ, με μάσκες χειρουργείου, με μαντίλες, με μάσκες ελαιοχρωματιστή, με γυαλιά σκι… Είναι κουκουλοφόροι; Κι όλοι σχεδόν φώναξαν το γνωστό σύνθημα που μπορεί  να θεωρηθεί περιϋβριση αστυνομικού λειτουργού. Ολοι αυτοί, χιλιάδες Ελληνες, κάθε ηλικίας και κοινωνικής τάξης, επί μέρες, επί βδομάδες, παραβίαζαν τους νέους νόμους που ανήγγειλε την περασμένη εβδομάδα ο υπουργός Δικαιοσύνης. Χιλιάδες, δεκάδες χιλιάδες παρανόμησαν, ακόμη και στο νεκροταφείο του Παλαιού Φαλήρου, μετά την κηδεία του Αλέξη Γρηγορόπουλου. Ολοι θα έπρεπε να συλληφθούν και να δικαστούν. Και τα κρατητήρια, οι φυλακές, τα δικαστήρια θα ξεχείλιζαν παράνομους, θα δικαζόταν και θα καταδικαζόταν όλο το πολύμορφο πλήθος του Δεκέμβρη. Θα δικαζόταν το πιο ευαίσθητο,το πιο ευάλωτο, το πιο νεαρό μέρος του ελληνικού πληθυσμού.

Η δαιμονοποίηση και η τυφλή καταστολή δεν οδηγούν στην κοινωνική ηρεμία· αντιθέτως, είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα οδηγήσουν σε περισσότερη και πιο τυφλή βία. Η γενική ακατανοησία, οι ασύμπτωτοι κόσμοι, η ανομία, η ηθική εξαχρείωση, η δαιμονοποίηση, οδηγούν στη διάχυτη μνησικακία, την αυτοδικία, την τυφλότητα. Το επισημάναμε από τις πρώτες μέρες του ταραγμένου Δεκέμβρη. Από τη μια μεριά, σιδερόφρακτες φυλασσόμενες επαύλεις, από την άλλη, μιλίτσιες βανδάλων και κουμπουροφόρων, όπως στις μητροπόλεις του Τρίτου Κόσμου και στα slum, όπως στις πολιτικές δυστοπίες των μυθιστοριογράφων και του σινεμά· και ανάμεσα, η απέραντη μεσαία Ελλάδα, δηλαδή όλοι. Αυτό τον κόσμο της τερατώδους ασυμμετρίας πρέπει να δούμε ως απειλή, ως τρομερό ενδεχόμενο.

Η άλλη βία, αυτή που εκλύθηκε τρομερή τον Δεκέμβρη, μπορεί να ερμηνευθεί και ως αναμενόμενη αντίδραση, όπως και οι μουγκές διαδηλώσεις του 2007· ένας σπασμός, από μια κοινωνία που βουλιάζει στη συνενοχή, τον εγωτισμό και την απάθεια. Το πρόβλημα άρα δεν είναι οι κουκούλες, είναι το γιατί και πότε αναγκάζονται να φορούν κουκούλες οι νεαροί διαδηλωτές, γιατί κρύβονται και από ποιους· είναι το πώς φτάσαμε από τις μούτζες και τη μουγκαμάρα του καλοκαιριού 2007 των πυρκαγιών, στις ξέφρενες οδομαχίες του Δεκέμβρη 2008. Τι έβραζε και βράζει ακόμη μες στο σώμα της κοινωνίας; Πώς εκτρέφεται η λατρεία της βίας σε ορισμένα τμήματα της νεολαίας, από τα γήπεδα έως τα μπάχαλα; Πόσο αρχαϊκή και υποκριτική είναι η παρεχόμενη δημόσια εκπαίδευση; Ποια είναι τα κυρίαρχα υποδείγματα βίου; Ποια τα παραδείγματα των δημόσιων ανδρών;

Εχουμε το θάρρος να αναρωτηθούμε; Αν ναι, τότε ίσως βρούμε απαντήσεις, και δεν θα έχουμε ανάγκη σκληρότερους νόμους, περισσότερη καταστολή. Εχθρός της κοινωνίας δεν είναι ο νεαρός με το κουκουλοφούτερ και τη μαντίλα.

buzz it!

zoi-magiki

Ανήσυχο σαλεύει το πλήθος τη Σαρακοστή. Θυμάται την τρομερή γιορτή του Δεκεμβρίου ― και τρομακτική και γιορτή, και καρναβάλι και σύγκρουση. Και ζει την τρομερή παλίρροια της κρίσης, τον πνιγμό που αναγγέλλεται, τη ζωή σε κατάσταση μόνιμου πνιγμού.

Ο καθείς θυμάται αλλιώς τον Δεκέμβρη. Πολλοί δεν θέλουν να θυμούνται· ήταν μια παρεκτροπή, μια ανωμαλία της κοινωνικής ροής, πάει, τέλειωσε, ποτέ να μην ξαναγυρίσει. Οι πιο νέοι, οι πιο ριψοκίνδυνοι και παιγνιώδεις, οι τελούντες υπό ματαίωση, θυμούνται. Μάλλον, δεν θυμούνται καν: νιώθουν ακόμη την αψάδα των ημερών, νιώθουν τον χρόνο να κυλά ακόμη περίπου τέτοιος, τρομερός και ανεπανάληπτος. Ομως ο χρόνος έχει αλλάξει τροπή.

Αλλοι, πολλοί, προσπαθούν να ανακαλέσουν στη μνήμη τις τρομερές στιγμές, μήπως και καταλάβουν τι συνέβη. Αυτή η λειτουργία, της δημιουργικής ανάκλησης, του αναστοχασμού του συμβάντος, του μετασχηματισμού του βιώματος, είναι ό,τι απασχολεί ήδη τα πιο ανήσυχα μυαλά. Ευτυχώς.

Γερμανοί, Ιταλοί, Αμερικανοί, Ισπανοί δημοσιογράφοι, καλλιτέχνες, κοινωνικοί επιστήμονες, με τους οποίους ήλθα σε επαφή τους τελευταίους δυο-τρεις μήνες, ρωτούν, ζητούν να μάθουν, όχι περιστατικά, αυτά τα έδειξαν όλα τα ειδησεογραφικά πρακτορεία με τον α ή β τρόπο, αλλά ζητούν να μάθουν κοινωνικό υπόστρωμα, ιδέες, αισθήματα, συλλογικό φαντασιακό, ιστορικό φόντο, αιτιώδεις σχέσεις. Τι πυροδότησε την έκρηξη; Ποιο ήταν το εύφλεκτο υλικό; Ποιοι βρέθηκαν στους δρόμους; Τι είχε προηγηθεί; Ποια η σχέση με διεθνή ρεύματα; 

Ο έγκυρος Observer έστειλε πρόσφατα τον καλύτερο πολιτικό γραφιά του, τον Εd Vuillamy, για να ερευνήσει και να συγκροτήσει ένα χρονικό. Βρήκε ανθρώπους κάθε ηλικίας, κάθε πολιτικής απόχρωσης, μίλησε μαζί τους, και έγραψε μια ιστορία, σαν αρχαίος χρονικογράφος, σαν τον Ηρόδοτο ή σαν τους χρονικογράφους του Μεσαίωνα. Δεν κρίνει, δεν συμπεραίνει βιαστικά, δεν αποφαίνεται· περιγράφει, καταγράφει, εξιστορεί. Με όλες τις γνωστές αδυναμίες, αυτό το χρονικό είναι εντούτοις πολύτιμο. Σαν να διαβάζεις το χρονικό της πρώτης σταυροφορίας και να συνάγεις γνώση όχι για τα κατορθώματα του τάδε πολέμαρχου, αλλά για τις δοξασίες και τις πεποιθήσεις των σταυροφόρων, για την σαγήνη των οσμών και των γεύσεων, για την ακαταμάχητη αίγλη των ιερών λειψάνων. Το υποκειμενικό, ατελές, ιδεολογικά διάτρητο χρονικό είναι παρ’ όλ’ αυτά η αφήγηση του κόσμου, ο κόσμος. Διαβάζοντας τον Vuillamy, διάβασα όψεις του κόσμου μας, τόσο προφανείς, που συχνά διέφευγαν από τις χιλιάδες σελίδες του εγχώριου τύπου, των εγχώριων χρονικογράφων.

Προσπαθώντας να απαντήσουμε, ανασυγκροτούμε τη σκέψη μας. Απαντούμε στους εαυτούς μας. Παρά τις αποσιωπήσεις και τις αποκρύψεις, παρά τα φοβικά σύνδρομα και τον στρουθοκαμηλισμό, ευτυχώς τώρα αντιδρούμε με σκέψη. Επιχειρούμε χρονικά. Από την πρώτη εβδομάδα της ταραχής, από τις πρώτες ώρες του χάους, του βιβλικού tohu bohu, έως τώρα, εφημερίδες, περιοδικά, παμφλέτες, προκηρύξεις, γκράφιτι, μπλογκ, φόρουμ, τσατ, ιστορούσαν το συμβαίνον. Συμβατικά μέσα, νέα μέσα, εντός και εκτός επίσημου πεδίου, οργανωμένα ή ασύντακτα, με greeklish, με πυρετικό ρομαντισμό, με άγριο σαρκασμό, με πόνο και με χιούμορ, με σκοτεινές αμφισημίες, με εκτροπές του κοινότοπου, πολλοί, πολλαπλά, έγραψαν το χρονικό, τα χρονικά.

Τα πιο πυκνά σπαράγματα αυτοαφήγησης γράφτηκαν στους τοίχους, σε γκράφιτι, στένσιλ και αφίσες, και στο οδόστρωμα, τα ‘βλεπες στα πατημένα τρυκ, στα σπασμένα μάρμαρα και στα αποκαΐδια· τα πιο ακριβή, τα σπάνια, τα πιο εφήμερα: κρατούσαν μια-δυο μέρες. Ηταν το είδος λόγου που βρέθηκε πλησιέστερα στην πράξη· ήταν λόγος-πράξη.

Τώρα ακολουθεί ο καθαρός λόγος. Τα εγκυρότερα λόγια περιοδικά, όπως η ιστορική «Νέα Εστία» των γραμμάτων, και τα «Σύγχρονα Θέματα» των επιστημών, κυκλοφορούν με πλούσια και τολμηρά αφιερώματα, με λαμπρά κείμενα αναστοχασμού και ερμηνειών. Η ετικέτα #griots μετακενώνεται από το Twitter και τα μπλογκ στο σώμα του επίσημου λόγου, από το πεδίο της εξέγερσης και της εντροπίας, στο πεδίο του λόγου που εξηγεί και, κυρίως, αναρωτιέται. Αναρωτιέται, αυτό κυρίως: ποια είναι η διαταραχή, η αταξία, ποια είναι η άτακτη σκέψη που τροφοδοτεί χειρονομίες, που τροφοδοτεί τη μαζική ανυπακοή. Ψηλαφώντας την αταξία, τη διάσπαση, το παλιροϊκό κύμα, ίσως καταλάβουμε την παθογένεια της προτέρας ψευδοκανονικότητας, ίσως δούμε τα κουφάρια που κατεβάζει το ποτάμι.

Ένα βλέμμα, Καθημερινή 08.03.2009

buzz it!

07032009058

Ζ. Πηγής & Ναυαρίνου, 07.03.2009


tatt

Ο ξυλοδαρμός του εγκληματολόγου Γιάννη Πανούση, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, μέσα σε πανεπιστημιακό χώρο, από ομάδα κουκουλοφόρων, μάς περνάει σε άλλη φάση από τις ταραχές των Δεκεμβριανών και τις συμβολικές δράσεις που ακολούθησαν. Αν η βία των διαδηλωτών στους δρόμους, με το συναισθηματικό φορτίο ενός αθώου νέκρου παιδιού, μπορεί να βρει εξηγήσεις, ακόμη και δικαιολογίες, η τυφλή τραμπούκικη βία εναντίον οποιουδήποτε διαφωνούντος ή κριτικά ιστάμενου, δεν μπορεί να προβάλει καμία πολιτική αξίωση.

Η βία, με αυτή τη μορφή και αυτή την τυφλότητα, δείχνει τους φορείς της αποκομμένους από κάθε πολιτική παράδοση πλην μηδενισμού, αποκομμένους εν πολλοίς από το εξεγερμένο σώμα του Δεκέμβρη, αποκομμένους από την πραγματικότητα. Είναι βία μη πολιτική· είναι βία που συγγενεύει πολύ περισσότερο με τη βία των μητροπολιτικών συμμοριών, των φυλών του περιθωρίου, και των παραβατικών ντεσπεράντος των γκέτο και των slums.

Είναι η Αθήνα όμως slum; Είναι φαβέλα και παραγκούπολη; Οχι. Μπορεί να διακρίνονται πλέον έντονα οι μητροπολιτικοί χαρακτήρες, μπορεί οι τάξεις των επισφαλών εργαζομένων να πληθαίνουν, το πρεκαριάτο να διογκώνεται και η μεσαία τάξη να αδυνατίζει, μπορεί οι 1,5 εκατομμύριο μετανάστες να πιέζουν τις δημόσιες υποδομές προς το όριο θραύσεως, μπορεί η φαύλη διοίκηση να διαχέει μια αίσθηση ανομίας και ατιμωρησίας στον δημόσιο χώρο, μπορεί ο καπιταλισμός να είναι άπληστος και ανάλγητος, παρ’ ολ’ αυτά η Αθήνα δεν είναι Σάο Πάολο, Λάγος, Βομβάη· δεν είναι καν τα Γόμορρα που περιγράφει ο Ιταλός συγγραφέας Ρομπέρτο Σαβιάνο, αναλύοντας την κατίσχυση του τρόμου της Καμόρα στον ιταλικό Νότο.

Η βία που εξαπολύεται από μεμονωμένες ομάδες εν ονόματι μιας ανώνυμης οργής, από άτομα που αυτοχρίζονται Ζορό και τιμωροί, η βία που στρέφεται τυφλά και αυτάρεσκα εναντίον του αριστερού Γιάννη Πανούση λ.χ., ή του Γ. Παπαδάτου, όπως και η απρόκλητη επίθετη εναντίον του τ. προέδρου της ΓΣΕΕ Χρ. Πολυζωγόπουλου, παλιότερα, αυτή η βία δεν αμφισβητεί το μονοπώλιο της κρατικής βίας, δεν είναι επαναστατική αντιβία· απεναντίας, είναι κατοπτρικό ισοδύναμο της αυθαίρετης, καταχρηστικής κρατικής βίας, είναι η πλήρης έκπτωση του λόγου και των ορίων, είναι η άκριτη υποταγή στη λατρεία της καταστροφής και του θανάτου.

Οχι. Καμία πολιτική επαναστατική παράδοση, καμία ρομαντική κληρονομιά, δεν μπορεί να χωρέσει αυτό τον άξεστο τσαμπουκά, την τζάμπα μαγκιά: μια ομάδα ανωνύμων νταήδων να αφήνει αιμόφυρτο ή ημιθανή έναν άνθρωπο που διατυπώνει τις αντιρρήσεις του επώνυμα και διά λογου, όχι με βόμβες. Καμία επαναστατική παράδοση δεν μπορεί να χωρέσει το νταηλίκι του «τζάμπα τρώμε και πίνουμε» στα μαγαζιά των Εξαρχείων, στην ταβέρνα ενός μεροκαματιάρη που κρέμεται από δάνεια· ο λύκος δεν κυνηγάει στην περιοχή του, στα μαρκαρισμένα του· μόνο οι πτωματοφάγες ύαινες δεν αναγνωρίζουν όρια.

Ούτε χωρούν σε καμιά πολιτική επαναστατική παράδοση οι τυφλοί πολυβολισμοί κτιρίων και η τοποθέτηση βομβών ισχύος Βυρητού και Βαγδάτης. Αυτές οι ενέργειες μαρτυρούν μέθη των όπλων και απογείωση από το έδαφος του πραγματικού, μαρτυρούν ανθρώπους ματαιωμένους ασφαλώς, πληγωμένους, με συσσωρευμένο μίσος για το Σύστημα, αλλά επίσης ανθρώπους έξω από τη σφαίρα του έλλογου και της συμπόνιας, ανθρώπους που βουλιάζουν στην απανθρωπιά όσο ακριβώς και οι δυνάστες που μέμφονται. Δεν μπορούμε να αντιληφθούμε πώς ένας νεκρός καθηγητής ή ένας κρατήρας από βόμβα στην πόλη διακονούν την κοινωνική δικαιοσύνη ή την πορεία προς την ουτοπία. Αντιθέτως, κρίνοντας από τον πόνο των κρατήρων της Βυρητού, από τον πόνο των ακρωτηριασμένων και των ορφανών των εμφυλίων, εκεί και αλλού, εκεί και εδώ, με ισχυρή πάντα τη μνήμη του εμφυλίου και του αδελφικού αίματος στη Μεσόγειο, τα Βαλκάνια, την Ελλάδα, γνωρίζουμε πολύ καλά, κυτταρικά, πού πάνε οι κοινωνίες με συμμορίτικη βία, με τυφλά χτυπήματα, με φυλές επιδρομέων και τιμωρών, με κρατήρες στο σώμα της πόλης.

Μεσούντος του ταραγμένου Δεκεμβρίου, είχαμε γράψει για το ενδεχόμενο η εξεγερσιακή ορμή και τα δρώντα καινοφανή υποκείμενα να χάσουν τα πολιτικά προτάγματα και να υποπέσουν στην τυφλότητα. Φοβόμασταν ότι μπορεί να χαθεί η δυνατότητα μετασχηματισμού του υπαρξιακού τινάγματος σε πολιτική σκέψη, σε επανορισμό του κοινοτικού βίου και του δημόσιου χώρου. Επιχειρούσαμε μάλιστα να βρύμε κάποιες αναλογίες με το φαινόμενο του ιδιότυπου ιταλικού εμφύλιου στα τέλη της δεκαετίας ’70, όταν από ένα μαζικό εξεγερμένο φοιτηταριάτο και νεανικό προλεταριάτο πήγασε διάχυτη η αντικρατική βία, συγκροτήθηκαν εναλλακτικές κοινοτικές δομές, μα εντέλει εκφυλίστηκαν σε ένοπλο αντάρτικο πόλης, λουτρά αίματος και μαζική καταστολή. Σε ιστορικό τραύμα.

Ο αναδυόμενος μηδενισμός και η λατρεία θανάτου έλκουν την καταγωγή τους από το Viva la Muerte των φρανκικών μελανοχιτώνων, ή από τον γραφικό αναρχικό βομβιστή του τέλους του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ού, στο ζενίθ της Βιομηχανικής Επανάστασης και της αποικιοκρατίας. Πόσο πειστικές ή γοητευτικές μπορεί να είναι αυτές οι εικόνες στις σημερινές κοινωνίες της γνώσης, στις κοινωνίες των παγκοσμιοποιημένων κινδύνων και των δικτυακών κοινοτήτων; Πώς μπορεί η θανατολατρεία να είναι δραστικότερη από την ενόραση της ουτοπίας, τον κοινοτισμό, την αλληλεγγύη, την αγάπη και τη συμπόνια, τους πυρήνες της ελευθεριακής σκέψης; Δεν ξέρω.

Η λατρεία της βίας και ο μηδενισμός, παρόντα και τον Δεκέμβριο αλλά όχι κυρίαρχα, φωνασκούν τώρα πολύ ισχυρότερα από τις έλλογες και ρομαντικές τάσεις, και δίνουν τον δυσοίωνο τόνο τους, παρότι μειοψηφούν απελπιστικά. Ελάχιστες ενέργειες ελαχίστων ομάδων, με δραματικό όμως αντίκτυπο, είναι ικανές να σκεπάσουν τη δίψα για ζωή και δημιουργία που χαρακτηρίζουν το απολύτως πλειοψηφικό ρεύμα της νεολαίας. Το πρεκαριάτο δεν ζητάει τον θάνατο των άλλων, ζητάει τη ζωή που του ανήκει.

Καθημερινή 22.02.2009

buzz it!

 

Χάρης Κοντοσφύρης, Εμψυχα παιχνίδια. Τσιμ�ντο. Από την �κθεση «Ηλεκτρικό σπίτι»

Χάρης Κοντοσφύρης, Εμψυχα παιχνίδια. Τσιμέντο. Από την έκθεση «Ηλεκτρικό σπίτι»

Η διαρκής και διάχυτη ένταση στο κοινωνικό σώμα, η αβεβαιότητα που γεννά η οικονομική κρίση, η πολιτική ρευστότητα, η κρίση θεσμών και αξιών, η διάσπαρτη μες στην καθημερινότητα βία, οι ραγδαίες αλλαγές σε θεμελιώδεις υλικότητες όπως η εργασία, ο χρόνος, ο χώρος, το έθνος-κράτος, όλα όσα συνθέτουν το εκρηκτικό σύνολο «Ελλάδα 2009», ελάχιστα γίνονται αντιληπτά από το τρέχον σύστημα πολιτικής διαχείρισης. Κοιμούνται βαθιά, και αλλού.

Στην κορυφή της ατζέντας των πολιτικών βρίσκεται η διαχείριση, μάλλον η απόκρυψη, της δικής τους χρεοκοπίας: το δείχνει περίτρανα η ανοητολογία περί νέου εκλογικού νόμου· το δείχνει ο τρόπος που διαχειρίζονται κοινωνικές και δομικές κρίσεις σκορπίζοντας αδιακρίτως λεφτά και δακρυγόνα· το δείχνει ο κάτισχνος λόγος των κομμάτων, τα ψελλίσματα που αποσκοπούν στη διάσωση των μαγαζιών τους και όχι για την αναζωογόνηση μιας κοινωνίας που βουλιάζει σε αντιφάσεις και κατάθλιψη.

Για πρώτη φορά ίσως την τελευταία εικοσαετία, το χάσμα ανάμεσα στις ελίτ εξουσίας και στο κοινωνικό σώμα είναι τόσο βαθύ και εκτενές: διανοητικά και ψυχικά. Οι πολιτικοί αδυνατούν ολοσχερώς να προσεγγίσουν το πνεύμα των νεότερων γενεών, όχι μόνο των εφήβων και των εικοσάρηδων, αλλά και των τριάντα-σαράντα, δηλαδή τριών κρίσιμων γενεών για το παρόν και το μέλλον του τόπου. Απλούστατα, είναι αλλού: οι μεν στη στρατόσφαιρα του βολέματος, οι δε στο έδαφος της επισφάλειας.

Ατεχνοι, άμουσοι, αρχαϊκοί και εφησυχασμένοι, οι πολιτικοί διαχειριστές ζητούν ψήφο από γενιές ανήσυχες και καλλιεργημένες, υπερμοντέρνες αλλά και υπερπιεσμένες και ανασφαλείς. Αυτές οι γενιές αδιαφορούν ή και περιφρονούν όσους ζητούν την ψήφο τους, ενώ ταυτόχρονα τους βάζουν στο ψυγείο της επισφάλειας και στο περιθώριο των αποφάσεων.

Σαν να κινούνται δύο κόσμοι, ασύμπτωτα: ένας παλλόμενος, αγωνιώδης, φιμωμένος, που φέρνει το μέλλον· κι ένας κόσμος αδρανής, βαρύς, αυτάρεσκος, που θέλει μόνο να το σφετεριστεί.

buzz it!

Στ�λιος Φαϊτάκης, Η Ανάληψη των Ρ�μπελων Αγίων   

Στέλιος Φαϊτάκης, Η Ανάληψη των Ρέμπελων Αγίων, mural, αρχές 21ου αι. μ.Χ.

 

Ανέβαινα την οδό Ακαδημίας. Λίγο πριν από την Χ. Τρικούπη είδα μικρομποτιλιάρισμα, άκουσα σφυρίγματα και τραγουδιστές φωνές, είδα και μια κίνηση ανθρώπων στο οδόστρωμα. Μπα; Τι γίνεται; Διαδηλώνουν οι δικήγοροι;

Σε λίγα λεπτά ήμουν εκεί. Επτά-οχτώ κορίτσια πιασμένα χέρι χέρι χόρευαν μπαλέτο στην άσφαλτο της Ακαδημίας, μπροστά από τη Λυρική. Δεν φορούσαν πουέντ και τούτου, μποτάκια και παντελόνια φορούσαν, και χοροπηδούσαν με χάρη στο οδόστρωμα, και έριχναν το κεφάλι πίσω ξεκαρδισμένες. Από την είσοδο της κατειλημμένης Λυρικής Σκηνής, ξεχυνόταν μουσική· μουσική μπαλέτου, που ακουγόταν απόκοσμα μες στη βουή του αθηναϊκού κέντρου, δεν ακουγόταν σαν τα ντάπα-ντούπα των διαφημιστικών σταντ στους πεζόδρομους, όχι, αυτό εδώ ήταν ένα ιλαρό έπος, που μεταμόρφωνε τον χώρο, τον έβγαζε από την γκριζάδα και το καυσαέριο, που εκτίνασσε τον χρόνο τον συμπιεσμένο και βιαστικό και μίζερο και τον έκανε χρόνο γιορτής αιφνίδιας, χρόνο αναποδογυρισμένο, χαρισμένο γενναιόδωρα από παιδιά που τον έχουν άφθονο προς όλους τους κατσούφηδες και τους αφηρημένους.

els_stencil_web

Εμείς η κατακραυγή της κοινωνίας, οι αλήτες, οι καταραμένοι, εμείς που μείναμε στην πρώτη πατρίδα, στο παιδί...

els_poem1

Εμείς τρελοί από έρωτα, Νεκροί από πόνο, Λυσσασμένοι από συνείδηση

 

Εχω δει πολλές περφόρμανς, σε μουσεία και γκαλερί, σε δημόσοιους χώρους. Ελάχιστες έχουν κατορθώσει αυτό το γόνιμο παραξένισμα, την εκτροπή του χωροχρόνου από τη ρουτινιάρικη κοίτη του, αυτό το αισθητηριακό και υπαρξιακό πετάρισμα που μετέδιδε ο κυκλοτερής χορός των κοριτσιών στις μύτες, τα γέλια, οι μουσικές, τα φέιγ βολάν, αυτή η εισβολή του ζωτικού καρναβαλιού στη σκηνή της ανίας και της αβίωτης καθημερινότητας.

Τα νεαρούδια που χόρευαν έξω από τη Λυρική, απέναντι απ’ τον Δικηγορικό Σύλλογο, μοίραζαν το ρομαντικό, παθιασμένο κείμενό τους για τη σχέση της τέχνης με την κοινωνία, μιλούσαν για εξεγερμένα μπαλέτα, για δωρεάν μαθήματα ακροβατικών, σύγχρονου χορού, ιστορίας τέχνης και παραδοσιακών πολεμικών τεχνών. Μιλούσαν για μια τέχνη αδιαμεσολάβητη, για ζωή δημιουργική, για την εναντίωσή τους στην τέχνη-θέαμα και στην παθητική κατανάλωση.

Και μιλούν για μικρές ομάδες, για μικρές συλλογικότητες που συναντιούνται με άλλες συλλογικότητες και φτιάχνουν πρόσκαιρα μια μεγαλύτερη. Μιλούν για συμβολικές «απελευθερώσεις» συμβολικών χώρων, για επανοικειοποίηση του δημόσιου χώρου.

Παπαγαλία; Δεν νομίζω. Ο λόγος αυτών των διάσπαρτων μικρών συλλογικοτήτων δεν είναι ένα ακόμη copy-paste του συρμού. Πίσω από τα γνωστά λεκτικά σχήματα, πίσω από έννοιες βαρυφορτωμένες και κουρασμένες ίσως, μπορείς να διακρίνεις γνήσια αγωνία για ριζική προσέγγιση της πολιτικής, για επαναφορά σε μια πολιτική δραστική και θεμελιώδη, ικανή να ταράζει συνειδήσεις και να αλλάζει ζωές.

Μετά τις φλόγες της πρώτης εβδομάδας του Δεκεμβρίου, τα νέα υποκείμενα, αβάφτιστα ακόμη, ξεπερνούν το θέαμα της βίας, και ανακαλύπτουν την άλλη όψη του Διονύσου. Στις αφίσες, στους τοίχους, σε δικτυακά και έντυπα κείμενα, ξεπροβάλλει διαρκώς μια νέα ποίηση, επίμονη, ορμητική, υποβλητική, ποίηση που ζητάει ζωή, έκφραση, δημιουργία, αυτοπραγμάτωση. Ακούσαμε το τραγούδι της θάλασσας και δεν μπορούμε πια να κοιμηθούμε (Γιάννης Ρίτσος) ― έτσι περιγράφεται η δίψα για ζωή στην αφίσα, κάτω από μια εντυπωσιακή μοντερνοβυζαντινή ζωγραφιά του πιο ταλαντούχου ίσως ζωγράφου της γενιάς του, του ελευθεριακού, ρομαντικού Φαϊτάκη.

Η ποίηση είναι πολιτική. Οι ανώνυμοι και επώνυμοι γραφιάδες των τοίχων και των μπλογκ επαναδιατυπώνουν δημιουργικά την κληρονομιά του Λωτρεαμόν και του Σολωμού, του Γουίτμαν και του Κατσαρού, του Μπωντλαίρ και του Γκυστάβ Κουρμπέ, του Ζακ Λουί Νταβίντ και του Ντελακρουά, του Γκόγια και του Κάσπαρ Νταβίντ Φρίντριχ. Επαναδιατυπώνουν το ρομαντικό αίτημα για σύντηξη τέχνης και ζωής, για τη ζωή ως έργο τέχνης.

els_generalviewels_giorti_afisa

Σπόροι. Θραύσματα. Τροχιοδεικτικά. Ψίθυροι. Που μπορούν να γίνουν άνθη, φωτοχυσίες και τραγούδια. Τα νεαρούδια, οι έφηβοι, οι εικοσάρηδες και τριαντάρηδες, βηματίζουν θαρρετά, χορευτικά στην κεντρική σκηνή, αυτοοργανώνονται, αυτοσχεδιάζουν, αυτονομούνται· περιφρονούν τον παλιό πολιτικό κόσμο, την πελατειακή και χειραγωγούμενη μάζα, τον κόσμο του καταναλωτισμού και της ετερονομίας, αδιαφορούν για την λαχανιασμένη correct Αριστερά και τις αγκυλώσεις της.

Σπόροι. Ομάδες, παρέες, μικρές συλλογικότητες. Οργανώνονται σαν σμήνη, ενώνονται, μεγαλώνουν και απλώνονται, σαν φράκταλ, σαν ψαρόνια, με χαοτικές συμμετρίες. Σαν δίκτυα κυψελών.

Από αυτές τις γενιές, τα σμήνη των αυτόφωτων ρομαντικών υποκειμένων, με το θεμελιώδες αίτημα για καθολική ζωή, ίσως προέλθει αναγέννηση της πολιτικής. Τη χρειαζόμαστε so badly…

 

ψίθυρος τίτλων τέλους: Τρύπες – Γιορτή

raresteak.wordpress.com/2009/01/11/temp-eternity/

Αυτή η χώρα δεν έχει μέλλον… Ή: No future. Η βαριά αυτή κουβέντα, με δύο τρόπους ειπωμένη, ακούγεται από δαφορετικούς άνθρώπους. Ο πρώτος τρόπος είναι ανθρώπων που δεν έχουν πολύ μέλλον, αλλά έχουν πλούσιο παρελθόν· μάλιστα, σε αυτή τη χώρα, την τώρα περιγραφόμενη ως ζοφερή, οι συγκεκριμένοι μεσήλικες ή ηλικιωμένοι άνθρωποι έκαναν προκοπή, φάγανε ψωμάκι, βολεύτηκαν· τώρα, ξινίζουν με την τσογλανοπαρέα που κάνει κριτική.

Ο δεύτερος τρόπος, ο οργισμένος, ανήκει σε ανθρώπους που έχουν άφθονο μέλλον· μάλλλον, οι νέοι έχουν όλο το μέλλον, και από αυτή την άποψη η διαπίστωση No Future ηχεί παράδοξα, σαν τζάμπα μεμψιμοιρία.

Και οι δύο τρόποι είναι περίβλημα μιας κοινοτοπίας· το μέλλον δεν εξαρτάται από διαπιστώσεις. Μα και οι δύο τρόποι εκφράζουν, στερεοτυπικά έστω, μια κοινή αγωνία· όχι για το άδηλο μέλλον, μα για το υλικότατο, το σωματικό παρόν, και το περιγράφουν σχεδόν όμοια: σκοτεινό, δυσοίωνο, νοσογόνο. Ενα παρόν που σαμποτάρει την «ομαλή» εκδίπλωση του μέλλοντος.

Εδώ ακριβώς, στην «ομαλή» εκδίπλωση του μέλλοντος, διαφορίζονται ηλικιωμένοι και νέοι. Κάθε ομάδα το εννοεί, το προσδοκά, το διεκδικεί αλλιώς. Οι ηλικιωμένοι το θέλουν χωρίς εκπλήξεις, κεκανονισμένο, μοιρασμένο, με προτεραιότητα στους ήδη έχοντες. Οι νέοι το θέλουν όλο, τίποτε λιγότερο.

Διελκυνστίδα. Τραβάνε οι έχοντες, από τη μια, τραβάνε οι θέλοντες, από την άλλη. Σταδιακά, κάποιοι διεκδικούντες περνάνε απέναντι, καινούργιοι προστίθενται στους μη έχοντες κ.ο.κ. Στο αδρό αυτό σχήμα βέβαια, οι κοινωνικές και ταξικές διαστρωματώσεις, δηλαδή η υλική συνθήκη, συχνά βαραίνουν περισσότερο από τις διαφορές ηλικιών. Η βιολογική-ψυχική συνθήκη, της νεότητος ή του γήρατος, δεν γέρνει μόνο αυτή τη ζυγαριά των στάσεων.

Ωστόσο, στο ηλικιακό φάσμα 15-25 μπορούμε να διακρίνουμε εναργέστερα τα χαρακτηριστικά της αναδυόμενης κοινωνίας, ακριβώς διότι λόγω ηλικίας οι συμπεριφορές είναι αμεσότερες, λιγότερο διαμεσολαβημένες και υστερόβουλες. Η επισφάλεια λόχου χάριν, στην εργασία και στο κοινωνικό πλασάρισμα, η τυραννία του καταναλωτισμού και της καριέρας, ο χυδαίος υλισμός, ο ατομοκεντρισμός, ο κομφορμισμός, είναι τα βασικά στοιχεία που επιβάλλονται στη νεολαία. Στην εικονογραφία της διαφήμισης ο νέος σκιτσάρεται στερεοτυπικά σαν χαζοχαρούμενο πρόβατο που πραγματώνει την ύπαρξή του εκλιπαρώντας περισσότερες μονάδες για το κινητό με αργκό βελάσματα, καταβροχθίζοντας αυτιστικά γκέιμ και γκάτζετ, κουρέματα και piercing. Η ελευθερία του περιγράφεται σαν κατανάλωση στυλ. Στη νεότητα επιτρέπονται μόνο ασθητικές ακρότητες· είναι εμπορευματικό συμβάν, είναι τάργκετ γκρουπ. Στην πράξη, μέγα μέρος του μαζικού ποπ εμπορεύματος παράγεται βάσει αυτών των προδιαγραφών, δηλαδή των προεξοφλημένων αναπαραστάσεων για τη νεότητα: από τα μούλτιπλεξ και τα φαστοφουντάδικα έως το packaging των γκάτζετ, των ρούχων και των ταινιών.

Στην πράξη επίσης, η νεολαία, συμπιεσμένη ανάμεσα σε υπέρμετρες προσδοκίες και ταπεινές δυνατότητες, εξεγείρεται. Οι τσακισμένες χαρές καθρεφτίζονται σε σπασμένες βιτρίνες ― κάπως έτσι περιέγραψε τη βιωματική-πολιτική ανάδυση των νέων υποκειμένων και το νέο habitus, ένας Ελληνας ανθρωπολόγος αυτής περίπου της γενιάς. Ξαφνικά ο ανέμελος καταναλωτής, το πρόβατο των φροντιστηρίων, ο καταθλιπτικός της τερατώδους ανεργίας, o λοιδωρούμενος ως γραφικός emo, κάγκουρας, χουλιγκάνι, φύτουλας, μεταλάς και ράστα, όλες οι δήθεν φυλές, σπάνε τα στερεότυπα που τους κρατούν φυλακισμένους στην απάθεια και την αυτοανάλωση, σπάνε τη διάψευση και την κατάθλιψη, σπάνε τα όρια του πωλούμενου χωροχρόνου που τους αναλογεί, και απαιτούν το δημόσιο όλον, το παρόν, το εδώ και το τώρα, μουρμουρίζουν ή κραυγάζουν, χωρίς ενσυνείδητη μνήμη ίσως, αλλά με τρομερό ένστικτο, ένστικτο αυτοσυντήρησης πρωτίστως, αλλά και έντστικτο αναγνώρισης, χειρονομούν: το αρχαίο omnia sunt communia. Ολα. Η διαφήμιση, η υποκριτική νεολατρεία, η σχολική αγωγή, η οικογενειακή ανατροφή, όλοι τους τάζουν όλα, τους τα υπόσχονται, τα κρεμάνε δόλωμα, από το γυμνάσιο έως την μακρόσυρτη ένταξη στην αλυσίδα παραγωγής. Ολα. Αυτό ζητούν.

Η θραύση της βιτρίνας προσδοκιών και υποκρισίας από τη σημερινή γενιά 15-25 είναι το πέρασμά τους στον δημόσιο βίο με τους δικούς τους όρους, είναι η υπέρβαση της κατανάλωσης και του οικόσιτου πρόβατου, το άνοιγμα προς την δύσκολη ελευθερία του λύκου, είναι κατάκτηση του δικού τους habitus, αντιφατικού και εύθραυστου, δυσχερούς, όμως δικού τους. Αυτό κανείς δεν τους το υποσχέθηκε, κανείς δεν τους το χάρισε, κανείς δεν μπορεί να τους το πάρει.

soundtrack: Fuck Buttons – Colors Move

φωτ.: raresteak

buzz it!

Η επιστροφή στα σχολεία σημαίνει επιστροφή στις προδεκεμβριανές κανονικότητες. Η επιστροφή αυτή φέρνει ανακούφιση: το κοινωνικό σώμα δεν αντέχει επί μακρόν τη ρήξη με την κανονικότητα. Εντούτοις, η στιγμή του αρνητικού, που καταύγασε τις ελληνικές πόλεις, έδειξε συν τοις άλλοις και τα όρια της παλαιάς κανονικότητας· την έδειξε φθαρμένη και αλυσιτελή, μη λειτουργική, ακόμη και επικίνδυνη.

Οι ταραχές δεν οφείλονται μόνον σε έκρηξη του θυμικού και σε ευάριθμους απειθείς. Η βαλβίδα εξερράγη διότι το κοινωνικό υλικό υπερσυμπιέστηκε μέσα στη χύτρα, διότι οι ασυμμετρίες είναι εκρηκτικές, διότι οι θεσμοί του δημοκρατικού κράτους έχουν υποστεί βαρεία φθορά, διότι η χώρα έχει μετασχηματιστεί βαθιά, υλικά και ψυχικά, και αυτή η νέα ανθρωπογεωγραφία δεν εκφράζεται συστοίχως από τις πολιτικές ελίτ, ούτε καν την αντιλαμβάνονται.

Η αναδυόμενη Ελλάδα δεν είναι ομοιογενής όπως στο πρόσφατο παρελθόν, ούτε κοινωνικά ούτε εθνοτικά, και συγκροτείται από υπερμοντέρνα τμήματα και αρχαϊκούς θυλάκους. Μοντέρνα είναι η νεολαία (εξ ου και είναι ευάλωτη στη διάψευση και την απογοήτευση), μοντέρνο είναι μεγάλο μέρος της μεσαίας τάξης και των επιχειρήσεων· είναι οι ωφελημένοι αλλά και οι πληττόμενοι της παγκοσμιοποίησης και του κοσμοπολιτισμού. Αρχαϊκό παραμένει κατά κύριο λόγο το κράτος και το πολιτικό σύστημα: κατατρύχονται από πελατειακότητα, νεποτισμό, αναξιοκρατία, διαφθορά, διάχυση ανομίας.

Ανάμεσα και πλάι στα δέκα εκατομμύρια Ελληνες ζουν ένα έως ενάμισι εκατομμύριο μετανάστες, με περιορισμένα ή ανύπαρκτα πολιτικά δικαιώματα. Αυτό το ετερόκλητο πλήθος παραμένει άγνωστος παράγοντας: κατά πόσο μπορεί να αφομοιωθεί, με αμοιβαίο όφελος, αλλά και προς ποια πλευρά θα πέσει το βάρος του πλήθους. Προς την ανανέωση του κοινωνικού σώματος ή προς την καταβύθισή του;

Η κοινωνική αναταραχή του Δεκεμβρίου πρέπει να ερμηνευθεί πολύπλευρα και σε βάθος. Με ψυχραιμία, με σύνεση και γενναιότητα. Μόνο καταλαβαίνοντας τους εαυτούς μας μπορούμε να τους βελτιώσουμε.

Καθημερινή 10.01.2009

buzz it!

ποστμαστερ

mail-3.gif

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 41,026 hits