You are currently browsing the category archive for the ‘feuilleton’ category.
Είδα βλέμματα σκοτεινιασμένα και πρόσωπα κατηφή, δεν αναγνώριζα τους συγγενείς και φίλους, που τους ξανάβλεπα από το καλοκαίρι. Στην παλιά γειτονιά μου, τα μαγαζιά κλειστά, τα καφενεία βουβά. Τρόμαξα. Και ντρεπόμουνα να πω ότι δεν αντιμετωπίζω προβλήματα, ότι η δουλειά μου πάει καλά…
Αυτή την Ελλάδα είδε ο Ελληνας από τις ΗΠΑ τον Δεκέμβριο του 2011. Παρόμοιες εντυπώσεις αποκομίζουν όσοι Ελληνες έρχονται απ’ έξω και βλέπουν την κατάσταση από απόσταση, σαν παρατηρητές. Βλέπουν αυτό που δεν μπορούμε πια να δούμε εμείς, επειδή το νιώθουμε, επειδή το πράττουμε· επειδή δεν μπoρούμε να δούμε τους εαυτούς μας. Οι απ’ έξω μεταφέρουν επίσης την πικρή αίσθηση ψυχρότητας, δυσπιστίας, κάποτε οίκτου, από την επαφή με αλλοεθνείς, κυρίως Ευρωπαίους. Ο Ελληνας αντιμετωπίζεται σαν φτωχός συγγενής που ζητάει δανεικά, μίζερος, οκνηρός, ανεπρόκοπος, πονηρός, ίσως και άτυχος, μα σε κάθε περίπτωση ηττημένος.
Απέναντι σε αυτό το νέο στερεότυπο ήττας και αποτυχίας, ο Ελληνας τι έχει να αντιπαραθέσει; Τη λαμπρή ιστορία, την κουλτούρα, την παράδοση. Δεν πιάνει. Την διεθνή συγκυρία κρίσης και χρέους, τη συστημική ασθένεια της ευρωζώνης και της Ε.Ε. Ούτε αυτό πιάνει. Η στερεοτυπική προπαγάνδα σε λιγότερο από δύο χρόνια κατέφαγε το συμβολικό κεφάλαιο της Ελλάδας, όσο είχε συγκροτηθεί τις τελευταίες δεκαετίες της δημοκρατικής και ευρωπαϊκής πορείας, με δυο-τρεις μηντιακές επιτυχίες του αφρού μάλιστα, το 2004.
Το χειρότερο όμως είναι ότι τη συκοφάντηση και την απαξίωσή μας, αφενός, την προκάλεσαν Ελληνες, με πρώτον τον πρώην πρωθυπουργό Γ. Α. Παπανδρέου: στις απαρχές της κρίσης, διέσυρε τον ίδιο του το λαό που τον εξέλεξε, περιγράφοντάς τον συγκαταβατικά ως διεφθαρμένο, ενώπιον των κατάπληκτων ξένων ηγετών. Προσπαθούσε να αποσείσει από πάνω του την ιστορική ευθύνη για ό,τι φούσκωνε σαν κύμα; Αισθανόταν περισσότερο μέλος της διεθνούς ηγετικής ελίτ παρά μέλος του “καθυστερημένου” ελληνικού λαού; Ηταν ασυγχώρητα αφελής; Ηταν ανίκανος να σταθεί και να φερθεί σαν ηγέτης-πατέρας; Πολλές ερμηνείες μπορούν να δοθούν, το γεγονός όμως παραμένει ένα: η συμπεριφορά του πρώην πρωθυπουργού έπληξε ανεπανόρθωτα τη χώρα σε μια κρίσιμη στιγμή. Στο μέτρο μάλιστα που αυτή η αυτοσυκοφάντηση χρησιμοποιήθηκε εν συνεχεία από τους Ευρωπαίους συνομιλητές του Γ. Παπανδρέου κατά κόρον, για να μετατραπεί σταδιακά η Ελλάδα σε μαύρο πρόβατο της Ευρώπης, μπορούμε να μιλάμε πλέον για εκ μέρους του προδοσία της λαϊκής εντολής και της εθνικής αξιοπρέπειας.
Η κρίση αποκαλύπτει ανθρώπους και ιδεολογίες. Δεν ήταν μόνο ο Γ. Παπανδρέου που έξω ντρεπόταν για τους συμπατριώτες του και τους λοιδορούσε. Κι άλλοι υπουργοί της μοιραίας κυβέρνησής του, μερικοί εκ των οποίων παραμένουν, είχαν παρόμοια συμπεριφορά: στους έξω έκλειναν το μάτι ότι συμφωνούν για το χάλι της χώρας, αλλά πώς να πείσουν τους ιθαγενείς; Ακολούθως στους ιθαγενείς είτε έκαναν κήρυγμα υπέρ αναγκαστικής προσαρμογής στις απαιτήσεις των έξω, είτε δεν έλεγαν τίποτε για να μην έχουν πολιτικό κόστος. Αλλοτε πάλι διάφορα αιματηρά πλην αδικαιολόγητα μέτρα φορτώνονταν στην τρόικα, ενώ η έμπνευση και εφαρμογή ήταν εγχώριας προέλευσης: Αφού το απαιτεί ο ξένος, τι να κάνουμε, να ρισκάρουμε τη δόση για τις συντάξεις;
Σταθερό μοτίβο σε αυτή τη διαδικασία ηθικής ερείπωσης της χώρας ήταν και είναι η πλήρης αποφυγή της ευθύνης, η παραμονή στην εξουσία με κάθε τρόπο, ακόμη κι αν έχει κατεδαφιστεί το κράτος, και τέλος η πνευματική και ψυχική υποτέλεια της κυβερνώσας ελίτ, στο όριο της εθελοδουλίας.
Δεύτερη, και σημαντικότερη ίσως, συνέπεια από τη διαδικασία ηθικής απαξίωσης και κατασπατάλησης του συμβολικού κεφαλαίου, είναι η εσωτερίκευση της ενοχής. Ο ελληνικός λαός, σε κατάσταση διαρκούς σοκ, βομβαρδισμένος από συνεχείς περικοπές εισοδήματος, φόρους, περιστολή των κοινωνικών υποδομών, βομβαρδισμένος και επικοινωνιακά, έφτασε να πιστέψει όλα όσα του προσήπταν, αδιακρίτως. Και τα ενδόβαλε. Και τα ενσωμάτωσε ως δική του αμαρτία και ως δική του παρεκκλίνουσα συμπεριφορά, ως κυτταρική ανωμαλία, ως εθνικό ιδεότυπο. Ειδικώς για τη διαφθορά και τη χλιδάτη διαβίωση υπεράνω των δυνάμεων του, ο ελληνικός λαός άκουσε, και εν πολλοίς αποδέχθηκε παρότι επίσης εξοργίστηκε, την παγκάλειο απόφανση “μαζί τα φάγαμε”. Μια καθολική εξήγηση για μια σειρά μερικών γεγονότων ― άρα μια ισοπεδωτική εξήγηση. Τούτη η απόφανση ήταν ο κορυφαίος χειρισμός για διάχυση της ευθύνης σε όλο το κοινωνικό σώμα, έτσι ώστε διασπειρόμενη να αραιώσει, να διαλυθεί και να σφραγίσει όλους με τη συλλογική ενοχή. Ολοι ένοχοι, κανείς ένοχος.
Σπατάληση συμβολικού κεφαλαίου, αυτοσυκοφάντηση από στόματα ηγετών, διάχυση ευθυνών, συλλογική ενοχή, υποτέλεια, διγλωσσία, εσωτερίκευση της ενοχής από την κοινωνία. Κάπως έτσι φτάσαμε στην σημερινή ηθική ερείπωση και την εθνική κατάθλιψη. Και αντί να κοιτάμε πώς θα διορθώσουμε τα πολλά και δομικά σφάλματα, πώς θα μετασχηματίσουμε την πολιτική σκηνή με δημιουργική καταστροφή, πώς θα ανατάξουμε την οικονομία και τη χώρα, σπαταλιόμαστε σε μια άγονη καζουϊστική, κατηγορώντας εαυτούς και αλλήλους· βιώνουμε μια καμπή σαν τελειωτική ήττα.

Γιατί αποκλείστηκε η Συγγρού, η μοναδική λεωφόρος ταχείας κυκλοφορίας της πρωτεύουσας, δύο φορές μέσα στον μήνα; Γιατί μυριάδες συμπολίτες μας έσπευσαν στα εγκαίνια δύο υπερκαταστημάτων ηλεκτρικών ειδών. Και γιατί συνωστίζονταν από τα ξημερώματα οι φυλές του λεκανοπεδίου; Για να συνεορτάσουν τα εγκαίνια; Ας πούμε, ναι. Για να επωφεληθούν των προσφορών, για να αρπάξουν την ευκαιρία, το λάπτοπ των 300 ευρώ, την ψηφιακή κάμερα των 99 ευρώ, την τηλεοράση TFT των 500 – κάτι, και τα λοιπά και τα λοιπά.
Και περίμεναν μέσ’ στο λιοπύρι, σε ουρές ατελείωτες, να φτάσει η σειρά τους, να διαβούν τη θύρα, να τους δοθεί η χάρις, να περιπλανηθούν σε κατάφωτα ράφια, να διαγκωνιστούν με συγκαταναλωτές, να ψωνίσουν φτηνά ό,τι γκάτζετ, ό,τι εργαλείο λαχταράει η ψυχή ενός φτωχού ανθρώπου. Η ψυχή του ανθρώπου στον καταναλωτισμό.
Οι ουρές των προσφορών μπορεί να είναι πρωτόγνωρες στην Ελλάδα, σε τέτοια έκταση, αλλά δεν είναι άγνωστες σε άλλες πρωτεύουσες. Τα λανσαρίσματα νέων προϊόντων της Apple, λ.χ., προσελκύουν έξω από τα μαγαζιά της, αποβραδίς, χιλιάδες πελάτες, που θέλουν οπωσδήποτε να αποκτήσουν πρώτοι το καυτό γκάτζετ. Στην έναρξη των εκπτώσεων, ουρές σχηματίζονται έξω από τα πολυκαταστήματα πολυτελείας, στο Λονδίνο, στη Νέα Υόρκη, σε κάθε μεγαλούπολη.
Στις κοινωνίες της κατανάλωσης, κάθε μικρομεσαίος, με περιορισμένο εισόδημα αλλά διεσταλμένες ανάγκες, περιμένει την ευκαιρία· μια μοναδική ευκαιρία για να εισέλθει στον υλικό παράδεισο. Ξέρει ότι πρέπει να βρίσκεται διαρκώς σε εγρήγορση, να συλλάβει τη στιγμή, να ανταποκριθεί ακαριαία· αποδέχεται και μικροθυσίες, κόπο, ορθοστασία. Και ταπείνωση: αυτός ο ατομιστής μικροαστός, μοναχικός και εγωιστής, δέχεται να συμπεριληφθεί σε μια ανώνυμη πλέμπα, αλληλοϋποβλεπόμενων βουλιμικών, προκειμένου να φτάσει το Δισκοπότηρο: ένα κασμιρένιο πουλόβερ, μια κάμερα, ένα κινητό, ένα λάπτοπ, σε τιμή ευκαιρίας.
Η αρχόμενη ύφεση θα εντείνει ακόμη περισσότερο αυτά τα φαινόμενα. Οσο πιέζεται το εισόδημα, τόσο πιο εκτυφλωτική θα είναι η καταναλωτική φαντασμαγορία, τόσο πιο ακόρεστη η πείνα. Οι ουρές ευκαιριών θα μακραίνουν.

H γυναίκα μου καμάρωνε τα φυτά της στη βεράντα, τα ονομάτιζε και διέτρεχε σύντομο ιστορικό παγετώνων, καυσώνων και βασάνων. Διέκρινα μιαν αδυναμία στα μυριστικά, στη λουίζα που έπιασε επιτέλους, στο δυόσμο, τα βασιλικά, σγουρό και πλατύφυλλο, το δεντρολίβανο και τη ματζουράνα· μα και στη λεμονιά, που έκαψε ο χιονιάς του περασμένου χειμώνα, αλλά ζωντάνεψε πάλι.
Ζήλεψα. Και θυμήθηκα. Λουλούδια και φυτά που στόλισαν τον βίο μου, από την γενέθλια αυλή του Πειραιά ώς τα μπαλκόνια των Εξαρχείων, μέσω Μυκόνου και Σύρου.
Θυμήθηκα ότι στον ενήλικο βίο μου δέθηκα συναισθηματικά, βαθιά, με δύο φυτά: το κεράκι και το φούλι. Αυτά μοσχομύριζαν επί πολλά χρόνια το εργένικο μπαλκόνι των φοιτητών, αυτά με συνόδεψαν στον έγγαμο βίο. Τα προσφιλή της, η κληρονομιά της, της θείας Μανταλένας, ό,τι κράτησα απ’ αυτήν όταν πέρασε απέναντι: την ευωδιά της μνήμης της. Κάθε που άνθιζαν, τη θυμόμουν· όταν τα πότιζα, τη θυμόμουν· όταν τα μύριζα, ήταν εκεί. Και πόσο ωραία φυτά, τι λουλούδια…
Ολη η ζωή μπορεί να αντιστοιχιστεί με φυτά, άνθη, χρώματα και μυρωδιές. Τα πρώτα που θυμάμαι ήταν της μάνας μου, στην αυλή και στη ταράτσα: θηριώδη δεντρόφυλλα, γαριφαλιές και ντάλιες. Η πιο ζωηρή παιδική ανάμνηση είναι οι ντάλιες, μωβ. Και οι παπαρούνες, Πάσχα του Μαραθώνα.
Η Μύκονος πρόσφερε κεφαλάγκαθα και ασφοντίλια αποξεραμένα, παντού μες στο σκληρό φως και το μελτέμι· αθάνατους κάπου στη Χώρα, λυγαριές στα λαγκάδια, ευωδιαστά τριαντάφυλλα στο στερνάκι του απάνω κήπου, κρινάκια της άμμου στον Κόρφο, γεράνια και γαριφαλιές σε ντενεκέδες φέτας αφημένους σε πεζούλες και γλυμμένους γρανίτες. Στο φόντο, τα δέντρα αυτής της φρυγμένης γης: φραγκοσυκιές, αμπέλια, συκιές, ευκάλυπτοι, ένας ταλαίπωρος αξός, μια συκαμνιά, λεμονίτσες προστατευμένες πίσω από καλαμιώνες. Και καλαμιώνες να θροϊζουν, να τραγουδούν, να φιλοξενούν αποδημητικά.
Στη Σύρο με υποδέχτηκαν γιασεμιά και γαρδένιες. Τα γιασεμιά, χιώτικα, αράπικα, τα έφτιαχναν γιρλάντες. Τις γαρδένιες τις έβαζαν σε μια κουπίτσα με νερό και κρατούσαν όλη τη βεγγέρα. Η Ερμούπολη, η Σύρος, ήταν αστική.
Κι ήταν εργατική και εγκαταλειμμένη. Στα αναρίθμητα χαλάσματα, στα “βουλιστά”, βασίλευαν οι μελισσιές και οι μολόχες, με ωραία άνθη, κι οι άσπλαχνες τσουκνίδες: αυτές εδέσποζαν στις εξερευνήσεις των τοπικών αγυιόπαιδων Χωκ Φιν. Σαν καλοκαίριασε, είδα την κάππαρη, καταρράκτη στους θαλασσόβραχους. Και παντού, πάντα, οι πελώριοι φοίνικες στην θεσπέσια Πλατεία, την κλειστή ιταλική πλατεία, σαν Ντε Κίρικο χωρίς τη μεταφυσική, στα πόδια του υπερήφανου δημαρχιακού μεγάρου· πελώριοι φοίνικες οριεντάλ, στην καρδιά του πιο συμπαγούς νεοκλασικισμού: Σμύρνη, Αλεξάνδρεια, Παλέρμο και Νάπολη, σμίγουν με γιασεμιά και γαρδένιες καταμεσής του Αιγαίου. Οι φοίνικες… Μετά τους συριανούς, ο φοίνικας που θυμάμαι περισσότερο φυτρώνει στην καρδιά του δηλιανού ερειπιώνα, ένας μονάχος, έτσι το θυμάμαι σε μια παιδική εκδρομή· κάτω απ’ τον λιγνό ίσκιο του, μου είπαν, κάτω απ’ το ανελέητο ηλιόφως ( το ‘νιωθα να μου τσουρουφλίζει τα βλέφαρα και διψούσα), γέννησε η Λητώ τον Απόλλωνα και την Αρτεμη. Φοίνικας, Φοίβος, Ηλιος. Δήλος.
Φυτά και άνθη τυλίγουν τις ζωές, και τις ποτίζουν γεωγραφίες, ταξίδια, υβρίδια, παράξενους γάμους, μεταφυτεύσεις και μετασχηματισμούς, συγκρητισμό· συγκρητισμό, αυτόν κυρίως. Πολύ αργότερα, διαβάζοντας για τη Μεσόγειο από τους ιστορικούς των Annales, έμαθα κατάπληκτος και γοητευμένος πότε ήρθαν εδώ τα δικά μας, τα μεσογειακά φυτά: η ασιατική γαρδένια και ο αυστραλιανός ευκάλυπτος, η αμερικανίδα ντομάτα, η πορτοκαλιά, ό,τι ήταν σήμα μας είχε έρθει από μακριά και ρίζωσε βαθιά κι έμεινε. Αυτή η γνώση δεν τα έκανε λιγότερα δικά μου.
Δεν μου αρέσει, μα την αγαπώ. Είμαι εγώ, όσο είμαι Κυκλάδες κι Αρχιπέλαγος. Στην Αθήνα η ζωή των φυτών ξεκίνησε με έναν φίκο. Σιωπηλό, ασκητικό, αόρατο, με ελάχιστες απαιτήσεις. Οι εγωιστές μετέφηβοι, για πολλά χρόνια δεν θα διέθεταν περισσότερο χρόνο και φροντίδα, παρά μόνο για τον μικρόφυλλο φίκο και το ανάλογο μπέντζαμιν. Θέριεψαν, παρ’ όλ’ αυτά, και μεταφυτεύτηκαν στο νησί. Κι εκεί το μπέντζαμιν-μπένγιαμιν άνθισε παράφορα και γεννοβόλησε.
Υστερα συντρόφεψα με το κεράκι και το φούλι ― τα ‘παμε. Αποχαιρέτισαν.
Τώρα ποτίζω ένα μπονζάι στο γραφείο, στο περβάζι κάτω απ’ τις περσίδες. Κι έναν πλατύφυλλο βασιλικό στο μπαλκονάκι του ακάλυπτου, στο σπίτι.
Ένα βλέμμα, Καθημερινή 22.06.2008
Ζωγραφική: Άννα-Μαρία Τσακάλη, 2007
Είναι κοινότοπο, μα κάποτε ισχύει: Οι ιδεολογικές – πολιτικές συζητήσεις στην Ελλάδα διεξάγονται με διαφορά φάσεως. Οταν «έξω» ξεθυμαίνουν, εδώ φουντώνουν. Ετσι έγινε με τον νεοφιλελευθερισμό και τη λατρεία της ελεύθερης αγοράς. Ανακαλύφθηκαν ως καθολική αλήθεια στη διάρκεια της δεκαετίας ’90, εφαρμόστηκαν ληστρικά στη φούσκα του Χρηματιστηρίου, εφαρμόστηκαν με μια σειρά βεβιασμένων ιδιωτικοποιήσεων, από κεντροαριστερούς και κεντροδεξιούς μάγους, σχηματίστηκε ένας νέος λόγος, ένα μονότονο discours στο οποίο συμφύρονται κοσμοπολιτισμός, ατομικά δικαιώματα, αντιεθνισμός, ορθοφροσύνη, ευγενικές διακηρύξεις και κυνικές αποσιωπήσεις. Διαμορφώθηκε έτσι μια επιπολής ιδεολογία, με χαρακτηριστικά ιδεοληψίας, ένα σύστημα εμμονών, συνταγών και αυτοαπαντώμενων ερωτημάτων. Αυτό το ιδεολόγημα είναι κατ’ ουσίαν ένας διαρκής αναγωγισμός: Το Κακό είναι το κράτος, το Καλό είναι η αγορά, η αγορά αυτορρυθμίζεται, οι κοινωνίες αυτορρυθμίζονται όπως οι αγορές. Αρα η κοινωνία είναι αγορά.
Παρά την ισχυρή κρατικιστική παράδοση, και παρά την πελατειακή σχέση πολίτη και κράτους στην Ελλάδα, το ιδεολόγημα της αυτορρυθμιζόμενης αγοράς – κοινωνίας έχει εξαπλωθεί, στρεβλό, επίμονο, φανατικό: Αξιώνει καθολική ισχύ και εφαρμογή σε κάθε πτυχή του κοινωνικού. Τα αποτελέσματα θα ήταν ισχνά, αν υπήρχε επαρκής λόγος και δράση εκ μέρους της πολιτικής ελίτ, αλλά και της πολιτικής κοινωνίας. Ομως η πολιτική ελίτ, στο μεγαλύτερο μέρος της, είναι πρόθυμη να εκχωρήσει δημόσιο χώρο, ακόμη και εξουσίες, είτε για να διατηρήσει τα δικά της προνόμια είτε διότι αδυνατεί να κατανοήσει τη ρέουσα πραγματικότητα. Φτάνουμε λοιπόν στο παράδοξο, κυβερνητικοί αξιωματούχοι ή κρατικοί μάνατζερ να κηρύσσουν τη μείωση ή και εξάλειψη του κράτους, αντλώντας μισθούς, προνόμια και αυθεντία ακριβώς από το κράτος! Το παράδοξο αυτό βέβαια δεν είναι απλώς φαιδρό, αλλά δείχνει και το ηθικό έλλειμμα αυτής της ελίτ. Αυτή η εγκατάλειψη θέσεων, η παράδοξη αυτοκαθαίρεση, έχει αλυσιδωτές επιπτώσεις, και κυρίως εκδικείται τους πολιτικούς που είναι απρόθυμοι να δράσουν πολιτικά, προτιμώντας να δρουν σαν τεχνοκράτες.
Το έλλειμμα κύρους στον πολιτικό κόσμο φάνηκε την περασμένη εβδομάδα, όταν ένας πλούσιος μάνατζερ, επικεφαλής χρηματοπιστωτικού οργανισμού, αντιπαρατέθηκε με τους αιρετούς εκπροσώπους του ελληνικού λαού στο Κοινοβούλιο. Ο μάνατζερ–επιχειρηματίας είναι γνωστός στο πανελλήνιο από τις καυτές εξαγορές του και τη δεσπόζουσα θέση που κατέχει σε κρίσιμους τομείς της οικονομίας· είναι γνωστός επίσης από τις αγωγές που έχει καταθέσει εναντίον των ηγετών κομμάτων της αντιπολίτευσης, επειδή του άσκησαν «ανάρμοστη» κριτική. Προσερχόμενος λοιπόν στη Βουλή, ο μάνατζερ–δικηγόρος είχε ήδη ορίσει συμβολικά το πολιτικό του πεδίο: Είναι τα αστικά δικαστήρια και ο χρηματικός πόλεμος, εφόσον ο ίδιος κρίνει ότι οι πολιτικοί τον θίγουν.
Στο πεδίο της Βουλής, τώρα, ο μάνατζερ αμφισβήτησε τη διαχειριστική επάρκεια της κυβέρνησης στην ιδιωτικοποίηση του ΟΤΕ και, εμμέσως, τη σύνολη ικανότητα των πολιτικών στη διαχείριση της κοινωνίας – αγοράς. Η εξαιρετικά ενδιαφέρουσα πεντάωρη συζήτηση του επιχειρηματία–μάνατζερ με τους βουλευτές είναι αποκαλυπτική για τις παρούσες σχέσεις οικονομίας και πολιτικής, με πολλούς τρόπους.
Κατ’ αρχάς, δείχνει την πολιτική (έστω, την τρέχουσα πολιτική) να δέχεται οδηγίες, και λοιδορίες ακόμη, από την οικονομία, και μάλιστα από τον πιο ανεξέλεγκτο και ισχυρό τομέα, τον χρηματοπιστωτικό, τα funds. Είναι φανερό ότι η εντοπισμένη συσσώρευση κεφαλαίου σε νευραλγικά πεδία του δημόσιου χώρου, όπως λ.χ. οι μεταφορές ή οι τηλεπικοινωνίες, παράγει πυρηνική, σκληρή πολιτική. Ο μεγαλομέτοχος γίνεται πάραυτα θεσμικός, και εν ονόματι του χρήματός του, απαιτεί να διαμορφώσει τον δημόσιο χώρο – προς όφελός του φυσικά. Και το δικαιούται, σύμφωνα τουλάχιστον με τις κυρίαρχες δοξασίες των πολιτικών – είπαμε, η κοινωνία λειτουργεί σαν αγορά.
Τι να αντιτείνουν λοιπόν οι πολιτικοί στον επενδυτή–κερδοσκόπο, που αξιώνει πολιτική ισχύ, όταν οι ίδιοι του έχουν προσφέρει την αξίωση, κι όταν οι ίδιοι διατείνονται ότι θέλουν να διοικήσουν το κράτος σαν επιχείρηση; Εγκλωβισμένοι στα ιδεολογήματά τους, οι πολιτικοί–μάνατζερ είναι αναγκασμένοι να λοιδωρούνται από τον επενδυτή–μάνατζερ, ο οποίος τους υπενθυμίζει τη βαθύτερη αλήθεια της χρηματοπιστωτικής θρησκείας: Κυβερνά το χρήμα.
Οσο κι αν δεν εμπιστεύεσαι κάποιους πολιτικούς, όσο κι αν δεν εκτιμάς τις ικανότητές τους, όσο κι αν αμφιβάλλεις για την ανιδιοτέλειά τους, παρ’ όλ’ αυτά δεν μπορείς να ανεχθείς να ταπεινώνονται οι εκλεγμένοι από έναν πλούσιο μάνατζερ, από την Ανεξάρτητη Αρχή του Χρήματος. Διότι και το χρήμα έχει την ηθική του, υπόκειται σε περιορισμούς, υπακούει σε κανόνες· διαφορετικά, δεν μιλάμε για συντεταγμένη έλλογη δημοκρατία, με πρόνοιες και εξασφαλίσεις, αλλά για αρένα με μονομάχους και θηρία, για τον άλογο κόσμο του Κασπάρ Χάουζερ, όπου νικητής θα είναι ο τύραννος.
Χρέος της πολιτικής κοινωνίας είναι να υπερασπιστεί την πολιτική έναντι του αρρύθμιστου χρήματος, την ελεγχόμενη και λογοδοτούσα δημοκρατία έναντι του ανέλεγκτου και άπληστου πλούτου. Η συζήτηση διεθνώς, με αφορμή μάλιστα τη μεγάλη οικονομική κρίση, αφορά ακριβώς αυτή την ηθική ισορροπία, την κλονισμένη από τη χρηματοπιστωτική απληστία. Αυτό επισήμαναν την Παρασκευή 23 Μαΐου, σε κοινό τους άρθρο–μανιφέστο, με τίτλο «Δεν πρέπει να μας κυβερνά η χρηματοπιστωτική τρέλα» (ελληνικά, γαλλικά, αγγλικά) 14 από τους επιφανέστερους πολιτικούς της Ευρώπης, πρώην ηγέτες της Κομισιόν, καγκελάριοι και πρωθυπουργοί, υπουργοί Οικονομίας – ανάμεσά τους οι Χέλμουτ Σμιτ, Ζακ Ντελόρ, Μάσιμο ντ’ Αλέμα, Λ. Ζοσπέν, Μ. Ροκάρ κ.ά. Στο κείμενό τους επανέρχονται διαρκώς «ξεχασμένες» λέξεις: Ρύθμιση, ηθική, παρέμβαση, ανισότητα, ό,τι πολεμήθηκε λυσσαλέα από τον δαρβινισμό της κερδοσκοπίας. «Ο κόσμος του χρηματοπιστωτικού συστήματος έχει συσσωρεύσει μια γιγαντιαία μάζα πλασματικού κεφαλαίου, η οποία όμως δεν βελτιώνει παρά ελάχιστα την ανθρώπινη ύπαρξη και τη διατήρηση του περιβάλλοντος» – αυτά τα λόγια δεν προέρχονται από ουτοπιστές ακαδημαϊκούς, αλλά από ανθρώπους που όρισαν τη μοίρα της Ευρώπης για πολλά χρόνια.
Το κείμενο των «14» είναι ιστορικής σημασίας. Δείχνει ότι η πολιτική στην Ευρώπη είναι ζωντανή ακόμη, ότι διεκδικεί τον ζωτικό της χώρο, αυτόν που είχε εκχωρήσει στις τράπεζες και σε θολά στρατηγήματα περί ανταγωνιστικότητας. Δείχνει επίσης ότι οι πρωτεργάτες των σιδερένιων συμφώνων σταθερότητας κάνουν εμμέσως την αυτοκριτική τους, όταν διαπιστώνουν: «Το 2000 είχαμε συμφωνήσει να κάνουμε την Ευρωπαϊκή Ενωση την πιο ανταγωνιστική περιοχή του κόσμου. Η φιλοδοξία αυτή επαναβεβαιώθηκε το 2005. Πρέπει να εγγυηθούμε πως η ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης θα υποστηρίζεται και δεν θα υποσκάπτεται από τις χρηματοπιστωτικές αγορές».
Οι δικοί μας πολιτικοί ηγέτες, οι καθηλωμένοι σε παλαιά ιδεολογήματα, οι λοιδορούμενοι πλέον από τα θηρία της αγοράς που και οι ίδιοι εξέθρεψαν, ας σπεύσουν να μελετήσουν και να κατανοήσουν το κείμενο των 14 συναδέλφων τους. Ισως νιώσουν την ανάγκη της επανόδου στην πολιτική.
Καθημερινή 01.06.2008
Electric Alice (the video)
Don’t the stars look good tonight
Thought Electric Alice
In the pale moonlight
Don’t the moon look big and bright
Thought Electric Alice
In the pale moonlight
I thing I hear a baby cry
Thought Electric Alice as she passed by
Makes me feel like I’m a little child again
Thought Electric Alice in the silver rain
Είχα καιρό να συγχρωτισθώ επί μέρες με το σινάφι των καλλιτεχνών και των κριτικοθεωρητικών, σινάφι καταγωγικό και αγαπημένο μου. Πέρασα δυόμισι μέρες συγχρωτισμού, στο φιλόξενο Μέτσοβο, και μισή μέρα στα Γιάννενα, και τις χάρηκα εκτάκτως· και διότι επανασυνδέθηκα με τη φυλή και με φίλους, αλλά και διότι αντάμωσα μερικά μωρά που με πυροδότησαν απρόσμενα. Ναι, μωρά.
Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »
Ξεκαθαρίζω το αρχείο, δηλαδή, σημειώσεις, εικόνες, αποδείξεις, ορνιθοσκαλίσματα σε χαρτοπετσέτες. Δεν ρωτάω τίποτε, το αρχείο μιλάει μόνο του ― μάλλον, μουρμουρίζει τα δικά του, κι ο νους μου γέρνει προς αυτά π' ακούει. Τα πιο ομιλητικά ―εννοώ: πιο υποβλητικά― είναι τα αποκόμματα ταξιδιών. Μπιλιέτα από το βαπορέτο, καρτολίνες των γερμανικών σιδηροδρόμων, κάρτες επιβίβασης, βάουτσερ για γεύμα complimentary μετά από ακύρωση πτήσης, σουβέρ από το ξενοδοχείο Ζάχερ, ένα μικροσκοπικό κουταλάκι, μια ουγγρική κάρτα ακατανόητη, τουρκικές λίρες, ντιέτσι μίλε λιρέτες, ένα δεκάμαρκο, ένας κατάλογος έκθεσης σε τσέχικα και γερμανικά.
Δεν ξέρω ακριβώς γιατί τα κρατάω, γιατί τα κρατούσα. Καθώς στέκομαι αμφίβουλος απέναντι τους, να τα πετάξω, να τα καταχωνιάσω πάλι, αρχίζω να υποθέτω. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »
Η μουσική του καλοκαιριού ερχόταν από παλιά, κι από την Ικαρία. Ηταν ένας σκοπός δημώδης, αγαπημένος, οικείος· ο «καριώτικος» σου ταράζει τα πόδια, σε σπρώχνει στον γύρο, να χορέψεις, να εκφραστείς. Kι ήταν παιγμένος ηλεκτρονικά, techno, κι αυτό παραδόξως τον έκανε ακόμη πιο οικείο, τον έκανε σημερινό, αγαπημένο. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »
Ποιος είναι ο Απόστολος Βαβύλης; Μάλλον: Τι άνθρωπος είναι; Τον είπαν φαντομά, πράκτορα, σκοτεινό, πρεζέμπορο· η Αστυνομία επισήμως τον αναγνώρισε ως πληροφοριοδότη της· ο Τύπος παρακολουθεί τις πρωτεϊκές μεταμορφώσεις του, τις σχέσεις του με επισκόπους, μοναχούς και πατριάρχες, με αγιορείτες πνευματικούς, αλλά και με ανθρώπους ξένων μυστικών υπηρεσιών. Τι άνθρωπος είναι;
* ᾿Εγὼ καθεύδω καὶ ἡ καρδία μου ἀγρυπνεῖ (Ασμα Ασμάτων, κεφ. Ε, 2)
Καθημερινή, 27.02.05
Oσα χωρούν στην κυριακάτικη συνομιλία μας ακούγονται με ηχητικό φόντο «πειραγμένα» ρεμίξ των Μassive Attack εναλλάξ με την techno σούστα του Πορτοκάλογλου «Τι φταίει, τι φταίει/και η καρδιά μου κλαίει».
Τι χωράει; Oλα και τίποτε. Ολα: αν στρέψουμε το βλέμμα μας στα μίντια, αντικρίζουμε το μέλλον σαν σωρό ερειπίων. Δικαιοσύνη, εκκλησία, εκπαίδευση βυθίζονται στην κρίση, κρίση δομική, διαρκή, χωρίς ορατή διέξοδο. Ενα κράτος-καρτούν ανά ριπάς στο prime time. Ο πολίτης-θεατής παρακολουθεί το θέαμα της ερείπωσης θεσμών και δημόσιων χώρων, αργορουφώντας φρεντοτσίνο, σχεδόν απαθής. Σχεδόν… Διότι σποραδικά ρίγη τον διαπερνούν: ότι παρακολουθεί το θέαμα της δικής του ερείπωσης.























